Αριθμός 318/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1. Γ. Χ. Γ. και 2. Ό. συζ. Γ. Γ. κατοίκων αμφοτέρων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Κώστα Κουτσουλέλο και κατέθεσαν προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων:1.Π. Τ., 2. Ε. Τ. και 3. Χ. Λ., απάντων κατοίκων ... οι οποίοι παραστάθηκαν μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου τους Ελένης Παπαδάκη και κατέθεσαν προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-1-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και την από 10-2-2009 αγωγή-πρόσθετη παρέμβαση προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Αφού συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκαν οι αποφάσεις:1376/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4573/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν oι αναιρεσείοντες με την από 21-10-2011 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Παναγιώτης Ρουμπής ανέγνωσε την από 17-10-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ.1, 3 παρ.1, 5 παρ.1 εδ.α', 7 παρ.1, 8 και 13 του ν.3741/1929 "Περί ιδιοκτησίας κατ' ορόφους", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα με το άρθρο 54 του Εισαγωγικού Νόμου αυτού και 1117 του ΑΚ, συνάγεται ότι επί οριζόντιας ιδιοκτησίας ιδρύεται κυρίως μεν χωριστή κυριότητα σε όροφο οικοδομής ή διαμέρισμα ορόφου, παρεπομένως δε και αναγκαστική συγκυριότητα, που αποκτάται αυτοδικαίως, κατ' ανάλογη μερίδα, στα μέρη του όλου ακινήτου, που χρησιμεύουν σε κοινή απ' όλους τους οροφοκτήτες χρήση. Μεταξύ των μερών αυτών περιλαμβάνονται, κατά ενδεικτική στις διατάξεις αυτές απαρίθμηση, το έδαφος, τα θεμέλια, οι πρωτότοιχοι, η στέγη, οι καπνοδόχοι, οι αυλές, τα φρεάτια ανελκυστήρων, οι εγκαταστάσεις κεντρικής θέρμανσης, το ηλιακωτό δώμα. Εξάλλου, με βάση το άρθρο 2 τελευταία παράγραφος του Ν. 3741/1929, η οποία ορίζει ότι αδιαίρετος είναι η ιδιοκτησία "και παντός άλλου πράγματος χρησιμεύοντος προς κοινήν των ιδιοκτητών χρήσιν", προσδιορίζονται τα κριτήρια υπαγωγής στην ομάδα των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων μερών της οικοδομής, που δεν αναφέρονται ρητά στη συμφωνία ή στο νόμο, Ειδικότερα, ο προσδιορισμός των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων αυτών μερών, γίνεται, είτε με τη συστατική της οροφοκτησίας δικαιοπραξία, είτε με ιδιαίτερες συμφωνίες μεταξύ όλων των οροφοκτητών, κατά τα άρθρα 4 παρ, 1, 5 και 13 του Ν. 3741/1929, δηλαδή με σύμφωνη απόφαση τους, που πρέπει να καταρτισθεί με συμβολαιογραφικό έγγραφο και να μεταγραφεί. Αν τούτο δεν γίνει, αν δηλαδή δεν ορίζεται τίποτα από την ως άνω δικαιοπραξία, ούτε με ιδιαίτερες συμφωνίες, τότε ισχύει ο προσδιορισμός, που προβλέπεται από τις ως άνω διατάξεις (ΑΠ 1658/2007, 1610/2007). Στην τελευταία περίπτωση, κριτήριο για το χαρακτηρισμό πράγματος ως κοινόκτητου και κοινόχρηστου, είναι ο κατά τη φύση του προορισμός για την εξυπηρέτηση των συνιδιοκτητών με την κοινή από αυτούς χρήση του. Δεδομένου δε, ότι η θεσπιζόμενη με τα άρθρα 1002 ΑΚ και 1 επ. του Ν. 3741/1929 αποκλειστική (χωριστή) κυριότητα επί ορόφου ή τμήματος ορόφου αποτελεί την εξαίρεση του κανόνα superficies solo cedit, που έχει περιληφθεί στο άρθρο 1001 εδ. α' του ΑΚ, οποιοδήποτε μέρος του όλου ακινήτου που δεν ορίστηκε ή δεν ορίστηκε έγκυρα, με το συστατικό της οροφοκτησίας τίτλο ότι αποτελεί αντικείμενο της αποκλειστικής κυριότητας κάποιου συνιδιοκτήτη, υπάγεται αυτοδικαίως