Αριθμός 672/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κορνηλία Πανούτσου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Κωνσταντίνα Φιλοπούλου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Κ. του Γ., 2) Α. Μ., συζύγου Χ. Κ., το γένος Δ. Μ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Μπούρα και κατέθεσαν προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/2/2013 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4852/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4230/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24/5/2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη από 24.5.2021 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η με αριθμό 4230/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, έκανε δεκτή την έφεση και τους προσθέτους λόγους αυτής, των ήδη αναιρεσιβλήτων, κατά της με αριθμό 4852/2015 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, εξαφάνισε την τελευταία και δικάζοντας κατ' ουσίαν, έκανε δεκτή την από 18.2.2013 αγωγή των αναιρεσιβλήτων, κατά της ήδη αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας, με την οποία οι ενάγοντες επικαλούμενοι επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης και ακυρότητα λόγω καταχρηστικότητος και εκπροθέσμου ασκήσεώς της, της γενομένης καταγγελίας της ασφαλιστικής σύμβασης εκ μέρους της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, ζήτησαν να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας και να υποχρεωθεί η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία στην καταβολή του προσδιορισθέντος με την αγωγή τους ασφαλίσματος. Η αίτηση αναιρέσεως, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του λόγου της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ). 1. Με το άρθρο 3 παρ.1 εδάφιο α` του Ν.2496/1997 ορίζεται, ότι "κατά τη σύναψη της σύμβασης ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται να δηλώσει στον ασφαλιστή κάθε στοιχείο ή περιστατικό που γνωρίζει, το οποίο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου, καθώς επίσης να απαντήσει σε κάθε σχετική ερώτηση του ασφαλιστή". Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται ως ασφαλιστικό βάρος η δήλωση προς τον ασφαλιστή κάθε στοιχείου ή περιστατικού, που είναι γνωστό στον λήπτη της ασφάλισης και ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου. Το αν ένα περιστατικό είναι ουσιώδες από την άποψη αυτή, κρίνεται όχι κατά τις αντιλήψεις του συγκεκριμένου ασφαλιστή, αλλά σύμφωνα με τις αρχές της ενδεδειγμένης ασφαλιστικής τεχνικής, δηλαδή αντικειμενικά. Είναι δε ουσιώδες το περιστατικό αυτό, όταν συμβάλλει στην ορθή εκτίμηση του ασφαλιστικού κινδύνου, δηλαδή της δυνατότητας να επέλθει η οικονομική ανάγκη που καλύπτει η ασφάλιση, πράγμα το οποίο στη συνέχεια είναι αναγκαίο για τον καθορισμό ενός δίκαιου ασφαλίστρου ή για τον περιορισμό της ζημίας. Στην παρ.6 του ίδιου άρθρου ορίζεται, ότι "αν ο λήπτης της ασφάλισης παραβεί από δόλο την υποχρέωση που προβλέπεται στην παρ.1 ο ασφαλιστής έχει δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από τότε που έλαβε γνώση της παράβασης. Αν η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει εντός της παραπάνω προθεσμίας, ο ασφαλιστής απαλλάσσεται της υποχρέωσής του προς καταβολή του ασφαλίσματος. Ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται σε αποκατάσταση κάθε ζημίας του ασφαλιστή". Από τη σαφή διατύπωση της διάταξης αυτής προκύπτει ότι με τη συνδρομή και των λοιπών όρων, η εκ δόλου παράβαση του συγκεκριμένου ασφαλιστικού βάρους έχει τις συνέπειες που ορίζει ο νόμος, άσχετα αν επέδρασε ή όχι στην επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, η σύνδεση με την οποία δεν ανάγεται σε προϋπόθεση για την απαλλαγή του ασφαλιστή. Σε περίπτωση, εξάλλου, που η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει πριν από την εκ μέρους του ασφαλιστή γνώση της παράβασης, πρέπει, κατ` αναλογική εφαρμογή των άνω διατάξεων να γίνει δεκτό, ότι ο τελευταίος απαλλάσσεται, μάλιστα δε αμέσως, μετά την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, από την υποχρέωση του προς καταβολή του ασφαλίσματος (ΑΠ 1493/2021, ΑΠ 427/2021, ΑΠ 262/2020, ΑΠ 1047/2019, ΑΠ 1982/2017, ΑΠ 627/2016, ΑΠ 170/2015, ΑΠ 442/2012). Ειδικότερα, ο ασφαλιστής, από τον οποίο δολίως απεκρύβη περιστατικό ουσιώδες για την εκτίμηση του ασφαλιστικού κινδύνου και γι` αυτό έχει δικαίωμα καταγγελίας της ασφαλιστικής σύμβασης μέσα στην προθεσμία του ενός μηνός από τότε που έλαβε γνώση της παράβασης, απαλλάσσεται αμέσως της υποχρέωσης καταβολής του ασφαλίσματος, δηλαδή χωρίς να πρέπει να καταγγείλει προηγουμένως τη σύμβαση, αν η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει όσο διαρκεί η αποσβεστική αυτή προθεσμία καταγγελίας του ενός μηνός. Η ίδια απαλλαγή πρέπει, με διασταλτική ερμηνεία της αυτής διάταξης, να γίνει δεκτό ότι ισχύει και όταν η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει πριν ακόμη ο ασφαλιστής να λάβει γνώση της παράβασης, δηλαδή και σε αυτή την περίπτωση απαλλάσσεται αμέσως από το νόμο της υποχρέωσης καταβολής του ασφαλίσματος χωρίς και πάλι να πρέπει να καταγγείλει προηγουμένως την ασφαλιστική σύμβαση, αφού λόγω της άγνοιάς του, αφενός μεν, δεν μπορούσε να έχει καταγγείλει την ασφαλιστική σύμβαση πριν από την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, αφετέρου δε, δεν είχε ακόμη τότε αρχίσει καν η προθεσμία καταγγελίας του ενός μηνός, που έχει ως αφετηρία τη γνώση της παράβασης από τον ασφαλιστή, γεγονός όμως που δεν αποκλείει και στην περίπτωση αυτή την άμεση απαλλαγή του ασφαλιστή από την υποχρέωση καταβολής του ασφαλίσματος, ενώ αντίθετα η αυτή απαλλαγή επιβάλλεται από το νομοθετικό σκοπό της σχετικής ρύθμισης (σχετ. ΑΠ 190/2021, ΑΠ 1119/2003, ΑΠ 720/2007). 2. Κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. α` του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 538/2012). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014). Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 114/2016). Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο ( ΑΠ 342/ 2022, ΑΠ 472/2017, ΑΠ 905/2017). Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ως προς το ενδιαφέρον εδώ αναιρετικά τμήμα της, προκύπτει, ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δικάζον ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε τα εξής : "Δυνάμει του με αριθμό ... ασφαλιστηρίου συμβολαίου, ο πρώτος των εναγόντων κατήρτισε με την εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία σύμβαση ασφάλισης ζωής με έναρξη αυτής την 14.11.2008 και ισόβια διάρκεια. Διά της ως άνω συμβάσεως συνομολογήθηκε κάλυψη, πλην του πρώτου ενάγοντα και της δεύτερης εξ αυτών καθώς και των τέκνων τους. .... Αναφορικά με την δεύτερη ενάγουσα η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία ανέλαβε πρόσθετη ασφάλιση για την κάλυψη εξόδων νοσοκομειακής περίθαλψης και εξόδων εξωνοσοκομειακών διαγνωστικών εξετάσεων... Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι η δεύτερη των εναγόντων την 26.1.2011 εισήχθη στο Ιατρικό Κέντρο Αθηνών, στο Μαρούσι Αττικής και υπεβλήθη σε χειρουργική επέμβαση για αφαίρεση ογκιδίων αμφοτέρων των μαστών και κατά την ίδια στιγμή επανόρθωση άμφω, για την οποία απαιτήθηκε η καταβολή συνολικής δαπάνης ύψους 14.183,40 ευρώ ....