Αριθμός 1616/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Τσουλό - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 7η Δεκεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Π. του Δ., 2) Μ. Π. του Δ., κατοίκων …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φίλιππο Πανταζή, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. χήρας Γ. Μ., το γένος Ν. Π., κατοίκου …, 2) Δ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., 3) Α. Μ. του Γ., κατοίκου …, 4) Α. Μ. του Γ., κατοίκου …, 5) Ν. Μ. του Γ., κατοίκου ..., 6) Α. Μ. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σωτήριο Σδούκο, και κατέθεσαν προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-9-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 653/2018 μη οριστική, 131/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 103/2021 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1-10-2021 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η κρινόμενη από 1-10-21 (αρ. κατ. 42/2021) αίτηση, για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 103/2021 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 § 1 Κ.Πολ.Δ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρο 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ). Η διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, κατ' επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, έχει ως εξής: Με την από 19-9-2014 αγωγή τους στρεφόμενη κατά του αρχικώς εναγόμενου Δ. Π., που απεβίωσε προς της εκδίκασής της και στη θέση του υπεισήλθαν, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, οι ήδη αναιρεσείοντες τέκνα του, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι επικαλούμενοι πρωτότυπο τρόπο κτήσης ζήτησαν την αναγνώριση της (συγ)κυριότητας τους, κατά τα αναφερόμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου, επί του επιδίκου ακινήτου (οικοπέδου 849 τ.μ) και την απόδοση του, καθώς και την διόρθωση της σχετικής ανακριβούς εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία του οικείου κτηματολογικού γραφείου. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων, δικάζοντας, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, με την υπ' αριθ. 131/2020 οριστική απόφαση του, έκανε δεκτή την αγωγή. Κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης οι ήδη αναιρεσείοντες, άσκησαν την από 12-6-2020 έφεση, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, το οποίο δικάζοντας, κατά την ίδια διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, με την προαναφερθείσα αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του, την έκανε τυπικά δεκτή και την απέρριψε κατ'ουσίαν. Από τις διατάξεις της αγροτικής νομοθεσίας και ιδίως από το άρθρο 79 παρ. 2 του Αγροτικού Κώδικα συνάγεται, ότι το ακίνητο που παραχωρείται ως κλήρος σε πρόσωπο δικαιούμενο αγροτικής αποκατάστασης θεωρείται από την παραχώρησή του ότι διατελεί κατά νόμο στην αποκλειστική καλόπιστη νομή του κληρούχου και αν ακόμη αυτός δεν έχει επιληφθεί της κατοχής του κλήρου. Γι' αυτό και δεν ήταν δεκτικό νομής και χρησικτησίας από άλλον, ο οποίος έτσι δεν μπορούσε να αποκτήσει την κυριότητα αυτού με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, ούτε να αντιτάξει κατά του διεκδικούντος τον κλήρο κληρούχου ή των κληρονόμων του την από το άρθρο 249 του ΑΚ ένσταση εικοσαετούς παραγραφής της διεκδικητικής αγωγής. Όμως από 23.05.1968 άρχισε να ισχύει ο α.ν. 431/1968, που όριζε στο μεν άρθρο 1 παρ.1 αυτού, ότι από την έναρξη της ισχύος του νόμου (επιφυλασσομένης της ισχύος του άρθρου 27 του ν.δ/τος 2185/1952), επιτρέπεται στους κατά την εποικιστική νομοθεσία κληρούχους η εκποίηση ή οπωσδήποτε διάθεση με δικαιοπραξίες εν ζωή των πάσης φύσεως κλήρων τους, με το μοναδικό περιορισμό της μη κατάτμησης των τεμαχίων της οριστικής διανομής, ο οποίος ισχύει και για κάθε περαιτέρω μεταβίβαση, στο δε άρθρο 2 παρ.1 εδ. β' αυτού, ότι σε περίπτωση κατάσχεσης ή πλειστηριασμού του κλήρου με επίσπευση του ενυπόθηκου δανειστή τηρείται μόνον ο περιορισμός της μη κατάτμησης των τεμαχίων της οριστικής διανομής. Από τις συνδυασμένες αυτές διατάξεις του α.ν. 431/1968 προκύπτει, ότι η απαγόρευση της κατάτμησης των τεμαχίων της οριστικής διανομής αποτελεί γενική αρχή που εφαρμόζεται στη μεταβίβαση της κυριότητας του κλήρου κληρούχου. Επομένως, από την ισχύ του α.ν. 431/1968 ο κληρούχος παύει να λογίζεται, κατά πλάσμα, νομέας του κλήρου αν δεν τον κατέχει πραγματικά και είναι δυνατή η χωρίς τη θέλησή του κτήση της νομής ολόκληρου του κληροτεμαχίου, όχι όμως και του τμήματός του, γιατί στην περίπτωση αυτή επέρχεται κατάτμηση του κληροτεμαχίου ( ΑΠ 100/2016 Νόμος). Η απαγόρευση δηλαδή της κατάτμησης δεν αναφέρεται μόνο στον κατά κυριότητα τεμαχισμό του κληροτεμαχίου, αλλά και στον κατά νομή τεμαχισμό, αφού διαφορετικά η κατάτμηση θα επιτυγχανόταν ισοδυνάμως με την απόκτηση μία φορά της νομής του τμήματος του κληροτεμαχίου και την έκτοτε διαρκή προστασία της έναντι τρίτων. Ο τρίτος, που επιλήφθηκε της νομής τμήματος κληροτεμαχίου και όχι του όλου, δεν προστατεύεται ούτε κατά του νομέα του όλου, ούτε κατά οποιουδήποτε άλλου όταν αποβληθεί από το τμήμα του κληροτεμαχίου που νεμόταν, γιατί αλλιώς θα είχε διαρκή προστασία, που θα επέφερε κατάτμηση. Συνεπώς, είναι ανεπίτρεπτη, όχι μόνο η κτήση της κυριότητας από τρίτο, σε βάρος του κληρούχου ή των καθολικών ή των ειδικών διαδόχων του, με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, αλλά και η, λόγω συμπληρώσεως του χρόνου παραγραφής, άρνηση αποδόσεως του τμήματος του κλήρου (άρθρο 272 του ΑΚ) αφού με αυτήν ουσιαστικώς παγιώνεται η μη ανεκτή από το νόμο φυσική κατάτμηση του κλήρου (ΟλΑΠ 15/2004, ΑΠ 181/2017, ΑΠ 484/2014, ΑΠ 2162/2014). Ο περιορισμός δηλαδή της μη κατάτμησης τίθεται ως γενική αρχή και έχει εφαρμογή σε κάθε μεταβίβαση του κλήρου, όχι μόνον όταν γίνεται με τη θέληση του κληρούχου, δηλαδή με δικαιοπραξία, αλλά και στην περίπτωση απόκτησης της κυριότητας χωρίς τη θέληση αυτού, όπως με χρησικτησία (βλ. ΑΠ 20/2019, ΑΠ 903/2018, ΑΠ 2162/2014). Μόνο μετά την έναρξη της ισχύος του προαναφερθέντος νόμου, ο κληρούχος και οι κληρονόμοι του, οι οποίοι είχαν κατ' επέκταση την ίδια πιο πάνω πλασματική νομή στον κλήρο, διότι ο νομοθέτης θέλησε να υπάρχει προστασία και των κληρονόμων για το κληρονομικό μερίδιο, που λαμβάνει ο καθένας από αυτούς στον κλήρο, δεν θεωρείται κατά πλάσμα του νόμου νομέας του κλήρου, αν δεν κατέχει πραγματικά αυτόν και είναι συνεπώς κατά νόμο δυνατή η χωρίς τη θέλησή του κτήση από τρίτον της νομής ολοκλήρου του κλήρου, η οποία μπορεί, αν συντρέχουν και οι λοιπές κατά νόμο προϋποθέσεις, να οδηγήσει στην κτήση της κυριότητας αυτού με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, εφόσον συμπληρωθεί ο απαιτούμενος για κάθε μία από αυτές χρόνος από την έναρξη της ισχύος του εν λόγω αναγκαστικού νόμου (ΑΠ 181/2017, ΑΠ 728/2010, ΑΠ 1145/2010). