Αριθμός 446 /2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Δ. Μ. του Ι., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Γεώργιο Γκεσούλη, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου Παρέδρου του ΝΣΚ, Ευάγγελο Μαρίνη και δεν κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 23559/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτ/κείου Θεσσαλονίκης με την οποία καθορίσθηκε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημιώσεως σε απολλοτριωθέν τμήμα. Επί της ανωτέρω απόφασης ο ήδη αναιρεσείων κατέθεσε την από 18-11-1998 αίτηση για καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης στο Εφετείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 658/1999 μη οριστική και 2611/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Ο ήδη αναιρεσείων με την από 5-3-2007 αίτησή του που κατατέθηκε στο Εφετείο Θεσσαλονίκης, ζητά τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης κατόπιν εκδόσεως της ανωτέρω απόφασης του ιδίου Δικαστηρίου. Επί της αιτήσεως εκδόθηκε η 1131/2009 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί o αναιρεσείων με την από 3-11-2009 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γρηγόριος Κουτσόπουλος, ανέγνωσε την από 30-12-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη της παραγρ. 4 του άρθρου 13 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), εάν απαλλοτριωθεί τμήμα του ακινήτου, με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να μειωθεί ή το τμήμα αυτό να γίνει άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, με την απόφαση προσδιορισμού της αποζημίωσης για το απαλλοτριούμενο τμήμα προσδιορίζεται και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη, η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι όταν καθορισθεί δικαστικά η οριστική αποζημίωση για το αναγκαστικώς απαλλοτριούμενο ακινήτου, είναι απαράδεκτη η, με ιδιαίτερη αίτηση, επιδίωξη δικαστικού προσδιορισμού αποζημιώσεως για την, από την απαλλοτρίωση, επερχόμενη μείωση της αξίας του απομένοντος στον ιδιοκτήτη τμήματος ή της αχρήστευσης του τμήματος αυτού. Σκοπός της παραπάνω διάταξης, με την οποία ορίζεται, ότι η παρεχόμενη στον ιδιοκτήτη απαλλοτριούμενου ακινήτου ιδιαίτερη αποζημίωση καθορίζεται με την ίδια απόφαση που καθορίζει την αποζημίωση για το κτήμα που απαλλοτριώθηκε, είναι αφενός το να έχει εκείνος υπέρ του οποίου έγινε η απαλλοτρίωση σαφή αντίληψη της έκτασης των υποχρεώσεών του από αυτή και αφετέρου το να περατώνεται με ταχύτητα η όλη διαδικασία της απαλλοτρίωσης και να εκκαθαρίζεται η κατάσταση που δημιουργείται από αυτή, ώστε να συντελείται η απαλλοτρίωση με την καταβολή ή την παρακατάθεση της αποζημίωσης και να μη τίθεται σε αμφιβολία με την προβολή νέων ισχυρισμών (ΑΠ 627/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δίκασε την από 5-3-2007 αίτηση του αναιρεσείοντος για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης, μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 2611/2000 απόφασης αυτού, με την οποία προσδιορίσθηκε η οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως για το απαλλοτριούμενο ακίνητο αυτού (αναιρεσείοντος), τμήμα του οποίου, μη απαλλοτριωθέν, αποτελεί εκείνο για το οποίο ζητείται, με την παραπάνω από 5-3-2007 ένδικη αίτηση, ο καθορισμός της ιδιαίτερης αποζημιώσεως, λόγω μείωσης της αξίας τους. Επομένως, το Εφετείο, που απέρριψε ως απαράδεκτη την από 5-3-2007 αίτηση για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης της εδαφικής έκτασης που απέμεινε, μετά τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης για το απαλλοτριούμενο ακίνητο με την πιο πάνω απόφασή του, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ. Συνεπώς, ο αντίθετος πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 321, 322, 324, και 331 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δεδικασμένο καλύπτει ολόκληρο το δικονομικό συλλογισμό με βάση τον οποίο το δικαστήριο κατέληξε στην αναγνώριση της επίδικης έννομης σχέσεως. Συγκεκριμένα το δεδικασμένο καλύπτει όχι μόνο το δικαίωμα που κρίθηκε, δηλαδή την έννομη σχέση που διαγνώσθηκε, αλλά και την ιστορική αιτία που έγινε δεκτή από την απόφαση, δηλαδή τα περιστατικά εκείνα που ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της έννομης σχέσης, καθώς και τη νομική αιτία, δηλαδή το νομικό χαρακτηρισμό που το δικαστήριο έδωσε στα πραγματικά περιστατικά υπάγοντας αυτά στην οικεία διάταξη νόμου. Τα ίδια ισχύουν και όταν η έννομη σχέση που διαγνώσθηκε τελεσίδικα αποτελεί προδικαστικό ζήτημα αυτής (μεταγενέστερης) αξίωσης. Δεδικασμένο παράγεται και από εσφαλμένη δικαστική απόφαση, το οποίο μπορεί να ανατραπεί μόνο με την άσκηση κατά της απόφασης από την οποία παράγεται των εκτάκτων ενδίκων μέσων και την εξαφάνιση της απόφασης από την οποία παράγεται. Επί απορρίψεως αγωγής προκειμένου να εξεταστεί αν υπάρχει δεδικασμένο, από την απόφαση που απέρριψε αυτήν, κωλύον την έρευνά του και ήδη με νέα αγωγή φερόμενο προς κρίση, με βάση ορισμένη ιστορική αιτία, αιτήματος, θα ληφθεί υπόψη η αιτιολογία της πρώτης απόφασης αναφορικά με την ιστορική αιτία επί της οποίας έκρινε, καθώς και ο λόγος της απόρριψης.(ΟΛ ΑΠ 15/1998, ΑΠ 1061/2006). Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με την από 27-2-2007 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ισχυρίσθηκε τα εξής: "Με την ένδικη αίτηση εκτίθεται ότι, με την 1090861/5412/010/10-8-1994 κοινή απόφαση των Υπουργών ΠΕΧΩΔΕ και Οικονομικών (ΦΕΚ Δ' 867/22-8-1994) κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση συνολικής έκτασης 52142 τ.μ. για λόγους δημόσιας ωφέλειας.... Ότι στην απαλλοτριωθείσα έκταση περιλαμβάνονταν και το ακίνητο του αιτούντος 4180 τ.μ. από το οποίο απαλλοτριώθηκε έκταση 1054 τ.μ. εκ της οποίας θεωρήθηκαν αυτοαποζημιούμενα τα 756 μέτρα κατά το άρθρο 1 παρ.1 και 3 του Ν. 653/1977. Ότι με την 23559 απόφαση του μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης καθορίσθηκε προσωρινή τιμή και απορρίφθηκαν ως απαράδεκτα τα αιτήματα περί μειώσεως της αξίας των εκτός απαλλοτρίωσης τμημάτων, οφειλόμενης στην απαλλοτρίωση και στην επίδραση του έργου της καθώς και περί καθορισμού αποζημίωσης για το αυτοαποζημιούμενο τμήμα. Ότι επί της από 12-11-1998 αίτησης καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος του αιτούντος εκδόθηκε η 658/1999 μη οριστική απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία κατά την κρατούσα τότε νομολογία απορρίφθηκαν ως απαράδεκτα, εκτός των άλλων, τα αιτήματα: 1) Περί επιδικάσεως διαφυγόντων κερδών της επιχείρησης του αιτούντος με την αιτιολογία, ότι έστω και αν η ζημία αυτή αποτελεί άμεση συνέπεια της απαλλοτρίωσης δεν αποζημιώνεσαι επειδή δεν συνδέεται άμεσα με την αξία του ακινήτου, β) περί επιδικάσεως ιδιαίτερης αποζημίωσης λόγω της επιβλαβούς επίδρασης του έργου της απαλλοτρίωσης στην εναπομείνασα ιδιοκτησία του, με την αιτιολογία ότι η αποζημίωση του τμήματος που απέμεινε συνδέεται μόνο με την απομειωτική επιρροή που ασκεί στην απότμηση του μέρους που απαλλοτριώθηκε από το αρχικό ενιαίο ακίνητο και σε καμία περίπτωση δεν επηρεάζεται από το είδος του έργου στο οποίο απέβλεπε η απαλλοτρίωση και εκ του λόγου αυτού μείωση της αξίας του τμήματος που απομένει.... Ότι με την 2611/2000 οριστική απόφαση του εν λόγω Εφετείου καθορίσθηκε οριστική τιμή μονάδος του εδάφους κ.