Αριθμός 1598/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Βαρβάρα Πάπαρη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειουσών: 1) Ε. Π. του Β., κατοίκου ... και 2) Π. συζύγου, Β. Π., το γένος Κ. Τ.. Η δεύτερη αναιρεσείουσα δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Η πρώτη αναιρεσείουσα εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευθύμιο Αναγνώστου, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι η δεύτερη αναιρεσείουσα απεβίωσε, όπως προκύπτει και από τη ληξιαρχική πράξη θανάτου της ληξιάρχου Κ. Α. του Δήμου Νέας Ζίχνης του Νομού Σερρών, η οποία και αναγνώστηκε. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Τ. του Φ., το γένος Γ. Μ., κατοίκου ..., 2) Μ., συζύγου Δ. Κ., το γένος Γ. Μ., κατοίκου ... και 3) Α. συζύγου Σ. Χ., το γένος Γ. Μ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Χρυσούλα Βερβερίδου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-9-2010 αγωγή της ήδη αποβιωσάσης Μ. Μ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17856/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 2184/2015 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Κατά της τελευταίας απόφασης ασκήθηκε αναίρεση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 58/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την υπ' αριθ. 2184/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο παραπάνω Δικαστήριο, που θα συγκροτείτο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθ. ...09/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-9-2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν η πρώτη αναιρεσείουσα και οι αναιρεσίβλητες, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της πρώτης αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ. α` και 287 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, συνάγεται ότι η δίκη διακόπτεται αν, έως ότου τελειώσει η συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, πεθάνει κάποιος διάδικος, η διακοπή δε αυτή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου αυτής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον, που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος. Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Στην προκείμενη περίπτωση, κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο εμφανίστηκε ο δικηγόρος Θεσσαλονίκης Ευθύμιος Αναγνώστου, ο οποίος, με δήλωσή του που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, γνωστοποίησε ότι στις 4-4-2022, ήτοι μετά την άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης (17-9-2021), απεβίωσε η δεύτερη αναιρεσείουσα Π. Π., της οποίας ήταν πληρεξούσιος δικηγόρος, όπως τούτο προκύπτει από το υπ` αριθμ. 5800/...-9-2021 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Κωνσταντίνας Καλογιάννη, κατέθεσε δε αντίγραφο της 56/1/2022/6.4.2022 ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξιάρχου Νέας Ζίχνης Σερρών. Κατόπιν αυτού, και εφόσον οι αναιρεσείουσες συνδέονται μεταξύ τους με τον δεσμό της απλής ομοδικίας (άρθρο 74 του ΚΠολΔ), αφού η υπόθεση αφορά σε αγωγή από αδικοπραξία, που άσκησε κατ' αυτών η αρχικώς ενάγουσα (στη δικονομική θέση της οποίας υπεισήλθαν οι αναιρεσίβλητοι λόγω του επισυμβάντος θανάτου της μετά την άσκηση της αγωγής), πρέπει, κατά τη διάταξη του άρθρου 576§3 του ΚΠολΔ, να χωρισθεί η υπόθεση ως προς την δεύτερη αναιρεσείουσα, για την οποία με την προαναφερθείσα γνωστοποίηση του θανάτου της επήλθε βίαιη διακοπή της δίκης (άρθρ. 287 ΚΠολΔ) και να προχωρήσει η συζήτηση ως προς την παριστάμενη προσηκόντως πρώτη αναιρεσείουσα, καθόσον εξ αντιδιαστολής από το άρθρο 288 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι η διακοπή, που επέρχεται στο πρόσωπο του ενός ομοδίκου, δεν επηρεάζει τη δίκη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 75/2021, ΑΠ 399/2018, ΑΠ 241/2017). 2. Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. ...09/2020 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Η αρχικώς ενάγουσα Μ. Μ. με την από 16-9-2010 αγωγή της κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσειουσών και κατά του μη διαδίκου Χ. Κ. του Α., ισχυρίσθηκε ότι ήταν κυρία ενός διαμερίσματος, το οποίο βρίσκεται στη ..., καθώς επίσης και ενός ακόμη μικρότερου διαμερίσματος, στο οποίο και κατοικούσε, επί της ..., στην ίδια περιοχή. Ότι στις 17-3-2006, ενώ ήταν ηλικίας 86 ετών, με προβλήματα υγείας, μειωμένη όραση και δυσκινησία, μη δυνάμενη να αυτοεξυπηρετηθεί πλήρως, επισκέφτηκε μαζί με την ανιψιά της, Ε. Β., το διαμέρισμά της επί ..., ώστε να διαπιστώσει ποιες εργασίες έπρεπε να γίνουν, για να καταστεί τούτο κατάλληλο για να κατοικήσει η ίδια σ' αυτό. Ότι κατά την επίσκεψή της αυτή στο ως άνω διαμέρισμα διαπίστωσε ότι είχε αντικατασταθεί η κλειδαριά της εξωτερικής εισόδου. Ότι στις 21-3-2006, της κοινοποιήθηκε η υπ' αριθμ. ... έκθεση βίαιης αποβολής από το ως άνω διαμέρισμά της, ενώ όταν στη συνέχεια πληροφορήθηκε από το δικηγόρο της ότι το ανωτέρω διαμέρισμά της είχε κατασχεθεί αναγκαστικά δυνάμει της υπ' αριθμ. 34199/2005 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία αυτή επιτασσόταν να καταβάλει στην πρώτη εναγόμενη (πρώτη αναιρεσείουσα) το ποσό των 92.371,75 ευρώ, πλέον τόκων, ότι με επισπεύδουσα την ανωτέρω εναγόμενη εκπλειστηριάστηκε αναγκαστικά στις 15-2-2006 και κατακυρώθηκε στο όνομα του τρίτου εναγομένου (ήδη μη διαδίκου), ως πρώτου και τελευταίου υπερθεματιστή, χωρίς η ίδια να γνωρίζει οτιδήποτε για όλα τα ανωτέρω. Ότι ουδέποτε έλαβαν χώρα οι προηγηθείσες, της ανωτέρω εκτελεστικής διαδικασίας, επιδόσεις εγγράφων προς αυτή, ούτε όφειλε στην πρώτη εναγομένη το ανωτέρω ποσό από οποιαδήποτε αιτία. Ότι, όπως θυμήθηκε εκ των υστέρων, τον Σεπτέμβριο του έτους 2005, την είχε επισκεφτεί στην οικία της κάποια γυναίκα ονομαζόμενη "Ν.", η οποία όπως της είπε ήταν διαχειρίστρια της οικοδομής στην οποία βρισκόταν το διαμέρισμά της επί ... και ότι οι συνιδιοκτήτες της ανωτέρω οικοδομής έλαβαν την απόφαση να την εξωραϊσουν, ότι συμφώνησε να πραγματοποιηθούν οι σχετικές εργασίες και μετά από αίτημα της ανωτέρω " διαχειρίστριας" υπέγραψε σε μία κατάσταση η οποία της υποδείχθηκε εκ μέρους της. Ότι στη συνέχεια, διαπίστωσε ότι διαχειρίστρια της επί ... οικοδομής, κατά το έτος 2005, ήταν η πρώτη εναγόμενη, ενώ γνωστή ως "Ν." ήταν η δεύτερη εναγόμενη (δεύτερη αναιρεσείουσα), μητέρα της πρώτης εναγομένης και ότι αυτή (η δεύτερη εναγομένη) έχοντας συνεννοηθεί με την πρώτη εναγομένη υπέκλεψε, με τον παραπάνω τρόπο, με δόλο την υπογραφή της σε μία συναλλαγματική, ποσού 90.000 ευρώ. Ότι η δεύτερη εναγομένη την ανωτέρω συναλλαγματική την παρέδωσε στην πρώτη εναγόμενη, η οποία, εν γνώσει του τρόπου με τον οποίο αυτή αποκτήθηκε και τέθηκε επ' αυτής η υπογραφή της, τη χρησιμοποίησε για να εκδοθεί σε βάρος της η προαναφερόμενη διαταγή πληρωμής, ακολούθως δε προχώρησε μέχρι τον πλειστηριασμό του παραπάνω διαμερίσματος της, εμπορικής αξίας 141.750 ευρώ. Ότι, μετά από τον πλειστηριασμό του ανωτέρω διαμερίσματος της, η πρώτη εναγομένη, μη έχοντας ικανοποιήσει εξ αυτού πλήρως τη δήθεν απαίτησή της σε βάρος της, προχώρησε στην αναγκαστική κατάσχεση για το ποσό των 31.951,26 ευρώ και του δευτέρου διαμερίσματος της, ήτοι αυτού στο οποίο κατοικούσε, επί της ..., η ίδια, δε, προκειμένου να μην αποβληθεί απ' αυτό, αναγκάστηκε να καταβάλει στην