Στη συνέχεια η δεύτερη ενάγουσα περί τα τέλη Μαρτίου 2011 παρέδωσε στον ασφαλιστή της Ι. Μ., όλα τα απαιτούμενα έγγραφα προς ενεργοποίηση της ασφαλιστικής καλύψεως και λήψη του ασφαλίσματος. Ωστόσο η εναγομένη αρνήθηκε να της καταβάλει τα πιο πάνω ποσά επικαλούμενη ότι κατά τη κατάρτιση της σύμβασης και ειδικότερα, κατά τη συμπλήρωση του σχετικού ερωτηματολογίου που υποβλήθηκε μαζί την αίτηση ασφαλίσεως, οι ενάγοντες αποσιώπησαν με δόλο προσωπικά και ουσιώδους σημασίας στοιχεία, που αφορούσαν στην εκτίμηση του κινδύνου, τα οποία η εναγομένη πληροφορήθηκε εκ των υστέρων και μετά την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου..... Κατά συνέπεια, όταν υπεβλήθη η αίτηση για κατάρτιση της ασφαλιστικής συμβάσεως, ήτοι την 29.9.2008, η δεύτερη ενάγουσα ως καλυπτόμενο μέλος αλλά και ο πρώτος ενάγων τελούσαν σε γνώση των προβλημάτων υγείας της, πλην όμως απέκρυψαν το γεγονός αυτό από την εναγομένη... Σύμφωνα με το άρθρο 8 των γενικών όρων του ασφαλιστηρίου ζωής, υπό τον τίτλο "καταγγελία ασφαλιστικής σύμβασης", σε περίπτωση παράβασης από δόλο των υποχρεώσεων του συμβαλλομένου ή του ασφαλισμένου, κατά τη σύναψη της ασφάλισης, κατά τη διάρκεια της ασφάλισης ή κατά την επέλευση του κινδύνου, ο ασφαλιστής έχει δικαίωμα να καταγγείλει την ασφαλιστική σύμβαση, μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από τότε που έλαβε γνώση της παράβασης...Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι δεν απέκρυψαν με δόλο την κατάσταση της ασθενούς, δεύτερης ενάγουσας, ότι σε κάθε περίπτωση η κατάσταση της υγείας της, πριν από τη σύναψη της ασφαλιστικής συμβάσεως δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τον επελθόντα κίνδυνο, ήτοι την ως άνω ασθένεια της δεύτερης ενάγουσας και ότι η καταγγελία της συμβάσεως, ένεκα της κατά τα ανωτέρω ανακριβούς δηλώσεως, συνέβη μετά από παρέλευση χρονικού διαστήματος ενός μηνός το οποίο κατά τη σύμβαση και το νόμο τίθεται ως προθεσμία για την καταγγελία εκ μέρους της ασφαλιστικής εταιρείας. Από όλα τα ανωτέρω προκύπτει ότι εν γνώσει τους οι ενάγοντες ενεργώντας δολίως απέκρυψαν από την εναγομένη την κατάσταση της δεύτερης ενάγουσας, η οποία κρίνεται ως απολύτως κρίσιμη για τη συνολική υγεία του συμβαλλομένου σε ασφάλεια υγείας, εφόσον έπασχε από καρκίνο θυρεοειδούς..... Όμως αποδεικνύεται επίσης, ότι η δεύτερη ενάγουσα έστειλε όλα τα δικαιολογητικά της προς ενεργοποίηση της αποζημιώσεως περί τα τέλη Μαρτίου 2011, όπως προκύπτει από την από 8.7.2011 εξώδικο διαμαρτυρία και από το δικόγραφο της αγωγής, ημερομηνία η οποία δεν αμφισβητείται από την εναγομένη, και ότι η εναγομένη την 20.5.2011 επέδωσε στον πρώτο ενάγοντα, ως λήπτη της ασφαλίσεως, την από 12.4.2011 καταγγελία της συμβάσεως. Δηλαδή, η καταγγελία της συμβάσεως ως μονομερής απευθυντέα δήλωση, κοινοποιήθηκε στον πρώτο ενάγοντα, μετά τη παρέλευση του ενός μηνός, είτε ληφθεί ως έναρξή της το τέλος Μαρτίου 2011, είτε ακόμη ληφθεί ως έναρξή της το από 12 Απριλίου 2011 έγγραφο που συνέταξε η εναγομένη, από το οποίο προκύπτει ότι την 12η Απριλίου 2011 είχε γνώση της πλημμελούς δηλώσεως των εναγόντων κατά τη σύναψη της ασφαλίσεως. Επομένως, η καταγγελία που επιδόθηκε την 20.5.2011 τυγχάνει εκπρόθεσμη και επομένως είναι άκυρη, σύμφωνα με το άρθρο 8 των γενικών όρων του ασφαλιστηρίου συμβολαίου. Στη συγκεκριμένη περίπτωση δηλαδή, εφόσον υφίσταται παράβαση από τον λήπτη της υποχρεώσεώς του από δόλο, η εναγομένη λαμβάνοντας γνώση της παράβασης και σταθμίζοντας τα συμφέροντά της, είχε δικαίωμα είτε να εμμείνει στη σύμβαση, δηλώνοντας ενδεχομένως, τούτο ρητά στον λήπτη, είτε να καταγγείλει τη σύμβαση, προκαλώντας τη λύση της και έτσι να απαλλαγεί, αμέσως μετά τη συντέλεση της καταγγελίας, από την υποχρέωσή της για την καταβολή του ασφαλίσματος. Ωστόσο το εν λόγω δικαίωμα για καταγγελία υπόκειται σε