λ.π., χωρίς να επανεξετασθούν τα ως άνω αιτήματα. Ότι με την 21507/1998 απόφαση του μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης αναγνωρίσθηκε ο αιτών δικαιούχος της αποζημιώσεως την οποία και εισέπραξε. Ότι με την από 5-3-2007 ένδικη αίτησή του ο αιτών ζήτησε, εκτός των άλλων: 1) να αναγνωρισθεί ότι εξαιτίας της απαλλοτριώσεως και του έργου της ζημιώθηκε η εκτός απαλλοτρίωσης ιδιοκτησία του έκτασης 3126 τ.μ. κατά 90% της αγοραίας αξίας του και να επιδικασθεί η οφειλόμενη αποζημίωση....2) να αναγνωρισθεί ότι οφείλεται στον αιτούντα ως ιδιαίτερη αποζημίωση λόγω της περιουσιακής του ζημίας από την απαλλοτρίωση και το έργο της: α) Το ποσό των 150.000 Ευρώ για τα έξοδα μετεγκατάστασης και επαναλειτουργίας της επιχείρησης του και β) το ποσό των 120.000 Ευρώ για τα διαφυγόντα κέρδη λόγω της αναγκαίας διακοπής της επιχείρησής του μέχρι την πλήρη επαναλειτουργία της. Με βάση τα περιστατικά αυτά απέρριψε τα ως άνω αιτήματα ως απαράδεκτα με τις εξής αιτιολογίες: Το υπό στοιχείο(1) αίτημα με το οποίο ζητείται ο προσδιορισμός ιδιαίτερης αποζημίωσης του εκτός απαλλοτριώσεως επιδίκου τμήματος για τη μείωση της αξίας του οφειλόμενη στην εκτέλεση του έργου της απαλλοτρίωσης, καθώς και η καταψήφιση της αποζημίωσης αυτής, είναι σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη απαράδεκτο και απορριπτέο. Τούτο διότι, όχι μόνον ασκείται με την ένδικη αίτηση μετά τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης για το απαλλοτριούμενο τμήμα της ιδιοκτησίας του αιτούντος με την υπ' αρθμ. 2611/2000 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, και επομένως είναι αδύνατος ο ενιαίος καθορισμός με την ίδια απόφαση των ως άνω αποζημιώσεων (ήτοι της οριστικής αποζημίωσης για το απαλλοτριούμενο τμήμα και της ιδιαίτερης αποζημιώσεως για το τμήμα που απέμεινε), αλλά και διότι προσκρούει στο δεδικασμένο της ως άνω αποφάσεως που έχει ήδη καταστεί τελεσίδικη, όπως τούτο δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους. Επίσης και το υπό στοιχ.2 κύριο αίτημα περί αναγνωρίσεως της οφειλής του καθ' ου εκ των εξόδων μετεγκατάστασης και επαναλειτουργίας της επιχείρησής του αιτούντος και των διαφυγόντων κερδών λόγω της αναγκαίας διακοπής της επιχείρησής του μέχρι την πλήρη επαναλειτουργία της, είναι απαράδεκτο και απορριπτέο, διότι και αυτό προσκρούει στο δεδικασμένο που απορρέει από την προγενέστερη απόφαση του Εφετείου τούτου. Ειδικότερα αναφορικά με το δεδικασμένο που κωλύει εν προκειμένω την έρευνα των δύο ως άνω αιτημάτων της υπό κρίση αιτήσεως, από τα διαλαμβανόμενα στην υπό κρίση αίτηση, καθώς και τις παρακάτω αποφάσεις που μετ' επικλήσεως προσκομίζονται από τον αιτούντα προκύπτουν τα ακόλουθα: Στη δίκη προσδιορισμού της οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως των απαλλοτριωθέντων με την επίμαχη απαλλοτρίωση ακινήτων μεταξύ των οποίων και του απαλλοτριωθέντος ακινήτου του αιτούντος, που διεξήχθη και μεταξύ των διαδίκων της παρούσας δίκης, είχε υποβληθεί από τον αιτούντα, εκτός από το αίτημα καθορισμού οριστικής αποζημιώσεως και το αίτημα περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημιώσεως του επιδίκου εναπομείναντος εκτός απαλλοτριώσεως τμήματος για τη μείωση της αξίας του οφειλόμενη στην απότμηση και στη ζημία τούτου εκ της εκτελέσεως του έργου για το οποίο κηρύχθηκε η επίμαχη απαλλοτρίωση, καθώς και το αίτημα περί εξόδων μετεγκατάστασης και επαναλειτουργίας της επιχείρησής του αιτούντος και των διαφυγόντων κερδών. Ας σημειωθεί δε, ότι τα αιτήματα αυτά είχαν την ίδια ιστορική και νομική αιτία με τα ως άνω υπό κρίση αιτήματα της νέας ένδικης αίτησης. Με την υπ' αριθμ. 