από το νόμο, κατ' εφαρμογή του ανωτέρω κανόνα, στα αντικείμενα της αναγκαστικής συγκυριότητας επί του εδάφους και θεωρείται κοινόκτητο και κοινόχρηστο μέρος του ακινήτου (Ολ ΑΠ 23/2000). Επιτρέπεται δε κατά παρέκκλιση από τα οριζόμενα με την ενδεικτικής φύσεως διάταξη του άρθρου 2 του ν.3741/1929, όπως με ειδική συμφωνία που καταρτίζεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και καταχωρίζεται στα βιβλία μεταγραφών το δικαίωμα να παραχωρηθεί αποκλειστικώς σε κάποιους από τους συνιδιοκτήτες ή και σε έναν από αυτούς η χρήση σε κάποιο από αυτά τα κοινά μέρη, οπότε η χρήση του δεν ανήκει σε όλους από κοινού τους συνιδιοκτήτες του εδάφους. Ακόμα οι συμφωνίες, με τις οποίες κανονίζονται κατά διαφορετικό τρόπο τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των ιδιοκτητών οριζοντίων ιδιοκτησιών στα κοινόκτητα και κοινόχρηστα πράγματα, δημιουργούν περιορισμούς της αναγκαστικής συγκυριότητας επί των πραγμάτων αυτών, από την οποία απορρέει το δικαίωμα συμμετοχής στη χρήση τους. Οι κατ'αυτόν τον τρόπο δημιουργούμενοι περιορισμοί, σύμφωνα με το άρθρο 13 παρ.3 του ν.3741/1929 "φέρουν χαρακτήρα δουλείας". Οι περιορισμοί αυτοί δεν είναι δουλείες, κατά την έννοια των άρθρων 1118 επ. 1142 και 1188 επ. ΑΚ, αλλά φέρουν χαρακτήρα δουλείας με την έννοια και μόνο ότι δεσμεύουν τους καθολικούς και ειδικούς διαδόχους των ιδιοκτητών των οριζοντίων ιδιοκτησιών που τους συνομολόγησαν και αντιτάσσονται κατά τρίτων (Ολ.ΑΠ 5/1991, ΑΠ 107/2003 και 1311/2001). Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1118, 1121 και 1134 προκύπτει ότι το εμπράγματο δικαίωμα της πραγματικής δουλείας είναι παρεπόμενο της κυριότητας επί του δεσπόζοντος ακινήτου με την έννοια ότι κάθε μεταβίβαση του ακινήτου, στο οποίο η δουλεία παρέχει ωφέλεια, περιλαμβάνει αυτοδικαίως και τη δουλεία, έστω και αν δεν ορίζεται τίποτε σχετικά στην πράξη μεταβίβασης (ΑΠ 329/1996). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Για να θεωρηθεί η άσκηση δικαιώματος ως καταχρηστική, κατά τη διάταξη αυτή θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, θεωρείται δε ότι η ως άνω υπέρβαση είναι προφανής όταν προκαλεί την έντονη εντύπωση αδικίας, σε σχέση με το όφελος του δικαιούχου από την άσκηση του δικαιώματος (ΑΠ 158/2012 και 559/1995). Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ.14 περ.τελευτ. ΚΠολΔ σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση αν το δικαστήριο δεν κήρυξε το απαράδεκτο της αγωγής λόγω της μη εγγραφής της στα βιβλία διεκδικήσεων κατ'άρθρο 220 παρ.1 του ιδίου Κώδικα. Η αγωγή όμως με την οποία εισάγεται στο αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 647 επ. ΚΠολΔ διαφορά μεταξύ ιδιοκτήτων ορόφων οικοδομής ή διαμερισμάτων αυτής διεπομένης από το ν.3741/1929 κατά την έννοια του άρθρου 17 παρ.2 του ΚΠολΔ δεν υπάγεται σε καμία από τις κατηγορίες του άρθρου 220 παρ.1 ΚΠολΔ και κατά συνέπεια για το παραδεκτό αυτής δεν είναι αναγκαίο να εγγραφεί στα βιβλία διεκδικήσεων (ΑΠ 602/2001 και 1372/1997). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της από 10-2-2003 αγωγής των αναιρεσιβλήτων που επιτρεπτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), οι τότε ενάγοντες ισχυρίζονται ότι τόσο οι ίδιοι όσο και οι δι' αυτής εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες είναι ιδιοκτήτες διαμερισμάτων της ίδιας περιγραφόμενης σ'αυτήν πολυκατοικίας υπαχθείσας με νομίμως καταρτισθείσα και μεταγραφείσα συμβολαιογραφική πράξη στο σύστημα της οροφοκτησίας και διεπομένης από τις διατάξεις αυτής και τον κανονισμό της: Ότι στα διαμερίσματα των εναγουσών ανήκει και η αποκλειστική χρήση της υπ'αριθμ.2 θέσεως σταθμεύσεως της πυλωτής της εν λόγω οικοδομής, δικαίωμα το οποίο αμφισβητούν οι εναγόμενοι, με την ανωτέρω αναφερθείσα αγωγή τους, αλλά και με αίτηση ασφαλιστικών μέτρων την οποία άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών...Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησαν οι ενάγουσες: α) ν' αναγνωρισθεί ότι η υπ' αριθμ. 2 θέση σταθμεύσεως της πολυκατοικίας ανήκει στην αποκλειστική χρήση των διαμερισμάτων τους, ως παρακολούθημα, β) ν' απαγορευθεί στους εναγόμενους η χρήση του χώρου αυτού σταθμεύσεως και ο καθ' οιονδήποτε τρόπο αποκλεισμός του είτε με την τοποθέτηση εκεί του αυτοκινήτου τους είτε με άλλης οποιασδήποτε μορφής εμπόδια...Από το προεκτεθέν περιεχόμενο της αγωγής, είναι σαφές ότι με αυτή εισάγεται διαφορά μεταξύ ιδιοκτητών των διαμερισμάτων οικοδομής διεπόμενης από το ν.3741/1929, κατά την έννοια του άρθρου 17 παρ.2 ΚΠολΔ, χωρίς να απαιτείται για το παραδεκτό αυτής λόγω του χαρακτήρα της αυτού να εγγραφεί στα βιβλία διεκδικήσεων κατά το άρθρο 220 παρ.1 ΚΠολΔ. Επομένως ο από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης περί απαραδέκτου της αγωγής των αναιρεσιβλήτων λόγω μη εγγραφής της στα βιβλία διεκδικήσεων είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται και αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας αυτός παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, η οποία υπάρχει, αν ο κανόνας δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε ή αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Ειδικότερα ο από το άρθρο 559 παρ.1 εδ.β' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παράλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα από την κοινή πείρα για τη με τη βάση αυτών ανεύρεση της αληθούς έννοιας κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτόν των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς και όχι όταν παραβίασε τα διδάγματα κατά την εκτίμηση των αποδείξεων. (ΑΠ 33/1996). Ακόμα, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, λόγος για αναίρεση απόφασης επειδή δεν έχει νόμιμη βάση ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Επιπλέον το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτει πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο τι αποδείχτηκε ή δεν αποδείχτηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται σε συνεκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του αρθρ. 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ. 19 του αρθρ. 559 του ΚΠολΔ, ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Τέλος, από τη διάταξη του αρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφ' όσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφ' όσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφ' όσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί των πραγμάτων κρίση του (άρθρο 564 παρ.1 ΚΠολΔ), εκτός των άλλων, και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι ενάγοντες - εναγόμενοι Γ. και Ό. Γ. είναι συγκύριοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου καθένας του υπό στοιχεία Ε-1 διαμερίσματος του πέμπτου πάνω από το ισόγειο - πυλωτή-ορόφου της πολυκατοικίας που βρίσκεται στο ..., επί της οδού …, το οποίο περιήλθε σ' αυτούς δυνάμει του υπ' αριθμόν .../23-1-1990 συμβολαίου αγοράς της συμβολαιογράφου Πειραιώς Σταματίας Καραγιαννοπούλου - Ποθητού που μεταγράφηκε νόμιμα. Με την υπ' αριθμόν .../13-9-1990 πράξη της ίδιας συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβιβάσθηκε στους ως άνω ενάγοντες εναγομένους κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης της υπ' αριθμ. 