Αριθμός 693/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία" και τον διακριτικό τίτλο "Eurobank", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Ανδρέου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Μ. του Α., κατοίκου .... Παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Δήμητρα Σακαρέλλου. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-6-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 6958/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-4-2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την υπό κρίση από 20-4-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. 6958/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... (δικάσαντος ως Εφετείου), η οποία απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας - πρώτης εναγομένης κατά της υπ' αριθ.13/2018 απόφασης του Ειρηνοδικείου ... ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, επικυρώνοντας την ως άνω πρωτοβάθμια απόφαση, που είχε απορρίψει την από 15-6-2017 αγωγή του αναιρεσίβλητου -ενάγοντος κατά της δεύτερης εναγομένης και είχε δεχθεί αυτήν κατά της πρώτης εναγομένης, με την οποία (αγωγή), μετά περιορισμό του αιτήματός του σε αναγνωριστικό, ο ενάγων ζήτησε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της αναιρεσείουσας, τραπεζικής εταιρείας και της μη διαδίκου εν προκειμένω, ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Δ. Π. Α. Α. Ε. Ε. Ο. Π. Λ. Α." να του καταβάλουν, η κάθε μία, το ποσό των 6.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την αναφερόμενη, στην αγωγή, αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων (παράνομη επεξεργασία των προσωπικών του δεδομένων). Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1ΚΠολΔ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρα 577 παρ.1ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3Κ.Πολ.Δ.). Σημειώνεται, ότι την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης άσκησε και παρίσταται στο Δικαστήριο τούτο η τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Α.Ε", ως καθολική διάδοχος της εκκαλούσας- εναγομένης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias Α.Ε" λόγω διάσπασης της τελευταίας με απόσχιση του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητας και σύσταση της ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας. Ο ν. 2472/1997 "Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα", ο οποίος εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προστασία του ατόμου από την αυτοματοποιημένη επεξεργασία πληροφοριών προσωπικού χαρακτήρα της 28 Ιανουαρίου 1981, που κυρώθηκε από την Ελλάδα με το ν. 2068/1992, και προς την 95/46/ΕΚ Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 24.10.1995 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών, έχει σκοπό, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 αυτού, τη θέσπιση των προϋποθέσεων για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς προστασία των δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών των φυσικών προσώπων και ιδίως της ιδιωτικής ζωής. Στη διάταξη του άρθρου 2 του ανωτέρω νόμου δίνεται η έννοια των κρίσιμων ορισμών που έχουν σχέση με τις ειδικές ρυθμίσεις για τη συλλογή και επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Ειδικότερα, ορίζεται ότι: "Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου νοούνται ως: α) "Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα", κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων... β)...γ) "Υποκείμενο των δεδομένων", το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, δηλαδή μπορεί να προσδιορισθεί αμέσως ή εμμέσως, ιδίως βάσει αριθμού ταυτότητας ή βάσει ενός ή περισσοτέρων συγκεκριμένων στοιχείων που χαρακτηρίζουν την υπόστασή του από άποψη φυσική, βιολογική, ψυχική, οικονομική, πολιτιστική, πολιτική ή κοινωνική. δ) "Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("επεξεργασία"), κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιείται από το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και εφαρμόζεται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διατήρηση ή αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, η διασύνδεση, η δέσμευση (κλείδωμα), η διαγραφή, η καταστροφή. ε) "Αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("αρχείο"), κάθε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία είναι προσιτά με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια. στ)... ζ) "Υπεύθυνος επεξεργασίας", οποιοσδήποτε καθορίζει τον σκοπό και τον τρόπο επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός. Όταν ο σκοπός και ο τρόπος της επεξεργασίας καθορίζονται με διατάξεις νόμου ή κανονιστικές διατάξεις εθνικού ή κοινοτικού δικαίου, ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή τα ειδικά κριτήρια βάσει των οποίων γίνεται η επιλογή του καθορίζονται αντίστοιχα από το εθνικό ή το κοινοτικό δίκαιο. η) "Εκτελών την επεξεργασία", οποιοσδήποτε επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για λογαριασμό υπεύθυνου επεξεργασίας, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός. θ) "Τρίτος" κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, εκτός από το υποκείμενο των δεδομένων, τον υπεύθυνο επεξεργασίας και τα πρόσωπα που είναι εξουσιοδοτημένα να επεξεργάζονται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, εφόσον ενεργούν υπό την άμεση εποπτεία ή για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας. ι) "Αποδέκτης", το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, η δημόσια αρχή ή υπηρεσία, ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, στον οποίο ανακοινώνονται ή μεταδίδονται τα δεδομένα, ανεξαρτήτως αν πρόκειται για τρίτο ή όχι.ια) "Συγκατάθεση" του υποκειμένου των δεδομένων, κάθε ελεύθερη, ρητή και ειδική δήλωση βουλήσεως, που εκφράζεται με τρόπο σαφή και εν πλήρη επιγνώσει και με την οποία το υποκείμενο των δεδομένων, αφού προηγουμένως ενημερωθεί, δέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο "επεξεργασίας" τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν. Η ενημέρωση αυτή περιλαμβάνει πληροφόρηση τουλάχιστον για τον σκοπό της επεξεργασίας, τα δεδομένα ή τις κατηγορίες δεδομένων που αφορά η επεξεργασία, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και το όνομα, την επωνυμία και τη διεύθυνση του υπευθύνου επεξεργασίας και του τυχόν εκπροσώπου του. Η συγκατάθεση μπορεί να ανακληθεί, οποτεδήποτε, χωρίς αναδρομικό αποτέλεσμα. ιβ) "Αρχή", η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού χαρακτήρα που θεσπίζεται στο κεφάλαιο Δ` του παρόντος νόμου". Με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του ιδίου νόμου, ορίζεται ότι: "Οι διατάξεις του παρόντος νόμου εφαρμόζονται στην εν όλω ή εν μέρει αυτοματοποιημένη επεξεργασία καθώς και στη μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε αρχείο". Στη διάταξη του άρθρου 4 αυτού, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 20 παρ. 1 και 2 του Ν. 3471/2006, ορίζεται ότι: "Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για να τύχουν νόμιμης επεξεργασίας πρέπει: α) Να συλλέγονται κατά τρόπο θεμιτό και νόμιμο για καθορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς και να υφίστανται θεμιτή και νόμιμη επεξεργασία ενόψει των σκοπών αυτών. β) Να είναι συναφή, πρόσφορα, και όχι περισσότερα από όσα κάθε φορά απαιτείται ενόψει των σκοπών της επεξεργασίας. γ) Να είναι ακριβή και, εφόσον χρειάζεται, να υποβάλλονται σε ενημέρωση, δ)... (παρ.1). Η τήρηση των διατάξεων της προηγουμένης παραγράφου βαρύνει τον υπεύθυνο επεξεργασίας...(παρ.2)". Με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 και 2 αυτού, όπως το εδ. γ` της παρ.2 τροποποιήθηκε με το άρθρο 34 παρ.1 του Ν.2915/2001, ορίζεται ότι: "Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται μόνον όταν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει τη συγκατάθεσή του. (παρ.1). Κατ` εξαίρεση επιτρέπεται η επεξεργασία και χωρίς τη συγκατάθεση, όταν: α) Η επεξεργασία είναι αναγκαία για την εκτέλεση σύμβασης, στην οποία συμβαλλόμενο μέρος είναι υποκείμενο δεδομένων.... β)... γ)... δ)... ε) Η επεξεργασία είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του εννόμου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο τρίτος ή οι τρίτοι στους οποίους ανακοινώνονται τα δεδομένα και υπό τον όρο ότι τούτο υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων και συμφερόντων των προσώπων στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα και δεν θίγονται οι θεμελιώδεις ελευθερίες αυτών (παρ. 2). Με τη διάταξη του άρθρου 10, όπως η παρ.3 αυτού τροποποιήθηκε με το άρθρο 25 του Ν.3471/2006, ορίζεται ότι: "Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα είναι απόρρητη. Διεξάγεται αποκλειστικά και μόνο από πρόσωπα που τελούν υπό τον έλεγχο του υπεύθυνου επεξεργασίας ή του εκτελούντος την επεξεργασία και μόνο κατ` εντολή του (παρ. 1). Για τη διεξαγωγή της επεξεργασίας ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να επιλέγει πρόσωπα με αντίστοιχα επαγγελματικά προσόντα που παρέχουν επαρκείς εγγυήσεις από πλευράς τεχνικών γνώσεων και προσωπικής ακεραιότητας για την τήρηση του απορρήτου (παρ. 2). Ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να λαμβάνει τα κατάλληλα οργανωτικά και τεχνικά μέτρα για την ασφάλεια των δεδομένων και την προστασία τους από τυχαία ή αθέμιτη καταστροφή, τυχαία απώλεια, αλλοίωση, απαγορευμένη διάδοση ή πρόσβαση και κάθε άλλη μορφή αθέμιτης επεξεργασίας... (παρ.3). Αν η επεξεργασία διεξάγεται για λογαριασμό του υπεύθυνου από πρόσωπο μη εξαρτώμενο από αυτόν, η σχετική ανάθεση γίνεται υποχρεωτικά εγγράφως. Η ανάθεση προβλέπει υποχρεωτικά ότι ο ενεργών την επεξεργασία τη διεξάγει μόνο κατ` εντολή του υπευθύνου και ότι οι λοιπές υποχρεώσεις του παρόντος άρθρου βαρύνουν αναλόγως και αυτόν (παρ. 4)". Στις διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 1 έως 3 αυτού ορίζεται ότι : "Ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει, κατά το στάδιο της συλλογής δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, να ενημερώνει με τρόπο πρόσφορο και σαφή το υποκείμενο για τα εξής τουλάχιστον στοιχεία: α) την ταυτότητά του και την ταυτότητα του τυχόν εκπροσώπου του, β) τον σκοπό της επεξεργασίας, γ) τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων και δ) την ύπαρξη του δικαιώματος πρόσβασης (παρ.1). Εάν για τη συλλογή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ο υπεύθυνος επεξεργασίας ζητεί τη συνδρομή του υποκειμένου, οφείλει να το ενημερώσει ειδικώς και εγγράφως για τα στοιχεία της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, καθώς και για τα δικαιώματά του, σύμφωνα με τα άρθρα 11 έως και 13 του παρόντος νόμου... (παρ. 2). Εάν τα δεδομένα ανακοινώνονται σε τρίτους, το υποκείμενο ενημερώνεται για την ανακοίνωση πριν από αυτούς (παρ.3). Με το άρθρο 12 παρ.1 αυτού ορίζεται ότι: "Καθένας έχει δικαίωμα να γνωρίζει εάν τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που τον αφορούν αποτελούν ή αποτέλεσαν αντικείμενο επεξεργασίας. Προς τούτο, ο υπεύθυνος επεξεργασίας έχει υποχρέωση να του απαντήσει εγγράφως", ενώ στις παρ. 2 και 3 του ίδιου άρθρου, ότι: "Το υποκείμενο των δεδομένων έχει δικαίωμα να ζητεί και να λαμβάνει από τον υπεύθυνο επεξεργασίας, χωρίς καθυστέρηση και κατά τρόπο εύληπτο και σαφή, τις ακόλουθες πληροφορίες: α) Όλα τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν, καθώς και την προέλευσή τους. β) Τους σκοπούς της επεξεργασίας, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών. γ) Την εξέλιξη της επεξεργασίας για το χρονικό διάστημα από την προηγούμενη ενημέρωση ή πληροφόρησή του. δ) Τη λογική της αυτοματοποιημένης επεξεργασίας. Το δικαίωμα πρόσβασης μπορεί να ασκείται από το υποκείμενο των δεδομένων και με τη συνδρομή ειδικού. ε) Κατά περίπτωση, τη διόρθωση, τη διαγραφή ή τη δέσμευση (κλείδωμα) των δεδομένων των οποίων η επεξεργασία δεν είναι σύμφωνη προς τις διατάξεις του παρόντος νόμου, ιδίως λόγω του ελλιπούς ή ανακριβούς χαρακτήρα των δεδομένων και στ) την κοινοποίηση σε τρίτους, στους οποίους έχουν ανακοινωθεί τα δεδομένα, κάθε διόρθωσης, διαγραφής ή δέσμευσης (κλειδώματος) που διενεργείται σύμφωνα με την περίπτωση ε`, εφόσον τούτο δεν είναι αδύνατο ή δεν προϋποθέτει δυσανάλογες προσπάθειες (παρ. 2). Το δικαίωμα της προηγούμενης παραγράφου και τα δικαιώματα του άρθρου 13 ασκούνται με την υποβολή της σχετικής αίτησης στον υπεύθυνο της επεξεργασίας... (παρ. 3). Με τη διάταξη του άρθρου 13 παρ.1 εδ. α αυτού, ορίζεται ότι "το υποκείμενο των δεδομένων έχει δικαίωμα να προβάλλει οποτεδήποτε αντιρρήσεις για την επεξεργασία δεδομένων που το αφορούν. Οι αντιρρήσεις απευθύνονται εγγράφως στον υπεύθυνο επεξεργασίας και πρέπει να περιέχουν αίτημα για συγκεκριμένη ενέργεια, όπως διόρθωση, προσωρινή μη χρησιμοποίηση, δέσμευση, μη διαβίβαση ή διαγραφή...". Τέλος, με τις διατάξεις των άρθρων 22 και 23 του νόμου αυτού προβλέπονται, για την περίπτωση παραβίασης των διατάξεών του για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, και υπό τις οριζόμενες ειδικότερα προϋποθέσεις, ποινικές κυρώσεις, για όσες συμπεριφορές κρίνονται αξιόποινες, καθώς και υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη. Από τις εκτεθείσες διατάξεις, σε συνδυασμό με τις αντίστοιχες διατάξεις της κοινοτικής οδηγίας 95/46/ΕΚ, προκύπτει ότι, στο πλαίσιο του σκοπούμενου συγκερασμού αφενός της προστασίας του ατόμου και της επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων (άρθρο 9 Α Συντάγματος) και αφετέρου της διασφάλισης της ελεύθερης κυκλοφορίας και χρήσης τους (άρθρο 5 Α Συντάγματος), η νομιμότητα της επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, α) την ακρίβεια και επικαιρότητα των δεδομένων, β) την εκ μέρους του υπεύθυνου επεξεργασίας ενημέρωση του υποκειμένου και γ) τη συγκατάθεση του υποκειμένου, εκτός των περιπτώσεων που, κατά το άρθρο 5 παρ. 2 του Ν. 2472/1997, εξαιρούνται από την υποχρέωση συγκατάθεσης. Ειδικότερα, με το άρθρο 11 του ν.2472/1997, καθιερώνεται βασική υποχρέωση του υπεύθυνου επεξεργασίας, για την ενημέρωση του υποκειμένου των προσωπικών δεδομένων, για την επεξεργασία των δεδομένων του, με σαφή και πρόσφορο τρόπο, ιδίως ως προς τα στοιχεία της ταυτότητάς του και της ταυτότητας του τυχόν εκπροσώπου