Αριθμός 152/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Γρηγόριο Μάμαλη, Αιμιλία Λίτινα και Βασίλειο Λυκούδη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1) Χ1 και 2) Χ2, που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Μαύρου-Τσάκου, για αναίρεση της 3438/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Δεκεμβρίου 2005 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 6/2006. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά , στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί , με τους οποίος έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους , χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων , η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων , η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση όπου η αιτιολογία της αποφάσεως εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της, το οποίο περιέχει , εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητήριου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα , ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Η ύπαρξη, τέλος, του δόλου που απαιτείται, κατά το άρθρο 26 παρ.1 ΠΚ, για τη θεμελίωση όμως της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος , δεν είναι, καταρχήν, ανάγκη να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι προκύπτει από την πραγμάτωση των περιστατικών τούτων, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος. Εξάλλου, κατά το άρθρο 30 του Αγορανομικού Κώδικα ( ν.δ. 136/1946), όπως ισχύει, τιμωρούνται με φυλάκιση ή με χρηματική ποινή ή και με τις δύο ποινές, μεταξύ άλλων, και οι οπωσδήποτε παραβαίνοντες τις αγορανομικές διατάξεις που εκδίδονται από τον εν λόγω νόμο ,καθώς και άλλες αστυνομικές διατάξεις που ρυθμίζουν αγορανομικά αντικείμενα ( παρ.15).Με το άρθρο 35 παρ.1ζ της 14/1989 Αγορανομικής Διατάξεως (Α.Δ.) ορίσθηκε, ότι "στα προπαρασκευασμένα τρόφιμα που προορίζεται να διατεθούν ως έχουν στον τελικό καταναλωτή, καθώς και σε αυτά που διατίθενται σε εστιατόρια, νοσοκομεία, καντίνες και άλλες παρόμοιες μονάδες ομαδικής εστίασης, πρέπει να αναγράφεται "ο τόπος παραγωγής ή προέλευσης, στην περίπτωση που η παράλειψή του μπορεί να οδηγήσει τον καταναλωτή σε πλάνη, ως προς τον πραγματικό τόπο παραγωγής ή προέλευσης του τροφίμου", ενώ με την παρ. 3 της αυτής Διατάξεως ορίστηκε, ότι "υπόχρεοι για την αναγραφή των ενδείξεων είναι ο παρασκευαστής ή ο πωλητής, που τα στοιχεία του θα αναγράφονται πάνω στο προϊόν και που είναι υπεύθυνος για τη διάθεσή του στην αγορά . Υπεύθυνος για την έλλειψη αυτών είναι και οποιοσδήποτε και με οποιονδήποτε τρόπο συμμετέχει στη διακίνηση του συγκεκριμένου προϊόντος". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 284 της ίδιας Αγορανομικής Διατάξεως (14/1989) , " στα τιμολόγια αγοράς και πώλησης των οπωρ/κών όπως και τα δελτία αποστολής αυτών υποχρεωτικά αναγράφεται το είδος, η προέλευση του προϊόντος, η ποιότητα και η ποικιλία του" . Εξάλλου, μετά την κατάργηση με το άρθρο 3 παρ.1 του Ν. 1401/1983 της παραγράφου 2 του άρθρου 36 του Αγορανομικού Κώδικα, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου για κάθε αγορανομική παράβαση στα αναφερόμενα καταστήματα, εργοστάσια, εργαστήρια κλπ, τιμωρούνται ως αυτουργοί " ο κύριος της επιχειρήσεως, ο διευθυντής και ο επόπτης" του καταστήματος εργοστασίου εργαστηρίου κλπ. Ενόψει αυτών, για να έχει η καταδικαστική απόφαση, για την παράβαση του πιο πάνω άρθρου 30 παρ.15 του Αγορανομικού Κώδικα, την επιβαλλόμενη τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, απαιτείται να αναφέρεται και ότι ο κατηγορούμενος κατά το χρόνο τέλεσης της πράξεως, είχε μία από τις τρεις προαναφερόμενες ιδιότητες , περαιτέρω δε να προκύπτει από τις παραδοχές της αποφάσεως το είδος της υπαιτιότητας αυτού που γίνεται δεκτό, αν δηλαδή, αυτός τέλεσε την πράξη από δόλο ή αμέλεια, στην περίπτωση δε που γίνεται δεκτό ότι κατηγορούμενος ενήργησε από δόλο, δεν είναι απαραίτητο ο δόλος αυτός να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τον επιτρεπτό συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, ότι " ....... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι και δη ο πρώτος ...., ως νόμιμος εκπρόσωπος και τεχνικός διευθυντής της εδρεύουσας στη ΒΙ.