Αριθμός 991/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Σ. Τ. του Ε., κατοίκου ... ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία … και το διακριτικό τίτλο … που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φαίδρα Παύλου. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-9-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και άλλων προσώπων, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αγρινίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 281/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 722/2009 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-11-2009 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 28-1-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν ο απολειπόμενος διάδικος επισπεύδει τη συζήτηση, αυτή γίνεται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, εφόσον ο πληρεξούσιός του, που υπέγραψε τη κλήση, ήταν νόμιμα διορισμένος πληρεξούσιος δικηγόρος του, κατά τα άρθρα 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 97 ΚΠολΔ, γεγονός που διαπιστώνεται με αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου, κατά το άρθρο 104 ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, εισάγεται προς συζήτηση η από 12-11-2009 αίτηση του αναιρεσείοντος Σ. Τ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 722/2009 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών, η εκδίκαση της οποίας αρχικά ορίσθηκε για τη δικάσιμο της 16-11-2010. Κατ' αυτήν, η συζήτηση της αναιρέσεως ματαιώθηκε, λόγω της διεξαγωγής των Δημοτικών και Περιφερειακών Εκλογών στις 7 και 14-11-2010. Με την από 23-11-2010 κλήση του αναιρεσείοντος επαναφέρθηκε η υπόθεση για συζήτηση στη δικάσιμο της 18-10-2011, κατά την οποία και πάλι ματαιώθηκε η συζήτησή της. Με την από 25-10-2011 κλήση του αναιρεσείοντος επαναφέρθηκε η υπόθεση για συζήτηση στη δικάσιμο της 8-5-2012, οπότε και πάλι ματαιώθηκε η συζήτησή της, λόγω της διεξαγωγής των Βουλευτικών Εκλογών της 6-5-2012. Με την από 14-5-2012 κλήση του αναιρεσείοντος επαναφέρθηκε η υπόθεση για συζήτηση κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης αποφάσεως (5-2-2013). Κατά τη δικάσιμο αυτή, όπως προκύπτει από τα σχετικά πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από το οικείο πινάκιο στη σειρά της, η αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φαίδρα Παύλου, η οποία προσκόμισε το υπ' αριθμ…/5-2-2013 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ανθούλας Γιαννημάρα, από το οποίο αποδεικνύεται η πληρεξουσιότητά της αυτή. Ο επισπεύδων τη συζήτηση της υποθέσεως αναιρεσείων δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από πληρεξούσιο δικηγόρο του, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ. Από το υπ' αριθμ…/28-5-2012 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αιτωλοακαρνανίας Ειρήνης Φίλου - Σταύρου, που υπάρχει στο φάκελο της δικογραφίας, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων διόρισε πληρεξούσιο δικηγόρο του τον υπογράφοντα όλες τις παραπάνω κλήσεις δικηγόρο Αθηνών Άγγελο Χριστοδούλου, στον οποίο χορήγησε (και) την εντολή να επισπεύσει τη συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία του αναιρεσείοντος, σαν να ήταν και αυτός παρών (άρθρα 576 παρ. 1 και 568 παρ. 4 εδ. α' ΚΠολΔ). Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, γιατί εσφαλμένα δέχθηκε, "ότι οι καταβαλλόμενες υπέρτερες αποδοχές καλύπτουν τις αξιώσεις του αναιρεσείοντος λόγω υπερωρίας (παράνομης ή νόμιμης)". Στη συνέχεια, με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως, εκτίθενται στο αναιρετήριο νομικές απόψεις του αναιρεσείοντος σχετικές με την έννοια των διατάξεων του Ν. 435/1976 "Αμοιβή νόμιμης και παράνομης υπερωριακής εργασίας", της από 14-2-1984 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., του Ν. 2874/2000 "Κατάργηση υπερεργασιακής απασχόλησης - Αμοιβή υπερωριακής απασχόλησης", του Ν. 1082/1980 "Επιδόματα εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων και υπολογισμός αυτών", του Α.