του, τον σκοπό της επεξεργασίας, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων, την ύπαρξη του δικαιώματος του υποκειμένου για πρόσβαση αυτού σε πληροφορίες σχετικές με την επεξεργασία των δεδομένων του. Η ενημέρωση, όταν τα δεδομένα συλλέγονται απευθείας από το υποκείμενο αυτών, γίνεται κατά τη συλλογή τους. Η ενημέρωση γίνεται εγγράφως και μπορεί να περιλαμβάνεται και σε έντυπο αίτησης, με την οποία το υποκείμενο δηλώνει για συγκεκριμένο σκοπό τα προσωπικά του δεδομένα, αρκεί να πληροί τα στοιχεία που προαναφέρθηκαν. Ταυτόχρονα, η ενημέρωση, αποτελεί και δικαίωμα του υποκειμένου των δεδομένων. Το δικαίωμά του αυτό προστατεύεται με το άρθρο 12 του άνω νόμου. Η υποχρέωση του υπεύθυνου επεξεργασίας και το δικαίωμα του υποκειμένου για την ενημέρωση, αποσκοπούν αφενός στη με ελεύθερη, ρητή, ειδική και με πλήρη επίγνωση δήλωση βουλήσεως του υποκειμένου των δεδομένων για παροχή της συγκατάθεσής του να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν, όπως αξιώνεται από τα άρθρα 5 παρ. 1 και 2 περ. ια` του ν. 2472/1997, και γι` αυτό, άλλωστε, πρέπει να προηγείται της συγκατάθεσης, αφετέρου για την αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων του υποκειμένου α) για πρόσβαση στις πληροφορίες σχετικές με την επεξεργασία των προσωπικών του δεδομένων, ήτοι τη συλλογή και τον τρόπο αυτής, τον σκοπό της επεξεργασίας, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών, την εξέλιξη της επεξεργασίας, τις μεταβολές, τις διορθώσεις των δεδομένων, την τυχόν κοινοποίηση σε τρίτους των δεδομένων, με την ικανοποίηση από την πλευρά του υπεύθυνου επεξεργασίας σχετικής αίτησής του, εντός των οριζόμενων προθεσμιών, και τη δυνατότητα του υποκειμένου να προσφύγει στην αρμόδια Αρχή για την ικανοποίηση του αιτήματός του, σύμφωνα με το άρθρο 12 του άνω νόμου και β) για την προβολή αντίρρησης, κατά το άρθρο 13 του νόμου αυτού, δηλαδή του δικαιώματος του υποκειμένου να προβάλει στον υπεύθυνο επεξεργασίας, οποτεδήποτε, έγγραφες αντιρρήσεις για την επεξεργασία των δεδομένων που το αφορούν και να ζητήσει συγκεκριμένη ενέργεια, όπως, ενδεικτικά, τη διόρθωση, προσωρινή μη χρησιμοποίηση, δέσμευση, μη διαβίβαση ή διαγραφή. Ειδικότερα, δε, ως προς το στοιχείο της ενημέρωσης για τους αποδέκτες των δεδομένων, ο υπεύθυνος επεξεργασίας, πρέπει να ενημερώνει το υποκείμενο είτε ως προς το συγκεκριμένο πρόσωπο του αποδέκτη, του οποίου έτσι θα προκύπτει η ταυτότητα, είτε, κατά ρητή αναφορά του νόμου, ως προς την κατηγορία των αποδεκτών, οπότε, σ` αυτή την περίπτωση, δεν προσδιορίζεται κάθε πρόσωπο της κατηγορίας, ώστε να προκύπτει η ταυτότητά του. Πληροί, δε, την απαιτούμενη, κατά το άρθρο 11 παρ.1 περ.γ` του ν.2472/1997, για τη νομιμότητα της επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων, προϋπόθεση της ενημέρωσης του υποκειμένου των δεδομένων, η αναφορά της κατηγορίας των αποδεκτών των δεδομένων, όπως ρητά αναγράφεται στην οικεία διάταξη. Όταν ο υπεύθυνος επεξεργασίας των δεδομένων μεταβιβάσει αυτά στον εκτελούντα την επεξεργασία, ο οποίος υπάγεται σε κάποια από τις αναφερόμενες κατηγορίες αποδεκτών για την οποία έχει γίνει η ενημέρωση, δεν είναι αναγκαίο ο υπεύθυνος επεξεργασίας να προβεί σε νέα ενημέρωση του υποκειμένου των δεδομένων, όταν ανακοινώσει στον εκτελούντα την επεξεργασία τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα του υποκειμένου. Τούτο, μάλιστα, διότι, ο εκτελών την επεξεργασία, ενεργεί την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας αυτών και όχι για δικό του λογαριασμό. Η αναφορά στο άρθρο 11 παρ. 1 περ. α` του ν. 2472/1997, ότι ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να ενημερώσει το υποκείμενο για την ταυτότητά του "και την ταυτότητα του τυχόν εκπροσώπου του", αφορά τον τυχόν εκπρόσωπο του υπεύθυνου επεξεργασίας, προς τον οποίο το υποκείμενο θα μπορεί να απευθύνεται για την άσκηση των δικαιωμάτων του και όχι τον εκτελούντα την επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων του υποκειμένου για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας. Εξάλλου, ο εκτελών την επεξεργασία, δεν ταυτίζεται με τον "τρίτο", όπως ρητά εξειδικεύεται στο σχετικό ορισμό του άρθρου 2 περ. θ` του άνω νόμου. Έτσι, η πρόβλεψη του άρθρου 11 παρ. 3 περί υποχρέωσης του υπεύθυνου επεξεργασίας να ενημερώσει το υποκείμενο για την ανακοίνωση των δεδομένων σε τρίτο, πριν από την ανακοίνωση των δεδομένων στον τρίτο, δεν έχει εφαρμογή και για την περίπτωση μεταβίβασης των δεδομένων στον εκτελούντα την επεξεργασία για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας. Η ως άνω κρίση, εκτός της αναφοράς της ενημέρωσης σε "κατηγορίες αποδεκτών", στηρίζεται και στο ότι η ίδια διατύπωση διαλαμβάνεται και στο άρθρο 12 παρ. 2 περ. β` του νόμου αυτού, που ορίζει