πρώτη εναγόμενη, για να λάβει εξάμηνη αναβολή διενέργειας του πλειστηριασμού, το ποσό των 2.125,27 ευρώ για έξοδα πλειστηριασμού και το ποσό των 7.987,81 ευρώ για το 1/4 του αιτούμενου εκ μέρους της ποσού. Ότι αμέσως μετά η πρώτη εναγομένη προέβη στην έκδοση δευτέρου προγράμματος πλειστηριασμού, γι' αυτό και αναγκάστηκε να της καταβάλει και το υπόλοιπο ποσό των 30.917,43 ευρώ και να εξοφλήσει έτσι τη δήθεν απαίτησή της. Ότι εν τέλει κατέβαλε στην πρώτη εναγόμενη το συνολικό ποσό των 41.031,51 ευρώ, το οποίο αποτελεί τη θετική ζημία της από την προπεριγραφείσα αδικοπρακτική συμπεριφορά των δύο πρώτων εναγομένων, ενώ από την συμπεριφορά τους αυτή υπέστη και ηθική βλάβη, καθόσον ενεπλάκη σε δικαστικούς αγώνες και βίωσε έντονη στενοχώρια και θλίψη. Ζήτησε δε, μετά από περιορισμό του αγωγικού κονδυλίου της αγωγής της, που αφορά χρηματική ικανοποίηση και την παραίτησή της από το κονδύλιο των 141.750 ευρώ, που αφορά τη θετική ζημία της από τον πλειστηριασμό του πρώτου διαμερίσματος της επί της ..., να υποχρεωθούν οι εναγόμενες εις ολόκληρον η καθεμία, να της καταβάλουν το ποσό των 50.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη και επιπλέον το ποσό των 41.031,51 ευρώ ως αποζημίωση για τη θετική ζημία που υπέστη από την κατάσχεση του δευτέρου διαμερίσματος της επί της ... και συνολικά για τις ανωτέρω αιτίες το ποσό των 91.031,51 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Κατά τη συζήτηση της αγωγής στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αρχικώς ενάγουσας Μ. Μ. αφού γνωστοποίησε στο Δικαστήριο τον επελθόντα στις 21-8-2011 θάνατο αυτής, δήλωσε ότι η ανωτέρω θανούσα με την από 26-6-2011 ιδιόγραφη διαθήκη της, πού δημοσιεύθηκε νόμιμα, εγκατέστησε ως κληρονόμους της, τις θυγατέρες της προαποβιωσάσης αδελφής της Ε. Μ. και ήδη αναιρεσίβλητες: α) Α. συζ. Φ. Τ., το γένος Γ. και Ε.. Μ.., β) Μ. συζ. Δ. Κ., το γένος Γ. και Ε.. Μ.. και γ) Α. συζ. Σ. Χ., το γένος Γ. και Ε. Μ., κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου την κάθε μία, οι οποίες αποδέχθηκαν την επαχθείσα κατά τα ανωτέρω κληρονομιά την και με την υπ' αριθμ. κατ. 3809/24-10-2012 κλήση τους ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, γνωστοποίησαν στις εναγόμενες τον επισυμβάντα στις 21-8-2011, θάνατο της από αυτές κληρονομηθείσας αρχικώς ενάγουσας, δηλώνοντας συγχρόνως ότι συνεχίζουν την δίκη, υπεισερχόμενες στη θέση της ανωτέρω αρχικής διαδίκου. Ακολούθως, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης με την υπ' αριθμ. 17856/2013 οριστική απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως προς τον τρίτο εναγόμενο, ενώ τη δέχθηκε κατά ένα μέρος ως προς τις δύο πρώτες εναγόμενες και τις υποχρέωσε να καταβάλουν στις κληρονόμους της αρχικώς ενάγουσας το συνολικό ποσό των (41.031,51+20.000)=61.031,51 ευρώ κατά το ιδανικό τους μερίδιο του 1/3 εξ αδιαιρέτου στην κληρονομία της, ήτοι το ποσό των 20.343,84 ευρώ σε κάθε μία,νομιμοτόκως .Κατά της απόφασης αυτής παραπονέθηκαν οι δύο πρώτες εναγόμενες με την από 30-10-2013 έφεσή τους προς το Εφετείο Θεσσαλονίκης, το οποίο εξέδωσε επ' αυτής την υπ' αριθμ. 2184/2015 οριστική απόφασή του, με την οποία απέρριψε την ανωτέρω έφεση στην ουσία της. Κατά της απόφασης αυτής οι εκκαλούσες - εναγόμενες άσκησαν την από 11-3-2016 αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 58/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η ανωτέρω απόφαση στο σύνολό της. Ακολούθως δε, το Εφετείο Θεσσαλονίκης, ως δικαστήριο της παραπομπής, εξέδωσε την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. ...09/2020 οριστική απόφασή του, με την οποία η έφεση απορρίφθηκε κατ' ουσίαν, καθό μέρος ασκήθηκε από την εναγομένη Π. Π., και έγινε δεκτή ως προς την πρώτη εναγομένη Ε. Π., εξαφανίστηκε ως προς αυτήν η εκκαλουμένη απόφαση και αφού δικάστηκε ως προς αυτήν η αγωγή, έγινε δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη κατά ένα μέρος και υποχρεώθηκε η πρώτη εναγομένη να καταβάλει στις κληρονόμους της αρχικώς ενάγουσας το ποσό των 6.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε από τις αναιρεσείουσες, νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), η κρινόμενη, από 17-9-2021, αίτηση αναίρεσης, η οποία είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 Κ.Πολ.Δ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ), ως προς την παριστάμενη πρώτη αναιρεσείουσα Ε. Π.. 3. Κατά τη διάταξη του άρθρου 16 ΚΠολΔ, υφίσταται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε, ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίσθηκε, ύστερα από ένδικο μέσο, ή αναγνωρίστηκε, ως ανύπαρκτη. Πρόκειται, δηλαδή, για απόφαση, η οποία παραβιάζει τις διατάξεις των άρθρων 321, 324 ΚΠολΔ (Ολ. ΑΠ 19/2005). Tο δεδικασμένο, αν και σύμφωνα με το άρθρο 322 ΚΠολΔ λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως, δεν αφορά τη δημόσια τάξη και συνεπώς ο ισχυρισμός ότι δεν έγινε δεκτή από το Εφετείο η ύπαρξη δεδικασμένου, για να θεμελιώσει τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης, πρέπει, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να έχει προβληθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και όχι, απλώς, να έγινε επίκληση κάποιας τελεσίδικης απόφασης, να αναφέρεται δε ρητώς στο αναιρετήριο ότι έγινε τέτοια προβολή (ΑΠ 1504/2021,ΑΠ 541/2014, 294/2014). Επομένως, για να θεμελιωθεί ο παραπάνω λόγος, προϋποτίθεται ότι το δικαστήριο της ουσίας επιλήφθηκε αυτεπάγγελτα ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους της έρευνας για τη συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων του δεδικασμένου. 'Αρα, είναι ανάγκη η προσβαλλόμενη απόφαση να περιέχει θετική ή αρνητική κρίση για παραδοχή ή όχι του δεδικασμένου. Για να είναι ορισμένος o λόγος αναίρεσης από τον αρ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να αναφέρεται ρητώς στο αναιρετήριο, ότι έγινε προβολή του ισχυρισμού περί δεδικασμένου και να καθορίζεται με σαφήνεια το αντικείμενο της δίκης που προηγήθηκε, τα ζητήματα που κρίθηκαν σ' αυτή με δύναμη δεδικασμένου σε συσχετισμό με το αντικείμενο της μεταγενέστερης δίκης και οι παραδοχές του δικαστηρίου με τα πραγματικά περιστατικά που προσδιορίζουν την πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε να μπορεί να κριθεί αν παραβιάστηκαν οι διατάξεις του ΚΠολΔ για το δεδικασμένο και μάλιστα αν πρόκειται για ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων αυτών (ΑΠ 1504/2021,ΑΠ 563/3017, ΑΠ 1324/2013). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 631, 632 παρ. 1 εδ. α' και 633 Κ.Πολ.Δικ, όπως αυτές ίσχυαν κατά τον κρίσιμο στην προκειμένη περίπτωση χρόνο, με εκείνες των αριθμών 321, 322, 324, 325, 330 και 331 του ΚΠολΔ, προκύπτουν τα εξής: Οι τελεσίδικες αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων αποτελούν δεδικασμένο, που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογητική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί. Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει, εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο, που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αμάχητη αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο. Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα για έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση. Έννομη σχέση, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, είναι το σύνολο των εννόμων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσίδικα και όχι τα πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απόσβησαν τις έννομες συνέπειες. Με τελεσίδικη απόφαση ισοδυναμεί και η διαταγή πληρωμής, η οποία έχει αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου, μετά την τελεσίδικη κατ' ουσία απόρριψη της ασκηθείσας ανακοπής του άρθρου 632 παρ. 1 ΚΠολΔ ή σε περίπτωση μη ασκήσεως της ανακοπής αυτής, μετά την παρέλευση άπρακτης της προθεσμίας ασκήσεως της ανακοπής του άρθρου 633 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 133/2003). Η διαταγή πληρωμής, που απέκτησε ισχύ δεδικασμένου, προσομοιάζει κατά τα αποτελέσματά της με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, υπό την έννοια ότι ο οφειλέτης δεν μπορεί να αμφισβητήσει τη νομιμότητα της βεβαιούμενης με αυτή απαίτησης, ούτε να προτείνει αρνητικούς ισχυρισμούς ή ενστάσεις κατ' αυτής, ακόμη και με ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ, αφού έκτοτε αποτελεί, κατά ρητή διάταξη του άρθρου 633 παρ. 2 εδ. γ' του ΚΠολΔ, δεδικασμένο που, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 330 και 935 ιδίου κώδικα, καθιστά απαράδεκτη την προβολή σε μεταγενέστερη δίκη, που αφορά το κύρος της εκτελέσεως, λόγων ανακοπής, οι οποίοι, αν και ήσαν γεννημένοι και μπορούσαν να προταθούν, δεν προτάθηκαν με μία από τις πιο πάνω ανακοπές κατά της διαταγής πληρωμής (Ολ.ΑΠ 30/1987). Το γεγονός ότι η διαταγή πληρωμής δεν είναι δικαστική απόφαση, δεν συνεπάγεται αναγκαίως και ότι αυτή δεν δύναται κατά νόμο να παραγάγει δεδικασμένο, υπό τη θετική και την αρνητική λειτουργία του, αφού το δεδικασμένο δεν αποτελεί εννοιολογικό γνώρισμα των δικαστικών αποφάσεων, αλλά έννομη συνέπεια αυτών που την προσδίδει διάταξη νόμου (ΑΠ 53/2004). Ενόψει των εκτεθέντων, η διαταγή πληρωμής, παρότι δεν είναι δικαστική απόφαση, στην περίπτωση του άρθρου 633 παρ. 2 εδ. γ' του ΚΠολΔ παράγει δεδικασμένο και συνεπώς ισχύουν επί αυτής οι διατάξεις των άρθρων 322 επ. του ΚΠολΔ, που προαναφέρθηκαν, η δε έννοια, και η λειτουργία του δεδικασμένου τούτου, καθώς και τα αντικειμενικά και τα υποκειμενικά όριά του ταυτίζονται με την έννοια, τη λειτουργία και τα όρια του δεδικασμένου των δικαστικών αποφάσεων (ΑΠ 1443/2017). Το δεδικασμένο καλύπτει, ως ενιαίο όλο, ολόκληρο τον δικανικό συλλογισμό, όπως διατυπώνεται στην απόφαση, και συγκεκριμένα:την ιστορική αιτία, η οποία αποτελείται από τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο και ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της έννομης σχέσης, και τη νομική αιτία, δηλαδή τον νομικό χαρακτηρισμό που δόθηκε από το δικαστήριο στα πραγματικά περιστατικά και το δικαίωμα που κρίθηκε και τα αναγκαία παρεμπίπτοντα ζητήματα, αν το δικαστήριο ήταν καθ' ύλην αρμόδιο να αποφασίσει γι' αυτά (ΑΠ 560/2016). Ειδικότερα, το δεδικασμένο καλύπτει και την ύπαρξη της βεβαιούμενης με την δ/γη πληρωμής απαίτησης, ώστε να μην είναι δυνατή η αμφισβήτηση της νομιμότητάς της με την προβολή από τον οφειλέτη σε μεταγενέστερη δίκη ισχυρισμών, ενστάσεων ή δικαιωμάτων που αναιρούν, ανατρέπουν ή περιορίζουν το δεδικασμένο αυτό, δυνάμενο να προσβληθεί μόνο με αναψηλάφηση, ενώ διάσπαση του δεδικασμένου που τυχόν αποκτήθηκε με δόλο, δεν επιτρέπεται ούτε έμμεσα με την άσκηση από το διάδικο που νικήθηκε αγωγής αποζημίωσης των άρθρων 914 και 919 ΑΚ κατά του νικήσαντα, παρά μόνο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες επιτρέπεται αναψηλάφηση (ΚΠολΔ 333,ΑΠ 58/2019). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (ΟλΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 1182/2021). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΟλΑΠ 6/2006,ΑΠ 1382/2019). Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 861/1984, ΑΠ 695/2020). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 1382/2019). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν αιτιολογία της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 208/2018). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 940 παρ. 3 ΚΠολΔ αν ακυρωθεί αμετάκλητα η αναγκαστική εκτέλεση, εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση έχει δικαίωμα να ζητήσει από εκείνον που την επέσπευσε αποζημίωση για τη ζημία του, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 914 ή 919 του αστικού κώδικα. Παρέχεται δηλαδή στην περίπτωση αυτή γνήσια ουσιαστικού δικαίου αξίωση αποζημιώσεως στον θιγέντα, στηριζόμενη σε ειδική αδικοπραξία, τα στοιχεία της οποίας ορίζονται στην προαναφερθείσα διάταξη σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 914 ή 919 ΑΚ. Όμως κατά την αληθή έννοια της παραπάνω διατάξεως του άρθρου 940 παρ.3 ΚΠολΔ, ερμηνευομένης υπό το πρίσμα του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ περί δίκαιης δίκης και παροχής ουσιαστικής έννομης προστασίας αλλά και του άρθρου 20 παρ.1 του Συντάγματος, δεν αποκλείεται η έγερση, εκτός από την παρεχόμενη από τη διάταξη αυτή αξίωση αποζημιώσεως, αυτοτελούς αγωγής για αποζημίωση εξαιτίας άδικης εκτελέσεως (Ολ.ΑΠ 9/2010,ΑΠ 1338/2012). 4. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η αρχικώς ενάγουσα, Μ. Μ. του Γ. ήταν ιδιοκτήτρια δύο διαμερισμάτων, που βρίσκονται στη Θεσσαλονίκη και συγκεκριμένα ενός διαμερίσματος, που βρίσκεται στο δεύτερο όροφο της ευρισκόμενης επί της ... αρ. ... οικοδομής, εμβαδού 81 τ.μ. και ενός άλλου διαμερίσματος, που βρίσκεται στην ίδια περιοχή και στον τέταρτο όροφο της ευρισκόμενης επί της ... οικοδομής, εμβαδού 38 τ.μ, στο οποίο και κατοικούσε. Την κυριότητά της επί του πρώτου από τα ανωτέρω διαμερίσματα η ως άνω Μ. Μ. την απέκτησε δυνάμει του υπ' αριθμ. 708/1991 πωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Βασιλικής Συμεωνίδου, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, στον τόμο 1644 και με αριθμό 345, ενώ την κυριότητά της επί του δευτέρου από τα διαμερίσματα αυτά την απέκτησε με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας μετά από άτυπη δωρεά από τη μητέρα της Ε. ή Φ. χήρα Γ.. Β.. Το πρώτο από τα ανωτέρω διαμερίσματα τουλάχιστον από το έτος 2003 δεν είχε εκμισθωθεί σε τρίτους. Η ως άνω Μ. Μ. το έτος 2005, ήταν υπέργηρη με πολλά προβλήματα υγείας, καθόσον είχε μειωμένη όραση, λόγω ύπαρξης ωχράς κηλίδας στους οφθαλμούς της και επιπλέον αντιμετώπιζε κινητικά προβλήματα. Για την αντιμετώπιση των καθημερινών αναγκών της, δεχόταν τη βοήθεια, στην αρχή, της Ε. Ν., ορισμένες δε φορές και τη βοήθεια της M. N., οι οποίες διέμεναν στην ίδια οικοδομή επί της οποίας διέμενε και η ίδια, ήτοι επί της ..., ενώ πολλές φορές δεχόταν και τη βοήθεια της ανηψιάς της Ε. Β., η οποία διέμενε στη Θεσσαλονίκη επί της .... Η πρώτη εναγόμενη Ε. Π. του Β. (πρώτη αναιρεσείουσα) κατοικούσε και εξακολουθεί να κατοικεί στη Θεσσαλονίκη επί της ..., επί σειρά δε ετών διατηρούσε γραφείο έκδοσης και διαχείρισης κοινοχρήστων, το οποίο βρισκόταν πλησίον της οικοδομής, επί της οποίας κατοικούσε η Μ. Μ., με ευρύ πελατολόγιο από τη γύρωθεν αυτού περιοχή. Η ίδια δε, μέχρι το έτος 2002 και εκ νέου από τον Δεκέμβριο του έτους 2004 και εφεξής, είχε τη διαχείριση και είσπραξη των κοινοχρήστων και της επί της ... αριθμ. ... οικοδομής, στην οποία βρισκόταν και το προαναφερόμενο " κλειστό" διαμέρισμα της παραπάνω αρχικώς ενάγουσας, την οποία και