αποσβεστική προθεσμία, αφού ο ασφαλιστής δικαιούται να προβεί στην καταγγελία μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από τότε που έλαβε γνώση της παράβασης. Ευνόητο είναι, ότι μετά την άπρακτη πάροδο αυτής της προθεσμίας ο ασφαλιστής τεκμαίρεται αμάχητα ότι εμμένει στη σύμβαση (ΑΠ 529/2018). Η εναγομένη επικαλείται, και η εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε, ότι η υπό κρίση περίπτωση ως προς το νομικό σκέλος της και ως προς την βασιμότητά της έχει κριθεί από την ΑΠ 1959/2009. Σύμφωνα με όσα κρίθηκαν στην εν λόγω απόφαση "αν η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει εντός της μηνιαίας προθεσμίας, πριν εννοείται, από την κατά τα ανωτέρω καταγγελία, ο ασφαλιστής απαλλάσσεται, μάλιστα δε, αμέσως μετά την επέλευση της ασφαλιστικής περιπτώσεως, της υποχρεώσεώς του προς καταβολή του ασφαλίσματος, χωρίς να απαιτείται η εκ μέρους τούτου καταγγελία της συμβάσεως". Όμως, στη προκειμένη περίπτωση, ο ασφαλιστικός κίνδυνος δεν επήλθε εντός της μηνιαίας προθεσμίας, αλλά προ της ενάρξεως αυτής. Συνεπώς, η εναγομένη όφειλε να καταγγείλει τη σύμβαση, πράγμα το οποίο άλλωστε έπραξε, χωρίς όμως από αυτή τη καταγγελία να απορρέουν έννομες συνέπειες, εφόσον έγινε μετά την πάροδο της αποσβεστικής προθεσμίας του ενός μηνός από τη γνώση της ανακριβούς δηλώσεως. Συνεπώς, η εκπρόθεσμη καταγγελία της ασφαλιστικής συμβάσεως από την εναγομένη κρίνεται άκυρη και κατ' επέκταση πρέπει να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στην δεύτερη ενάγουσα στο ποσό των 14.183,40 ευρώ που αυτή δαπάνησε για την στο ιστορικό αναφερομένη νοσηλεία της ...". Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η προσβαλλομένη απόφαση εξαφάνισε κατά παραδοχή των λόγων έφεσης την εκκαλουμένη απόφαση, και αφού διακράτησε την υπόθεση και δίκασε επί της ουσίας της διαφοράς, έκανε δεκτή την αγωγή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη, ακύρωσε την από 20.5.2021 καταγγελία της ασφαλιστικής συμβάσεως από την εναγομένη και υποχρέωσε την τελευταία να καταβάλει στη δεύτερη ενάγουσα το χρηματικό ποσό των 14.183,40 ευρώ νομιμοτόκως από της οχλήσεως. Με βάση τα παραπάνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, κρίθηκε ότι η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία υποχρεούται στη καταβολή της ασφαλιστικής αποζημιώσεως στους αναιρεσιβλήτους, ότι οι τελευταίοι ενεργώντας δολίως απέκρυψαν από αυτή στοιχείο κρίσιμο και αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του ασφαλιστικού κινδύνου (καρκίνο του θυρεοειδούς της ενάγουσας) στα πλαίσια του προσυμβατικού ελέγχου της ασφαλιστικής εταιρείας και ότι η τελευταία κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση ασφαλίσεως στις 20.5.2011. Ωστόσο η προσβαλλομένη, απέρριψε την ένσταση απαλλαγής της ασφαλιστικής εταιρείας και δέχθηκε ως βάσιμη την κατ' αυτής αγωγή, κρίνοντας ως αποδεδειγμένη την ακυρότητα της καταγγελίας ως εκπρόθεσμης, καθόσον δέχθηκε ότι η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία είχε λάβει γνώση των ψευδών δηλώσεων των αντιδίκων περί τα τέλη Μαρτίου 2011 και επομένως προέβη σε καταγγελία της συμβάσεως εκπροθέσμως, ήτοι μετά την πάροδο της μηνιαίας προθεσμίας του άρθρου 3 παρ. 6 Ν. 2496/1997. Κρίνοντας, όμως, έτσι, παρέλειψε να εφαρμόσει τη διάταξη του δευτέρου εδαφίου της παρ. 6 του άρθρου 3 Ν. 2496/1997, παρόλο που ήταν αναλόγως εφαρμοστέα στην ένδικη περίπτωση, υποπίπτοντας στην εκ του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Τούτο δε, διότι, τα διαλαμβανόμενα στις προτάσεις της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας πραγματικά περιστατικά, ήτοι η εκ δόλου αναληθής ενημέρωσή της εκ μέρους εναγόντων και η επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης πριν πληροφορηθεί η ασφαλιστική εταιρεία την γενομένη παραπλάνησή της (τα οποία το εφετείο έκρινε και ουσιαστικώς βάσιμα) θεμελίωναν την περί άμεσης απαλλαγής από την υποχρέωση καταβολής του ασφαλίσματος ένσταση της τελευταίας και το αντίστοιχο αίτημα αυτής ανεξάρτητα από τα νομικά ερείσματα που αυτή επεκαλείτο και τον χρόνο της τυχόν μεταγενέστερης καταγγελίας της συμβάσεως. Κατά συνέπεια, πρέπει να γίνει δεκτός ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στη προσβαλλομένη απόφαση η ανωτέρω πλημμέλεια, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση. Κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά τη κρίση του, δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση σε ιδιαίτερη συζήτηση και, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές. Αν όμως, αναιρεθεί η απόφαση του τελευταίου αυτού δικαστηρίου δικάζει αυτός την ουσία της υπόθεσης. Στην περίπτωση αυτή, η υπόθεση εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα". Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη της παραγράφου 4 του ιδίου άρθρου, η οποία ορίζει ότι "Οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν", συνάγεται ότι, οσάκις μετά την αναίρεση της απόφασης δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης από το δικαστήριο της ουσίας, υπολείπεται δε μόνον η διατύπωση του διατακτικού της απόφασης με βάση την έκταση της αναίρεσης, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική επί της υπόθεσης απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο (ΟλΑΠ 25/2001, ΑΠ 51/2019, ΑΠ 1386/2018, ΑΠ 1846/2017, ΑΠ 1099/2017, ΑΠ 96/2016). Τέτοιο δικονομικό έδαφος, για τη μετά την αναίρεση της προσβαλλομένης απόφασης επανεκδίκαση της υπόθεσης από το δικάσαν Εφετείο στην ουσία, δεν υπάρχει και στη προκειμένη περίπτωση κατά την οποία, ενόψει των ανωτέρω παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, απορρίφθηκαν οι υπόλοιποι προβληθέντες με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής ισχυρισμοί των αναιρεσιβλήτων. Επομένως, μετά την κατά τα ως άνω αναίρεση της προσβαλλομένης απόφασης, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση και να δικαστεί η από 2.12.2015 έφεση, η οποία και πρέπει να απορριφθεί. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η απόδοση στην αναιρεσείουσα εταιρεία του παραβόλου που κατέθεσε κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, να διαταχθεί δε η κατάπτωση του παραβόλου, που κατέθεσαν οι εκκαλούντες - αναιρεσίβλητοι κατά την άσκηση της έφεσής τους, υπέρ του Δημοσίου. Τέλος, οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, πρέπει να καταδικασθούν στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τόσο της παρούσας δίκης όσο και του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθ. 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί τη με αριθμό 4230/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Διατάσσει την απόδοση του προκαταβληθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα. Κρατεί την υπόθεση και δικάζει επί της από 2.12.2015 εφέσεως και των από 22.1.2019 προσθέτων λόγων αυτής κατά της με αριθμό 4852/2015 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Απορρίπτει την έφεση. Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου, που κατατέθηκε κατά την άσκηση της έφεσης, υπέρ του Δημοσίου. Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, της παρούσας δίκης και του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων εξακοσίων (2.600) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Φεβρουαρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Μαΐου 2023. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