Ν. 539/1945 "Περί χορηγήσεως κατ' έτος στους μισθωτούς αδειών μετ' αποδοχών", του Ν. 4504/1966 "Επίδομα αδείας επί πραγματοποιήσεώς της" και του Ν. 1876/1990 "Ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις και άλλες διατάξεις", οι οποίες, όμως, ουδόλως συνδέονται με παράβαση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που να εμπίπτει στους λόγους αναιρέσεως του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός, εκτιμώμενος ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, ενόψει του ότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ενάριθμα σε ποιο λόγο αναιρέσεως, από εκείνους που περιλαμβάνονται στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, υπάγεται η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ως άνω πλημμέλεια, πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν περιέχει αυτή παραδοχή με το παραπάνω περιεχόμενο, αντιθέτως, το Εφετείο, ως προς την αγωγική αξίωση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος για επιδίκαση αμοιβής λόγω πραγματοποιήσεως υπερωριακής εργασίας, κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι ο ενάγων δεν δικαιούται τέτοια αμοιβή, καθόσον ουδέποτε απασχολήθηκε στη τυροκομική επιχείρηση της εναγομένης πέραν του νομίμου ωραρίου των οκτώ (8) ωρών ημερησίως και ως εκ τούτου ουδέποτε πραγματοποίησε υπερωριακή εργασία. Με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως από το Εφετείο των διατάξεων της 8900/1946 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας "περί καθορισμού αυξημένης αμοιβής εις τους εργαζόμενους εν γένει κατά τας Κυριακάς και εορτάς", όπως ερμηνεύθηκε με την 25825/1951 όμοια απόφαση, καθώς και των διατάξεων των άρθρων 1 και 10 παρ. 1 του β.δ. 748/1966, του άρθρου 2 του Ν. 435/1976 και του άρθρου 904 του ΑΚ, χωρίς να αναφέρεται ενάριθμα στο αναιρετήριο σε ποιο λόγο αναιρέσεως, από εκείνους που περιλαμβάνονται στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ, υπάγεται η επικαλούμενη αιτίαση. Εκτιμώμενος δε ο λόγος αυτός, ως λόγος από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως αόριστος, καθόσον δεν προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η παραβίαση των παραπάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ποιο είναι, δηλαδή, το κατά τον αναιρεσείοντα ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ούτε η επίδραση που είχε το σφάλμα στο διατακτικό. Με τον τρίτο (και τελευταίο) λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι, με την προσβαλλόμενη απόφασή του προσέδωσε μεγαλύτερη βαρύτητα και αξιοπιστία στις καταθέσεις των μαρτύρων της αναιρεσίβλητης από τις καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσείοντος, παρόλο που οι εξετασθέντες μάρτυρες της αναιρεσίβλητης ήταν οικονομικά εξαρτώμενοι από αυτήν και συναλλασσόμενοι με την ίδια, παραβιάζοντας έτσι και τα διδάγματα της κοινής πείρας. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, εκτιμώμενος ως λόγος από το άρθρο 559 αριθμ. 12 του ΚΠολΔ, ενόψει του ότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ενάριθμα σε ποιο λόγο αναιρέσεως, από εκείνους που περιλαμβάνονται στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ, υπάγεται η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ως άνω πλημμέλεια, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, καθόσον ο από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται μόνο προκειμένου περί αποδεικτικών μέσων, τα οποία έχουν ορισμένη από το νόμο αποδεικτική δύναμη και όχι ως προς τα ελευθέρως, κατά τον κανόνα του άρθρου 340 ΚΠολΔ, εκτιμώμενα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι και οι καταθέσεις μαρτύρων, οι οποίες σταθμίζονται ελεύθερα από το δικαστήριο της ουσίας και η εκτίμησή τους αυτή δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Εξάλλου δε, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδάφ. β' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα από την κοινή πείρα για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου ή για την υπαγωγή σ' αυτόν των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών και όχι όταν παραβαίνει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, που ηττήθηκε, να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο αίτημα αυτής (176, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 12-11-2009 αίτηση του Σ. Τ. του Ε. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 722/2009 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2013. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Μαΐου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