ότι, μεταξύ των πληροφοριών τις οποίες το υποκείμενο έχει δικαίωμα να λαμβάνει από τον υπεύθυνο της επεξεργασίας των δεδομένων, είναι και "οι κατηγορίες των αποδεκτών" των δεδομένων, χωρίς να απαιτεί συγκεκριμένη ταυτότητα του αποδέκτη. Επίσης, στηρίζεται και στο ότι, δεν θεσπίζεται υποχρέωση του υπεύθυνου επεξεργασίας, πέραν εκείνης της ενημέρωσης του υποκειμένου κατά τη συλλογή των δεδομένων περί των στοιχείων που προαναφέρθηκαν, και για τη μεταγενέστερη ενημέρωση του υποκειμένου των δεδομένων, σε κάθε είδους εξέλιξη της επεξεργασίας, χωρίς σχετική αίτηση του υποκειμένου των δεδομένων, εκτός της περίπτωσης που προαναφέρθηκε, της ενημέρωσης δηλαδή του υποκειμένου πριν από την ανακοίνωση των δεδομένων σε τρίτον. Προκειμένου, όμως, να εξασφαλίζονται οι αρχές της διαφάνειας, της ασφάλειας και προστασίας της ιδιωτικής ζωής του ατόμου από την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, αλλά και να μπορεί το υποκείμενο να ασκήσει αποτελεσματικά τα δικαιώματα της πρόσβασης και των αντιρρήσεων, προβλέπεται με σαφήνεια, ότι το υποκείμενο των δεδομένων, μπορεί να υποβάλει αίτηση στον υπεύθυνο επεξεργασίας και να ζητήσει την αναλυτική ενημέρωση για όλα τα στοιχεία και την εξέλιξη της επεξεργασίας, σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 2 του ανωτέρω νόμου, για το χρονικό διάστημα από την προηγούμενη ενημέρωση ή πληροφόρησή του. Μεταξύ δε αυτών των στοιχείων, περιλαμβάνεται ασφαλώς και η πληροφόρησή του για την κοινοποίηση των δεδομένων σε συγκεκριμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, αρχή, υπηρεσία ή οργανισμό, που επεξεργάζεται τα δεδομένα για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας (εκτελούντα την επεξεργασία) και το οποίο θα ανήκει στην κατηγορία αποδεκτών για την οποία έχει ενημερωθεί. Αντίστοιχη αυτοτελής υποχρέωση ενημέρωσης με εκείνη του υπεύθυνου επεξεργασίας δεν βαρύνει τον εκτελούντα την επεξεργασία, ενόψει του ότι αυτός ενεργεί για λογαριασμό και υπό την εποπτεία του υπεύθυνου επεξεργασίας, εκτός εάν και ο εκτελών την επεξεργασία των δεδομένων συλλέγει με σκοπό και αποφασισμένο τρόπο περαιτέρω επεξεργασίας τα δεδομένα, δηλαδή επεξεργασίας για σκοπούς άλλους από εκείνους της εκτέλεσης της σχετικής σύμβασης ανάθεσης της επεξεργασίας για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας (Ολ.Α.Π.3/2020, Α.Π.958/2022). Επιπλέον, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ.α` ΚΠολΔ, αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ` αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.Α.Π.1/2016, Ολ.Α.Π.2/2013, Ολ.Α.Π.7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (Ολ.Α.Π.28/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π.3/2020, Ολ.Α.Π.7/2006,Α.Π.958/2022). Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο ..., δικάζοντας ως Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Μεταξύ του τότε ενάγοντος και νυν εφεσίβλητου (αναιρεσιβλήτου) και της τότε πρώτης εναγομένης και νυν εκκαλούσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας (αναιρεσείουσας) συνήφθη αρχικά η από 28-5-1999 σύμβαση χορήγησης της με αριθμό ... πιστωτικής κάρτας (...), μετά όμως από δημιουργηθείσα οφειλή του ενάγοντος, ο τελευταίος, κατόπιν σχετικής πρότασης από την εναγομένη-εκκαλούσα, συνήψε με αυτήν στην ... στις 12-6-2015 σύμβαση χορήγησης προσωπικού- καταναλωτικού δανείου, δυνάμει της οποίας η τελευταία χορήγησε στον πρώτο πίστωση, συνολικού ποσού 3.000,00 ευρώ, προκειμένου να ρυθμιστεί η οφειλή του από την ως άνω σύμβαση χορήγησης πιστωτικής κάρτας που του είχε χορηγήσει, διάρκειας 93 μηνών, αποπληρωθέντος σε μηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις, ποσού 47,44 ευρώ, με κυμαινόμενο επιτόκιο, ύψους 10,00% ετησίως, πλέον της εισφοράς του Ν. 128/75, με τους ειδικότερους σε αυτή όρους και συμφωνίες. Κατά την υποβολή της υπ'αριθ. ...6 αίτησης του ενάγοντος για χορήγηση προσωπικού-καταναλωτικού δανείου προς ρύθμιση της προγενέστερης οφειλής του, η εκκαλούσα ως υπεύθυνος επεξεργασίας, συνέλεξε από τον ίδιο τα απλά προσωπικά δεδομένα του, που ήταν αναγκαία για την κατάρτιση της σύμβασης καταναλωτικού δανείου, όπως όνομα, επώνυμο, πατρώνυμο, διεύθυνση της κατοικίας και της εργασίας του, ημερομηνία γέννησης, οικογενειακή του κατάσταση, αριθμό δελτίου αστυνομικής ταυτότητας, αριθμό κινητού τηλεφώνου, οικίας και εργασίας, ασκούμενο επάγγελμα. