Αριθμός 252/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ERGO ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΕ", που εδρεύει στη Νέα Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικής διαδόχου της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕ", λόγω συγχώνευσης των δύο εταιρειών και απορροφήσεως της δεύτερης από την πρώτη, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ντανάκα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Α. του Δ., κατοίκου ..., 2) Γ. Τ. του Λ., κατοίκου ... και 3) τελούσας υπό οριστική ασφαλιστική εκκαθάριση αλλοδαπής ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "EΝΤΕRPRISE ΙΝSURANCE CO PLC", που εδρεύει στo Γιβραλτάρ Ηνωμένου Βασιλείου, για λογαριασμό της οποίας ενεργεί νόμιμα στην Ελλάδα η Μονοπρόσωπη Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "ΡΙΣΕΝΤΙΣ ΕΛΛΑΣ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΟΙ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" και δ.τ. "ΡΙΣΕΝΤΙΣ ΕΛΛΑΣ Μ.Ε.Π.Ε." (πρώην "ΕΝΤΕΡΠΡΑΪΖ ΕΛΛΑΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ"), που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων ο 1ος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μάρκο Λαυρεντιάδη, ο 2ος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Κυριακή Σταμαδιανού και η 3η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Πορφύρη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-6-2015 αγωγή του ήδη 1ου των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 20-10-2016 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση για αναγκαστική παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αναγωγή της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕ" (ήδη αναιρεσείουσας), με την από 1-12-2016 πρόσθετη παρέμβαση του ήδη 2ου των αναιρεσιβλήτων, καθώς και με την διά προτάσεων ασκηθείσα πρόσθετη παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου, μη διαδίκου στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1278/2017 εν μέρει οριστική - εν μέρει μη οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4845/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-2-2020 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των 1ου και 2ου των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ'αριθμ. 4845/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α' Κ.Πολ.Δ., ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλόμενων λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.). Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως υπ' αριθμ. 4845/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, σε σχέση με το ένδικο τροχαίο ατύχημα, που συνέβη στις …-12-2013, στην ..., ασκήθηκαν τα ακόλουθα δικόγραφα: α) η από 20.6.2015 (αρ. κατ. 101807/5792/2015) αγωγή του Μ. Α., με την οποία ο τελευταίος, επικαλούμενος ότι το ένδικο ατύχημα, που είχε ως επακόλουθο τον τραυματισμό αυτού, ως συνεπιβαίνοντος (συνοδηγού) του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ΕΑ- ... υπηρεσιακού αυτοκινήτου της ΕΛ.ΑΣ., οφείλεται στη συγκλίνουσα αμέλεια των Γ. Τ. και Ν. Φ., οδηγών των με αριθμούς κυκλοφορίας ΙΖΥ- ... και ΚΡΜ- ... ΙΧΕ αυτοκινήτων, ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενες ασφαλιστικές εταιρείες με τις επωνυμίες "ENTERPRISE INSURANCE" και "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΑΕ", που ασφάλιζαν, αντιστοίχως, την έναντι τρίτων αστική ευθύνη των ως άνω οχημάτων, να του καταβάλουν, ως αποζημίωση, το συνολικό ποσό των 37.896,23 ευρώ, β) η από 20.10.2016 (αρ. κατ. 502894/3798/2016) ανακοίνωση δίκης- προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή της εναγομένης στην ανωτέρω κύρια αγωγή ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε.", κατά του Γ. Τ., της αλλοδαπής ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ENTERPRISE INSURANCE" και του Ελληνικού Δημοσίου, με την οποία, ισχυριζόμενη ότι ο Γ. Τ. και ο οδηγός του υπηρεσιακού αυτοκινήτου της ΕΛ.ΑΣ. Δ. Τ., ευθύνονται, κατά ποσοστό 95% ο καθένας, για την επέλευση του ενδίκου ατυχήματος και τον κατ' αυτό τραυματισμό του κυρίως ενάγοντος Μ. Α., ζήτησε να υποχρεωθούν οι παρεμπιπτόντως εναγόμενοι να της καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, το 95% του ποσού που θα υποχρεωθεί η ίδια να καταβάλει στον κυρίως ενάγοντα και γ) η από 1.12.2016 (αρ. κατ. 507831/4281/2016) πρόσθετη παρέμβαση του Γ. Τ., υπέρ της πρώτης εναγομένης της ως άνω κύριας αγωγής ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ENTERPRISE INSURANCE". Οι ανωτέρω, αγωγή, παρεμπίπτουσα αγωγή και πρόσθετη παρέμβαση, καθώς και η ασκηθείσα κατά τη συζήτηση, με τις από 15-12-2016 προτάσεις του Ελληνικού Δημοσίου, πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του κυρίως ενάγοντος Μ. Α., συνεκδικάσθηκαν από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, λόγω της μεταξύ τους πρόδηλης συνάφειας, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο και από την σύμβαση ασφαλίσεως αυτού [άρθρο 681 Κ.