Αριθμός 1450/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Αιμιλία Λίτινα, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Βασίλειο Λυκούδη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης ........,που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Νινόπουλο, για αναίρεση της 1631/2005 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Δεκεμβρίου 2005 αίτησή της καθώς και στους από 26 Ιανουαρίου 2007 και 28 Απριλίου 2006 προσθέτους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 31/2006. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 211 εδ.α ΚΠΔ με ποινή ακυρότητας της επ' ακροατηρίου διαδικασίας δεν εξετάζονται ως μάρτυρες κατά την αποδεικτική διαδικασία όσοι άσκησαν και ανακριτικά καθήκοντα ή έργα γραμματέα της ανάκρισης στην ίδια υπόθεση. Η ακυρότητα που επέρχεται από την παράβαση αυτή είναι σχετική (άρθρα 170 παρ.2 και 171 παρ.1 ΚΠΔ), καλυπτόμενη, επομένως, αν δεν προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 173 και 174 του ΚΠΔ, διαφορετικά, ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως. Λόγω της γενικότητας της πιο πάνω διατάξεως του άρθρου 211, αυτή συμπεριλαμβάνει όλους όσους άσκησαν ανακριτικά καθήκοντα, στα οποία συμπεριλαμβάνονται και τα προανακριτικά, ο λόγος δε της εξαιρέσεως των προσώπων αυτών στηρίζεται στην προκατάληψη την οποία θεωρεί ο νομοθέτης ότι μπορεί να έχουν υπέρ ή κατά του κατηγορουμένου, ως εκ της ασκήσεως των καθηκόντων τους. Περαιτέρω, η ένορκη διοικητική εξέταση, μετά την ισχύ του ν. 3160/2003, εξομοιούται με την προκαταρκτική εξέταση, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 43 παρ.1 εδ. β και γ του ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του ν.3160/2003, αφού είναι δυνατόν να μη διενεργηθεί προκαταρκτική εξέταση, όταν τούτο επιβάλλεται για να κινηθεί η ποινική δίωξη, εφόσον έχει προηγηθεί ένορκη διοικητική εξέταση και προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για να κινηθεί η ποινική δίωξη. Το ίδιο προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 47 παρ.2 του ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 του ν. 3160 /2003, κατά την οποία ο εισαγγελέας προβαίνει στην απόρριψη εγκλήσεως, όταν κρίνει ότι δεν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την κίνηση της ποινικής δίωξης, εφόσον έχει διενεργηθεί, εκτός από προκαταρκτική εξέταση ή ανακριτικές πράξεις και ένορκη διοικητική εξέταση. Η εξομοίωση αυτή της διοικητικής εξέτασης με την προκαταρκτική εξέταση, εκτός από τις περιπτώσεις που ειδικώς ορίζονται στις προαναφερόμενες διατάξεις, αφορά και την απαγόρευση της αποδεικτικής αξιοποίησης σε βάρος του μετέπειτα κατηγορουμένου, παρά την εναντίωσή του, των ενόρκων μαρτυρικών καταθέσεων του ίδιου (άρθρο 31 παρ.2 ΚΠΔ), που έχουν ληφθεί, όχι μόνο σε οποιοδήποτε διαδικαστικό στάδιο της ίδιας ποινικής δίκης, όταν αυτός είχε ακόμη την ιδιότητα του μάρτυρα, αλλά και αυτών που έχουν ληφθεί κατά την διενέργεια συναφούς διοικητικής εξέτασης. Τούτο δε, διότι με τον τρόπο αυτό παραβιάζονται τα υπερασπιστικά του δικαιώματα, όπως δέχθηκε η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με την 1/2004 απόφασή της. Ως προς το ζήτημα, αν συνέπεια της γενόμενης, κατά τα προεκτεθέντα , μετά τον ν. 3160/2003 , εξομοίωσης της ένορκης διοικητικής εξέτασης με την προκαταρκτική εξέταση, είναι ότι στην απαγόρευση της εξέτασης ως μαρτύρων, που θεσπίζεται από το άρθρο 211 εδ. α του ΚΠΔ, περιλαμβάνονται και οι διενεργήσαντες ένορκη διοικητική