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το Μάιο του έτους 2017, ο λογαριασμός του ενάγοντος παρουσίασε καθυστέρηση πληρωμής ύψους 372,95 ευρώ. Εξάλλου, η τότε πρώτη εναγομένη είχε σε προγενέστερο της σύναψης της σύμβασης χορήγησης προσωπικού- καταναλωτικού δανείου, αναθέσει στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Δ. Π. Α. Α. Ε. Ε. Ο. Π. Λ. Α." και το διακριτικό τίτλο "..." και μη διάδικο στην παρούσα δίκη, νόμιμα εγγεγραμμένη στο Μητρώο Εταιρειών Ενημέρωσης Οφειλετών για ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις που τηρείται στη Γενική Γραμματεία Καταναλωτή του άρθρου 7 του Ν.3758/2009 με αριθμό μητρώου ..., δυνάμει του μεταξύ τους από 1-9-2011 ιδιωτικού συμφωνητικού, την εξώδικη ενημέρωση οφειλετών- πελατών της σχετικά με την ύπαρξη απαιτήσεως και καθυστερήσεων αποπληρωμής οφειλών τους προς αυτήν (πρώτη εναγομένη και νυν εκκαλούσα), καθώς και τη διαπραγμάτευση του χρόνου, του τρόπου και των λοιπών όρων αποπληρωμής των ανωτέρω οφειλών, κατ'εντολή και για λογαριασμό της. Στα πλαίσια της ως άνω σύμβασης εντολής, και λαμβανομένου υπόψη του ότι ο ενάγων είχε ήδη καταστεί υπερήμερος ως προς την αποπληρωμή της οφειλής του από την ως άνω σύμβαση προσωπικού-καταναλωτικού δανείου, η τελευταία διαβίβασε στην ως άνω εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών όλα τα προαναφερόμενα προσωπικά στοιχεία του ενάγοντος, με το δυσμενές οικονομικό δεδομένο της οφειλής, χωρίς προηγουμένως να έχει ενημερώσει τον ενάγοντα για τη διαβίβαση αυτή, ενώ η εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών με την επωνυμία "Δ. Π. Α. Α. Ε. Ε. Ο. Π. Λ. Α." και το διακριτικό τίτλο "..." προέβη στην επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων του ενάγοντα με την καταχώριση αυτών στο ηλεκτρονικό αρχείο της για τις ανάγκες εκτέλεσης της σύμβασης και στη χρήση των ανωτέρω διαβιβασθέντων σε αυτή προσωπικών δεδομένων του ενάγοντος, καλώντας αυτόν τηλεφωνικώς κατ'επανάληψη, ήτοι δεκάδες φορές σε εβδομαδιαία βάση, κατά το χρονικό διάστημα από τον Μάιο μέχρι τον Οκτώβριο του έτους 2017, διά των προστηθέντων υπαλλήλων της οι οποίοι του ζητούσαν να επιβεβαιώσει τα γνωστά σε εκείνους στοιχεία της ταυτότητάς του και άλλα προσωπικά του δεδομένα, δηλώνοντάς του ότι έχει μια ληξιπρόθεσμη οφειλή δυνάμει της από 12-6-2015 σύμβασης χορήγησης προσωπικού-καταναλωτικού δανείου προς την εκκαλούσα τραπεζική εταιρεία, ότι τηλεφωνούν εκ μέρους της τελευταίας, από την οποία έλαβαν τα προσωπικά του δεδομένα, καλώντας τον να προσκομίσει διάφορα φορολογικά έγγραφα που να αποτυπώνουν την οικονομική του κατάσταση (αντίγραφο φορολογικής δήλωσης Ε3, εκκαθαριστικό σημείωμα) προκειμένου να εξεταστεί αίτημά του προς την εκκαλούσα για εξόφληση της προς αυτήν οφειλής του με εφάπαξ καταβολή του ποσού των 1.000 ευρώ. Η ανωτέρω ενέργεια της πρώτης εναγομένης και νυν εκκαλούσας να διαβιβάσει τα προσωπικά στοιχεία του ενάγοντος στην ως άνω εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών χωρίς να ενημερώσει τον ενάγοντα, προκάλεσε στον τελευταίο μεγάλη ψυχική αναστάτωση. Όσον αφορά τον ισχυρισμό της εναγομένης και νυν εκκαλούσας, ...περί του ότι στην από 12-6-2015 σύμβαση χορήγησης καταναλωτικού-προσωπικού δανείου είχε συμπεριληφθεί όρος περί χορήγησης των προσωπικών δεδομένων του ενάγοντος σε εταιρείες ενημέρωσης οφειλετών σε περίπτωση καθυστέρησης αποπληρωμής της οφειλής του, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Ειδικότερα, από την επισκόπηση του περιεχομένου και των όρων της επίμαχης σύμβασης χορήγησης προσωπικού-καταναλωτικού δανείου που συνήφθη μεταξύ των διαδίκων, προκύπτει ότι στην προμετωπίδα αυτής, με στοιχείο Α και τίτλο "...)" εμπεριέχεται ο κάτωθι γενικός όρος: "Η Τράπεζα (Υπεύθυνος Επεξεργασίας) ή τρίτοι κατ'εντολή και για λογαριασμό της (Εκτελούντες την Επεξεργασία) θα επεξεργάζονται τα προσωπικά δεδομένα των φυσικών προσώπων που υπογράφουν την παρούσα (Υποκείμενα) προς το σκοπό αξιολόγησής της, εκτέλεσης των σχετικών συμβάσεων, προάσπισης των συμφερόντων της Τράπεζας και εκπλήρωσης των υποχρεώσεών της καθώς και προώθησης/διαφήμισης τραπεζικών υπηρεσιών, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις. Αποδέκτες των δεδομένων: 1) Όσον αφορά τη σύμβαση του δανείου: (α) για την εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων των Υποκειμένων: οι εταιρείες ενημέρωσης οφειλετών, δικηγόροι, συμβολαιογράφοι και δικαστικοί επιμελητές, (β) Για την προστασία της πίστης και των οικονομικών συναλλαγών: η Τειρεσίας Α.