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 1, 2 και 5 του άρθρου 15 του ν.δ/τος 3958/1959 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί οριστικών παραχωρητηρίων κλήρων διατάξεων της εποικιστικής νομοθεσίας", που διατηρήθηκαν διαδοχικά έκτοτε σε ισχύ με τα άρθρα 3 του α.ν. 431/1968, 2 του ν. 666/1977, 11 του ν. 944/1979 και 18 παρ. 1 του ν. 1664/1986, την 131875/21.11.1988 Απόφαση του Υπουργού Γεωργίας (ΦΕΚ 882/Β/8.12.1988), τους ν. 3174/2003, 3399/2005 και 4061/2012, προκύπτει ότι μεταβιβάσεις γεωργικών κλήρων που έγιναν κατά παράβαση των άρθρων 208 επ. του Αγροτικού Κώδικα, και, συνεπώς, άκυρες, επικυρώνονται αφενός από τη δημοσίευση του προαναφερόμενου νομοθετικού διατάγματος (3458/1959), εφόσον έγιναν με δημόσιο έγγραφο και αφετέρου από τη δημοσίευση της επικυρωτικής απόφασης του κατά τόπο αρμοδίου Ειρηνοδίκη, η οποία μετά την τελεσιδικία της, αποτελεί τίτλο κυριότητας υποκείμενο σε μεταγραφή, εφόσον έγιναν με ιδιωτικό έγγραφο, που φέρει βέβαιη χρονολογία. Η επικύρωση ανατρέχει στο χρόνο κατάρτισης των αναφερομένων (ανώμαλων) δικαιοπραξιών, η νομή του κλήρου ανήκει έκτοτε στον αποκτώντα, ο δε κληρούχος δεν μπορεί να επικαλεσθεί υπέρ αυτού την από το άρθρο 79 παρ. 2 του Αγροτικού Κώδικα αναγνωριζόμενη καλόπιστη νομή επί του κλήρου και θεραπεύει μόνο τις προς μεταβίβαση απαγορεύσεις γεωργικών κλήρων και περιλαμβάνει, πλην άλλων, και την άρση του περιορισμού της μη κατατμήσεως των ακέραιων τεμαχίων της οριστικής διανομής (ΑΠ 1206/2012). Επομένως σε περίπτωση επικύρωσης ανώμαλης δικαιοπραξίας, το διαιρετό τμήμα του κληροτεμαχίου, που μεταβιβάστηκε ή προσυμφωνήθηκε να μεταβιβαστεί κατά παράβαση των περιορισμών αυτών των άρθρων 208 επ. του Αγροτικού Κώδικα, αποκτά αυτοτέλεια και μπορεί να μεταβιβαστεί περαιτέρω ελεύθερα και να είναι δεκτικό χρησικτησίας (ΑΠ 31/2015, ΑΠ 811/2015, ΑΠ 956/2008, ΑΠ 478/2005). Σημειώνεται ότι τόσο ο ν. 3147/2003, όσο και ο ν. 3399/2005 δεν επαναφέρουν σε ισχύ την παρ. 1 του άρθρου 15 του ν,δ/τος 5958/1959, η οποία αφορά συμβολαιογραφικά προσύμφωνα μεταβίβασης εποικιστικών ακινήτων, αλλά μόνον τις παραγράφους 2, 4 και 5 του ν.δ/τος 3958/1959 που αφορούν την μεταβίβαση ακινήτου με ιδιωτικό έγγραφο, για τον λόγο της ανασφάλειας του αγοραστή και της άρνησης του πωλητή να προβεί στην σύνταξη οριστικού συμβολαίου μεταβίβασης, γι' αυτό και ο ν. 4061/2012 με το άρθρο 31 επαναφέρει σε ισχύ όλες τις παραγράφους (1 έως και 8) του ν.δ/τος 3958/1959 προς πλήρη κάλυψη του αγοραστή στον ενδεχόμενο κίνδυνο της μεταβίβασης του ακινήτου προς τρίτο. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 2 του ν.δ/τος 690/1948, η οποία καταργηθείσα με το άρθρο 3 παρ. 1 του α.ν. 625/1968, επαναφέρθηκε σε ισχύ με το άρθρο 6 παρ. 1 του ν. 651/1977. "απαγορεύεται η μεταβίβαση της κυριότητας οικοπέδων επαγόμενη τη δημιουργία οικοπέδων μη αρτίων, είτε κατά το ελάχιστο εμβαδόν, είτε κατά το ελάχιστο πρόσωπο ή το βάθος", κατά δε τη διάταξη της παρ. 3 του ίδιου άρθρου "πάσα δικαιοπραξία εν ζωή ή αιτία θανάτου...έχουσα αντικείμενο απαγορευμένη κατά τις προηγούμενες παραγράφους μεταβίβαση κυριότητας, είναι αυτοδικαίως και εξ υπαρχής άκυρη". Από τις τελευταίες αυτές διατάξεις προκύπτει, ότι μόνο η δικαιοπραξία, με την οποία μεταβιβάζεται οικόπεδο και εξ αιτίας της οποίας δημιουργούνται μη άρτια οικόπεδα, είναι άκυρη. Συνεπώς, δεν αποκλείεται από τις διατάξεις αυτές η απόκτηση από τρίτο της κυριότητας τμήματος οικοπέδου με χρησικτησία, έστω και αν αυτή επάγεται τη δημιουργία οικοπέδων μη αρτίων, αφού στην περίπτωση αυτή δεν πρόκειται για μεταβίβαση με δικαιοπραξία (ΟλΑΠ 606/1976, ΑΠ 903/2018, ΑΠ 306/2013, ΑΠ 1189/2012). Περαιτέρω από τις διατάξεις του άρθρου 12 του ν. 1337/1983 για επέκταση των πολεοδομικών σχεδίων και οικιστική ανάπτυξη, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 49 παρ. 2 και 3 του ν. 947/1979 περί οικιστικών περιοχών, συνάγεται ότι με την κύρωση της πράξης εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης οριστικοποιούνται οι αναφερόμενες σ' αυτήν εδαφικές μεταβολές σε συσχετισμό με τους φερομένους ιδιοκτήτες τους, οι οποίοι από της μεταγραφής της αποκτούν πρωτοτύπως κυριότητα επί των αναγραφόμενων ιδιοκτησιών, υπό την προϋπόθεση ότι είναι οι πραγματικοί κύριοι των ακινήτων που αποτέλεσαν τη βάση διαμορφώσεώς τους. Αν δεν συντρέχει η προϋπόθεση αυτή, ο αληθινός κύριος του ως άνω βασικού ακινήτου δύναται να διεκδικήσει το αντίστοιχο που διαμορφώθηκε, ασκώντας τη σχετική αγωγή κατά του φερομένου στον κτηματολογικά πίνακα ως δικαιούχου ή των διαδόχων του. Τούτο σαφώς συνάγεται από τις διατάξεις του προαναφερόμενου άρθρου 12 του ν. 1337/1983, κατά το πνεύμα των οποίων, η οριστικοποίηση της πράξης εφαρμογής που επέρχεται με την κύρωσή της, αναφέρεται στις περιεχόμενες σ' αυτήν μεταβολές που κρίθηκαν αναγκαίες για την ολοκλήρωση του πολεοδομικού σχεδιασμού, γι' αυτό και ορίζεται ότι τυχόν διαφορές ως προς το μέγεθος της εισφοράς σε γη και το μέγεθος των ιδιοκτησιών, που βεβαιώνεται με απόφαση των αρμοδίων δικαστηρίων, μετατρέπονται σε χρηματική αποζημίωση (ΑΠ 1276/2011). Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ευθέως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 24/2015). Προσέτι κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της. Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο. Τέλος ο λόγος αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ),αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρ. 110§2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 13/1995) είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως "πράγματα" οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1530/2001, ΑΠ 1225/2004), δηλαδή ισχυρισμοί που διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/1998, ΑΠ 864/2003, ΑΠ 1072 2005). Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο, δέχθηκε, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Κατά την οριστική διανομή του αγροκτήματος … νομού …, η οποία κυρώθηκε με την υπ' αριθμ. … Πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου (ΦΕΚ 203/29.11.1962), που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 203/29.11.1962 και εμφαίνεται στο από 03.01.1963 σχεδιάγραμμα της Διευθύνσεως Τοπογραφικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Γεωργίας, παραχωρήθηκε στον κληρούχο Κ. Π. του Δ., πατέρα του αρχικώς εναγόμενου και πάππο από την πατρική γραμμή των ήδη εκκαλούντων, προς αγροτική του αποκατάσταση, ατομικός γεωργικός κλήρος, κείμενος στο αγρόκτημα ..., αποτελούμενος από τρία τεμάχια, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το 97 κληροτεμάχιο. Για τον παραπάνω κλήρο εκδόθηκε μεταγενεστέρως, στο όνομα του κληρούχου, σύμφωνα με το άρθρο 189 του Αγροτικού Κώδικα, ο υπ' αριθμ. 33674/23.03.1965 τίτλος κυριότητας (παραχωρητήριο) της Διεύθυνσης Γεωργίας Ιωαννίνων, που μεταγράφηκε νομίμως στα οικεία βιβλία του υποθηκοφυλακείου Ιωαννίνων (στον τόμο 109 και με α/α 92). Ο κληρούχος Κ. Π. προέβη σε συμβολαιογραφική μεταβίβαση διαιρετού τμήματος του 97 κληροτεμαχίου, το οποίο, κατά το ανωτέρω παραχωρητήριο, είχε εμβαδόν 1.501 τ.μ. και ειδικότερα στις 14.04.1976, με το υπ' σριθμ. ... συμβόλαιο του τέως συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Σ. Σ., που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Ιωαννίνων (στον τόμο … και με α/α …), συντάχθηκε δε σε εκτέλεση του υπ' αριθμ. … προσυμφώνου του αυτού ως άνω συμβολαιογράφου, μεταβίβασε λόγω πωλήσεως στους τρίτους (μη διαδίκους) Κ. Κ. του Α. και Ι. Β. του Ι., εξ αδιαιρέτου και κατ' ισομοιρία, διαιρετό τμήμα αυτού, εμβαδού, κατά τα αναγραφόμενα στο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, 640 τ.μ. Επίσης, δυνάμει του υπ' αριθμ. ... προσυμφώνου του αυτού τέως συμβολαιογράφου, που καταρτίστηκε μεταξύ του συζύγου και πατέρα αντίστοιχα των εναγόντων Γ. Μ. και του κληρούχου Κ. Π., ο δεύτερος υποσχέθηκε να μεταβιβάσει λόγω πωλήσεως κατά κυριότητα στον πρώτο το υπόλοιπο τμήμα του 97 κληροτεμαχίου, εκτάσεως, κατά τα αναφερόμενα στο προσύμφωνο, 778 τ.μ. και το οποίο, κατά την περιγραφή που γίνεται σ' αυτό, συνορεύει με δρόμο άγοντα προς λίμνη, με ιδιοκτησία Κ. Ν., με τμήμα του 97 κληροτεμαχίου και με χάνδακα. Ως τίμημα συμφωνήθηκε το ποσό των 155.600 δραχμών, από το οποίο ο Γ. Μ. προκατέβαλε κατά την ημέρα υπογραφής του προσυμφώνου 40.000 δραχμές, ενώ το υπόλοιπο τίμημα των 115.600 δραχμών ανέλαβε την υποχρέωση να το καταβάλει σε πέντε δόσεις κατά τα ειδικότερα στο προσύμφωνο αναφερόμενα, το δε οριστικό συμβόλαιο συμφωνήθηκε να καταρτιστεί με την εκπλήρωση των νομίμων προϋποθέσεων του Αγροτικού Κώδικα και την άρση των εξ αυτού περιορισμών και απαγορεύσεων και σε χρόνο που θα καθοριζόταν με εξώδικη πρόσκληση του αγοραστή προς τον πωλητή. Την ίδια ημέρα σύνταξης του ανωτέρω προσυμφώνου πώλησης, ο Κ. Π. συνέταξε ενώπιον του αυτού ως άνω συμβολαιογράφου και το με αριθμό ... ειδικό πληρεξούσιο, με το οποίο διόρισε ειδικό πληρεξούσιο αντιπρόσωπο και αντίκλητό του τον Σ. Μ. του Π., στον οποίο χορήγησε αμετάκλητη ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα, όπως, αντ' αυτού, υπό τους όρους και τις συμφωνίες του ανωτέρω προσυμφώνου και σε εκτέλεση αυτού και μετά την ολοσχερή εξόφληση του συμφωνηθέντος τιμήματος, να πωλήσει και να μεταβιβάσει κατά πλήρη κυριότητα προς τον Γ. Μ. το αναφερόμενο στο προσύμφωνο διαιρετό τμήμα του 97 κληροτεμαχίου. Ο τελευταίος, παρότι εξόφλησε ολοσχερώς το συμφωνημένο τίμημα, δεν προέβη στην κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου πωλήσεως και μεταβιβάσεως του τμήματος του κληροτεμαχίου αυτού, ούτε ακολουθήθηκε ως προς αυτό η διαδικασία επικύρωσης της εν λόγω ανώμαλης δικαιοπραξίας από το αρμόδιο Ειρηνοδικείο, βάσει των προαναφερόμενων νόμων που ίσχυσαν κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα, δεδομένου ότι επρόκειτο για μεταβίβαση τμήματος κληροτεμαχίου, η οποία έγινε με συμβολαιογραφικό προσύμφωνο πωλήσεως. Το ακίνητο αυτό, που αποτελεί το επίδικο στην ένδικη υπόθεση, από τη σύνταξη του προσυμφώνου (13.08.1965) παρέλαβε στη νομή και κατοχή του ο Γ. Μ., ο οποίος έκτοτε και μέχρι και τον επελθόντα στις 04.07.1972 θάνατό του ασκούσε επ' αυτού σε αδιάσπαστη χρονική συνέχεια, με διάνοια κυρίου, όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του εμφανείς υλικές πράξεις, ήτοι το περιέφραξε, το συντηρούσε και το καθάριζε από θάμνους και χόρτα. Ωστόσο, οι πράξεις νομής στο επίδικο από το έτος 1965 από τον σύζυγο και πατέρα των εναγόντων, τις οποίες επικαλούνται στην αγωγή τους, είναι χωρίς έννομη επιρροή, εφόσον αυτός δεν ήταν ο αρχικός κληρούχος του αρχικού κλήρου ή κληρονόμος αυτού και συνεπώς δεν μπορούσε να ασκεί νομή χρησικτησίας επί του επιδίκου, προϊόντος της κατάτμησης, διότι δεν είναι δυνατή η κτήση κυριότητας τμήματος κλήρου με χρησικτησία, ενώ μπορούσε να χρησιδεσπόσει σε αυτό το πρώτον από τις 23.05.1968, ομοίως υπό τον περιορισμό της μη κατάτμησης αυτού (κλήρου), εφόσον μέχρι και τον χρόνο του θανάτου του το 97 κληροτεμάχιο δεν υπαγόταν στις εξαιρέσεις του άρθρου 1 παρ. 2 περ. Α του ως άνω α.