εξέταση, με την 1524/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου έγινε δεκτό ότι στην απαγόρευση αυτή περιλαμβάνονται και οι διενεργήσαντες ένορκη διοικητική εξέταση, αφού, ανεξάρτητα από την πιο πάνω εξομοίωση, συντρέχει και στην περίπτωση αυτή ο προαναφερόμενος δικαιολογητικός λόγος της εν λόγω απαγόρευσης, δηλαδή της ενδεχόμενης προκαταλήψεως για τον κατηγορούμενο εκείνων που άσκησαν ανακριτικά καθήκοντα. (ΑΠ 1524/2006, Πρ & Λογ 2006.439). Ο Αρειος Πάγος, μέχρι και την έναρξη της ισχύος του πιο πάνω ν. 3160/2003, δεχόταν ότι ουδεμία ακυρότητα δημιουργείται από την κατάθεση ως μαρτύρων στο ακροατήριο όσων είχαν διενεργήσει ένορκη διοικητική εξέταση . Αλλά και μετά από την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού δεν εγκατέλειψε την άποψη αυτή, σύμφωνα με την οποία, από τη διάταξη του άρθρου 211 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι άσκηση ανακριτικών καθηκόντων νοείται, η ενέργεια οποιασδήποτε ανακριτικής η προανακριτικής πράξεως, από τακτικό ή ειδικό ανακριτή ή γενικό ή ειδικό προανακριτικό υπάλληλο, κατά τη διάρκεια ανάκρισης ή προανάκρισης και όχι η ενέργεια οιουδήποτε υπαλλήλου, που δεν είναι ειδικός προανακριτικός υπάλληλος στα πλαίσια ένορκης ή μη διοικητικής εξέτασης (βλ.ΑΠ 2359/2005, ΠΧ. ΝΣΤ.619). Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα λοιπά έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, από το Άρειο Πάγο για την έρευνα της βασιμότητας ή μη των λόγων αναίρεσης, προκύπτουν τα εξής. Με την προσβαλλόμενη 1631/2005 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, η κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα ..........., καταδικάστηκε, σε συνολική ποινή φυλάκισης έξι ετών για πλαστογραφία μετά χρήσεως, κατ΄εξακολούθηση, που στρεφόταν κατά του Δημοσίου με ζημία αυτού που υπερβαίνει τα 50 εκατ. δραχμές, απιστία σχετικά με την υπηρεσία, κατ' εξακολούθηση, όπου ο υπαίτιος μετήλθε ιδιαίτερα τεχνάσματα και η ελάττωση της περιουσίας του Δημοσίου υπερβαίνει τα 50 εκατ. δραχμές και υπεξαίρεση στην υπηρεσία, κατ' εξακολούθηση, με ζημία του Δημοσίου που υπερβαίνει τα 50 εκατ. δραχμές, (26 παρ.1α, 27 παρ.1, 94 παρ.1, 98, 216 παρ.1,3, 256 περ.γ', 258 περ.γ ΠΚ, άρθρο 1 Ν.1608/1950, όπως ισχύει), με τα ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ. 2 περ, α, δ και ε ΠΚ. Κατά την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας και πριν από την εξέταση των μαρτύρων, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της κατηγορουμένης αναιρεσείουσας, πλην άλλων, προέβαλε αντιρρήσεις ως προς την εξέταση των μαρτύρων κατηγορίας ........... και ...........,διότι, όπως ισχυρίσθηκε, "είχαν διενεργήσει προανακριτικά καθήκοντα κατά το άρθρο 211 ΚΠΔ". Στη συνέχεια, ο αυτός πληρεξούσιος, υπέβαλε αίτημα αναβολής της υποθέσεως, "προκειμένου να προσκομισθούν τα πειστήρια, δηλαδή τα 1833 διπλότυπα, τα οποία, κατά το κατηγορητήριο πλαστογράφησε η κατηγορουμένη - αναιρεσείουσα και των οποίων έκανε χρήση, ώστε να δυνηθεί να ασκήσει αυτή τα υπερασπιστικά της δικαιώματα και να διαταχθεί λογιστική πραγματογνωμοσύνη επί όλων των διπλοτύπων προκειμένου να διαπιστωθεί το πραγματικό ποσό που αυτή υπεξαίρεσε, (ποσό το οποίο, όπως ισχυρίζεται, δεν υπερβαίνει τα 20 εκ. δραχμές), δεδομένου, ότι μόνο τα 744 διπλότυπα αντιπαραβλήθηκαν, δηλαδή έγινε αντιπαραβολή του αντιγράφου που διδόταν στον οφειλέτη, όπου αναγραφόταν το μεγαλύτερο ποσό που πράγματι αυτός είχε καταβάλει και του στελέχους που παρέμενε στην υπηρεσία, όπου αναγραφόταν το μικρότερο ποσό, και η υπάρχουσα διαφορά αποτελούσε το ποσό της ζημίας του Δημοσίου στα πιο πάνω αδικήματα για τα οποία καταδικάστηκε. Το αίτημα της αναιρεσείουσας, για τη μη εξέταση των πιο πάνω μαρτύρων, απορρίφθηκε από το Πενταμελές Εφετείο με την αιτιολογία ότι " ο ισχυρισμός του πληρεξουσίου δικηγόρου της κατηγορουμένης και εκπροσωπούντος αυτήν περί μη εξέτασης των μαρτύρων κατηγορίας ...........