γνώριζε ως ιδιοκτήτρια του ανωτέρω ακινήτου. Τον Σεπτέμβριο του έτους 2005 επισκέφθηκε την αρχικώς ενάγουσα Μ. Μ. στο διαμέρισμά της επί της ... μία γυναίκα ονόματι "Ν.", που όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων ήταν η β'εναγομένη Π. συζ. Β.. Π., μητέρα της α' εναγομένης (δεύτερη αναιρεσείουσα), και, επικαλούμενη ότι είναι διαχειρίστρια της πολυκατοικίας επί ..., όπου βρισκόταν, όπως προαναφέρθηκε, το δεύτερο διαμέρισμα ιδιοκτησίας της ανωτέρω αρχικώς ενάγουσας, της ζήτησε να υπογράψει σε ένα έγγραφο, προκειμένου να "δώσει τη συναίνεσή της" για να γίνουν εργασίες εξωραϊσμού της πολυκατοικίας αυτής, παρουσιάζοντας το ανωτέρω έγγραφο ως κατάσταση με τους συναινούντες προς τούτο ιδιοκτήτες της οικοδομής. Η Μ. Μ., διανύοντας τότε το 85° έτος της ηλικίας της και έχοντας τα προβλήματα όρασης, που προαναφέρθηκαν, πεισθείσα ότι πράγματι επρόκειτο να γίνουν εργασίες στην ανωτέρω οικοδομή και έχοντας επιπλέον την πρόθεση να διαμείνει στη συνέχεια στο διαμέρισμά της επί της οικοδομής αυτής, καθόσον ήταν μεγαλύτερο σε σχέση με αυτό επί της ..., στο οποίο διέμενε και έτσι θα μπορούσε να προσλάβει και μια εσωτερική οικιακή βοηθό, υπέγραψε το έγγραφο που της υποδείχθηκε χωρίς να ελέγξει το περιεχόμενό του και πιστεύοντας ότι υπογράφει την προαναφερόμενη κατάσταση. Εξάλλου, η ίδια είχε ήδη αρχίσει τις εργασίες ανακαίνισης του διαμερίσματος επί ..., που αφορούσαν τη μόνωσή του για την προστασία του από την υγρασία και τη συντήρηση των καλοριφέρ, ενώ είχε μεταφέρει σ' αυτό και κάποια είδη οικιακού εξοπλισμού. Τον Φεβρουάριο του έτους 2006 η ανωτέρω ενάγουσα μετέβη στο προαναφερόμενο επί της ... διαμέρισμά της συνοδευόμενη από την ανηψιά της Ε. Β. για να ελέγξει την πρόοδο των εργασιών ανακαίνισής του και εάν πλέον ήταν έτοιμο για να εγκατασταθεί σ' αυτό. Ωστόσο, κατά την άφιξή της στο ανωτέρω διαμέρισμα δεν κατέστη δυνατόν να εισέλθει εντός αυτού, όταν δεν κάλεσε κλειδαρά, για να μπορέσει να ανοίξει την πόρτα του διαμερίσματος αυτού πληροφορήθηκε ότι η κλειδαριά είχε αντικατασταθεί από κάποιο τρίτο πρόσωπο εν αγνοία της. Αμέσως, ανέθεσε σε δικηγόρο τη διερεύνηση της υπόθεσης και έτσι πληροφορήθηκε ότι το προαναφερόμενο διαμέρισμά της είχε εκπλειστηριασθεί αναγκαστικά ενώπιον της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Κωνσταντίνας Καλογιάννη. Τον ως άνω πλειστηριασμό, όπως αποδείχθηκε, επέσπευσε η πρώτη εναγομένη με εκτελεστό τίτλο την αριθμ. 34199/2-11-2005 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε μετά από αίτηση της πρώτης εναγομένης. Με την εν λόγω διαταγή πληρωμής η οποία εκδόθηκε βάσει μιας συναλλαγματικής ποσού 90.000 ευρώ, εκδόσεως της πρώτης εναγομένης στις 19-9-2005, με ημερομηνία λήξης την 12-10-2005, η Μ. Μ. η οποία εφέρετο ως αποδέκτρια της συναλλαγματικής αυτής, υποχρεώθηκε να καταβάλει στην ανωτέρω εναγομένη το ποσό των 90.000 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, λόγω μη πληρωμής της ανωτέρω συναλλαγματικής. Μετά την έκδοση της ως άνω διαταγής πληρωμής η πρώτη εναγομένη, αφού έλαβε αντίγραφο εξ απογράφου αυτής, επέσπευσε βάσει του εν λόγω εκτελεστού τίτλου αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της φερόμενης ως υπόχρεης απ' αυτόν, αρχικώς ενάγουσας, στα πλαίσια της οποίας, με εντολή της, συντάχθηκε η με αριθμ. ... έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Α. Τ., δυνάμει της οποίας κατασχέθηκε αναγκαστικά το επί της ... αριθμό ... διαμέρισμα της Μ. Μ.. Στη συνέχεια το διαμέρισμα αυτό εκπλειστηριάστηκε αναγκαστικά ενώπιον της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Κωνσταντίνας Καλογιάννη, συνταχθείσας προς τούτο της με αριθμ. 1146/15-2-2006 έκθεσης αναγκαστικού πλειστηριασμού και κατακυρώθηκε στο όνομα του τρίτου εναγομένου (ήδη μη διαδίκου), ως μοναδικού πλειοδότη και υπερθεματιστή αυτού, αντί του ποσού των 70.010 ευρώ, το οποίο αυτός κατέβαλε, συνταχθείσας από την υπάλληλο του πλειστηριασμού της με αριθμ. 1158/...-2-2006 περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης, η οποία μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, στον τόμο ...66 και αριθμό 101. Η πρώτη εναγομένη μάλιστα, προς ικανοποίηση της υπολειπόμενης και προερχόμενης από τον αυτό ως άνω εκτελεστό τίτλο απαίτησής της ύψους ....963,45 ευρώ, πλέον 45 ευρώ, που αποτελούσαν έξοδα εκτέλεσης με βάση τον ανωτέρω εκτελεστό τίτλο, επέβαλε κατάσχεση στο ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου του επί της οδού ... διαμερίσματος της αρχικώς ενάγουσας, στο οποίο αυτή, όπως προαναφέρθηκε, κατοικούσε. Για την κατάσχεση αυτή συντάχθηκε η με αριθμό 2062/15-6-2006 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης του ιδίου ως άνω δικαστικού επιμελητή, με εκτιμηθείσα αξία του κατασχεθέντος 21.000 ευρώ, ενώ ως ημερομηνία διενέργειας του σχετικού πλειστηριασμού ορίσθηκε η 20-9-2006. Για την ύπαρξη της απαίτησης για την οποία η πρώτη εναγόμενη επέσπευσε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της αρχικώς ενάγουσας και ως προς τον τρόπο και τις συνθήκες υπό τις οποίες εκδόθηκε η επίδικη συναλλαγματική βάσει της οποίας εκδόθηκε η προαναφερόμενη διαταγή πληρωμής, υφίσταται έναντι της πρώτης εναγομένης δεδικασμένο, που απορρέει από την προαναφερόμενη διαταγή πληρωμής, εφόσον δεν ασκήθηκε κατ' αυτής η εκ του άρθρου 632 παρ.1 ΚΠολΔ ανακοπή, ενώ η ασκηθείσα στη συνέχεια ανακοπή του άρθρο 633 παρ. 2 εδ α ΚΠολΔ, με την υπ' αριθμ. 863/2007 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου απορρίφθηκε ως απαράδεκτη (εκπροθέσμως ασκηθείσα), ώστε να μην είναι πλέον επιτρεπτή η αμφισβήτηση της νομιμότητάς της με την προβολή από την αρχικώς ενάγουσα, σε μεταγενέστερη δίκη, όπως η προκειμένη δίκη, ισχυρισμών που αναιρούν, ανατρέπουν ή περιορίζουν το δεδικασμένο αυτό, δυνάμενο τούτο να προσβληθεί μόνο με αναψηλάφηση (άρθρο 633 παρ. 2 εδ.γ ΚΠολΔ). Σημειωτέον, ότι διάσπαση του δεδικασμένου αυτού δεν επιτρέπεται ούτε έμμεσα, με την άσκηση από την ανωτέρω ενάγουσα, που νικήθηκε, αγωγής αποζημίωσης των άρθρων 914 και 919 ΑΚ κατά της νικήσασας πρώτης εναγομένης, παρά μόνο στις περιπτώσεις, κατά τις οποίες επιτρέπεται αναψηλάφηση (άρθρο 333 ΚΠολΔ -όπως κρίθηκε με την ως άνω 58/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η υπ' αριθμ. 2184/2015 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου-), προϋποθέσεις, οι οποίες δεν συντρέχουν εν προκειμένω. Συνεπώς, η αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη, κατά το μέρος της, που αφορά την πρώτη εναγομένη και το κονδύλιο της αιτουμένης εκ μέρους της αποζημίωσης ύψους 41.031,51 ευρώ, για τη ζημία, την οποία φέρεται να υπέστη η αρχικώς ενάγουσα από την έκδοση, σε βάρος της, της προαναφερόμενης διαταγής πληρωμής, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία της. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχθηκε ότι, μετά την έκδοση της 863/2007 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η υπ' αριθμ. 