Πολ.Δ.], και εκδόθηκε επ' αυτών η υπ' αριθμ. 1278/2017 εν μέρει οριστική απόφασή του, με την οποία το ως άνω Δικαστήριο 1) απέρριψε ως αόριστη την από 20.10.2016 (αρ. κατ. 502894/3798/2016) παρεμπίπτουσα αγωγή, 2) έκρινε ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος είναι ο οδηγός του ασφαλισμένου στην ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ENTERPRISE INSURANCE" με αριθμό κυκλοφορίας ΙΖΥ- ... ΙΧΕ αυτοκινήτου Γ. Τ., ακολούθως δε, δέχτηκε εν μέρει την από 20.6.2015 (αρ. κατ. 101807/5792/2015) κύρια αγωγή, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της εν λόγω ασφαλιστικής εταιρείας, επιδικάζοντας υπέρ του κυρίως ενάγοντος, ως αποζημίωση για απωλεσθέντα εισοδήματα χρονικού διαστήματος από Ιανουάριο έως και Σεπτέμβριο του 2014, το ποσό των 19.290,73 ευρώ, ενώ διέταξε την επανάληψη της συζήτησης για τα εισοδήματα χρονικού διαστήματος από τον Οκτώβριο του 2014 έως και το Μάιο του 2015, προκειμένου να προσκομισθούν, με επιμέλεια του ενάγοντος, βεβαιώσεις αποδοχών και 3) δέχτηκε την ασκηθείσα με τις από 15-12-2016 προτάσεις πρόσθετη παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου και απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την από 1.12.2016 (αρ. κατ. 507831/4281/2016) πρόσθετη παρέμβαση του Γ. Τ.. Κατά της ως άνω αποφάσεως, ως προς τις οριστικές διατάξεις αυτής, ασκήθηκαν ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών: 1) η από 5.4.2018 (αρ. κατ. 34711/2420/2018) έφεση του κυρίως ενάγοντος, στρεφόμενη κατά της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ERGO AAE", που απορρόφησε με συγχώνευση την αρχικώς εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε." (ως προς την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή του) και 2) η από 20.10.2016 (αρ. κατ. 502894/3798/2016) επικουρική έφεση της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ERGO AAE", με την οποία ζητούσε, σε περίπτωση που ευδοκιμήσει η έφεση του κυρίως ενάγοντος και γίνει δεκτή η κύρια αγωγή και ως προς αυτήν, να ερευνηθεί και να γίνει δεκτή η (απορριφθείσα πρωτοδίκως ως αόριστη) παρεμπίπτουσα αγωγή της δικαιοπαρόχου της "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε." κατά των Γ. Τ., αλλοδαπής ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ENTERPRISE INSURANCE" και Ελληνικού Δημοσίου. Επί των εφέσεων αυτών, οι οποίες συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η ήδη προσβαλλόμενη 4845/2019 απόφαση, με την οποία το Μονομελές Εφετείο Αθηνών: α) κήρυξε απαράδεκτη την από 20.10.2016 (αρ. κατ. 502894/3798/2016) επικουρική έφεση, καθόσον αφορά τη δεύτερη εφεσίβλητη- παρεμπιπτόντως εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ENTERPRISE INSURANCE", β) δέχτηκε την από 5.4.2018 (αρ. κατ. 34711/2420/2018) έφεση του κυρίως ενάγοντος, εξαφάνισε την εκκαλουμένη, κατά το μέρος που αφορά στη δεύτερη εναγομένη (ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ και ήδη ERGO AAE), και, αφού δίκασε επί της ουσίας την κύρια αγωγή, δέχτηκε αυτήν εν μέρει και υποχρέωσε την ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ERGO AAE" να καταβάλει στον κυρίως ενάγοντα το ποσό των 23.025,96 ευρώ και γ) δέχτηκε την από 20.10.2016 (αρ. κατ. 502894/3798/2016) επικουρική έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη κατά το μέρος που απέρριψε (ως αόριστη) την από 20.10.2016 (αρ. κατ. 502894/3798/2016) παρεμπίπτουσα αγωγή και, αφού την ερεύνησε επί της ουσίας, την απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφιο β' και 914 του Α.Κ. συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του Α.Κ., να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση, εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη, ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το πιο πάνω άρθρο 300 του Α.Κ. Εξάλλου, η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (Κ.Ο.Κ.), δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (Α.Π. 301/2021, Α.Π. 464/2020, Α.Π. 1337/2019, Α.Π. 623/2019, ΑΠ 309/2019, ΑΠ 270/2019), ενώ μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο ΚΟΚ στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγησή τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή τη μείωση των επιζήμιων συνεπειών (ΑΠ 536/2022, ΑΠ 877/2021, ΑΠ 898/2020, ΑΠ 797/2020). Περαιτέρω, στα άρθρα 12 και 19 του ΚΟΚ (ν. 2696/1999) ορίζονται υποχρεώσεις και κανόνες προς τους οποίους πρέπει να συμμορφώνεται ο οδηγός κάθε οχήματος, προκειμένου να αποφεύγονται, κατά το δυνατόν, ατυχήματα πεζών και οχημάτων. Ειδικότερα, στο άρθρο 12 παρ. 1 ορίζεται ότι, αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς, πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά, που είναι ενδεχόμενο, μεταξύ άλλων, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα, ενώ οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή τους, ενώ στο άρθρο 19, στην παρ. 1 ότι "ο οδηγός του οδικού οχήματος, επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς", στην παρ. 2 ότι "ο oδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα τoυ oχήματός τoυ λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματός του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας, κατά τρόπoν ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού. Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν", και στην παρ. 7 ότι " ο οδηγός οχήματος, το οποίο κινείται πίσω από άλλο, υποχρεούται να τηρεί αρκετή απόσταση για την αποφυγή σύγκρουσης αν, το προ αυτού κινούμενο όχημα, μειώσει ξαφνικά την ταχύτητά του ή διακόψει την πορεία του". Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 521/2021, Α.Π. 867/2020, Α.Π. 605/2020, Α.Π. 551/2020). Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (Α.Π. 1348/2021, Α.Π. 186/2021, Α.Π. 607/2020, Α.Π. 252/2020). Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό- τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (Α.Π. 1204/2021, Α.Π. 521/2021, Α.Π. 301/2021, Α.Π. 551/2020). Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ. (Α.Π. 521/2021, Α.Π. 867/2020, Α.Π. 607/2020, Α.Π. 551/2020). Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005, Α.Π. 980/2021, Α.Π 756/2021, Α.Π. 501/2021, Α.Π. 123/2021). Ο λόγος αναιρέσεως για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένως ή παραλείπει εσφαλμένως να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας, προκειμένου να ανεύρει, βάσει αυτών, την αληθινή έννοια κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς, όχι δε και όταν παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π. 1220/2021, Α.Π. 816/2021, Α.Π. 1267/2020, Α.Π. 909/2020). Με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.Α.Π. 3/2020, Α.Π. 1308/2021, Α.Π. 953/2021, Α.Π. 756/2021, Α.Π. 258/2021). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο, ιδρύεται δε αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση. Η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε κατ' ουσίαν την υπόθεση, πρέπει να προκύπτει από την διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της αποφάσεως ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απορρίψεως της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1009/2021, Α.Π. 997/2021, Α.Π. 123/2021, Α.Π. 42/2020). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της εν λόγω διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Στην υπό κρίση περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη 4845/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να καταγνώσει αποκλειστική υπαιτιότητα στον ασφαλισμένο της Ν. Φ., οδηγό του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ΚΡΜ-... αυτοκινήτου και να μην καταγνώσει αποκλειστική υπαιτιότητα, άλλως συνυπαιτιότητα, εις βάρος του δευτέρου αναιρεσιβλήτου Γ. Τ., οδηγού του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ΙΖΥ- ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, αλλά και εκ πλαγίου, με ελλιπείς αιτιολογίες ως προς το, κρίσιμο για το αποτέλεσμα της δίκης, ζήτημα της υπαιτιότητας στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, τους ουσιαστικούς κανόνες δικαίου των άρθρων 914 σε συνδ. με 297, 298, 300 και 330 του Α.Κ. και 19 παρ. 1 και 2 του Κ.Ο.Κ. Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 4845/2019 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α'Κ.Πολ.Δ., δέχθηκε, ανέλεγκτα, ως προς τις συνθήκες πρόκλησης του επίδικου τροχαίου ατυχήματος και την υπαιτιότητα των οδηγών των οχημάτων που είχαν εμπλοκή σ' αυτό, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την 25η Δεκεμβρίου 2013 και περί ώρα 13.35' ο (τρίτος μη διάδικος στην παρούσα δίκη) Δ. Τ., οδηγώντας, στα πλαίσια διατεταγμένης υπηρεσίας (εποχούμενη περιπολία), το υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ΕΑ - ... υπηρεσιακό αυτοκίνητο της Ελληνικής Αστυνομίας (ΕΛ.ΑΣ.), στο οποίο συνεπέβαινε, ως συνοδηγός, ο ενάγων Μ. Α., (ήδη αναιρεσίβλητος) εκινείτο στη χιλιομετρική θέση … της Αττικής Οδού (περιοχή ...), εντός της σήραγγας (τούνελ) και επί της μεσαίας λωρίδος κυκλοφορίας, εντός του από Λεωφόρο Κατεχάκη προς Ραφήνα ρεύματος κυκλοφορίας. Στο συγκεκριμένο ρεύμα κυκλοφορίας, η Αττική Οδός είναι ευθεία, υπάρχουν τρεις λωρίδες κυκλοφορίας (το συνολικό πλάτος του οδοστρώματος ανέρχεται σε 13,50 μέτρα), ενώ το ανώτατο όριο επιτρεπομένης ταχύτητος προσδιορίζεται σε 80 χιλιόμετρα ωριαίως. Εντός της σήραγγας (τούνελ), η κατάσταση του εξ ασφάλτου οδοστρώματος κατά τον ανωτέρω τόπο και χρόνο εκτιμάται ως "ξηρά", ο εντός της σήραγγας (τούνελ) τεχνητός φωτισμός εκτιμάται ως "επαρκής", η ορατότητα εκτιμάται ότι δεν περιοριζόταν, ενώ η κυκλοφορία των οχημάτων εκτιμάται ως "αραιή" και των πεζών ως "ανύπαρκτη" (βλ. σχετικές καταγραφές στις οικείες στήλες αυτοψίας που συνέταξε η επιληφθείσα του ατυχήματος αστυνομική αρχή). Όπισθεν του υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ΕΑ - ... υπηρεσιακού αυτοκινήτου της Ελληνικής Αστυνομίας (ΕΛ.