ν. 431/1968, όπως, μεταξύ άλλων, α) των κλήρων κειμένων εντός εγκεκριμένων ρυμοτομικών σχεδίων πόλεων ή χωρίων ή εντός ορίων οικισμών και β) των οικοπεδικών κλήρων. Μετά το θάνατο του Γ. Μ., ο οποίος, όσο ζούσε, δεν ρύθμισε με διαθήκη τα σχετικά με την κληρονομιά του, στην κατοχή και νομή του επιδίκου ακινήτου εγκαταστάθηκαν οι ενάγοντες, σύζυγος και παιδιά του, ως πλησιέστεροι συγγενείς κα μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, οι οποίοι κλήθηκαν στην κληρονομιά του σε ποσοστό 10/40 εξ αδιαιρέτου η σύζυγος και σε ποσοστό 6/40 εξ αδιαιρέτου καθένα από τα παιδιά, την οποία (κληρονομιά) δεν αποποιήθηκαν, συνεχίζοντας με διάνοια συγκυριών εξ αδιαιρέτου τις πράξεις νομής του δικαιοπαρόχου τους είτε αυτοπροσώπως, είτε δια της αντιπροσώπου πρώτης ενάγουσας-μητέρας τους (οι δεύτερος, πέμπτος και έκτη από αυτούς, λόγω της μόνιμης διαμονής τους στην αλλοδαπή) και ειδικότερα ασκούσαν εποπτεία επ' αυτού, το επιτηρούσαν από τυχόν καταπατήσεις τρίτων και ανέθεταν μόνιμα και συστηματικά σε τρίτα πρόσωπα-εργάτες από το χωριό τους …, αλλά και στον ιδιοκτήτη εκσκαπτικού μηχανήματος Ά. Τ., να προβαίνουν ετησίως σε πράξεις καθαρισμού και συντήρησής του, έτσι ώστε το ακίνητο, κατά την αντίληψη των συναλλαγών, να θεωρείται ότι βρίσκεται κατά τρόπο σταθερό στη διάθεσή τους, χωρίς ποτέ κανείς, συμπεριλαμβανομένου και του Κ. Π. και, μετά τον θάνατό του, των κληρονόμων του, να αντιδράσει ενεργώς ή να τους εκφράσει με οποιοδήποτε τρόπο την αντίθεσή του στην άσκηση των διακατοχικών πράξεων εκ μέρους τους στο επίδικο ακίνητο ή να τους οχλήσει να του το αποδώσει, ήτοι χωρίς ποτέ να τεθεί με δικαστικές ή εξώδικες ενέργειες σε βάρος τους ζήτημα αμφισβήτησης των διακατοχικών πράξεών τους με εξουσιαστική βούληση επ' αυτού. Περί των ανωτέρω πραγματικών γεγονότων κατέθεσε με σαφήνεια και πειστικότητα ο κατά πρόταση των εναγόντων εξετασθείς ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου μάρτυρας Α. Κ., κύριος γειτονικού ακινήτου και επί σειρά ετών μόνιμος κάτοικος της περιοχής, ο οποίος έχει ιδία γνώση και άμεση αντίληψη για τις πράξεις νομής που διενεργούνταν επί του επιδίκου, τμήματος του 97 κληροτεμαχίου, από τους ενάγοντες (και πριν από αυτούς από τον δικαιοπάροχό τους), καθόσον ο δικός του δικαιοπάροχος Κ. Κ. από το έτος 1965 παρέλαβε τη νομή του δικού του τμήματος του ίδιου κληροτεμαχίου με την κατάρτιση αρχικά προσυμφώνου και στη συνέχεια οριστικού συμβολαίου, καταθέτοντας, μεταξύ άλλων, ότι κατά την ανέγερση οικίας το έτος 1988 στο όμορο ακίνητό τους ζήτησαν και έλαβαν συναίνεση από τους ενάγοντες για την εναπόθεση των οικοδομικών υλικών σε τμήμα του επιδίκου ακινήτου, στο οποίο αργότερα για τουλάχιστον 6 ή 7 έτη ο αδελφός του φύτευε κηπευτικά και ο μάρτυρας αυτός διάφορα δένδρα (αχλαδιές κλπ) και τριανταφυλλιές, όπως και η όμορη ιδιοκτήτρια Α. Κ. επίσης με τη συναίνεση των εναγόντων φύτευε κηπευτικά σε τμήμα του επιδίκου, αλλά και όμορος ιδιοκτήτης Μ. Σ. κατά την περίφραξη τμήματος του αγροτεμαχίου και μετέπειτα οικοπέδου του έλαβε άδεια από τους ενάγοντες και χρησιμοποιούσε τμήμα του επιδίκου για εκτροφή ορνίθων, ενώ ο άνω κληρούχος ουδέποτε επισκέφθηκε το επίδικο, όπως και ο αρχικώς εναγόμενος γιος του μέχρι και το έτος 2015. Η κατάθεση δε του μάρτυρος αυτού, ηλικίας 61 ετών, η οποία, λαμβανόμενη υπόψη σε συνδυασμό με τα έγγραφα που προσάγουν με επίκληση οι διάδικοι, είναι ικανή να στηρίξει ασφαλή δικανική πεποίθηση για την κατάφαση των ανωτέρω πραγματικών γεγονότων, δεν αντικρούεται με πειστικότητα ούτε τίθεται σε αμφιβολία από οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό μέσο. Κρίνεται δε η κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, για την αξιοπιστία του οποίου το δικαστήριο δεν έχει λόγο να αμφιβάλλει, επικρατέστερη από εκείνη του μάρτυρος της άλλης πλευράς Β. Ν., που προσπάθησε να προσεπιβεβαιώσει τους ισχυρισμούςτων εναγομένων ότι οι ενάγοντες (και πριν από αυτούς ο δικαιοπάροχός τους) ουδέποτε εγκαταστάθηκαν στο επίδικο και συνακόλουθα ουδεμία άσκησαν επ' αυτού πράξη νομής, διότι αποκρούεται σαφώς από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, ενώ, όπως και ο ίδιος ο μάρτυρας ανταπόδειξης κατέθεσε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, από το έτος 1979 ή 1980 διαμένει στην περιοχή … των Ιωαννίνων, που δεν είναι όμορη με την περιοχή …, όπου βρίσκεται το επίδικο, σε δε ερώτηση αν είχε δει τον αρχικώς εναγόμενο να διενεργεί πράξεις νομής στο επίδικο, κατέθεσε κατά λέξη "... Όχι. Δεν γνωρίζω". Ενισχυτικό της ανωτέρω απόψεως, ότι δηλαδή από το έτος 1965 παρέλαβε τη νομή και κατοχή του επιδίκου ο άμεσος δικαιοπάροχος των εναγόντων, ακολούθως δε, μετά τον θάνατό του, οι ενάγοντες, οι οποίοι και ασκούσαν σ' αυτό τις προαναφερόμενες διακατοχικές πράξεις με διάνοια .συγκυριών, αποτελεί και το γεγονός ότι ο κληρούχος Κ. Π. με την υπ' αριθμ. … δημόσια διαθήκη του, που συντάχθηκε στον συμβολαιογράφο Ιωαννίνων Θ. Λ. και δημοσιεύτηκε νομίμως με τα υπ' αριθμ. 63/1988 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, προέβη σε εγκατάσταση των κληρονόμων του επί δήλων αντικειμένων της κληρονομιάς του, στα οποία δεν συμπεριέλαβε το επίδικο ακίνητο, ενώ, αν πράγματι δεν είχε παραδώσει τη νομή του στον Γ. Μ., όπως οι εναγόμενοι υποστηρίζουν, και θεωρούσε ότι το εν λόγω ακίνητο αποτελεί περιουσιακό του στοιχείο και του ανήκε, το λογικώς αναμενόμενο θα ήταν να συμπεριλάβει κι αυτό στη διαθήκη του. Σε δε κάθε περίπτωση, αν πίστευε ότι δεν ήταν δεσμευτική γι' αυτόν η παράδοση νομής του επιδίκου δια του άνω προσυμφώνου συμβολαίου στον Γ. Μ. θα μπορούσε να ζητήσει δικαστική προστασία με τις προσήκουσες αγωγές και αιτήσεις, πλην, όμως, μέχρι και το θάνατό του ουδέν έπραξε, αποδεχόμενος τη νομή του τελευταίου και στη συνέχεια των εναγόντων επ' αυτού, την οποία άλλωστε ο ίδιος είχε παραδώσει, ενόψει και του ότι, όπως προαναφέρθηκε, το συμφωνημένο τίμημα για την αγορά του επιδίκου ακινήτου καταβλήθηκε ολοσχερώς από τον Γ. Μ., όπως προκύπτει από τα αντίγραφα εξοφλημένων γραμματίων που προσκομίζουν και επικαλούνται οι ενάγοντες κληρονόμοι του. Πειστική απάντηση από τους εναγόμενους δεν δόθηκε για το λόγο της εξαίρεσης του επιδίκου με τη διαθήκη του κληρούχου από την κληρονομιαία περιουσία του, αφού αυτό κατά τον χρόνο θανάτου του στις … αποτελούσε σημαντικής οικονομικής αξίας περιουσιακό στοιχείο, ενώ δοκιμάζεται στη λογική και δύσκολα μπορεί να γίνει κατανοητός και πιστευτός ο ισχυρισμός τους ότι ο κληρούχος λησμόνησε να ρυθμίσει με τη συνταχθείσα δημόσια διαθήκη του τη τύχη μόνο του επιδίκου και συνεπώς ως προς αυτό εχώρησε εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή, δεδομένου ότι με αυτήν διένειμε με ιδιαίτερη επιμέλεια στους κληρονόμους του τα περιουσιακά του στοιχεία και, εάν πίστευε ότι τέτοιο αποτελεί και το επίδικο, δεν δικαιολογείται να μην εγκαταστήσει σ' αυτό κάποιον από τους κληρονόμους του, όπως επιθυμούσε. Άλλο ένα ενισχυτικό της άνω απόψεως του δικαστηρίου αποτελεί το γεγονός ότι, στο προαναφερόμενο υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο του τέως συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Σ. Σ., με το οποίο ο αρχικός κληρούχος μεταβίβασε λόγω πωλήσεως στους τρίτους Κ. Κ. και Ι. Β., εξ αδιαιρέτου και κατ' ισομοιρία, την κυριότητα του τμήματος των 640 τ.