34199/2005 διαταγή πληρωμής απέκτησε, κατ' αρχήν, ισχύ δεδικασμένου, πλην όμως το δεδικασμένο αυτό δεν καλύπτει την ύπαρξη ή μη της απαίτησης, για την οποία η πρώτη εναγομένη επέσπευσε την επίδικη αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της αρχικώς ενάγουσας, ούτε τον τρόπο και τις συνθήκες, υπό τις οποίες εκδόθηκε η επίδικη συναλλαγματική και ότι δεν παράγεται από την ανωτέρω απόφαση ουσιαστικό δεδικασμένο, που να εμποδίζει την άσκηση της, υπό κρίση αξίωσης, για αποζημίωση λόγω της ζημίας, που προκλήθηκε από την επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης, συνεπεία παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς της πρώτης εναγομένης σε βάρος της αποβιώσασας αρχικώς ενάγουσας Μ. Μ., εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, όπως βάσιμα επικαλείται η πρώτη εναγομένη με το σχετικό λόγο της έφεσής της. Ωστόσο, έναντι της δεύτερης εναγομένης, η οποία δεν υπήρξε διάδικος στη δίκη της ανακοπής, εφόσον η αίτηση για την έκδοση της προαναφερόμενης διαταγής πληρωμής υποβλήθηκε μόνον από την πρώτη εναγομένη, δεν υφίσταται δεδικασμένο, που να εμποδίζει την έρευνα των προβληθέντων και εκ μέρους της ανωτέρω εναγομένης ισχυρισμών, καθόσον το δεδικασμένο δεσμεύει μόνον τα πρόσωπα των διαδίκων και τα άλλα πρόσωπα, που αναφέρονται στα άρθρα 325 - 329 ΚΠολΔ ...αποκλείεται δε η επέκταση του δεδικασμένου σε τρίτα πρόσωπα απλώς και μόνον επειδή η διαφορά τους είναι όμοια κατά την ιστορική και νομική αιτία της με το αντικείμενο δίκης, στην οποία δεν μετείχαν και ούτε βέβαια είναι κατ' αρχήν δυνατή η ανάλογη διεύρυνση των δεσμευόμενων από το δεδικασμένο προσώπων ... Επίσης, δεν υφίσταται δεδικασμένο το οποίο να απορρέει από την 863/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου (ενν.Εφετείου Θεσ/νίκης) και ως προς τους ισχυρισμούς, που αφορούν το μη σύννομο των επιδόσεων της προδικασίας του πλειστηριασμού του επί της ... διαμερίσματος της αρχικώς ενάγουσας, καθόσον η σχετική αδικοπρακτική συμπεριφορά της πρώτης εναγομένης εκδηλώθηκε μεταγενέστερα και δεν υφίσταται ταυτότητα ιστορικής αιτίας. Επομένως, το παρόν Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στην έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής ως προς τη δεύτερη εναγομένη, αλλά και ως προς τους λοιπούς ισχυρισμούς της αρχικώς ενάγουσας, στους οποίους αυτή θεμελιώνει το εκ του άρθρου 932 ΑΚ αίτημά της, έναντι και των δύο εναγομένων. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι η συναλλαγματική βάσει της οποίας εκδόθηκε η προαναφερόμενη διαταγή πληρωμής φέρει την υπογραφή της αρχικώς ενάγουσας, Μ. Μ., ως αποδέκτριας αυτής, πλην όμως η υπογραφή αυτή τέθηκε εκ μέρους της το Σεπτέμβριο του έτους 2005 στο διαμέρισμά της, μετά από δόλια παραπλάνησή της από την δεύτερη εναγομένη, η οποία ήταν η γυναίκα που εμφανίσθηκε, όπως προαναφέρθηκε, ενώπιον της ως "Ν." στο διαμέρισμά της και της ζήτησε να υπογράψει σε κάποια "κατάσταση" των συνιδιοκτητών της επί της ... αρ. ... οικοδομής, χωρίς να γνωρίζει, λόγω και της μειωμένης όρασής της, ότι υπογράφει συναλλαγματική και ότι αναλαμβάνει ισόποση υποχρέωση απ' αυτήν. Η ανωτέρω δε εναγομένη υφάρπασε την υπογραφή της αρχικώς ενάγουσας επί της προαναφερόμενης συναλλαγματικής, στα πλαίσια οργανωμένου κοινού σχεδίου των εναγομένων με την από κοινού εξαπάτηση της αρχικώς ενάγουσας, που είχε στόχο την περιουσιακή βλάβη αυτής (της ενάγουσας) προς όφελος των εναγομένων. Η δεύτερη εναγομένη με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ισχυρίσθηκε ότι η πρώτη εναγομένη θυγατέρα της συμφώνησε προφορικά με τη Μ. Μ. να αγοράσει το επί της ... αρ.... διαμέρισμά της, αντί συμφωνηθέντος τιμήματος ύψους 90.000 ευρώ, ότι μετά από απαίτηση της τελευταίας η θυγατέρα της τής προκατέβαλε στο σύνολό του το ανωτέρω ποσό και ότι η Μ. Μ. αποδέχθηκε την επίμαχη συναλλαγματική προς εξασφάλιση αυτής ( της πρώτης εναγόμενης) για το προκαταβληθέν από αυτήν ποσό και μέχρι να καταρτιστεί το συμβόλαιο πώλησης του ως άνω διαμερίσματος, πλην όμως η ενάγουσα υπαναχώρησε από τη μεταξύ τους συμφωνία, αρνούμενη να της επιστρέφει το παραπάνω ποσό. Ωστόσο, οι ανωτέρω ισχυρισμοί κρίνονται αβάσιμοι και απορριπτέοι για τους εξής λόγους: Η επίδικη υπογραφή δεν έχει τεθεί στη θέση, που προορίζεται για την υπογραφή του αποδέκτη, αλλά στη θέση που αντιστοιχεί στην αναγραφή ολογράφως του ποσού της συναλλαγματικής, έχει τεθεί δε επ' αυτής από την πρώτη εναγόμενη, όπως η ίδια συνομολόγησε κατά την εξέτασή της στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ένα βέλος, που συνδέει την υπογραφή της αρχικώς ενάγουσας με την ιδιότητα του αποδέκτη, γεγονός που καταδεικνύει τόσο ότι η φερόμενη ως αποδέκτρια αρχικώς ενάγουσα δεν γνώριζε πού υπέγραφε, όσο και ότι η δεύτερη εναγομένη δεν ζήτησε από την Μ. Μ. να υπογράψει εκ νέου σε άλλη συναλλαγματική ή στη σωστή θέση επί του σώματος της ήδη υπογραφείσας συναλλαγματικής, φοβούμενη προφανώς μήπως αυτή ( η Μ. Μ.), αντιληφθεί το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου που υπέγραφε. Επίσης, λογαριασμός των εναγομένων από τον οποίο να προκύπτει ότι έγινε ανάληψη του ποσού των 90.000 ευρώ, το οποίο η πρώτη εξ αυτών φέρεται να κατέβαλε στην αρχικώς ενάγουσα για την αγορά του διαμερίσματος της επί ... δεν βρέθηκε, ενώ οι εναγόμενες, ερωτηθείσες για την πηγή προέλευσης του ανωτέρω ποσού, δεν έδωσαν πειστικές απαντήσεις, δηλώνοντας ότι το ποσό αυτό προέρχονταν από κοινόχρηστα πολυκατοικιών, που εισέπραττε η πρώτη και είχε στην κατοχή της και από πώληση νομισμάτων, που είχε στην κατοχή της η δεύτερη, σε συλλέκτη, από την οποία είχε εισπράξει το ποσό των 32.000 ευρώ...., καθώς και ότι ως οικογένεια είχαν μεγάλη οικονομική επιφάνεια, η οποία δημιουργήθηκε από πωλήσεις ακινήτων τους στην Κρήτη, χωρίς ωστόσο να προσκομισθεί κάποιο παραστατικό, από το οποίο να προκύπτει η περιέλευση στην κατοχή τους του ανωτέρω ποσού. Πέραν τούτου, η πρώτη εναγομένη δεν επιμελήθηκε να λάβει στην κατοχή της μια απλή απόδειξη, φέρουσα την υπογραφή της αρχικώς ενάγουσας, από την οποία να προκύπτει η αιτία της καταβολής του ποσού των 90.000 ευρώ, το οποίο σημειωτέον, αποτελούσε κατά τους ισχυρισμούς της το συνολικό τίμημα της φερόμενης πώλησης, αλλά αρκέσθηκε να έχει στην κατοχή της την επίμαχη συναλλαγματική, στην οποία η υπογραφή της αποδέκτριας δεν είχε τεθεί καν στην θέση που έπρεπε (του αποδέκτη) αλλά πάνω από τον τόπο και την ημερομηνία έκδοσης και εντός του κενού πλαισίου, στο σημείο που αναγράφεται ολογράφως το ποσό της συναλλαγματικής. Επιπλέον, δεν ανέθεσε σε κάποιο δικηγόρο τον έλεγχο των τίτλων ιδιοκτησίας της αρχικώς ενάγουσας και σε κάποιο συμβολαιογράφο τη σύνταξη του σχετικού μεταβιβαστικού συμβολαίου, ενώ ουδέποτε κάλεσε τη Μ. Μ. να συμπράξει στην κατάρτιση του συμβολαίου αυτού, όσα δε κατέθεσε περί επανειλημμένων οχλήσεων της ως άνω " πωλήτριας" δεν επιβεβαιώθηκαν από κάποιο ασφαλές αποδεικτικό στοιχείο. Εξάλλου, θα αντιστρατευόταν την κοινή λογική αλλά και τα ήθη των συναλλαγών, να έχει καταβάλει η πρώτη εναγομένη το ως άνω φερόμενο ως συνολικό τίμημα, το οποίο ήταν ένα σημαντικό ποσό, σε μετρητά, και μάλιστα χωρίς προηγουμένως να έχει συμβουλευθεί δικηγόρο και να έχει προβεί σε στοιχειώδη έστω έλεγχο των τίτλων ιδιοκτησίας της πωλήτριας Μ. Μ. στο αρμόδιο υποθηκοφυλακείο, όπως η ίδια παραδέχθηκε, εξεταζόμενη χωρίς όρκο στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και επιπλέον χωρίς να έχει αποστείλει κάποια εξώδικη δήλωση - διαμαρτυρία προς την ανωτέρω πωλήτρια,με την οποία να την καλεί να συμπράξει για την κατάρτιση του μεταβιβαστικού συμβολαίου ή να της ζητεί να της επιστρέφει το προκαταβληθέν τίμημα, όπως συνηθίζεται σε παρόμοιες περιπτώσεις. Επίσης, μολονότι την ενδιέφερε ιδιαίτερα να αποκτήσει το συγκεκριμένο διαμέρισμα με το ποσό των 90.000 ευρώ, καθόσον το θεωρούσε ως "ευκαιρία", όπως ισχυρίζεται, δεν επεδίωξε τη διεκδίκησή του, αλλά επέσπευσε εντός ελάχιστου χρονικού διαστήματος τη διαδικασία είσπραξης του δήθεν καταβληθέντος από αυτή τιμήματος μέσω μιας συναλλαγματικής, που ήταν, κατά την άποψή της, το μόνο έγγραφο που "εξασφάλιζε", στην προκειμένη περίπτωση, την αξίωσή της για επιστροφή του τιμήματος και στο οποίο η υπογραφή της αποδέκτριας δεν είχε τεθεί καν στην θέση, που έπρεπε (του αποδέκτη), αλλά όπως προαναφέρθηκε, πάνω από τον τόπο και την ημερομηνία έκδοσης και εντός του κενού πλαισίου, στο σημείο που αναγράφεται ολογράφως το ποσό της συναλλαγματικής. Οι ένορκες καταθέσεις των Β.. Π. και Η. Λ., οι οποίες περιελήφθησαν στην υπ' αριθμ. 