ΑΣ.) (που οδηγούσε ο Δ. Τ.) εκινείτο το υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ΚΡΜ - ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο Ν. Φ., το οποίο (υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ΚΡΜ - ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο), κατ' εκείνον το χρόνο, ήταν ασφαλισμένο για τις ζημίες τις δυνάμενες να προκληθούν εις βάρος τρίτου από την κυκλοφορία του στη δευτέρα εναγομένη - (ήδη αναιρεσείουσα) ασφαλιστική εταιρία. Κατά τον αυτό τόπο και χρόνο, από το κινούμενο έμπροσθεν των ως άνω οχημάτων και επί της δεξιάς λωρίδος κυκλοφορίας της Αττικής Οδού, υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ΙΖΥ - ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο Γ. Τ., το οποίο (υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ΙΖΥ -... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο) κατ' εκείνον το χρόνο, ήταν ασφαλισμένο για τις ζημίες τις δυνάμενες να προκληθούν εις βάρος τρίτου από την κυκλοφορία του στην πρώτη εναγομένη - ασφαλιστική εταιρία. Για λόγους που δεν κατέστη δυνατόν να διακριβωθούν επακριβώς, απεσπάσθη ο εμπρόσθιος αριστερός τροχός, ο οποίος αναπηδώντας επί του οδοστρώματος και κινηθείς ανεξελέγκτως, προσέκρουσε αρχικώς επί του εμπρόσθιου δεξιού τμήματος του κινουμένου εντός της αριστερής λωρίδος κυκλοφορίας υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ΤΑΑ - ... Δ.Χ.Ε. αυτοκινήτου (ταξί), που οδηγούσε ο τρίτος (μη διάδικος στην παρούσα δίκη) Κ. Σ.. Αντιληφθείς ο Δ. Τ. -οδηγός του υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ΕΑ - ... υπηρεσιακού αυτοκινήτου της Ελληνικής Αστυνομίας (ΕΛ.ΑΣ.)- τον ως άνω αποσπασθέντα από το υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ΙΖΥ - ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο τροχό να εξακολουθεί, και μετά την πρόσκρουσή του επί του προαναφερομένου υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ΤΑΑ - ... Δ.Χ.Ε. αυτοκινήτου (ταξί) (που οδηγούσε ο Κ. Σ.), να αναπηδά ανεξελέγκτως επί του οδοστρώματος και να κατευθύνεται προς το μέρος του οχήματος που οδηγούσε, επεχείρησε τροχοπέδηση του οχήματός του (όπως εξάλλου έπραξε και ο οδηγός του έμπροσθεν αυτού οχήματος, τα στοιχεία του οποίου δεν κατέστη εφικτό να εξακριβωθούν). Σχεδόν όμως ταυτοχρόνως, το υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ΚΡΜ - ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο Ν. Φ., κινούμενο όπισθεν του υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ΕΑ - ... υπηρεσιακού αυτοκινήτου της Ελληνικής Αστυνομίας (ΕΛ.ΑΣ.) προσέκρουσε με σφοδρότητα (βλ. και προσκομιζόμενες φωτογραφίες) με το εμπρόσθιο τμήμα του οχήματος που οδηγούσε, επί του οπισθίου τμήματος του υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ΕΑ - ... υπηρεσιακού αυτοκινήτου της Ελληνικής Αστυνομίας (ΕΛ.ΑΣ.). Υπό τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, το ένδικο τούτο ατύχημα (κατά το οποίο ο ενάγων τραυματίσθηκε, όπως ειδικότερα κατωτέρω θα εκτεθεί), οφείλεται σε υπαιτιότητα του Ν. Φ., οδηγού του ασφαλισμένου στη δευτέρα εναγομένη, υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ΚΡΜ - ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, καθόσον από αμέλειά του δεν επέδειξε την επιβαλλόμενη επιμέλεια και προσοχή, όπως όφειλε και μπορούσε να επιδείξει ως μέσος συνετός οδηγός υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες και περιστάσεις, την εμπειρία του και την κοινή λογική [..........]και συγκεκριμένα, κατά παράβαση των άρθρων 12 παρ. 1 και 19 παρ. 1, 2 Ν. 2696/1999 -Κ.Ο.Κ., δεν ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία επί του οχήματος που οδηγούσε, ώστε να δύναται ανά πάσα στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους για την αποφυγή ατυχήματος χειρισμούς και δεν ρύθμισε την ταχύτητα του οχήματός του κατά τέτοιο τρόπο ώστε να είναι εις θέση να διακόψει ασφαλώς την πορεία του εντός του ορατού, έμπροσθεν αυτού τμήματος της οδού προ οιουδήποτε δυναμένου να προβλεφθεί εμποδίου, προσέτι δε λόγω του ότι δεν τηρούσε ικανή απόσταση ασφαλείας από τα προπορευόμενα αυτού οχήματα, όταν ο οδηγός του έμπροσθεν αυτού οχήματος, επεχείρησε, προς αποτροπή επικειμένου κινδύνου, τροχοπέδηση του οχήματος που οδηγούσε, να μην κατορθώσει να ακινητοποιήσει, με τη σειρά του, εγκαίρως, το όχημα που οδηγούσε και να επιπέσει με σφοδρότητα με το εμπρόσθιο τμήμα του ως άνω υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ΚΡΜ - ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου επί του οπισθίου τμήματος του ως άνω υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ΕΑ - ... υπηρεσιακού αυτοκινήτου της Ελληνικής Αστυνομίας (ΕΛ.ΑΣ.). Περαιτέρω μεταξύ της κατά παράβαση των ως άνω διατάξεων οδηγήσεως εκ μέρους του προαναφερομένου οδηγού του υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ΚΡΜ - ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου και του επελθόντος βλαπτικού αποτελέσματος υφίσταται αιτιώδης συνάφεια [..............]