658/1999 μη οριστική του Εφετείου τούτου, κρίθηκαν μεν νόμιμα τα αιτήματα προσδιορισμού οριστικής αποζημιώσεως του απαλλοτριωθέντος τμήματος καθώς και το αίτημα καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για τη μείωση της αξίας του επιδίκου εναπομείναντος εκτός απαλλοτριώσεως τμήματος οφειλόμενη μόνον στην απότμηση, και διατάχθηκε γι' αυτά η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, ενώ απορρίφθηκαν ως μη νόμιμα τα λοιπά ως άνω αιτήματα, ήτοι, περί προσδιορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης λόγω της ζημίας τούτου εκ της εκτελέσεως του έργου καθώς και περί των εξόδων μετεγκατάστασης και επαναλειτουργίας της επιχείρησής του αιτούντος και των διαφυγόντων κερδών. Με την υπ' αριθμ. 2611/2000 οριστική απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, που εκδόθηκε μετά την διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης, καθορίσθηκε η οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως για το απαλλοτριούμενο επίδικο τμήμα στο ποσό των 33.000 δραχμών ανά τ.μ (ήδη 96,84 Ευρώ ανά τ.μ) και προσδιορίσθηκε η ιδιαίτερη αποζημίωση λόγω της απότμησης σε ποσοστό 30% επί της καθορισθείσης οριστικής αποζημιώσεως. Αναφορικά δε με τα επίμαχα αιτήματα που είχαν απορριφθεί με την προδικαστική απόφαση ως μη νόμιμα, μνημονεύεται στο αιτιολογικό της εν λόγω οριστικής απόφασης, ότι οι ως άνω απορριπτικές διατάξεις με τις οποίες κρίθηκαν ως μη νόμιμα τα ανωτέρω αιτήματα, είναι οριστικές και δεν υπόκεινται σε ανάκληση. Κατά συνέπεια με την εν λόγω τελεσίδικη ήδη απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου το νόμω αβάσιμο των προαναφερόμενων αιτημάτων και μάλιστα παράγεται εξ αυτής της αποφάσεως δεδικασμένο ως προς το θέμα τούτο, ανεξαρτήτως της ορθότητας ή με αυτής. Ενόψει του ότιδε, τα ως άνω υπό κρίση αιτήματα (δεύτερο και τρίτο) της ένδικης αιτήσεως που αποτελούν αντικείμενο της παρούσας δίκης έχουν, ως προεκτέθηκε, την ίδια ιστορική και νομική αιτία με τα ανωτέρω οριστικώς κριθέντα και απορριφθέντα ως μη νόμιμα αιτήματα, η προγενέστερη απόφαση του Εφετείου τούτου, εκδοθείσα μεταξύ των ίδιων διαδίκων αποτελεί δεδικασμένο και για την παρούσα δίκη. Το απορρέον δε από την προαναφερόμενη απόφαση δεδικασμένο που αφορά το μη νόμιμο των υπό κρίση αιτημάτων δεν ανατρέπεται ούτε και από τη μεταγενέστερη μεταβολή της νομολογίας,(Ολ ΑΠ31/2005), και ως εκ τούτου είναι αβάσιμος ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός του αιτούντος και πρέπει να απορριφθεί. Επίσης και ο ισχυρισμός του αιτούντος περί του ότι, στην προκειμένη περίπτωση το Δικαστήριο δεν δεσμεύεται από το δεδικασμένο που απορρέει από την προαναφερόμενη και ήδη τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου τούτου, διότι τα ανωτέρω αιτήματα απορρίφθηκαν ως απαράδεκτα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι κατά τα προμνημονευόμενα απορρίφθηκαν αυτά ως νόμω αβάσιμα. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού δέχθηκε ότι τα ως άνω αιτήματα προσκρούουν στο δεδικασμένο της προγενέστερης υπ' αριθμ. 