334/2007 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης και σύμφωνα με τις οποίες ήταν παρόντες κατά την καταρτισθείσα δήθεν προφορικώς συμφωνία μεταβίβασης του επίμαχου διαμερίσματος στην πρώτη εναγομένη και καταβολής στην αρχικώς ενάγουσα του ποσού των 90.000 ευρώ, ελέγχονται ως αναληθείς, αφού έρχονται σε πλήρη αντίθεση με όσα πειστικά κατέθεσε η εξετασθείσα στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με επιμέλεια της αρχικώς ενάγουσας, μάρτυρας, Ε. Ν. περί του ότι η Μ. Μ. δεν είχε πρόθεση να πωλήσει το επίμαχο διαμέρισμα και από όσα περιέλαβαν στις καταθέσεις τους, εξεταζόμενες στα πλαίσια της ποινικής δίκης που διεξήχθη μετά την υποβολή εκ μέρους της Μ. Μ. σχετικής έγκλησης, σε βάρος των εναγομένων, οι Ε. Β., ανηψιά της ως άνω αρχικής ενάγουσας και N. M., γειτόνισά της στο επί της ... διαμέρισμά της. Βέβαια, είναι αληθές ότι η αρχικώς ενάγουσα Μ. Μ., ενώπιον των δικαστηρίων στα οποία προσέφυγε, όταν πληροφορήθηκε τον πλειστηριασμό του συγκεκριμένου διαμερίσματος της, για την συναλλαγματική, βάσει της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 34199/2005 διαταγή πληρωμής, υποστήριξε δύο εκδοχές, ήτοι ότι ουδέποτε υπέγραψε στην ως άνω συναλλαγματική, είτε ότι την υπέγραψε πιστεύοντας ότι υπογράφει άλλο έγγραφο, πλην όμως οι ανωτέρω θέσεις της επαρκώς αιτιολογούνται από το ότι, ούτε και η ίδια ήταν σίγουρη, τουλάχιστον στην αρχή της αντιδικίας της με τις εναγόμενες, για το τι ακριβώς είχε προηγηθεί και πώς "κυκλοφόρησε" η επίμαχη συναλλαγματική με την υπογραφή της, σε κάθε δε περίπτωση, οι ως άνω θέσεις της, οι οποίες κατά τη δικαστική διαδρομή της σχετικής υπόθεσης αποκρυσταλλώθηκαν στην πάγια θέση της, ότι έγινε υφαρπαγή της υπογραφής της από τις εναγόμενες με τον προαναφερόμενο δόλιο τρόπο, δεν δύνανται να οδηγήσουν το Δικαστήριο στην κρίση περί της ύπαρξης της επικαλούμενης εκ μέρους των εναγομένων συμφωνίας μεταβίβασης του επίμαχου διαμερίσματος στην πρώτη εναγομένη και καταβολής στην αρχικώς ενάγουσα του ποσού των 90.000 ευρώ. Σε παρόμοια κρίση δεν δύναται να οδηγήσει το Δικαστήριο, ούτε και η τυχόν βασιμότητα του ισχυρισμού των εναγομένων, περί μη εξαπάτησης εκ μέρους των της στερούμενης, επίσης, αναγκαίων κληρονόμων, ηλικιωμένης, Μ. Κ., ενοίκου της οικοδομής στην οποία διέμενε η πρώτη εναγομένη. Σημειωτέον ότι με την υπ' αριθμ. 1947/2013 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία έχει καταστεί αμετάκλητη, εφόσον η ασκηθείσα κατ' αυτής αναίρεση εκ μέρους των εναγόμενων απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 2268/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, ακυρώθηκε ο πλειστηριασμός του επί της ... διαμερίσματος της αρχικώς ενάγουσας, καθόσον κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου έναντι της ανωτέρω ( πρώτης) εναγομένης, ότι η επίδοση της περίληψης της υπ' αριθμ. ... κατασχετήριας έκθεσης με την οποία ορίσθηκε ως ημερομηνία διενέργειας του πλειστηριασμού του ανωτέρω διαμερίσματος της η 15-2-2006, έγινε μη σύννομα, αφού το θυροκολληθέν έγγραφο αποκολλήθηκε, σε χρόνο, κατά τον οποίο ούτε η αρχικώς ενάγουσα ούτε κανείς από τους περίοικους της είχε την δυνατότητα να λάβει γνώση αυτού και η συστημένη επιστολή της περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης ουδέποτε έφτασε στα χέρια της ανωτέρω ενάγουσας, η οποία δεν έλαβε έγκαιρα γνώση του επισπευδόμενου σε βάρος της πλειστηριασμού, γεγονός που την εξομοιώνει με ανυπαρξία επίδοσης, καθώς και ότι η πρώτη εναγομένη ήταν η μόνη, που είχε κάθε λόγο να προχωρήσει η διαδικασία του πλειστηριασμού, χωρίς να λάβει εμπρόθεσμα γνώση η Μ. Μ.. Με την ίδια μάλιστα απόφαση κρίθηκε, επίσης με δύναμη δεδικασμένου, ότι ουδέν έγγραφο της προδικασίας επιδόθηκε πράγματι στην αρχικώς ενάγουσα, η οποία δεν έλαβε αλλά ούτε και, με τον τρόπο πού γίνονταν οι επιδόσεις, είχε την δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου των εγγράφων της προδικασίας και επομένως, δεν έγινε και έναρξη των αντιστοίχων προθεσμιών για την σταδιακή προσβολή των πράξεων της επισπευσθείσας σε βάρος της αναγκαστικής εκτέλεσης. Επίσης, οι εναγόμενες, κατόπιν υποβολής της με αριθ.ΒΜ ... μήνυσης της αρχικώς ενάγουσας σε βάρος τους, αλλά και σε βάρος των, σχετιζομένων με την διαδικασία επίδοσης των σχετικών εγγράφων, δικαστικού επιμελητή και ταχυδρομικού υπαλλήλου, με την υπ' αριθμ. 9651/2013 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης κηρύχθηκαν ένοχες απάτης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ' εξακολούθηση και καταδικάσθηκαν σε ποινή φυλακίσεως 4 ετών η καθεμία, ενώ με την υπ' αριθμ. 3135/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης κηρύχθηκαν ένοχες απάτης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, πράξης που τελέσθηκε στις 25-10-2005 ( ημερομηνία υποβολής της αίτησης έκδοσης της υπ' αριθμ. 34199/2005 διαταγής πληρωμής) και καταδικάσθηκαν σε ποινή φυλάκισης τριών ετών η κάθε μια, ενώ το Δικαστήριο έπαυσε οριστικά λόγω παραγραφής την ασκηθείσα σε βάρος τους ποινική δίωξη για την πράξη της απάτης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, η οποία εφέρετο να έχει τελεσθεί στις 19-9-2005 (ημερομηνία έκδοσης της επίμαχης συναλλαγματικής). Ωστόσο, μετά από άσκηση εκ μέρους των αίτησης αναίρεσης, εκδόθηκε η με αριθμ. 497/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία η τελευταία αυτή απόφαση ως προς το καταδικαστικό της μέρος αναιρέθηκε και ο Άρειος Πάγος έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη που ασκήθηκε σε βάρος των εναγομένων και ήδη εκκαλουσών λόγω παραγραφής. Με βάση, επομένως, τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο, με τις ίδιες σκέψεις και ως προς την δεύτερη εναγομένη, δέχθηκε ότι ουδέποτε υπήρξε πρόθεση της αρχικώς ενάγουσας να πωλήσει το επί της ... διαμέρισμά της, ότι υφαρπάχθηκε η υπογραφή της στην επίδικη συναλλαγματική και ότι ουδέποτε της καταβλήθηκε από την πρώτη εναγομένη το ποσό των 90.000 ευρώ, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ορθά εκτίμησε τις προσαχθείσες ενώπιον του αποδείξεις, όσα δε αντίθετα υποστηρίζει η τελευταία (δεύτερη εκκαλούσα) με τους τρίτο, τέταρτο και πέμπτο λόγους της έφεσής της είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Περαιτέρω και από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε ότι ο πλειστηριασμός του κατασχεθέντος με επιμέλεια της πρώτης εναγομένης ποσοστού 1/2 εξ αδιαιρέτου του, επί της οδού ..., διαμερίσματος της αρχικώς ενάγουσας, επρόκειτο να διενεργηθεί στις 20-9-2006. Δυνάμει της υπ' αριθμ. 