μ. του όλου 97 κληροτεμαχίου, αναφέρεται ότι το μεταβιβαζόμενο τμήμα συνορεύει "εκ της πλευράς α-β μήκους 27,50μ. με ιδιοκτησίαν Μ. (πρώην ιδίου ώδε πωλητού)". Έτσι στο ως άνω επίδικο τμήμα το οποίο αποτελεί το υπόλοιπο του αρχικού 97 κληροτεμαχίου, μετά την προαναφερθείσα μεταβίβαση στις 14.04.1976 από τον αρχικό κληρούχο με το υπ' αριθμ. ... οριστικό συμβόλαιο του τέως συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Σ. Σ. προς τους Κ. Κ. και Ι. Β., του τμήματος των 640 τ.μ., ήταν δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία και δεν πρόκειται για χρησικτησία τμήματος κληροτεμαχίου που οδηγεί σε κατάτμηση και είναι ανεπίτρεπτη, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εναγόμενοι. Ειδικότερα, ο ισχυρισμός-ένσταση των εναγομένων ότι δεν είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία επί του επιδίκου, διότι πρόκειται για χρησικτησία τμήματος κληροτεμαχίου που οδηγεί σε κατάτμηση και είναι ανεπίτρεπτη, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί καθόσον η άνω μεταβίβαση με το προαναφερόμενο οριστικό συμβόλαιο του εν λόγω τμήματος επιφάνειας 640 τ.μ. εκ του 97 κληροτεμαχίου προερχόμενου από αγροτική αποκατάσταση, είναι έγκυρη και ισχυρή, αφού η δικαιοπραξία αυτή κυρώθηκε, αυτοδικαίως, από τότε που έγινε, δηλαδή με την κατάρτιση του συμβολαίου πωλήσεως σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου του άρθρου 16 παρ. 1 του ν. 3147/2003, που επαναλήφθηκε με το άρθρο 3 παρ. 9 του ν.3399/2Θ05, και ορίζει ότι συμβολαιογραφικές πράξεις που έγιναν κατά παράβαση των διατάξεων της παραγράφου 1 .του άρθρου 7 του α.ν. 431/1968 που απαγορεύουν την κατάτμηση των κληροτεμαχίων - είναι έγκυρες και ισχυρές, εφόσον δεν ακυρώθηκαν με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, τέτοια δε ακύρωση δεν επικαλούνται οι εναγόμενοι. Ας σημειωθεί, ότι η κατά την παραπάνω διάταξη του άρθρου 16 παρ. 1 του ν. 3147/2003 κύρωση των συμβολαιογραφικών πράξεων κατά παράβαση των διατάξεων του Αγροτικού Κώδικα έχει αναδρομική ισχύ και ότι ήταν δυνατόν στην προκειμένη περίπτωση να αρχίσει η νομή χρησικτησίας πριν από την ισχύ του νόμου αυτού (βλ. ΑΠ 1206/2012 ό.,π., ΕφΘεσ 2066/2010 αδημ.). Συνεπώς, η ένσταση των εναγομένων, ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας, διότι αυτή οδηγεί σε ανεπίτρεπτη κατάτμηση του κληροτεμαχίου, που απαγορεύεται από το νόμο, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, αφού κατά τα προαποδειχθέντα, το επίδικο αποτελούσε το εναπομείναν τμήμα του αρχικού κληροτεμαχίου και ως εκ τούτου ήταν δυνατή η νομή χρησικτησίας επ' αυτού, από τότε, (δηλαδή από την 14.04.1976), που το τμήμα των 640 τ.μ. από την έκταση των 1.501 τ.μ., που ανήκε στην κυριότητα του κληρούχου, μεταβιβάσθηκε νόμιμα στους Κ. Κ. και Ι. Β.. Επομένως, οι ενάγοντες (συν)νεμόμενοι το επίδικο ακίνητο κατά το άνω ποσοστό εξ αδιαιρέτου ο καθένας, ήτοι ασκώντας τις ως άνω εμφανείς υλικές πράξεις φυσικής εξουσίασης από της μεταγραφής του άνω οριστικού συμβολαίου στις 15,04.1976 (στον τόμο … και με α/α …) με διάνοια συγκυριών συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρι τον Οκτώβριο του 2013, απέκτησαν τη συγκυριότητα εξ αδιαιρέτου αυτού με έκτακτη χρησικτησία. Πιο συγκεκριμένα, απέκτησαν την αποκλειστική κυριότητα ποσοστού 10/40 εξ αδιαιρέτου η πρώτη και ποσοστού 6/40 εξ αδιαιρέτου ο καθένας από τους λοιπούς του επιδίκου εναπομείναντος τμήματος εκ του 97 κληροτεμαχίου, όπως αυτό περιγράφεται παραπάνω, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας ήδη από τις 15.04.1996, καθόσον συνέτρεχαν στο πρόσωπό τους όλες οι αναγκαίες προϋποθέσεις, ήτοι α) έγκυρη και ισχυρή κατάτμηση κληροτεμαχίου με το προαναφερθέν υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο πωλήσεως πριν τη δημοσίευση του ν. 3147/2003, που δεν προέκυψε ότι ακυρώθηκε με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, με αποτέλεσμα το επίδικο να αποτελεί το εναπομείναν τμήμα του αρχικού κληροτεμαχίου και ως εκ τούτου να είναι δεκτικό χρησικτησίας από της μεταγραφής του προαναφερθέντος συμβολαίου πωλήσεως και β) επί εικοσαετία (από 15.04.1976 έως 15.04.1996 τουλάχιστον) συνεχής και ανενόχλητη φυσική εξουσίαση αυτού με διάνοια αποκλειστικών συγκυριών κατά τα προαναφερθέντα. Ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι, ακόμη κι αν είχε αρθεί η ακυρότητα της κατάτμησης του όλου κληροτεμαχίου με το προαναφερθέν οριστικό συμβόλαιο πωλήσεως, η άρση αυτή περιορίζεται στο τμήμα που αφορά και όχι στο επίδικο τμήμα, στο οποίο δεν χωρεί χρησικτησία, είναι αβάσιμος και απορριπτέος αφού, όπως προαναφέρθηκε, μετά την προαναφερθείσα μεταβίβαση στις 14.04.1976 από τον αρχικό κληρούχο με το άνω οριστικό συμβόλαιο προς τρίτους, του τμήματος των 640 τ.μ., το επίδικο, το εναπομείναν υπόλοιπο του αρχικού 97 κληροτεμαχίου, ήταν δεκτικό χρησικτησίας. Απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο επικουρικά προβληθείς στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και με την κρινόμενη έφεση ισχυρισμός-ένσταση των εναγομένων περί διακοπής χρησικτησίας των εναγόντων λόγω απώλειας της νομής τους επί του επιδίκου. Συνεπώς, ο αρχικώς εναγόμενος Δ. Π., ο οποίος το πρώτον μόλις το έτος 2011 με δήλωσή του ενώπιον του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Π. Κ., που περιέχεται στην υπ' αριθμ. ... πράξη, που καταχωρήθηκε στο Κτηματολογικό Γραφείο Ιωαννίνων (με αριθμό καταχώρισης …), αποδέχθηκε για λογαριασμό, της αποβιώσασας στις 29.08.2010 μητέρας του Μ. Κ.-Π., την κληρονομιά του συζύγου της, η οποία (κατά δήλωσή του) περιελάμβανε ιδανικό μερίδιο εξ αδιαιρέτου του εναπομείναντος στην κυριότητα του κληρούχου τμήματος του 97 κληροτεμαχίου (επιδίκου), το οποίο τότε προσδιορίστηκε ως εμβαδού 771,90 τ.