3 θέσεως σταθμεύσεως αυτοκινήτου της πυλωτής. Η ενάγουσα - εναγομένη Ε. Τ. είναι κυρία του υπό στοιχεία Γ-2 διαμερίσματος του τρίτου πάνω από το ισόγειο - πυλωτή -ορόφου της άνω πολυκατοικίας, το οποίο περιήλθε σ' αυτήν κατά μεν το ποσοστό του 1/2 εξ αδιαιρέτου δυνάμει του υπ' αριθμόν .../3 1-12-1990 συμβολαίου της ίδιας παραπάνω συμβολαιογράφου εξ' αγοράς από τον οικοπεδούχο Σ. Μ., κατά δε το υπόλοιπο ποσοστό του 1/2 εξ αδιαιρέτου εξ' αγοράς από τον εναγόμενο Π. Τ. δυνάμει του υπ' αριθμόν .../8-7-2008 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαριλένας Μάγγου, που μεταγράφηκαν νόμιμα. Η ενάγουσα εναγομένη Χ. Λ. είναι κυρία του υπό στοιχεία Β-1 διαμερίσματος του δεύτερου πάνω από το ισόγειο -πυλωτή - ορόφου της ίδιας παραπάνω πολυκατοικίας, το οποίο περιήλθε σ' αυτήν επίσης εξ' αγοράς από τον Σ. Μ. δυνάμει του υπ' αριθμόν .../9-7-1992 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Ανδρομάχης Κλωνή νομίμως μεταγραφέντος. Η όλη πολυώροφη οικοδομή δυνάμει της υπ' αριθμόν ...11-7-1989 πράξεως συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας της συμβολαιογράφου Πειραιώς Σταματίας Καραγιαννοπούλου που μεταγράφηκε νόμιμα, υπήχθη στις διατάξεις της οροφοκτησίας του ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 του ΑΚ. Με την συστατική αυτή πράξη ορίσθηκε ότι η οικοδομή θα αποτελείται από δύο υπόγεια, από ισόγειο-πυλωτή- στην οποία περιλαμβάνονται κοινόχρηστοι χώροι, μεταξύ των οποίων και τέσσερις θέσεις σταθμεύσεως αυτοκινήτων, δηλαδή η υπ' αριθμ. 1 επιφανείας 21.94 τ μ, η υπ' αριθμ. 2 επιφανείας 15,44 τμ, η υπ' αριθμ. 3 επιφανείας 19,62 τμ και η υπ' αριθμ. 4 επιφανείας 15,75 τμ,. Ακόμη η οικοδομή αποτελείται από επτά ορόφους πάνω από την πυλωτή και το δώμα. Σύμφωνα με την παραπάνω συστατική πράξη στον οικοπεδούχο Σ. Μ. είχαν περιέλθει τα υπό στοιχεία Β-1 και Γ-2 διαμερίσματα των δευτέρου και τρίτου ορόφου αντίστοιχα υπέρ την πυλωτή, τα οποία στη συνέχεια μεταβίβασε κατά πλήρη κυριότητα στις ενάγουσες Ε. Τ. και Χ. Λ. αντίστοιχα, όπως ανωτέρω αναφέρθηκε. Με την ίδια πράξη στον Σ. Μ. είχε μεταβιβασθεί και το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσεως του υπ' αριθμόν δύο (2) χώρου σταθμεύσεως αυτοκινήτου της πυλωτής. Στα μεταβιβαστικά της κυριότητας συμβόλαια από τον Σ. Μ. των διαμερισμάτων που είχαν περιέλθει στην ιδιοκτησία του, προς τις ενάγουσες -εναγόμενες Ε. Τ., Χ. Λ. (και αρχικά στον εναγόμενο Π. Τ.) δεν υπάρχει ειδική αναφορά σχετική με την μεταβίβαση και του δικαιώματος της αποκλειστικής χρήσεως της υπ' αριθμ. 2 θέσεως σταθμεύσεως της πυλωτής. Με δεδομένο όμως ότι με την ανωτέρω πράξη συστάσεως οροφοκτησίας συστάθηκε πραγματική δουλεία αποκλειστικής χρήσεως της υπ' αριθμ. 