32952/18-9-2006 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), η οποία εκδόθηκε επί της από 11-9-2006 και με αριθμ. 39676/2006 αίτησης της αρχικώς ενάγουσας ο ανωτέρω πλειστηριασμός ανεστάλη για ένα εξάμηνο και συγκεκριμένα μέχρι τις 20-3-2007, υπό τον όρο καταβολής από την ανωτέρω, στην επισπεύδουσα, του ποσού των 2.126,27 ευρώ για έξοδα επίσπευσής του και του ποσού των 7.987,81 ευρώ για το 1/4 του οφειλόμενου κεφαλαίου, το οποίο πράγματι καταβλήθηκε από την ως άνω καθ' ης η εκτέλεση, Μ. Μ. στην πρώτη εναγόμενη.... Η αρχικώς ενάγουσα Μ. Μ., άσκησε, κατά της προαναφερόμενης ως άνω υπ' αριθμ. 2062/5-6-2006 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης, την με αριθμ. κατ. 3006/29-6-2006 ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ, με την οποία προσέβαλε την έκθεση αυτή για "τυπικούς" λόγους ( ελλιπή περιγραφή του κατασχεθέντος ακινήτου και έλλειψη άλλων στοιχείων αυτής) η ανακοπή δε αυτή απορρίφθηκε με την με αριθμ. 17897/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Ακολούθως, και μετά τη σύνταξη της υπ' αριθμ. 2106/2007 επαναληπτικής περίληψης του ιδίου ως άνω δικαστικού επιμελητή ορίστηκε νέα ημερομηνία διενέργειας του πλειστηριασμού του επί της ... διαμερίσματος η 13-6-2007. Η αρχικώς ενάγουσα γνωρίζοντας πλέον ότι το επί ... έχει ήδη εκπλειστηριασθεί και φοβούμενη μήπως απωλέσει και το δεύτερο ακίνητό της, στο οποίο και διέμενε, κατέθεσε το ποσό των 30.917,43 ευρώ στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και στη Συμβολαιογράφο Θεσσαλονίκης Αθηνά Αρβανιτίδου, το σχετικό γραμμάτιο σύστασης παρακαταθήκης με τον όρο, η ως άνω συμβολαιογράφος να παραδώσει το γραμμάτιο στην πρώτη εναγόμενη, εφόσον αυτή της κατέθετε την επίμαχη συναλλαγματική. Συνεπώς, υπέστη περιουσιακή ζημία, καθόσον οδηγήθηκε σε εκούσια συμμόρφωση με την επισπευδόμενη σε βάρος της εκτέλεση, προκειμένου να αποτρέψει τον πλειστηριασμό του προαναφερόμενου ακινήτου της και τον κίνδυνο να "βρεθεί στο δρόμο", πλειστηριασμός, ο οποίος με βάση τα όσα προεκτέθηκαν επισπεύσθηκε βάσει εκτελεστού τίτλου, ο οποίος στηρίχθηκε σε συναλλαγματική, η οποία ήταν προϊόν απάτης, εφόσον η υπογραφή της αρχικώς ενάγουσας είχε τεθεί μετά από δόλια παραπλάνησή της από την δεύτερη εναγομένη και χωρίς να γνωρίζει ότι υπογράφει συναλλαγματική και ότι αναλαμβάνει ισόποση υποχρέωση απ' αυτήν, ήτοι κατά παράβαση των χρηστών ηθών και του καθήκοντος αλήθειας. Είναι βέβαια γεγονός ότι η καταβολή του προαναφερόμενου ποσού εκ μέρους της αρχικώς ενάγουσας έλαβε χώρα προς αποτροπή ενός τυπικά εγκύρως επισπευδόμενου πλειστηριασμού. Ωστόσο, το γεγονός αυτό δεν αποκλείει την αδικοπρακτική ευθύνη της πρώτης εναγομένης με βάση τις διατάξεις των άρθρων 914, 919 Α.Κ. και 116 ΚΠολΔ, καθόσον, ναι μεν κατά τη διάταξη του άρθρου 940 παρ. 3 ΚΠολΔ, αν ακυρωθεί αμετάκλητα η αναγκαστική εκτέλεση, εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση έχει δικαίωμα να ζητήσει από εκείνον, που την επέσπευσε αποζημίωση για τη ζημία του, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 914 ή 919 του ΑΚ, πλην όμως η διάταξη του άρθρου 940 παρ. 3 ΚΠολΔ, ερμηνευόμενη υπό το πρίσμα του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ περί δίκαιης δίκης και παροχής ουσιαστικής έννομης προστασίας αλλά και του άρθρου 20 παρ.1 του Συντάγματος, δεν αποκλείει την έγερση, εκτός από την παρεχόμενη από τη διάταξη αυτή αξίωση αποζημίωσης, αυτοτελούς αγωγής για αποζημίωση εξαιτίας άδικης εκτέλεσης εναντίον της οποίας δεν είχε ασκήσει ανακοπή. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που, με τις ίδιες σκέψεις και ως προς τη δεύτερη εναγομένη, δέχθηκε ότι η καταβολή του ως άνω ποσού από την αρχικώς ενάγουσα, συνιστά ζημία της και επιδίκασε στις νυν ενάγουσες ισόποση αποζημίωση, δεν έσφαλε, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις σχετικές διατάξεις, ο δε περί του αντιθέτου ως άνω λόγος της έφεσης, κατά το μέρος του που αφορά την ανωτέρω εναγομένη, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η αρχικώς ενάγουσα, Μ. Μ., εξαιτίας της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς της δεύτερης εναγομένης και της θλίψης και στενοχώριας που ένοιωσε από τις επισπευθείσες σε βάρος της διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης και των δύο διαμερισμάτων, το γεγονός ότι στα βαθιά γεράματά της και με τα προβλήματα υγείας που παρουσίαζε, όχι μόνο στερήθηκε τη δυνατότητα να κατοικήσει στο εκπλειστηριασθέν διαμέρισμά της, περιοριζόμενη στο σημαντικά μικρότερο της ..., αλλά ενεπλάκη και σε σειρά δικαστικών αγώνων, υπέστη ηθική βλάβη, για τη χρηματική ικανοποίηση της οποίας, ενόψει του είδους και της έντασης της προσβολής, του βαθμού υπαιτιότητας της ανωτέρω εναγομένης (άμεσος δόλος), της ηλικίας της αρχικώς ενάγουσας, της έλλειψης οποιοσδήποτε συνυπαιτιότητάς της και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων, εδικαιούτο το ποσό των 20.000 ευρώ. Το ποσό αυτό είναι εύλογο (άρθρο 932 του ΑΚ) και σύμφωνο με την αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ, 1 του Συντάγματος και 2, 9 παρ. και 10 παρ. 2 της ΕΣΔΑ), όπως αυτή (η αρχή) εξειδικεύεται με την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ. Επίσης, εξαιτίας της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς της πρώτης εναγόμενης, η οποία αφορά το μη σύννομο των επιδόσεων της προδικασίας του πλειστηριασμού του επί της ... διαμερίσματος της αρχικώς ενάγουσας και της θλίψης και στενοχώριας, που ένοιωσε η τελευταία από την παρανόμως επισπευθείσα σε βάρος του ανωτέρω διαμερίσματος της αναγκαστική εκτέλεση και τους δικαστικούς αγώνες στους οποίους ενεπλάκη για την ακύρωση του σχετικού πλειστηριασμού, υπέστη ηθική βλάβη, για τη χρηματική ικανοποίηση της οποίας, ενόψει του είδους και της έντασης της προσβολής, του βαθμού υπαιτιότητας της ανωτέρω εναγομένης (άμεσος δόλος), της ηλικίας της αρχικώς ενάγουσας, της έλλειψης οποιοσδήποτε συνυπαιτιότητάς της και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων, κρίνεται εύλογο το ποσό των 6.000 ευρώ. Με βάση τα ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχθηκε ότι η δικαιούμενη εκ μέρους της αρχικώς ενάγουσας χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που αυτή υπέστη από την αδικοπρακτική συμπεριφορά της δεύτερης εναγομένης, πρέπει να καθορισθεί στο ποσό των 20.000 ευρώ, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις σχετικές διατάξεις και δεν έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων, όσα δε αντίθετα υποστηρίζει η ανωτέρω εκκαλούσα - εναγομένη με το σχετικό λόγο της έφεσής της είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Δεχόμενο όμως το ίδιο Δικαστήριο ότι η δικαιούμενη εκ μέρους της αρχικώς ενάγουσας χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που αυτή υπέστη από την προεκτεθείσα αδικοπρακτική συμπεριφορά της πρώτης εναγομένης, πρέπει να καθορισθεί στο αυτό ως άνω ποσό των 20.000 ευρώ έσφαλε και δεν εκτίμησε ορθά τις σχετικές αποδείξεις γι' αυτό και ο σχετικός λόγος της έφεσής της πρέπει να γίνει δεκτός στην ουσία του". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση της δεύτερης των αναιρεσειουσών, ενώ δέχτηκε την έφεση της πρώτης των αναιρεσειουσών, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ως προς αυτήν και κρατώντας και δικάζοντας την αγωγή την έκανε εν μέρει δεκτή ως προς αυτήν και την υποχρέωσε να καταβάλει στους κληρονόμους της αρχικώς ενάγουσας, αναιρεσίβλητες, το συνολικό ποσό των 6.000 ευρώ, νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής και μέχρις ολοσχερούς εξόφλησης. 