και .........., είναι αβάσιμος και απορριπτέος", ενώ επιφυλάχθηκε να αποφασίσει επί του αιτήματος της αναβολής για τον πιο πάνω λόγο. Ακολούθως δε προέβη στην εξέταση των εν λόγω μαρτύρων, τις καταθέσεις των οποίων όχι απλώς συνεκτίμησε, αλλά ιδιαιτέρως έλαβε υπόψη του, προκειμένου να προβεί στην πιο πάνω καταδικαστική για την αναιρεσείουσα κρίση του, αφού γίνεται ιδιαίτερη μνεία των καταθέσεων των εν λόγων μαρτύρων, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με την αναφορά ότι "για όλα τα ανωτέρω περιστατικά σαφείς και αρκετά πειστικές υπήρξαν οι καταθέσεις των ειρημένων μαρτύρων κατηγορίας .........και ............ ....". Απέρριψε δε το αίτημα για το οποίο είχε επιφυλαχθεί να αποφασίσει, με την αιτιολογία ότι " ύστερα από αυτά το αίτημα της κατηγορουμένης για αναβολή της δίκης προκειμένου να προσκομισθούν τα πειστήρια και να διενεργηθεί λογιστική πραγματογνωμοσύνης είναι αβάσιμο και απορριπτέο" . Δηλαδή, όπως σαφώς συνάγεται από την παραδοχή αυτή του Δικαστηρίου της ουσίας, κρίθηκε ότι δεν συντρέχει λόγος αναβολής της υποθέσεως, διότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύονται στην απόφαση και ιδιαίτερα από τις καταθέσεις των πιο πάνω εξετασθέντων μαρτύρων, που διενήργησαν την ένορκη διοικητική εξέταση, προέκυπτε πλήρως η ενοχή της κατηγορουμένης αναιρεσείουσας για τις πράξεις που αυτή καταδικάστηκε, ώστε να παρέλκει η αναβολή της υποθέσεως για τους λόγους που ζήτησε. Κατά της πιο πάνω καταδικαστικής αποφάσεως η αναιρεσείουσα άσκησε παραδεκτώς την υπό κρίση αναίρεση, με τον τρίτο λόγο της οποίας, προβάλλει ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα που έλαβε χώρα κατά την διαδικασία στο ακροατήριο, κατ' άρθρο 510 παρ.1 α ΚΠΔ, "περί την εξέταση ως μαρτύρων προανακριτικών υπαλλήλων κατά παράβαση των άρθρων 211 α και 171 παρ.1δ του ΚΠΔ" , διότι, όπως εκθέτει, παρά τις αντιρρήσεις της , οι πιο πάνω επιθεωρητές του Υπουργείου Οικονομικών ........... και .............. εξετάσθηκαν ως μάρτυρες, ενώ είχαν ασκήσει προανακριτικά καθήκοντα, ως "ειδικοί ανακριτικοί υπάλληλοι, επιθεωρητές δημοσίων υπολόγων, αρμόδιοι για την ερευνώμενη πράξη", τόσο ως προς την ποινική πλευρά της υποθέσεως, όσο και "από διοικητικής πλευράς". Επίσης, με τον παραδεκτώς ασκηθέντα συναφή πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προβάλλει τον από τη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1, στοιχ. Β ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως για σχετική ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και δεν καλύφθηκε, σύμφωνα με τα άρθρα 173 και 174 ΚΠΔ, διότι, παρά τις αντιρρήσεις της, οι αυτοί πιο πάνω επιθεωρητές του Υπουργείου Οικονομικών, εξετάσθηκαν ως μάρτυρες, αν και ενήργησαν, εκτός από προανακριτικά, και πειθαρχικά καθήκοντα (ΕΔΕ), και μετά την έναρξη εφαρμογής του ν. 3160/2003, οι οικονομικοί επιθεωρητές που ενήργησαν διοικητική εξέταση, περιλαμβάνονται στην απαγόρευση του άρθρου 211 α ΚΠΔ. Στις καταθέσεις δε των μαρτύρων αυτών η προσβαλλόμενη απόφαση στήριξε κατά κύριο λόγο την καταδικαστική κρίση της. Σύμφωνα με την αναφερόμενη στην αρχή νομική σκέψη, η ακυρότητα της επ' ακροατηρίου διαδικασίας, που επέρχεται από την κατά παράβαση του άρθρου 211 εδ.