2 θέσεως σταθμεύσεως αυτοκινήτου υπέρ των εκάστοτε ιδιοκτητών των με στοιχεία Β1 και Γ2 διαμερισμάτων, οι μεταβιβάσεις αυτών από τον Σ. Μ. προς τις ενάγουσες, τον αποξένωσαν από το δικαίωμα του αυτό λόγω του παρακολουθηματικού του χαρακτήρα, αφού ούτε η αυτοτελής διάθεση αυτού είναι δυνατή, ούτε η συνέχιση ασκήσεως του δικαιώματος αυτού από τρίτο μη ιδιοκτήτη. Έτσι, οι μεταβιβάσεις των διαμερισμάτων του περιελάμβαναν αυτοδικαίως ως παρακολούθημα τους και τον χώρο αυτό σταθμεύσεως, ώστε οι ενάγουσες να έχουν δικαίωμα αποκλειστικής χρήσεως αυτών για την στάθμευση των οχημάτων τους. Εξ' άλλου παρά τη μη ειδική αναφορά στα μεταβιβαστικά της κυριότητας συμβόλαια των εν λόγω διαμερισμάτων αναγράφεται όμως ότι αυτά μεταβιβάζονται πλην άλλων, με την αναλογία τους επί του οικοπέδου καθώς και στα άλλα κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη πράγματα και εγκαταστάσεις της πολυκατοικίας αυτής και με όλα τα δικαιώματα του οικοπεδούχου - πωλητή σ' αυτά. Συνεπώς, συμπεριλαμβάνεται και το δικαίωμα αυτό αποκλειστικής χρήσεως της θέσεως σταθμεύσεως που ακολουθεί τα διαμερίσματα, για τα οποία, αφού δεν προσδιορίσθηκε εξ' αρχής, σε ποιο από τα δύο διαμερίσματα θα ανήκει, περιλαμβάνει και τα δύο και το οποίο, όπως και στη μείζονα σκέψη αναφέρθηκε, δεν είναι αυθύπαρκτο, αλλά έχει χαρακτήρα παρακολουθηματικό της οριζόντιας ιδιοκτησίας...Επίσης ο χαρακτήρας της θέσεως σταθμεύσεως υπ' αριθμ. 2 δεν μπορεί να μεταβληθεί ούτε με αποφάσεις της γενικής συνελεύσεως των συνιδιοκτητών και τυχόν απόφαση για μεταβολή του πρέπει ν' ακολουθήσει τη νόμιμη διαδικασία. Εν όψει δε των όσων αποδείχθηκαν η άσκηση της δεύτερης αγωγής από τις ενάγουσες δεν αποτελεί κατάχρηση δικαιώματος, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι ενάγοντες της πρώτης αγωγής". Στη συνέχεια το Εφετείο κρίνοντας ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση του, αν και με ελλιπή εν μέρει αιτιολογία που συμπληρώνεται με την παρούσα απόφαση (προσβαλλόμενη) στην ίδια κρίση κατέληξε και έκανε δεκτή εν μέρει την δεύτερη αγωγή κατά το αίτημα της περί αναγνωρίσεως της υπ' αριθμόν 2 θέσεως σταθμεύσεως της πυλωτής της πολυκατοικίας επί της οδού …αρ… στο ... ως ανήκουσας στην αποκλειστική χρήση των ιδιοκτητριών εναγουσων των υπ' αριθμ. Γ-2 και Β-1 διαμερισμάτων. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο κατέληξε στην κατ'ουσίαν απόρριψη της από 5-1-2009 αγωγής των εκκαλούντων Γ. Γ. και Ό. συζύγου Γ. Γ. και την πρόσθετη παρέμβαση υπέρ των προαναφερομένων εκκαλούντων Ε. Τ. και Ε. συζύγου Ε. Τ. - ήδη αναιρεσειόντων. Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τους προαναφερόμενους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου (τα ως άνω άρθρα του ν.3741/1929 "περί της ιδιοκτησίας κατ' ορόφους", 281, 1002 και 1117 ΑΚ), χωρίς να έχει υποχρέωση - να προσφύγει ότι διδάγματα της κοινής πείρας, καθόσον στην κρινόμενη υπόθεση δεν υπήρχε θέμα ερμηνείας των ως άνω κανόνων που ορθά εφάρμοσε ή της υπαγωγής των πραγματικών γεγονότων που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν σ'αυτούς, διέλαβε δε στην απόφασή του αυτή σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω εφαρμοσθεισών διατάξεων. Επομένως δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ προβλεπόμενες πλημμέλειες, όπως αποδίδεται με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ο οποίος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Από τις διατάξεις των άρθρων 650 παρ.1 και 654 παρ.2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στις διαφορές ανάμεσα στους ιδιοκτήτες ορόφων και (ή) διαμερισμάτων από τη σχέση της οροφοκτησίας που εκδικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 648 έως 661 ΚΠολΔ, αφενός οι διάδικοι έως το τέλος της συζήτησης στο ακροατήριο προσάγουν όλα τα αποδεικτικά τους μέσα και αφετέρου το δικαστήριο (πρωτοβάθμιο και