Ε. 2) Για την εκπλήρωση κάθε σκοπού επεξεργασίας: Η Διοίκηση και οι υπηρεσίες της Τράπεζας οι θυγατρικές ή συνδεδεμένες με αυτήν επιχειρήσεις καθώς και συνεργαζόμενα με αυτή νομικά ή φυσικά πρόσωπα στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους. Τα Υποκείμενα έχουν τα προβλεπόμενα από τα άρθρα 12 και 13 του ν.2472/1997 δικαιώματα πρόσβασης και αντίρρησης για την άσκηση των οποίων μπορούν να απευθύνονται στον εκάστοτε Διευθυντή ... της Τράπεζας. Πληρέστερη ενημέρωση για την επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων έχει παρασχεθεί στα πλαίσια της συνομολόγησης από τα Υποκείμενα των Γενικών Όρων Συναλλαγών της Τράπεζας και παρέχεται στην ιστοσελίδα της (www.eurobank.gr)." Από την διατύπωση του ανωτέρω όρου, δεν αποδεικνύεται από την εναγόμενη και νυν εκκαλούσα, που έχει το βάρος απόδειξης της ενημέρωσης ως υπεύθυνος επεξεργασίας κατά τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη - ότι αυτή κατά τον παραπάνω χρόνο της συλλογής δεδομένων είχε ενημερώσει τον ενάγοντα κατά τρόπο σαφή για την ταυτότητα του υπευθύνου επεξεργασίας, την ταυτότητα του τυχόν εκπροσώπου του, για τον σκοπό της επεξεργασίας (διαβίβασης) και για τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών, όπως απαιτείτο κατ'άρθρον 11 παρ. 1 α, β, γ Ν.2472/1997. Επιπρόσθετα, ουδόλως αποδείχθηκε ότι η εκκαλούσα προέβη σε ορθή ενημέρωση του ενάγοντος μεταγενέστερα, ήτοι μετά τη συλλογή των δεδομένων και προ της διαβίβασης αυτών στην εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών, όπως απαιτείται εκ των εφαρμοστέων διατάξεων του Ν. 2472/1997, ήτοι δεν ενημέρωσε τον ενάγοντα κατά ορισμένο τρόπο, ως όφειλε, ότι τα προσωπικά του δεδομένα θα διαβιβαστούν ειδικά στη συγκεκριμένη εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών με τη συγκεκριμένη επωνυμία, έδρα και αριθμό μητρώου με την οποία ήδη είχε συνάψει ιδιωτικό συμφωνητικό ανάθεσης εντολής. Εξάλλου, ως "συγκατάθεση" με την έννοια του Ν.2472/1997, ορίζεται η ελεύθερη, ρητή και ειδική δήλωση βούλησης που εκφράζεται με τρόπο σαφή και εν πλήρη επίγνωση, με την οποία το υποκείμενο των δεδομένων, αφού προηγουμένως ενημερωθεί, δέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που τον αφορούν, οι δε τυποποιημένοι σχετικοί όροι που εμπεριέχονται σε κάθε σύμβαση και Γ.Ο.Σ και δεν αποτελούν προϊόν διαπραγμάτευσης αλλά προσχώρησης του καταναλωτή, ώστε το εκάστοτε αίτημά του για λήψη πίστωσης να τύχει έγκρισης από την Τράπεζα, δεν αρκεί προς θεμελίωση της συγκατάθεσης υπό την ανωτέρω έννοια. Σημειωτέον εξάλλου, ότι ουδόλως αποδεικνύεται ότι ο ενάγων δεν ανταποκρίθηκε σε οποιοδήποτε αίτημα της πρώτης εναγομένης και νυν εκκαλούσας, αναφορικά με την προσκόμιση στην τελευταία των οικονομικών στοιχείων ή άλλων εγγράφων, απαραίτητων για την αξιολόγηση των δεδομένων της οικονομικής του κατάστασης. Επομένως, αποδεικνύεται ότι η εναγομένη και νυν εκκαλούσα, χωρίς δικαίωμα προέβη (διά των προστηθέντων οργάνων της) στις ανωτέρω παράνομες και υπαίτιες (από πρόθεση) πράξεις και παραλείψεις σε βάρος του ενάγοντος, οι οποίες, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν σχετικώς στην άνω νομική σκέψη, προσέβαλαν την προσωπικότητά του, οι δε πράξεις δε αυτές της εναγομένης και νυν εκκαλούσας προκάλεσαν στον ενάγοντα σημαντική ηθική βλάβη, αφού λόγω των συνεχών, επίμονων και για μεγάλο χρονικό διάστημα οχλήσεών του, δικαιολογημένα προκλήθηκε στον ίδιο έντονη ψυχική αναστάτωση, θυμός και οργή από την ως άνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της. Εξάλλου, η υπαιτιότητα της εναγομένης-εκκαλούσας αναφορικά με την παραβίαση του αυτοτελώς προστατευόμενου δικαιώματος ενημέρωσης του ενάγοντος τεκμαίρεται, ενώ και η ίδια δεν απέδειξε πως ανυπαίτια αγνοούσε τα θεμελιωτικά του πταίσματος των προστηθέντων υπαλλήλων της περιστατικά, ώστε να απαλλαγεί από την ευθύνη της. Η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της, συνιστάμενη σε παράνομες πράξεις και παραλείψεις των οργάνων της, είχε ως συνέπεια την ψυχική αναστάτωση, στενοχώρια και οργή του ενάγοντος, ο οποίος διαπίστωσε εκ των υστέρων ότι τα προσωπικά του στοιχεία είχαν ήδη διαβιβαστεί στην ως άνω εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών, χωρίς να έχει προηγουμένως ειδοποιηθεί προς τούτο". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας -εναγομένης κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο κρίνοντας ομοίως είχε δεχθεί την αγωγή του αναιρεσιβλήτου και αναγνώρισε την υποχρέωση της αναιρεσείουσας να καταβάλει σ` αυτόν το ποσό των 6.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι δηλαδή η αναιρεσείουσα Τράπεζα όφειλε, επιπλέον, από την πραγματοποιηθείσα (κατά την υπογραφή της σύμβασης χορήγησης δανείου και τη συλλογή των προσωπικών δεδομένων του αναιρεσίβλητου) ενημέρωση αυτού, περί του ότι αποδέκτες των προσωπικών του δεδομένων, σε περίπτωση μη εκπλήρωσης των υποχρεώσεών του από τη σύμβαση δανείου, είναι, μεταξύ άλλων, και οι εταιρείες ενημέρωσης οφειλετών, να προβεί και σε ενημέρωση αυτού για τη διαβίβαση των προσωπικών του δεδομένων, κατά τον χρόνο διαβίβασης αυτών στην ως άνω εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών, παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 11 παρ.1, 3 του ν. 2472/1997, με εσφαλμένη υπαγωγή των ανελέγκτως γενόμενων δεκτών πραγματικών περιστατικών στον εφαρμοσθέντα ως άνω κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Τούτο δε διότι, με βάση τα περιστατικά αυτά συγκροτείται το πραγματικό της εν λόγω διάταξης και συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή της, δεδομένου ότι στην επίμαχη σύμβαση χορήγησης προσωπικού-καταναλωτικού δανείου, που συνήφθη μεταξύ των διαδίκων, εμπεριέχεται ο όρος ότι η αναιρεσείουσα (υπεύθυνη επεξεργασίας) ή τρίτοι κατ'εντολή και για λογαριασμό της (εκτελούντες την επεξεργασία) θα επεξεργάζονται τα προσωπικά δεδομένα των φυσικών προσώπων που υπογράφουν τη σύμβαση αυτή (εν προκειμένω του αναιρεσίβλητου) προς το σκοπό αξιολόγησης και εκτέλεσης της σχετικής συμβάσεως και ότι αποδέκτες των δεδομένων, όσον αφορά τη σύμβαση δανείου, για την εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων των υποκειμένων, είναι μεταξύ άλλων και οι εταιρείες ενημέρωσης οφειλετών. Συνεπώς, υπό τα ως άνω ανελέγκτως γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά από την προσβαλλόμενη απόφαση, η παραπάνω ενημέρωση του αναιρεσιβλήτου, ως υποκειμένου των δεδομένων, πληρούσε την οφειλόμενη από την αναιρεσείουσα, υπεύθυνη επεξεργασίας των δεδομένων, υποχρέωση ενημέρωσης κατά τρόπο πρόσφορο και σαφή, για τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων και το σκοπό επεξεργασίας αυτών, ο δε αναιρεσίβλητος συνήνεσε εγγράφως στη διαβίβαση των προσωπικών του δεδομένων στις αναφερόμενες κατηγορίες αποδεκτών και, επομένως, η αναιρεσείουσα δεν είχε υποχρέωση να ενημερώσει τον αναιρεσίβλητο ειδικά για τη συγκεκριμένη εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών, στην οποία θα διαβιβάζονταν τα προσωπικά του δεδομένα και η οποία θα τον καλούσε, όπως και συνέβη, προς ενημέρωση και διευθέτηση της οφειλής του. Και τούτο, διότι, ειδικότερα, κατά τις ως άνω ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, στην προαναφερόμενη δανειακή σύμβαση ρητά αναφέρεται ότι σε περίπτωση καθυστέρησης εξόφλησης οποιασδήποτε οφειλής από τη σύμβαση δανείου η αναιρεσείουσα δικαιούται να αναθέσει σε τρίτα προς την Τράπεζα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, μεταξύ των οποίων και σε νομίμως ενεργούσες, κατά το ν.3758/2009, εταιρείες ενημέρωσης οφειλετών, την εντολή, ενεργώντας για λογαριασμό της Τράπεζας, είτε να ενημερώνουν τον οφειλέτη για τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του ή και να διαπραγματεύονται ως προς τον χρόνο, τον τρόπο και τους λοιπούς όρους αποπληρωμής, είτε να διενεργούν τις απαιτούμενες προπαρασκευαστικές ενέργειες για την εξώδικη ή και δικαστική επιδίωξη της είσπραξης από την Τράπεζα των ληξιπρόθεσμων και απαιτητών οφειλών προς αυτή. Εξάλλου, η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Δ. Π. Α. Α. Ε. Ε. Ο. Π. Λ. Α.", στην οποία διαβιβάστηκαν τα προσωπικά δεδομένα του αναιρεσίβλητου, ως εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών, υπάγεται στην κατηγορία αποδεκτών "εταιρείες ενημέρωσης οφειλετών", στη δε δραστηριότητα της ως άνω εταιρείας υπαγόταν, πέραν της ενημέρωσης των οφειλετών για το χρέος και η διαπραγμάτευση για τον τρόπο πληρωμής των απαιτήσεων. Έννομη συνέπεια των ανωτέρω είναι να μην απαιτείται, κατ' άρθρο 5 παρ.1 ν.24721997, και η συγκατάθεση του αναιρεσιβλήτου για τη διαβίβαση των προσωπικών του δεδομένων στην ως άνω εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών, η οποία ενεργούσε για λογαριασμό της αναιρεσείουσας και συνακόλουθα να μην καταφάσκεται ευθύνη της αναιρεσείουσας, λόγω παράλειψής της να ενημερώσει τον αναιρεσίβλητο για τη διαβίβαση των προσωπικών του δεδομένων στη συγκεκριμένη εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών και, έτσι, να μη θεμελιώνεται αξίωση του αναιρεσίβλητου για καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος, από τον αριθ.1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 11 παρ.1γ', 3 και 5 παρ.1 του ν. 2472/1997, είναι βάσιμοι. Κατ` ακολουθίαν τούτων, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων, οι οποίοι καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια των ως άνω κριθέντων ως βασίμων, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Στη συνέχεια δε, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που δίκασε, συντιθέμενο από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσιβλήτου λόγω της ήττας του (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ` αριθ.6958/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου .... ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου, ο οποίος εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα αυτό αναιρεσείουσα. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην ..., στις 24 Απριλίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην ..., στις 4 Μαΐου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