ΠΕ. Θεσσαλονίκης Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΟΦΙΜΩΝ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και ο δεύτερος, ....., ως διευθυντής και αγορανομικός υπεύθυνος αυτής, κατά το χρονικό διάστημα από 1.7.2000 έως 12.1.2001, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, σε προσυσκευασμένα τρόφιμα που προορίζονται να διατεθούν ως είχαν στον τελικό καταναλωτή δεν μερίμνησαν να αναγράφεται στη συσκευασία τους, όπως είχαν υποχρέωση, μεταξύ άλλων ενδείξεων και ο τόπος παραγωγής και προέλευσης αυτών και συγκεκριμένα συσκεύασαν σε χαρτοκιβώτια των 10 κιλών και διέθεσαν στο κοινό 580 τόννους κατεψυγμένο αρακά που είχαν εισάγει από την Ουγγαρία και τη Γιουγκοσλαβία και 166 τόννους κατεψυγμένα φασολάκια , που είχαν εισάγει από την Ουγγαρία, τη Γιουγκοσλαβία , τη Βουλγαρία και την Τουρκία, χωρίς να αναγράφεται στη συσκευασία (χαρτοκιβώτια) των ως άνω προϊόντων ένδειξη για τον τόπο παραγωγής και προέλευσης αυτών και ακόμα στις 19.1.2001 εξέδωσαν τιμολόγια πωλήσεως- δελτία αποστολής διαφόρων ειδών οπωροκηπευτικών , χωρίς να αναγράφουν σ΄ αυτά, όπως είχαν υποχρέωση, την προέλευση των προϊόντων αυτών, και κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα, ως προς το είδος και την ποσότητα αυτών. Ως εκ τούτου πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι αυτοί για τις πράξεις τους αυτές κατά το στο διατακτικό οριζόμενα". Για τις πράξεις δε αυτές, οι οποίες προσδιορίζονται λεπτομερέστερα στο διατακτικό, και οι οποίες, όπως αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ., 17 παρ.1, 94, 98, ΠΚ, 30 παρ.15 του ΝΔ 136/46, και 35 παρ. 1ζ-3 και 284 της 14/1989 ΑΔ, το Τριμελές Εφετείο, αφού έλαβε υπόψη του, πλην άλλων , την ένταση του δόλου των κατηγορουμένων, επέβαλε ποινή φυλάκισης 6 μηνών για την κάθε πράξη και για τον καθένα κατηγορούμενο ( συνολική 9 μηνών), την οποία, μετέτρεψε σε χρηματική προς 4,4 ευρώ για κάθε ημέρα φυλάκισης για τον πρώτον και ανέστειλε την εκτέλεση της ποινής για μία τριετία για τον δεύτερο. Με τις παραδοχές του αυτές το πιο πάνω Δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως, για την οποία καταδικάστηκαν οι κατηγορούμενοι-αναιρεσείοντες, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Για την πληρότητα δε της εν λόγω αιτιολογίας, δεν υπήρχε ανάγκη να διαληφθούν σ' αυτήν και τα στο αναιρετήριο αναφερόμενα στοιχεία, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες. Ειδικότερα, η εν μέρει επανάληψη στην αιτιολογία της αποφάσεως ( σκεπτικό) του διατακτικού δεν συνιστά στη συγκεκριμένη περίπτωση ελλιπή αιτιολογία, αφού τούτο είναι λεπτομερές και εκτίθενται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Περαιτέρω το Τριμελές Εφετείο δέχθηκε ότι . Α) Οι αναιρεσείοντες τέλεσαν τις πιο πάνω πράξεις, ο μεν πρώτος με την ιδιότητα του "τεχνικού διευθυντή", ο δε δεύτερος του "διευθυντή", δηλαδή αναφέρεται μία από τις ιδιότητες (δηλαδή του "διευθυντή"), που προβλέπονται στη διάταξη του άρθρου 36 παρ.1 του Αγορανομικού Κώδικα , την οποία πρέπει να έχει ο κατηγορούμενος που κρίνεται ένοχος για παραβάσεις του άρθρου 30 παρ.15 του ίδιου Κώδικα, όπως στην προκείμενη περίπτωση. Η εκ περισσού αναφορά ότι οι κατηγορούμενοι- αναιρεσείοντες, ήταν, επιπλέον, ο μεν πρώτος νόμιμος εκπρόσωπος, ο δε δεύτερος αγορανομικός υπεύθυνος, ουδεμία σημασία έχει ούτε αναιρούν τη συνδρομή της προβλεπόμενης από το νόμο ιδιότητας του "διευθυντή". Εξάλλου, από τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ο σαφώς ότι οι κατηγορούμενοι ενήργησαν με σκοπό την πώληση των πιο πάνω προϊόντων και γνώριζαν ότι αυτά προορίζονται να διατεθούν στην κατανάλωση και συνακόλουθα συμμετείχαν στη διακίνηση αυτών. Β).Οι αναιρεσείοντες, όπως ανενδοιάστως προκύπτει από τις αυτές πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, διέπραξαν και τα δύο αδικήματα για τα οποία καταδικάστηκαν, εκ δόλου. Το γεγονός δε, ότι το Συμβούλιο Εφετών δέχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι ενήργησαν από δόλο, προκύπτει ανενδοιάστως από το ότι . α) στην προσβαλλόμενη απόφαση μνημονεύεται η διάταξη του άρθρου 30 παρ.15 του 136/46 και όχι και του άρθρου 33 που αναφέρεται στην από αμέλεια τέλεση των πράξεων του άρθρου 30 , β) γίνεται ειδική μνεία των διατάξεων των άρθρων 26 παρ.1 και 27 παρ.1 που ΠΚ , που αφορούν την από δόλο τέλεση της πράξεως, ενώ παραλείπεται η διάταξη του άρθρου 28 ΠΚ, που αφορά την τέλεση αυτής από αμέλεια, γ) οι κατηγορούμενοι κρίθηκαν ένοχοι της πρώτης πράξεως, κατ' εξακολούθηση, γεγονός που αποκλείει την αμέλεια και δ) κατά την επιμέτρηση της ποινής το Δικαστήριο , όπως ρητώς αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφασή του, έλαβε υπόψη του " και την ένταση του δόλου των υπαιτίων". Συνεπώς δεν ήταν αναγκαίο, κατά την προεκτιθέμενη νομική σκέψη, να συμπεριλάβει ιδιαίτερη αιτιολογία για το ότι η πράξη τελέστηκε από δόλο. Επομένως οι λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Δ και Ε για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως είναι αβάσιμοι και πρέπει, ακολούθως, να απορριφθεί αυτή κατ'ουσία και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 4/12/2005 αίτηση αναιρέσεως των Χ1 και 2) του Χ2, για αναίρεση της 3438/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται, σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για τον καθένα. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιανουαρίου 2007. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιανουαρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