. Σημειωτέον ότι το γεγονός ότι δεν κατέστη εφικτό να εξακριβωθεί επακριβώς η ταχύτητα που είχε αναπτύξει ο οδηγός του υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ΚΡΜ - ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου δεν αναιρεί την κατά τα ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου [.............], καθόσον, σε κάθε περίπτωση, η ταχύτητά του, ακόμη και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι δεν υπερέβαινε την ανωτάτη επιτρεπομένη στο σημείο του ατυχήματος, ενόψει των συνθηκών και των περιστάσεων υπό τις οποίες συνέβη το ένδικο ατύχημα κρίνεται ως υπερβολική και μη ενδεδειγμένη. Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά εν σχέσει προς την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος προκύπτουν από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού ιδίως δε την ποινική δικογραφία που συνέταξε η επιληφθείσα του ατυχήματος αστυνομική αρχή και το συνοδεύον αυτήν πρόχειρο σχεδιάγραμμα, όπου απεικονίζονται οι πορείες των εμπλακέντων στο ατύχημα οχημάτων και οι τελικές τους θέσεις, τα λοιπά ευρήματα κ.λ.π. χωρίς να αναιρούνται από κάποιο άλλο αποδεικτικό μέσο. Περί της (αποκλειστικής) ευθύνης εξάλλου του Ν. Φ. - οδηγού του υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ΚΡΜ - ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου ως προς την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος απεφάνθη το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών δυνάμει της υπ' αριθμόν 5294/2018 αποφάσεώς του, δυνάμει της οποίας ο ως άνω οδηγός εκρίθη ένοχος της αποδιδομένης εις αυτόν αξιοποίνου πράξεως της σωματικής βλάβης εξ αμελείας εις βάρος του ενάγοντος (αντιστοίχως απηλλάγη της σχετικής κατηγορίας ο Γ. Τ. - οδηγός του υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ΙΖΥ - ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου). [.......]. Αντιθέτως, ως προς την ενδιαφέρουσα εν προκειμένω σύγκρουση των οχημάτων (κατά το συμβάν ενεπλάκησαν και άλλα οχήματα - βλ. ποινική δικογραφία), καμία συμμετοχή δεν κρίνεται ότι έχει ο Γ. Τ. - οδηγός του υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ΙΖΥ - ... Ι. Χ. Ε. αυτοκινήτου (από το οποίο απεσπάσθη ο εμπρόσθιος αριστερός τροχός), καθόσον σε κάθε περίπτωση [και ανεξαρτήτως του πως ήθελε εκτιμηθεί το γεγονός της αποσπάσεως του εμπρόσθιου τροχού εκ του αυτοκινήτου του (είτε ως "τυχηρό" είτε ως γεγονός "ανωτέρας βίας" - ήτοι ως απρόβλεπτο γεγονός, το οποίο, κατ' άρθρο 5 Ν. ΓΠΝ/1911, ο οδηγός δεν θα μπορούσε να αποτρέψει, καίτοι κατέβαλε τον υψηλότερο βαθμό επιμελείας [...............] - πάντως το εν λόγω όχημα είχε κριθεί ικανό προς κυκλοφορία προσφάτως, ήτοι μόλις λίγο περισσότερο από ένα μήνα και συγκεκριμένα την 15η Νοεμβρίου 2013 - βλ. το υπ' αριθμόν ... Δελτίο Τεχνικού Ελέγχου Οχήματος], ενόψει της μεσολαβησάσης χρονικής και τοπικής αποστάσεως μεταξύ της αποσπάσεως του τροχού και της ενδίκου συγκρούσεως (όπως προκύπτει από την επισκόπηση του υπάρχοντος στην δικογραφία οπτικού δίσκου (DVD), η αποσύνδεση του τροχού συνέβη την 1.34.40' μ.μ. και η αφορώσα το παρόν Δικαστήριο σύγκρουση έλαβε χώρα την 1.34.55' μ.μ., ήτοι μετά πάροδο δεκαπέντε (15) δευτερολέπτων) - οι οδηγοί τόσο του έμπροσθεν του υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ΕΑ - ... υπηρεσιακού αυτοκινήτου της Ελληνικής Αστυνομίας (ΕΛ.ΑΣ.) οχήματος, όσο και του τελευταίου, τροχοπέδησαν εγκαίρως και ακινητοποίησαν με ασφάλεια τα οχήματά τους) - το γεγονός αυτό, λαμβανομένων ιδίως υπόψη ότι, όπως προανεφέρθη, στο σημείο του ατυχήματος: α) η Αττική Οδός είναι ευθεία, β) ο υπάρχων εντός του τούνελ τεχνητός φωτισμός ήταν επαρκής και γ) η ορατότητα, σε κάθε περίπτωση, δεν περιοριζόταν, δεν κρίνεται ότι συνδέεται αιτιωδώς προς την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος [αιτιώδης σύνδεσμος, κατά την κρατούσα θεωρία της πρόσφορου αιτιώδους συνάφειας (causa adaequata) υπάρχει, όταν το επιζήμιο γεγονός, κατά το χρόνο και υπό τους όρους που έλαβε χώρα, ήταν ικανό κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και χωρίς την μεσολάβηση άλλου περιστατικού, να επιφέρει τη βλάβη που επήλθε [..........], καθώς αν ο οδηγός του υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ΚΡΜ - ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου είχε τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση του οχήματος του, θα μπορούσε ευχερώς (και εγκαίρως) να τροχοπεδήσει με ασφάλεια το όχημα που οδηγούσε και το ένδικο ατύχημα θα είχε αποφευχθεί. [............]. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την αγωγή, καθ' ο μέρος στρέφεται κατά της δευτέρας εναγομένης, κρίνοντας ότι για το ένδικο ατύχημα καμία ευθύνη δεν φέρει ο Ν. Φ., οδηγός του ασφαλισμένου εις αυτήν (δευτέρα εναγομένη) υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ΚΡΜ - ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, εσφαλμένως τις αποδείξεις εξετίμησε ........". Κατόπιν τούτου, αφού έκανε δεκτό ως κατ' ουσίαν βάσιμο το μοναδικό λόγο της από 5.4.2018/ 34711/2420 εφέσεως, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, κατά το κεφάλαιό της που αφορά την από 20.6.2015/101807/5792 αγωγή και κατά το μέρος που στρέφεται κατά της δεύτερης εναγομένης, κράτησε την υπόθεση και, αφού ερεύνησε κατ' ουσίαν την αγωγή, δέχτηκε αυτήν εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμη και υποχρέωσε τη δεύτερη εναγομένη ("ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α. Ε." και ήδη "ERGO AAE") να καταβάλει στον κυρίως ενάγοντα το ποσό των 23.025,96 ευρώ. Με τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα αυτοκινήτου, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 914 σε συνδ. με 297, 298 και 330 του ΑΚ και 12 παρ. 1 και 19 παρ. 1, 2 και 7 του Ν. 2696/1999 (από τις οποίες, η παρ. 7 του άρθρου 19 του Ν. 2696/1999, δεν αναγράφεται μεν αριθμητικά στην απόφαση, αναφέρονται όμως σ' αυτή τα πραγματικά περιστατικά που το Εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και υπάγονται σ' αυτήν), γιατί τα περιστατικά που δέχτηκε, ανελέγκτως, ότι αποδείχτηκαν και στα οποία στήριξε την ως άνω κρίση του, πληρούσαν το πραγματικό των προαναφερόμενων ουσιαστικών κανόνων δικαίου, τους οποίους έτσι δεν παραβίασε ευθέως, ενώ ακόμη διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, στο πραγματικό των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου και δικαιολογούν το διατακτικό της αποφάσεώς του και, συνεπώς, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, το Εφετείο δέχτηκε: 1) ότι ο Ν. Φ., οδηγός του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία με αριθμό κυκλοφορίας ΚΡΜ-... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, δεν επέδειξε την επιβαλλόμενη επιμέλεια και προσοχή, όπως όφειλε και μπορούσε να επιδείξει ως μέσος συνετός οδηγός υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες και περιστάσεις, και συγκεκριμένα, κατά παράβαση των άρθρων 12 παρ. 1 και 19 παρ. 1, 2 και 7 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), δεν ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία επί του οχήματος που οδηγούσε, ώστε να μπορεί ανά πάσα στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς για την αποφυγή ατυχήματος και δεν ρύθμισε την ταχύτητα του οχήματός του, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να είναι εις θέση να διακόψει ασφαλώς την πορεία του εντός του ορατού, έμπροσθεν αυτού τμήματος της οδού, προ οιουδήποτε δυναμένου να προβλεφθεί εμποδίου, προσέτι δε δεν τηρούσε ικανή απόσταση ασφαλείας από το προπορευόμενο αυτού όχημα της ΕΛ.ΑΣ., με αποτέλεσμα, όταν ο οδηγός του περιπολικού ενήργησε, προς αποτροπή επικειμένου κινδύνου, τροχοπέδηση του οχήματος που οδηγούσε, να μην κατορθώσει (ο Ν. Φ.) να ακινητοποιήσει με τη σειρά του, εγκαίρως, το όχημά του και να επιπέσει με σφοδρότητα, με το εμπρόσθιο τμήμα αυτού, επί του οπισθίου τμήματος του ως άνω υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ΕΑ - ... υπηρεσιακού αυτοκινήτου της Ελληνικής Αστυνομίας (ΕΛ.ΑΣ.) και 2) ότι ο Γ. Τ., οδηγός του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ΙΖΥ - ... Ι. Χ. Ε. αυτοκινήτου (από το οποίο απεσπάσθη ο εμπρόσθιος αριστερός τροχός), δεν βαρύνεται με καμία υπαιτιότητα, ενόψει του ότι η απόσπαση του τροχού δεν συνδέεται αιτιωδώς προς την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, αφού, αν ο οδηγός του υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ΚΡΜ - ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου Ν. Φ. είχε τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση του οχήματός του, θα μπορούσε ευχερώς (και εγκαίρως) να τροχοπεδήσει με ασφάλεια το όχημα που οδηγούσε, όπως είχαν πράξει και οι οδηγοί των προπορευόμενων αυτού οχημάτων, και το ένδικο ατύχημα θα είχε αποφευχθεί. Οι αιτιολογίες αυτές της προσβαλλομένης αρκούσαν για να στηρίξουν το αποδεικτικό της πόρισμα, περί κατάγνωσης αποκλειστικής υπαιτιότητας στο πρόσωπο του Ν. Φ., οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία με αριθμό κυκλοφορίας ΚΡΜ-... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου και θεμελίωσης της αμέλειάς του στις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1 και 19 παρ. 1, 2 και 7 του ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.) που εφαρμόστηκαν, καθώς και περί μη κατάγνωσης (συν)υπαιτιότητας στο πρόσωπο του δευτέρου αναιρεσιβλήτου Γ. Τ., οδηγού του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ΙΖΥ - ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου. Η αναιρεσείουσα αιτιάται ότι με τα όσα έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν στοιχειοθετείται η παράβαση του άρθρου 19 παρ. 1 και 2 του Ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), ενόψει του ότι α) η ανεξέλεγκτη πορεία του τροχού του αυτοκινήτου του Γ. Τ., δεν ανήκει στην έννοια των "επικρατουσών συνθηκών", αφού είναι αιφνίδια, εξαιρετική, απρόσμενη και ασυνήθιστη και β) ενώ η ως άνω διάταξη απαιτεί από τον οδηγό να ρυθμίσει την ταχύτητά του, αφού λάβει υπόψη τις επικρατούσες συνθήκες, ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν τμήμα της οδού, εν προκειμένω, ο ανεξέλεγκτα κινούμενος στο οδόστρωμα τροχός δεν αποτελεί προβλέψιμο και ορατό από τον οδηγό εμπόδιο. Το Εφετείο όμως δέχτηκε, ανελέγκτως, ότι η κίνηση του αποσπασθέντος τροχού στο οδόστρωμα έγινε αντιληπτή (κατά λογική ακολουθία, ήταν ορατή) και προκάλεσε την άμεση αντίδραση των οδηγών του περιπολικού της ΕΛ.