5. Με τον πρώτο, κατά το πρώτο σκέλος, λόγο της αίτησης αναίρεσης και με το συναφή τρίτο, κατά το οικείο σκέλος, λόγο, προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο παρά το νόμο δεν δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου από την υπ' αριθμ. 863/2007 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης (που απέρριψε την ανακοπή της αρχικώς ενάγουσας από το άρθρο 633 παρ. 2 εδ α ΚΠολΔ), έναντι της πρώτης αναιρεσείουσας, ισχυρισμό τον οποίο αυτή προέβαλε πρωτοδίκως και επανέφερε με λόγο εφέσεως. Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, γιατί, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, το Εφετείο ορθώς δέχτηκε ότι δεν υφίσταται δεδικασμένο το οποίο να απορρέει από την ανωτέρω προγενέστερη υπ'αριθμ. 863/2007 απόφαση και ως προς τους ισχυρισμούς, που αφορούν το μη σύννομο των επιδόσεων της προδικασίας του πλειστηριασμού του επί της ... διαμερίσματος της αρχικώς ενάγουσας, ήτοι των επιδόσεων της διαταγής πληρωμής ως εκτελεστού τίτλου, βάσει του οποίου διενεργήθηκε ο μετέπειτα ακυρωθείς πλειστηριασμός που αναφέρεται ως στοιχείο της ιστορικής βάσης της επίδικης αγωγής, καθόσον η σχετική αδικοπρακτική συμπεριφορά της πρώτης αναιρεσείουσας, εκδηλώθηκε μεταγενέστερα και επομένως δεν υφίσταται ταυτότητα ιστορικής αιτίας, ενώ η αιτιολογία της υπ' αριθ. 863/2007 απόφασης, ότι οι επιδόσεις των πράξεων της προδικασίας του πλειστηριασμού είναι νόμιμες και έγκυρες, διατυπώθηκε πλεοναστικώς, ως μη αναγκαία για την κρίση εκείνης της διαφοράς, αφού το έγκυρο ή μη των επιδόσεων αυτών δεν ήταν αντικείμενο της δίκης της ανακοπής του άρθρου 632 ΚΠολΔ, και επομένως η αιτιολογία αυτή δεν στηρίζει το διατακτικό της, ώστε να είναι δεσμευτική για την αρχικώς ενάγουσα, και δεν παράγει βλαπτικό δεδικασμένο γι'αυτή (βλ. ΑΠ 2268/2014, η οποία επικύρωσε την 1947/2013 του Εφετείου, που ακύρωσε τον πλειστηριασμό). Συνεπώς, η αιτίαση της πρώτης αναιρεσείουσας περί ανεπίτρεπτης διάσπασης του δεδικασμένου, απορρέοντος από την 863/2007 απόφαση, είναι αβάσιμη και απορριπτέα. Εξάλλου, με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, αναφορικά με την πρώτη αναιρεσείουσα, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της αδικοπρακτικής ευθύνης της (πρώτης αναιρεσείουσας) έναντι της αρχικώς ενάγουσας και της πρόκλησης σ'αυτή ηθικής βλάβης, που προήλθε από τις δόλιες ενέργειες της πρώτης αναιρεσείουσας, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 330, 914, 919, 932 του ΑΚ, παραθέτοντας όλα τα περιστατικά, τα οποία ήταν αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των ανωτέρω διατάξεων, και τα οποία δικαιολογούν την ανωτέρω κρίση του, ότι η συμπεριφορά της πρώτης αναιρεσείουσας στοιχειοθετεί αδικοπραξία και δη παράνομη και υπαίτια (υπό τη μορφή του δόλου) και συμπεριφορά αντίθετη προς στα χρηστά ήθη, η οποία τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την προκληθείσα στην αρχικώς ενάγουσα ηθική βλάβη, και, συνεπώς, θεμελιώνει την ένδικη από αδικοπραξία αξίωση της τελευταίας, με τις υποστηρίζουσες την κρίση του αυτή παραδοχές, ήτοι: α) ότι ουδέν έγγραφο της προδικασίας επιδόθηκε πράγματι στην αρχικώς ενάγουσα, η οποία δεν έλαβε αλλά ούτε και, με τον τρόπο πού γίνονταν οι επιδόσεις, είχε την δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου των εγγράφων της προδικασίας και, επομένως, δεν έγινε και έναρξη των αντιστοίχων προθεσμιών για την σταδιακή προσβολή των πράξεων της επισπευσθείσας σε βάρος της αναγκαστικής εκτέλεσης και, επίσης, ότι η επίδοση της περίληψης της υπ' αριθμ. ... κατασχετήριας έκθεσης, με την οποία ορίσθηκε ως ημερομηνία διενέργειας του πλειστηριασμού του επί της ... διαμερίσματος της αρχικώς ενάγουσας η 15-2-2006, έγινε μη σύννομα, αφού το θυροκολληθέν έγγραφο αποκολλήθηκε, σε χρόνο, κατά τον οποίο ούτε η αρχικώς ενάγουσα ούτε κανείς από τους περίοικους της είχε την δυνατότητα να λάβει γνώση αυτού, η δε συστημένη επιστολή της περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης ουδέποτε έφτασε στα χέρια της ανωτέρω ενάγουσας, η οποία δεν έλαβε έγκαιρα γνώση του επισπευδόμενου σε βάρος της πλειστηριασμού, γεγονός που την εξομοιώνει με ανυπαρξία επίδοσης, β) ότι η πρώτη αναιρεσείουσα ήταν η μόνη, που είχε κάθε λόγο να προχωρήσει η διαδικασία του πλειστηριασμού, χωρίς να λάβει εμπρόθεσμα γνώση η αρχικώς ενάγουσα, γ) ότι εξαιτίας της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς της πρώτης αναιρεσείουσας, η οποία αφορά το μη σύννομο των επιδόσεων της προδικασίας του πλειστηριασμού του επί της ... διαμερίσματος της αρχικώς ενάγουσας και της θλίψης και στενοχώριας, που ένοιωσε η τελευταία από την παρανόμως επισπευθείσα σε βάρος του ανωτέρω διαμερίσματος της αναγκαστική εκτέλεση και τους δικαστικούς αγώνες στους οποίους ενεπλάκη για την ακύρωση του σχετικού πλειστηριασμού, υπέστη ηθική βλάβη. Τα ως άνω γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, πληρούν το πραγματικό των ανωτέρω διατάξεων, τις οποίες έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής ως προς την πρώτη αναιρεσείουσα και δικαιολογούν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή την έννομη συνέπεια που το δικαστήριο της ουσίας δέχτηκε. Επομένως, ο πρώτος, κατά το δεύτερο σκέλος, λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθώς και ο τρίτος, επίσης από τον αρ. 19 κατ' εκτίμηση αναιρετικός λόγος με τον οποίο, η πρώτη αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη την έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, είναι αβάσιμοι. Οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας περί εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων είναι απαράδεκτες, καθόσον δεν εμπίπτουν στη σφαίρα του αναιρετικού ελέγχου. 6. Κατ` ακολουθία των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, που ν' αφορά την πρώτη αναιρεσείουσα, πρέπει ν' απορριφθεί η από 17-9-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθ. ...09/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, χωρίς να ερευνηθούν οι λοιποί λόγοι αναίρεσης που αφορούν την δεύτερη αναιρεσείουσα ως προς την οποία επήλθε, λόγω του θανάτου της, διακοπή της δίκης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η πρώτη αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων που κατέθεσαν προτάσεις κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός τους (άρθρα 176, 183, 189 ΚΠολΔ),όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Θεωρεί τη δίκη ως βιαίως διακοπείσα για την δεύτερη αναιρεσείουσα Π. συζ.Β.. Π.. Διατάσσει τον χωρισμό της υπόθεσης ως προς αυτήν. Απορρίπτει την από 17-9-2021 αίτηση της πρώτης αναιρεσείουσας Ε. Π. του Β. για αναίρεση της υπ` αριθ. ...09/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Διατάσσει την εισαγωγή του παράβολου στο δημόσιο ταμείο. Καταδικάζει την πρώτη αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες και επτακόσια (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Σεπτεμβρίου 2023 ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Οκτωβρίου 2023 Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