μ., και για τον εαυτό του ατομικά, ως στοιχείο της κληρονομιαίας περιουσίας του πατέρα του ιδανικό μερίδιο 3/4 εξ αδιαιρέτου του ίδιου τμήματος του κληροτεμαχίου, στη συνέχεια δε με δήλωσή του ενώπιον του αυτού ως άνω συμβολαιογράφου, που περιέχεται στην υπ' αριθμ. 42028/01.08.2011 πράξη, σε συνδυασμό με συμπληρωματική δήλωσή του που περιέχεται στην υπ' αριθμ. ... πράξη, που επίσης καταχωρήθηκαν στο Κτηματολογικό Γραφείο Ιωαννίνων (με αριθμούς καταχώρισης … και … αντίστοιχα) αποδέχθηκε το ιδανικό μερίδιο 1/4 εξ αδιαιρέτου της αποβιώσασας και αδιάθετης μητέρας του επί του επιδίκου ακινήτου, δεν κατέστη κύριος αυτού με παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή), όπως οι εναγόμενοι ισχυρίζονται, αφού βασική προϋπόθεση για να μεταβιβαστεί κληρονομιαίο ακίνητο στον κληρονόμο, είναι ότι αποτελεί αντικείμενο της κληρονομιάς του κληρονομούμενου, προϋπόθεσή που δεν συνέτρεχε. στην κρινόμενη υπόθεση, αφού ο αποβιώσας στις 06.10.1987 ανωτέρω κληρούχος ήδη από το έτος 1965 είχε παραδώσει τη νομή και κατοχή του επιδίκου στον Γ. Μ., έκτοτε δε ο ίδιος, έχοντας αποξενωθεί πλήρως αυτού, μέχρι και τον θάνατό του δεν άσκησε οποιαδήποτε πράξη νομής και κατοχής επ' αυτού. Από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ακολούθως, ότι η περιοχή … εντάχθηκε στο σχέδιο οικισμού της πόλης των Ιωαννίνων, η έγκριση της πολεοδόμησης έγινε με το π.δ/μα 28/5/1987 (ΦΕΚ 635/Δ703.07.1987), το ρυμοτομικό σχέδιο αναθεωρήθηκε με δύο αποφάσεις του Νομάρχη Ιωαννίνων (τις υπ' αριθμ. 2525/30.05.1994 - ΦΕΚ 606/Δ/21.06.1994 και 1873/01.04.1996 - ΦΕΚ 394/Δ/19.04.1996), ενώ συντάχθηκε η υπ' αριθμ. 4/1998 Πράξη Εφαρμογής, που κυρώθηκε με την υπ' αριθμ. 17318/21.08.1998 απόφαση του Δημάρχου Ιωαννιτών και μεταγράφηκε στις 03.11.1998 στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Ιωαννίνων (στον τόμο 1415 και με α/α 1), το δε επίδικο ακίνητο βρίσκεται πλέον εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου …, στο Ο.Τ. …, με αριθμό οικοπέδου …, επιφάνειας πλέον 849,42 τ.μ. (μετά από προσκυρώσεις δύο τμημάτων 40,36 τ.μ. και 37,24 τ.μ.), όπως εμφαίνεται στο από Μαϊου 2010 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου, μηχανικού Α. Ν. καί ήδη συνορεύει με δημοτική οδό Ε. σε πλευρά μήκους 30,56μ., με οικόπεδο ιδιοκτησίας Α. Κ. σε πλευρά μήκους 28,77μ., με αριθμό οικοπέδου … ιδιοκτησίας αγνώστου σε πλευρά μήκους 28,68μ. και σε πλευρά μήκους 25,77μ. με υπό διάνοιξη δημοτική οδό. Κατά τη διάρκεια της διοικητικής αυτής διαδικασίας κλήθηκαν οι ενδιαφερόμενοι ιδιοκτήτες να υποβάλουν τις κατά νόμο δηλώσεις ιδιοκτησίας στον Δήμο Ιωαννιτών προσκομίζοντας συγχρόνως τους τίτλους κτήσεως, πιστοποιητικά μεταγραφής κλπ στοιχεία της ιδιοκτησίας καθενός, ενώ ακολούθως κλήθηκαν επίσης οι φερόμενοι ιδιοκτήτες να λάβουν γνώση της πράξης εφαρμογής και να ασκήσουν τυχόν ενστάσεις. Οι ενάγοντες δεν προέβησαν σε οποιαδήποτε σχετική ενέργεια και στο επίδικο ανεγράφη ως κύριος αυτού "άγνωστος". Η παράλειψη αυτή των εναγόντων οφείλεται στο γεγονός ότι ορισμένοι από αυτούς διέμεναν μονίμως στο εξωτερικό, η δε πρώτη ενάγουσα μητέρα τους διαμένει στο χωριό … και λόγω της τότε προχωρημένης ηλικίας της (γεννηθείσα στις 12.07.1919) δεν ασχολούταν ενεργά με την περιουσία τους. Ούτε όμως και ο αρχικώς εναγόμενος Δ. Π. προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια, ώστε να αναγραφεί ο ίδιος ως κύριος του ακινήτου. Ακολούθως, κατόπιν αίτησης του τελευταίου, ο Δήμαρχος Ιωαννιτών εξέδωσε την υπ' αριθμ. πρωτ. 115410/10319 έγκριση διορθωτικής της υπ' αριθμ. 4/1998 πράξης εφαρμογής, στη συνέχεια με την αριθμ. πρωτ. 131313/5599/09.01.2014 απόφαση του Περιφερειάρχη Ηπείρου έγινε μερική ανάκληση της υπ' αριθμ. 17318/21.08.1998 απόφασης του Δημάρχου του Δήμου Ιωαννιτών, με την οποία κυρώθηκε η υπ' αριθμ. 4/1998 πράξη εφαρμογής και κύρωση της υπ' αριθμ. 1/2014 διορθωτικής αυτής και στους σχετικούς κτηματολογικούς πίνακες της πράξης εφαρμογής εμφανίζεται ότι ο ίδιος και η μητέρα του Μ. Κ.-Π. είναι συγκύριοι εξ αδιαιρέτου, κατά ποσοστό 3/4 και 1/4 εξ αδιαιρέτου αντίστοιχα, του επιδίκου οικοπέδου, με τίτλο κυριότητας την προαναφερθείσα ... δήλωση αποδοχής κληρονομιάς, η δε υπ' αριθμ. 1/2014 διορθωτική πράξη και η κυρωτική αυτής ως άνω απόφαση του Περιφερειάρχη Ηπείρου καταχωρίστηκαν στα βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Ιωαννίνων. Ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι με τρόπο αυτό ο αρχικώς εναγόμενος-πατέρας τους απέκτησε πρωτοτύπως κυριότητα επί του επιδίκου ακινήτου δοθέντος ότι από τις διατάξεις του άρθρου 12 του ν. 1337/1983 για επέκταση των πολεοδομικών σχεδίων και οικιστική ανάπτυξη, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 49 παρ. 2 και 3 του ν. 947/1979 περί οικιστικών περιοχών, συνάγεται ότι με την κύρωση της πράξης εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης οριστικοποιούνται οι αναφερόμενες σ' αυτήν εδαφικές μεταβολές σε συσχετισμό με τους φερομένους ιδιοκτήτες τους, οι οποίοι από της μεταγραφής της αποκτούν πρωτοτύπως κυριότητα επί των αναγραφόμενων ιδιοκτησιών, υπό την προϋπόθεση ότι είναι οι πραγματικοί κύριοι των ακινήτων που αποτέλεσαν τη βάση διαμορφώσεώς τους. Αν δεν συντρέχει η προϋπόθεση αυτή, ο αληθινός κύριος του ως άνω βασικού ακινήτου δύναται να διεκδικήσει το αντίστοιχο που διαμορφώθηκε, ασκώντας τη σχετική αγωγή κατά του φερομένου στον κτηματολογικά πίνακα ως δικαιούχου ή των διαδόχων του. Τούτο σαφώς συνάγεται από τις διατάξεις του προαναφερόμενου άρθρου 12 του ν. 1337/1983, κατά το πνεύμα των οποίων, η οριστικοποίηση της πράξης εφαρμογής που επέρχεται με την κύρωσή της, αναφέρεται στις περιεχόμενες σ' αυτήν μεταβολές που κρίθηκαν αναγκαίες για την ολοκλήρωση του πολεοδομικού σχεδιασμού, γι' αυτό και ορίζεται ότι τυχόν διαφορές ως προς το μέγεθος της εισφοράς σε γη και το μέγεθος των ιδιοκτησιών, που βεβαιώνεται με απόφαση των αρμοδίων δικαστηρίων, μετατρέπονται σε χρηματική αποζημίωση (ΑΠ 1276/2011 Νόμος). Στην προκειμένη δε περίπτωση η ως άνω προϋπόθεση δεν συνέτρεχε, καθώς οι ενάγοντες είχαν αποκτήσει συγκυριότητα εξ αδιαιρέτου στο επίδικο ακίνητο με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας ήδη από το έτος 1996 και συνεπώς ο αρχικώς εναγόμενος Δ. Π. δεν ήταν αληθινός συγκύριος αυτού κατά το έτος 2014, όταν και δήλωσε αυτό ως (συν)ιδιοκτησία του. Αλλά και κατά τη διάρκεια της κτηματογράφησης για την ένταξη του Δήμου Ιωαννιτών στο Εθνικό Κτηματολόγιο, που κηρύχθηκε με την υπ' αριθμ. 