α ΚΠΔ εξέταση ως μαρτύρων και όσων άσκησαν προανακριτικά καθήκοντα στην ίδια υπόθεση, είναι σχετική και, μη καλυπτόμενη, ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως. Συνεπώς, παραδεκτός κρίνεται ο από την τελευταία αυτή διάταξη ιδρυόμενος πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, για σχετική ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και όχι ο από το αυτό άρθρο της παραγράφου 1 στοιχ. Α λόγος, για απόλυτη ακυρότητα της αυτής διαδικασίας και ως τέτοιος λόγος εκτιμάται (για σχετική μη καλυπτόμενη ακυρότητα) και ο πιο πάνω τρίτος λόγος της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως. Η αιτίαση, όμως, ως προς το σκέλος αυτής, ότι οι πιο πάνω μάρτυρες - οικονομικοί επιθεωρητές ενήργησαν στην προκειμένη υπόθεση ως αρμόδιοι ειδικοί ανακριτικοί υπάλληλοι " από ποινικής πλευράς" (άρθρο 34 ΚΠΔ), είναι αβάσιμη, αφού, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 62 του ν. 2065/1992, οι αναφερόμενοι στη διάταξη αυτή επιθεωρητές του Υπουργείου Οικονομικών ασκούν καθήκοντα ειδικών ανακριτικών υπαλλήλων στα αδικήματα λαθρεμπορίας, φοροδιαφυγής, φορολογικών παραβάσεων. παραβάσεων της νομοθεσίας για το εθνικό νόμισμα, καθώς και για συναφή αδικήματα, κατόπιν αδείας του αρμόδιου εισαγγελέως, και όχι για τα πιο πάνω αδικήματα, για τα οποία καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα. Συνεπώς, δεν κωλύονται οι προαναφερόμενοι , εκ του λόγου τούτου, να εξετασθούν ως μάρτυρες και, συνακόλουθα, το Δικαστήριο της ουσίας δεν έσφαλε με τον απορρίψει τον σχετικό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, ως αβάσιμο. Ως προς το σκέλος, όμως, της αιτίασης ότι οι πιο πάνω εξετασθέντες μάρτυρες ενήργησαν τις ειδικώς μνημονευόμενες στο δικόγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και στους προσθέτους αυτής λόγους "προανακριτικές" πράξεις στα πλαίσια της ενεργηθείσας ένορκης διοικητικής εξέτασης, σε σχέση με το ζήτημα, αν η εξέταση αυτών περιλαμβάνεται, ή όχι, στην απαγόρευση του άρθρου 211 εδ.α του ΚΠΔ, για το επιτρεπτό ή όχι της εξέτασης αυτών, έχουν υποστηριχθεί από τον Αρειο Πάγο οι πιο πάνω αντίθετες απόψεις. Το ζήτημα δε αυτό, κατά την ομόφωνη γνώμη του Τμήματος, παρουσιάζει γενικότερο ενδιαφέρον και γι' αυτό η αίτηση αναιρέσεως όσον αφορά τον πιο πάνω λόγο αναιρέσεως και τον συναφή πρόσθετο λόγο, πρέπει να παραπεμφθεί στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ.1 του ν. 1756/1988, όπως ισχύει, και το άρθρο 3 παρ.2 του ν. 3810/1957, το οποίο έχει διατηρηθεί σε ισχύ ως προς τις ποινικές υποθέσεις, άρθρο 111 παρ.1 περίπτ. θ του ν.1756/1988. Το Δικαστήριο τούτο (ΣΤ' Ποινικό Τμήμα), επιφυλάσσεται να αποφασίσει επί των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως μετά την απόφαση της Ολομέλειας. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Παραπέμπει στην τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, την από 5-12-2005 αίτηση (δήλωση) αναιρέσεως (με αρ. πρωτ. 10451/5-12-2005) κατά τον τρίτο λόγο αυτής, και τον πρώτο από τους από 26-1-2007 πρόσθετους αυτής λόγους, της αναιρεσείουσας ..................., κατοίκου Αμαρουσίου, προς επίλυση του νομικού ζητήματος που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2007. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Ιουνίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