2611/2000 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, και ως εκ τούτου είναι απαράδεκτα, απέρριψε την ένδικη αγωγή. Επομένως, με το να δεχθεί το Εφετείο την ύπαρξη του παραπάνω δεδικασμένου και στη συνέχεια να απορρίψει με βάση αυτό την ένδικη αίτηση, ως προς τα προαναφερόμενα αιτήματά της ως απαράδεκτη, δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και οι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, κατά τα οικεία μέρη τους, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Οι ίδιοι λόγοι αναιρέσεως, κατά τα οικεία μέρη τους, με τους οποίους προβάλλεται ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί το παραπάνω δεδικασμένο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 321,322 και 324 ΚΠολΔ και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια από το αριθμ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτοι, διότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται στην παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, όχι δε και στη παραβίαση δικονομικών διατάξεων, όπως είναι οι παραπάνω περί δεδικασμένου διατάξεις του ΚΠολΔ. Περαιτέρω, το Εφετείο απέρριψε τα επικουρικά αιτήματα της ένδικης αίτησης ως απαράδεκτα, με τα οποία ο αιτών ζητούσε:1)την αναγνώριση της υποχρέωσης του καθού Ελληνικού Δημοσίου να καταβάλει σ'αυτόν, ως δίκαιη ικανοποίηση, τα ποσά που αντιστοιχούν στα προαναφερόμενα κύρια αιτήματα, λόγω του ότι κατά παρέμβαση του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ απορρίφθηκαν με την ως άνω προγενέστερη υπ'αριθμ. 2611/2000 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, 2) την αναγνώριση της υποχρέωσης του καθού Ελληνικού Δημοσίου να καταβάλει σ'αυτόν (αιτούντα) αυτοτελώς ως δίκαιη ικανοποίηση το ποσό των 10,000 ευρώ προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης και 3)την καταψήφιση της δίκαιης ικανοποίησης (περιουσιακής και ηθικής). Και τούτο διότι, ως ερειδόμενα στις διατάξεις των άρθρων 13,41 και 46 παρ.1 της ΕΣΔΑ και στο Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο, εκφεύγουν της δικαιοδοσίας των Ελληνικών Δικαστηρίων και ενδεχομένως θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν την ενώπιον του ΕΔΔΑ σχετική ατομική προσφυγή υπαγόμενα στη δικαιοδοσία αυτού. Με το να απορρίψει τα ως άνω επικουρικά αιτήματα της ένδικης αίτησης το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, σε ορθό αποτέλεσμα κατέληξε, καθόσον δεν υφίσταται δικονομική δυνατότητα παραδεκτής εκδίκασής τους στο Δικαστήριο αυτό και δη: κατά την ως άνω διαδικασία, δεδομένου ότι το Εφετείο είναι αρμόδιο να εξετάσει ενιαίως κατά τη διαδικασία αυτή: 1) τη χορήγηση αποζημιώσεως σε σχέση με την αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου, 2) την αναγνώριση δικαιούχων της αποζημιώσεως, 3)την ύπαρξη ή όχι ωφέλειας του ιδιοκτήτου απαλλοτριούμενου ακινήτου, που αποκτά πρόσωπο σε διανοιγόμενη εθνική οδό και εντεύθεν την υποχρέωση ή μη συμμετοχής στις δαπάνες απαλλοτριώσεως κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ.1 και 3 του ν.653/1977 και 4) το αίτημα περί δικαστικής δαπάνης, (Ολ.Α.Π.10/2004). Επομένως, ο αντίθετος τέταρτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, περί παραβίασης των προαναφερομένων διατάξεων, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τέλος ο ίδιος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμ.19 του άρθρου 559 ΚΠολ.Δ είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε τα εν λόγω αιτήματα ως απαράδεκτα. Επομένως πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολο την κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσβλήτου. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 3-11-2009 αίτηση του Δ. Μ. για αναίρεση της 1131/2009 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Φεβρουαρίου 2013. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