444/3/08.02.2008 απόφαση του Δ.Σ. του Ο.Κ.Χ.Ε. (ΦΕΚ 257/19.02.2008), οπότε και κλήθηκαν να υποβάλουν δηλώσεις ιδιοκτησίας κατ' άρθρο 2 του ν. 2308/1995 οι δικαιούχοι εγγραπτέων δικαιωμάτων επί των ακινήτων της περιοχής, οι ενάγοντες δεν υπέβαλαν δήλωση ιδιοκτησίας, όπως και κανένας άλλος, ούτε ο αρχικώς εναγόμενος Δ. Π., ούτε η μητέρα του. Ως εκ τούτου, με την περαίωση της κτηματογράφησης και την έναρξη λειτουργίας του Εθνικού Κτηματολογίου στον Δήμο Ιωαννιτών στις 19.02.2008 το ως άνω ακίνητο στις πρώτες εγγραφές των κτηματολογικών διαγραμμάτων και φύλλων έλαβε ΚΑΕΚ 201193510006/0/0 και καταχωρήθηκε ως δικαιούχος της κυριότητας αυτού "άγνωστος ιδιοκτήτης". Για το λόγο αυτό, οι ενάγοντες άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων την από 19.09.2010 αίτησή τους κατ' άρθρο 6 παρ. 3 του ν. 2664/1998, προκειμένου να διορθωθεί η εγγραφή αυτή και να αναγραφούν οι ίδιοι ως συγκύριοι εξ αδιαιρέτου κατά τα αναφερόμενα για τον καθένα ποσοστά με έκτακτη χρησικτησία, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 130/2011, ήδη αμετάκλητη, απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, όμως από αμέλεια των ιδίων η απόφαση αυτή δεν καταχωρήθηκε στο οικείο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου. Αλλά και ο αρχικώς εναγόμενος Δ. Π. σε χρόνο μεταγενέστερο άσκησε ενώπιον του αυτού ως άνω δικαστηρίου την από 01.03.2012 αίτησή του κατ' άρθρο 6 παρ. 3 του ν. 2664/1998, που κοινοποίησε στους ήδη ενάγοντες, ζητώντας να αναγνωριστεί αποκλειστικός κύριος του επιδίκου ακινήτου, άλλως να αναγνωριστεί ότι συγκύριοι εξ αδιαιρέτου του εν λόγω ακινήτου κατά την έναρξη ισχύος του Κτηματολογίου στο Δήμο Ιωαννιτών είναι αυτός και η μητέρα του κατά ποσοστό 75°/ο και 25°/ο αντίστοιχα (η μητέρα του είχε αποβιώσει κατά την άσκηση της αίτησης, ήταν όμως εν ζωή κατά την έναρξη λειτουργίας, του Εθνικού Κτηματολογίου στο Δήμο Ιωαννιτών), καθώς και να διαταχθεί η διόρθωση της πρώτης εγγραφής, ώστε να αναγραφεί ο ίδιος ως αποκλειστικός κύριος του επιδίκου, άλλως να αναγραφούν ως συγκύριοι εξ αδιαιρέτου κατά τα άνω για τον καθένα ποσοστά αυτός και η μητέρα του, επικαλούμενος ως τίτλο κτήσης την προαναφερθείσα δήλωση αποδοχής κληρονομιάς. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 326/2013, ήδη αμετάκλητη, απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και διατάχθηκε η αιτούμενη διόρθωση, ώστε να καταχωρηθούν ως συγκύριοι εξ αδιαιρέτου του επιδίκου ο Δ. Π. και η μητέρα του, σε ποσοστό 3/4 και 1/4 αντίστοιχα, με τίτλο κτήσης την προαναφερθείσα δήλωση αποδοχής κληρονομιάς, καταχωρήθηκε δε η απόφαση αυτή με επιμέλεια του αρχικώς εναγομένου στο οικείο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου. Ας σημειωθεί, ότι αντικείμενο της δίκης επί των ανωτέρω αιτήσεων του άρθρου 6 παρ. 3 ν. 2664/1998, που συζητούνται κατά τη διαδικασία τη εκούσιας δικαιοδοσίας, είναι η διαπίστωση της ύπαρξης του σχετικού εγγραπτέου δικαιώματος του αιτούντος και η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης (αρχικής) εγγραφής, σύμφωνα με τη διαπίστωση αυτή, χωρίς τη διάγνωση κανενός αμφισβητούμενου δικαιώματος, αφού η εγγραφή "άγνωστου ιδιοκτήτη" δεν ενέχει τέτοια αμφισβήτηση, αλλά ακριβώς την έλλειψη διαπίστωσης του δικαιώματος που υπάρχει, Έτσι, αντικείμενο της δίκης που ανοίγεται δεν είναι η αυθεντική διάγνωση αμφισβητούμενου δικαιώματος, ανεξάρτητα από το ότι ελέγχεται ως προϋπόθεση η ύπαρξη συγκεκριμένου δικαιώματος για τη ζητούμενη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης (αρχικής) εγγραφής, χωρίς όμως να καλύπτεται με ισχύ δεδικασμένου (βλ. ΑΠ 1020/2018, ΑΠ 208/2017, ΑΠ 698/2016, ΑΠ 74/2015, ΑΠ 414/2013 Νόμος). Συνεπώς, οι ανωτέρω αποφάσεις δεν δεσμεύουν το παρόν δικαστήριο, καθώς καμία από αυτές δεν αναγνώρισε δικαίωμα κυριότητας ούτε στους ενάγοντες, ούτε στον αρχικώς εναγόμενο. Αποδείχθηκε ακολούθως ότι ο Δ. Π., μετά την έκδοση της παραπάνω απόφασης (326/2013), τον Οκτώβριο του έτους 2013 αποξήλωσε την περίφραξη που οριοθετούσε το επίδικο από τα όμορα ακίνητα και τοποθέτησε δική του, δηλώνοντας στους όμορους ιδιοκτήτες ότι το ακίνητο αυτό ανήκε στην ιδιοκτησία του από κληρονομιά του πατέρα του και έτσι απέβαλε τους ενάγοντες από αυτό. Ο τελευταίος απεβίωσε στις 12.12.2014 και με την από 08.12.2013 ιδιόγραφη διαθήκη του, νομίμως δημοσιευθείσα βάσει των αριθμ. 348/10.06.2015 πρακτικών του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων, κατέλειπε το επίδικο ακίνητο στους εναγόμενους-παιδιά του, Κ. Π. και Μ. Π., κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, οι οποίοι αποδέχθηκαν την κληρονομιά του βάσει της υπ' αριθμ. 47625/01.07.2016 δήλωσής τους ενώπιον του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Π. Κ., που καταχωρήθηκε στο Κτηματολογικό Γραφείο Ιωαννίνων. Υπό τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν αποδεκτά από το δικαστήριο, ως αποδειχθέντα, και εκτίθενται στις προηγούμενες σκέψεις, συγκύριοι εξ αδιαιρέτου του επιδίκου ακινήτου είναι οι ενάγοντες και δη η πρώτη από αυτούς κατά ποσοστό 10/40 εξ αδιαιρέτου και ο καθένας από τους λοιπούς κατά ποσοστό 6/40 εξ αδιαιρέτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και πρέπει οι εναγόμενοι, που υπεισήλθαν στη δικονομική θέση του αποβιώσαντος αρχικώς εναγομένου, να αποδώσουν το ακίνητο αυτό στους ενάγοντες, οι οποίοι ήταν συγκύριοι εξ αδιαιρέτου του εν λόγω ακινήτου κατά το χρόνο έναρξης λειτουργίας του Εθνικού κτηματολογίου στο Δήμο Ιωαννιτών στις 19/2/2008 με τίτλο και αιτία κτήσης την έκτακτη χρησικτησία και συνακόλουθα χρήζει διόρθωσης η εγγραφή στο οικείο κτηματολογικό φύλλο με ΚΑΕΚ 201193510006/0/0, ώστε να καταχωρισθούν αυτοί ως δικαιούχοι συγκυριότητας κατά τα ως άνω αναφερόμενα για τον καθένα ποσοστά εξ αδιαιρέτου". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση των εναγόμενων, κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η ένδικη αγωγή. Σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, το Εφετείο δέχθηκε ότι μετά την μεταβίβαση στις 14.04.1976 από τον αρχικό κληρούχο, με το υπ' αριθμ. ... οριστικό συμβόλαιο του τέως συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Σ. Σ., προς τους Κ. Κ. και Ι. Β., του τμήματος των 640 τ.μ., εκ του αρχικού 97 κληροτεμαχίου, (που δεν ακυρώθηκε με αμετάκλητη δικαστική απόφαση), ήταν πλέον δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία και στο επίδικο εδαφικό τμήμα, το οποίο αποτελούσε το εναπομείναν τμήμα του αρχικού κληροτεμαχίου και μάλιστα από τότε, (δηλαδή από την 14.04.1976), που το προαναφερθέν τμήμα των 640 τ.μ. μεταβιβάσθηκε νόμιμα, και ότι δεν επρόκειτο πλέον για ανεπίτρεπτη χρησικτησία τμήματος κληροτεμαχίου που οδηγούσε σε κατάτμηση. Περαιτέρω ότι οι ενάγοντες (συν)νεμόμενοι το επίδικο ακίνητο κατά το άνω ποσοστό εξ αδιαιρέτου ο καθένας, ήτοι ασκώντας τις ειδικότερον αναφερόμενες εμφανείς υλικές πράξεις φυσικής εξουσίασης από της μεταγραφής του άνω οριστικού συμβολαίου στις 15.04.1976 με διάνοια (συγ)κυρίων συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρι τον Οκτώβριο του 2013, απέκτησαν τη (συγ)κυριότητα εξ αδιαιρέτου αυτού με έκτακτη χρησικτησία, κατά ποσοστό 10/40 εξ αδιαιρέτου η πρώτη και 6/40 εξ αδιαιρέτου ο καθένας από τους λοιπούς, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας ήδη από τις 15.04.1996, καθόσον συνέτρεχαν στο πρόσωπο τους όλες οι αναγκαίες προϋποθέσεις, ήτοι α) έγκυρη και ισχυρή κατάτμηση κληροτεμαχίου με το προαναφερθέν υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο πωλήσεως πριν τη δημοσίευση του ν. 3147/2003, που δεν προέκυψε ότι ακυρώθηκε με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, με αποτέλεσμα το επίδικο να αποτελεί το εναπομείναν τμήμα του αρχικού κληροτεμαχίου και ως εκ τούτου να είναι δεκτικό χρησικτησίας από της μεταγραφής του προαναφερθέντος συμβολαίου πωλήσεως και β) επί εικοσαετία (από 15.04.1976 έως 15.04.1996 τουλάχιστον) συνεχή και ανενόχλητη φυσική εξουσίαση αυτού με διάνοια αποκλειστικών συγκυρίων. Τέλος ότι ο αρχικώς εναγόμενος Δ. Π. δεν απέκτησε πρωτοτύπως κυριότητα επί του επίδικου ακινήτου με την κύρωση της πράξης εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης, όπου εμφανίζεται ο ίδιος και η μητέρα του Μ. - Κ. Π. να είναι (συγ)κύριοι εξ αδιαιρέτου κατά ποσοστό 3/4 και 1/4 αντίστοιχα του επιδίκου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 12 του ν. 1337/1983 για επέκταση των πολεοδομικών σχεδίων και οικιστική ανάπτυξη, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 49 παρ. 2 και 3 του ν. 947/1979 περί οικιστικών περιοχών, δεδομένου ότι δεν ήταν αληθινός (συγ)κύριος αυτού κατά το έτος 2014, όταν και δήλωσε αυτό ως (συν)ιδιοκτησία του, αφού, κατά τις προηγούμενες παραδοχές, οι ενάγοντες είχαν αποκτήσει (συγ)κυριότητα εξ αδιαιρέτου στο επίδικο ακίνητο με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας ήδη από το έτος 1996. Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθώς και με τον τέταρτο, από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις για ευθεία παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 79 παρ. 2 του Αγροτικού κώδικα, 1 παρ.1 του α.ν. 431/1968, 16 παρ.1,ν.3147/2003. 3 παρ. 9 ν 3399/2005 αναφορικά με την απαγόρευση κατάτμησης του επιδίκου αγροτεμαχίου, καθώς και για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των άρθρων 12 παρ. 7 του Ν. 1337/1983 και 947, 948, 974, 1045 του ΑΚ αναφορικά με τη κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία επί του επιδίκου. Έτσι, όμως, που έκρινε το Εφετείο με τις ως άνω παραδοχές του, ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, δεχόμενο ειδικότερα ορθώς, παρά τους, περί του αντιθέτου ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων: α) ότι μετά την μεταβίβαση στις 14.04.1976 από τον αρχικό κληρούχο με οριστικό συμβόλαιο πώλησης προς τρίτους του τμήματος των 640 τ.μ, κατά λογική ακολουθία είχε αρθεί η ακυρότητα της κατάτμησης του όλου κληροτεμαχίου, οπότε το επίδικο ως εναπομείναν υπόλοιπο του αρχικού 97 κληροτεμαχίου, ήταν δεκτικό χρησικτησίας και β) ότι ο αρχικώς εναγόμενος-πατέρας των αναιρεσειόντων δεν απέκτησε πρωτοτύπως κυριότητα επί του επιδίκου ακινήτου με την κύρωση της πράξης εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης, με την οποία οριστικοποιήθηκαν οι αναφερόμενες σ' αυτήν εδαφικές μεταβολές σε συσχετισμό με τους φερομένους ιδιοκτήτες τους, διότι δεν ήταν ο πραγματικός κύριος του βασικού ακινήτου που (μαζί με τα άλλα) αποτέλεσε τη βάση διαμόρφωσης τους, με εντεύθεν αποτέλεσμα τη δι'εκτάκτου χρησικτησίας κτήση κυριότητας από τους ενάγοντες.. Κατά συνέπεια, οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Τέλος με το τρίτο λόγο, εκ του αρ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ οι αναιρεσείοντες παραπονούνται επειδή το Εφετείο έλαβε υπόψη πράγματα μη προταθέντα και ειδικότερα ότι ο αρχικώς εναγόμενος-πατέρας των αναιρεσειόντων δεν απέκτησε πρωτοτύπως κυριότητα επί του επιδίκου ακινήτου με την κύρωση της πράξης εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης, διότι δεν ήταν ο πραγματικός κύριος του βασικού ακινήτου. Ωστόσο ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι ο εν λόγω ισχυρισμός περί κτήσης της κυριότητας επί του επιδίκου από τον δικαιοπάροχο των αναιρεσειόντων με πρωτότυπο τρόπο, προτάθηκε από τους ίδιους, και επί της βασιμότητας αυτού, με βάση τις σχετικές διατάξεις και τα όσα δέχθηκε ως αποδειχθέντα, αποφάνθηκε το δικαστήριο. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα τους (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου, λόγω της ήττας τους, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο άρθρο 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο ένατο άρθρο 1 παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 1-10-21 (αρ. κατ. 42/2021) αίτηση, για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 103/2021 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήττων, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Μαρτίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Νοεμβρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