δευτεροβάθμιο) λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, δικάζοντας κατά την παραπάνω ειδική διαδικασία μπορεί να λάβει υπόψη του οποιαδήποτε αποδεικτικά μέσα και όταν ακόμη αυτά δεν πληρούν τους όρους του νόμου, τα οποία εκτιμά ελευθέρως, γιατί δεν είναι υποχρεωμένο να ακολουθήσει ορισμένους κανόνες ως προς την αποδεικτική ισχύ αυτών. Από αυτά συνάγεται ότι η διάταξη του άρθρου 559 αρ.12 ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων" και εξαιτίας της παραβιάσεως αυτής προσέδωσε σε ένα από αυτά μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που ορίζει ο νόμος και όχι όταν αυτό εκτιμά ελεύθερα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, και του αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα από εκείνη που του αποδίδουν οι αναιρεσείοντες, δεν συμβιβάζεται προς το πνεύμα και την οικονομία της διαγραφόμενης από τις πιο πάνω διατάξεις ειδικής διαδικασίας, με αποτέλεσμα να μην ιδρύεται ο από την προπερατεθείσα διάταξη του άρθρου 559 αρ.12 του ιδίου Κώδικα προβλεπόμενος αναιρετικός λόγος (σχ.ΑΠ 233/2011). Επομένως ο υπό στοιχεία δδ'λόγος της αίτησης αναίρεσης, ερειδόμενος κατ'ορθή εκτίμησή του στο άρθρο 559 αριθμ.12 ΚΠολΔ και με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου ως προς την αποδεικτική δύναμη της κατάθεσης του μάρτυρα των τότε εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων και της χωρίς όριο εξέτασης της διαδίκου (ενάγουσας - εναγομένης και ήδη τρίτης αναιρεσίβλητης), τις οποίες άλλωστε συνεκτίμησε και συναξιολόγησε μαζί με τα λοιπά προσκομισθέντα και επικληθέντα αποδεικτικά μέσα, χωρίς ιδιαίτερη έξαρση των ως άνω δύο αποδεικτικών μέσων, και χωρίς να τα κρίνει περισσότερο αξιόπιστα από τα λοιπά, όπως αυτό προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με το κρίσιμο ζήτημα της μεταβίβασης του δικαιώματος στους αναιρεσιβλήτους της αποκλειστικής χρήσης της υπ'αρ.2 θέσης στάθμευσης αυτοκινήτου στην πυλωτή της πολυκατοικίας όπου οι διάδικοι είναι ιδιοκτήτες διαμερισμάτων, είναι απαράδεκτος. Ακόμα από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο δικαστής προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. Αυτός θεμελιώνεται όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη του και τα έγγραφα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά και όταν παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα ή ορισμένα από τα έγγραφα αυτά. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη του, μεταξύ των λοιπών εγγράφων, όλες τις προσκομισθείσες από τα διάδικα μέρη ένορκες βεβαιώσεις, φωτογραφίες, το από 1989 σχέδιο κάτοψης της πολυκατοικίας του αρχιτέκτονα μηχανικού Θ. Τ., και τις σχετικές αποφάσεις των ελληνικών δικαστηρίων, τις .....και επικαλέσθηκαν, καθώς και τα συμβολαιογραφικά έγγραφα (πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας και αγοραπωλητήρια των διαμερισμάτων των διαδίκων), τα πρακτικά γενικών συνελεύσεων της πολυκατοικίας για την οποία γίνεται λόγος που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι αναιρεσείοντες, επισημαίνοντας ορθά την αυξημένη αποδεικτική δύναμη των συμβολαιογραφικών εγγράφων ως δημοσίων εγγράφων (άρθρα 438 και 441 ΚΠολΔ). Επομένως ο από το άρθρο 559 αρ.11 περ.γ ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επειδή ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ.20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε αποδεικτικό, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ του ιδίου Κώδικα, έγγραφο περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό από εκείνο που αναφέρεται στο έγγραφο αυτό, όχι δε και όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας το περιεχόμενο του εγγράφου, όπως πράγματι έχει, άγεται σε κρίση διαφορετική από εκείνη την οποία θεωρεί ως ορθή ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση, η οποία ανάγεται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Περαιτέρω κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο διαμόρφωσε την κρίση του αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε και όχι όταν το έγγραφο αυτό εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, εκτός αν εξαίρεται αναφορικά με το για ύπαρξη ή ανυπαρξία γεγονότος πόρισμα του δικαστηρίου της ουσίας, αφού σε περίπτωση μη συνδρομής της εξαίρεσης αυτής, δεν είναι δυνατή, εξαιτίας της συνεκτιμήσεως του μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, η διακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας που προσδόθηκε σ'αυτό, ενώ η από τη συνεκτίμηση του μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα κρίση του δικαστηρίου είναι, κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, ανέλεγκτη (ΑΠ 1421/2008 και 525/2000). Στην προκειμένη περίπτωση με τον υπό τα στοιχ.ββ'λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ.20 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, γιατί παραμόρφωσε το περιεχόμενο της υπ'αριθμ.../.1989 πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας της συμβολαιογράφου Πειραιά Σταματίας Καραγιαννοπούλου -Ποθητού, δεχόμενο ότι με την ανωτέρω πράξη, εκτός των άλλων, συστάθηκε πραγματική δουλεία αποκλειστικής χρήσης του υπ'αρ.2 χώρου στάθμευσης αυτοκινήτου υπέρ των εκάστοτε ιδιοκτητών των υπ'αρ.Β1 και Γ2 διαμερισμάτων της ίδιας πολυκατοικίας, ενώ από το παραπάνω συμβολαιογραφικό έγγραφο προκύπτει μόνο ότι τα προμνημονευόμενα δύο διαμερίσματα και το αποκλειστικό δικαίωμα χρήσης του υπ'αρ.2 χώρου στάθμευσης αυτοκινήτου θα ανήκουν στον οικοπεδούχο Σ. Μ. που είναι λόγω νομοτύπων πωλήσεων των προαναφερομένων δύο διαμερισμάτων ο δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, δηλονότι το ότι ο υπ'αριθμ.2 χώρος στάθμευσης ανήκει στους εκάστοτε ιδιοκτήτες του υπ'αρ.Β1 και Γ2 διαμερισμάτων με την έννοια ότι το εν λόγω δικαίωμα έχει το χαρακτήρα δουλείας κατ'άρθρο 13 παρ.3 του ν.1741/1929 (παρακολουθηματικό των υπ'αρ.Β2 και Γ2 αυτοτελών οριζοντίων ιδιοκτησιών) και όχι της πραγματικής δουλείας με την έννοια των άρθρων 1118 και 1119 ΑΚ, όπως αυτό προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση που έχει σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία ως προς το ζήτημα αυτό. Επομένως το Εφετείο ουδαμώς παραμόρφωσε το περιεχόμενο της ανωτέρω συμβολαιογραφικής πράξης, εκτιμώντας το περιεχόμενο της ως προς το δικαίωμά της αποκλειστικής χρήσης του υπ'αρ. χώρου στάθμευσης αυτοκινήτου, όπως πράγματι έχει, και συνεπώς ο από το άρθρο 559 αρ.20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά από όλα τα προεκτιθέμενα και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες ως ηττώμενοι στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 21-10-2011 αίτηση των: 1)Γ. Γ. του Χ. και 2)Ό. συζύγου Γ. Γ. για αναίρεση της υπ'αριθμ.4573/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Δεκεμβρίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Φεβρουαρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