ΑΣ. και του προπορευόμενου αυτού οχήματος, οι οποίοι αντέδρασαν άμεσα, με έγκαιρη τροχοπέδηση και ασφαλή ακινητοποίηση, ενέργεια στην οποία, από αμέλειά του, δεν προέβη ο Ν. Φ.. Σε κάθε όμως περίπτωση, με βάση τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, η πρόσκρουση του οχήματος του Ν. Φ. επί του περιπολικού της ΕΛ.ΑΣ. δεν προκλήθηκε εξαιτίας της κίνησης του τροχού επί του οδοστρώματος (η οποία είχε ήδη αντιμετωπισθεί επιτυχώς από τα προπορευόμενα του αυτοκινήτου του οχήματα), αλλά οφείλεται στη μη άσκηση, εκ μέρους του, του ελέγχου και της εποπτείας του οχήματός του, για να μπορεί ανά πάσα στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, καθώς και στη μη τήρηση ικανής απόστασης ασφαλείας από το προπορευόμενο αυτού περιπολικό της ΕΛ.ΑΣ., ώστε να έχει το χρόνο και τη δυνατότητα να αντιδράσει εγκαίρως, όταν το τελευταίο ακινητοποιήθηκε προ του κινδύνου που αντιμετώπισε. Συνεπώς, η με το παραπάνω περιεχόμενο, από τον αριθμό 1α του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αιτίαση, της ευθείας παραβίασης της διατάξεως του άρθρου 19 παρ. 1 και 2 του Ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.) είναι απορριπτέα ως αβάσιμη. Οι περαιτέρω αιτιάσεις της αναιρεσείουσας περί ασαφών και ανεπαρκών αιτιολογιών της προσβαλλομένης αποφάσεως 1) ως προς το χρόνο κατά τον οποίο ο Ν. Φ. αντιλήφθηκε ή είχε τη δυνατότητα να αντιληφθεί την απόσπαση του τροχού από το αυτοκίνητο του Γ. Τ., ώστε να κριθεί εάν είχε τον αναγκαίο χρόνο να προβεί σε κατάλληλους χειρισμούς για να αποφύγει την ένδικη σύγκρουση και 2) ως προς την ταχύτητα με την οποία εκινείτο ο Ν. Φ. και την απόσταση που είχε το όχημά του από το προπορευόμενο περιπολικό, για να κριθεί αν η απόστασή αυτή ήταν η προσήκουσα, είναι απορριπτέες ως αβάσιμες, η πρώτη τούτων ως αλυσιτελής, ενόψει του ότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι η πρόσκρουση του οχήματος του Ν. Φ. επί του περιπολικού οφείλεται στην απόσπαση του τροχού από το όχημα του Γ. Τ. και την ανεξέλεγκτη κίνηση αυτού στο οδόστρωμα, ενώ, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης, όπως αυτές προαναφέρθηκαν, η σύγκρουση οφείλεται στο γεγονός ότι ό Ν. Φ. δεν είχε τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του και δεν τηρούσε ικανή απόσταση ασφαλείας από το προπορευόμενο αυτού περιπολικό, η δε δεύτερη διότι, ανεξαρτήτως του ότι δεν διακριβώθηκε επακριβώς η ταχύτητα του οχήματός του κατά το χρόνο του ατυχήματος, η απόσταση που το χώριζε από το προπορευόμενο όχημα ήταν ελάχιστη και όχι η ενδεδειγμένη, αφού, μόλις το προπορευόμενο περιπολικό ακινητοποιήθηκε, σχεδόν ταυτόχρονα, προσέκρουσε επ' αυτού το όχημα του Ν. Φ. (βλ. 18ο φύλλο, οπίσθια όψη προσβαλλομένης). Τέλος, η αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι η απόσταση που τηρούσε ο ασφαλισμένος της από το προπορευόμενο περιπολικό ήταν επαρκής για να αντιδράσει επιτυχώς, σε περίπτωση που το προπορευόμενο όχημα είχε επιβραδύνει σταδιακά την ταχύτητά του και ότι η σύγκρουση οφείλεται στην αιφνίδια τροχοπέδηση και ακινητοποίηση αυτού, οφειλόμενη στην αποκλειστική υπαιτιότητα του Γ. Τ. (από το αυτοκίνητο του οποίου αποκολλήθηκε ο τροχός), είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι συνιστά επιχείρημα αυτής υπέρ της άποψής της ότι για το ένδικο ατύχημα δεν ευθύνεται ο ασφαλισμένος της, η μη ιδιαίτερη και διεξοδική ανάλυση του οποίου δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος και αβάσιμος, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου άρθρο 82 του Κ.Πολ.Δ., "όποιος προσθέτως παρεμβαίνει έχει δικαίωμα να ενεργήσει όλες τις διαδικαστικές πράξεις που επιτρέπονται στη δίκη προς το συμφέρον εκείνου για την υποστήριξη του οποίου ασκήθηκε η παρέμβαση και έχει την υποχρέωση να δεχτεί τη δίκη στη θέση που βρίσκεται κατά το χρόνο της παρέμβασής του. Οι πράξεις που ενεργεί είναι ισχυρές, εφόσον δεν είναι αντίθετες προς τις πράξεις του διαδίκου, για την υποστήριξη του οποίου άσκησε την παρέμβαση. Αποφάσεις και δικόγραφα που επιδίδονται στους κύριους διαδίκους πρέπει να επιδίδονται και σε εκείνον που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση". Εξάλλου, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 110 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. "Οι διάδικοι έχουν δικαίωμα να παρίστανται σε όλες τις συζητήσεις της υπόθεσης, ακόμη και όταν γίνονται κεκλεισμένων των θυρών και πρέπει για το σκοπό αυτό να καλούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 81 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. "ο παρεμβαίνων καλείται στις επόμενες διαδικαστικές πράξεις από το διάδικο που επισπεύδει τη δίκη, σε περίπτωση δε πρόσθετης παρέμβασης έχει δικαίωμα να προτείνει την έλλειψη της κλήτευσης και ο διάδικος για την υποστήριξη του οποίου ασκήθηκε η παρέμβαση". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος που ορίζει ότι "καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή τα συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει" και του άρθρου 517 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ. που ορίζει ότι "η έφεση απευθύνεται κατά εκείνων που ήταν διάδικοι στην πρωτόδικη δίκη ή των καθολικών διαδόχων ή των κληροδόχων τους", σαφώς προκύπτει ότι, όταν στην πρωτοβάθμια δίκη ασκήθηκε νομοτύπως πρόσθετη παρέμβαση υπέρ ενός εκ των διαδίκων αυτής, τότε: α) η έφεση του διαδίκου υπέρ του οποίου ασκήθηκε η πρόσθετη παρέμβαση, δεν απαιτείται να στρέφεται κατά του προσθέτως, υπέρ του ίδιου, παρεμβαίνοντος, ανεξαρτήτως του εάν πρόκειται περί αυτοτελούς ή μη αυτοτελούς προσθέτου παρεμβάσεως, εκτός εάν κατά τη δίκη εκείνη ανέλαβε το δικαστικό αγώνα και κατέστη κατά τον τρόπο αυτό κύριος διάδικος ή η έφεση αφορά στην πρόσθετη παρέμβαση, αλλά μόνο κατά του αντιδίκου του, β) η έφεση του αντιδίκου εκείνου υπέρ του οποίου ασκήθηκε η πρόσθετη παρέμβαση, υποχρεωτικώς πρέπει να στρέφεται μόνο κατ' αυτού υπέρ του οποίου η πρόσθετη παρέμβαση, του δικού του αντιδίκου δηλαδή, και όχι και κατά του προσθέτως παρεμβαίνοντος και γ) σε κάθε περίπτωση, όμως, πρέπει στην έκκλητη δίκη να καλείται ο προσθέτως παρεμβαίνων που είχε ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση κατά την πρωτοβάθμια διαδικασία, για να ενημερώνεται περί της εξελίξεως της δίκης και να ασκεί τα δικαιώματα που αναγνωρίζει σ' αυτόν ο νόμος. Έτσι, η έλλειψη κλητεύσεως του πρωτοδίκως προσθέτως παρεμβάντος κατά τη συζήτηση της επί της εφέσεως δίκης, αφού γίνεται με σκοπό να του παρασχεθεί η δυνατότητα συμμετοχής του στη δευτεροβάθμια δίκη, έχει ως αποτέλεσμα, σε περίπτωση απουσίας του, να δημιουργείται απαράδεκτο της συζητήσεως, το οποίο, ως αναφερόμενο στην προδικασία, λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (πρβλ., επί αιτήσεως αναιρέσεως, ΑΠ 978/2021, ΑΠ 4/2020, ΑΠ 1133/2019, ΑΠ 434/2019, ΑΠ 591/2018, ΑΠ 447/2017, ΑΠ 436/2016, ΑΠ 910/2013). Τα ανωτέρω ισχύουν, εφόσον η ασκηθείσα στον πρώτο βαθμό πρόσθετη παρέμβαση δεν απερρίφθη, αφού, στην περίπτωση αυτή, ο προσθέτως παρεμβάς δικαιούται να ασκήσει έφεση, ως ηττηθείς διάδικος (άρθρο 516 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), μη δικαιούμενος να συμμετάσχει στην έκκλητη δίκη βάσει της απορριφθείσας προσθέτου παρεμβάσεώς του. Δεν δημιουργείται, όμως, απαράδεκτο της συζητήσεως λόγω της μη κλητεύσεως του πρωτοδίκως παρεμβάντος κατά τη συζήτηση της εφέσεως που ασκήθηκε από εκείνον υπέρ του οποίου παρενέβη, αν έχει απευθυνθεί κατ' αυτού η συνεκδικαζόμενη έφεση του καθ' ου η παρέμβαση, η οποία, στην περίπτωση αυτή, εκτιμάται ως κλήση κατά την συζήτηση της εφέσεως (πρβλ., επί αιτήσεως αναιρέσεως, ΑΠ 389/2022, ΑΠ 1295/2019, ΑΠ 434/2019, ΑΠ 1223/2018, ΑΠ 684/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της εφέσεως, παρότι ο κυρίως ενάγων Μ. Α., ο οποίος άσκησε έφεση κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, δεν κλήτευσε κατά τη συζήτηση της εφέσεως, όπως είχε νομική υποχρέωση, το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο είχε ασκήσει πρωτοδίκως πρόσθετη υπέρ αυτού παρέμβαση, η οποία έγινε δεκτή. Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι κατά της 1278/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, μεταξύ άλλων, είχε γίνει δεκτή η ασκηθείσα ενώπιόν του πρόσθετη παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου, υπέρ του κυρίως ενάγοντος Μ. Α. και κατά των εναγομένων ασφαλιστικών εταιρειών, ασκήθηκαν ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών: 1) η από 5.4.2018 έφεση του κυρίως ενάγοντος, στρεφόμενη κατά της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ERGO AAE", που απορρόφησε με συγχώνευση την αρχικώς εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε." (ως προς την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή του) και 2) η από 20.10.2016 επικουρική έφεση της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ERGO AAE", με την οποία ζητούσε, σε περίπτωση που ευδοκιμήσει η έφεση του κυρίως ενάγοντος και γίνει δεκτή η κύρια αγωγή και ως προς αυτήν, να ερευνηθεί και να γίνει δεκτή η (απορριφθείσα ως αόριστη) παρεμπίπτουσα αγωγή της δικαιοπαρόχου της κατά των Γ. Τ., της αλλοδαπής ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ENTERPRISE INSURANCE" και του Ελληνικού Δημοσίου. Το Ελληνικό Δημόσιο εκπροσωπήθηκε, κατά τη συζήτηση της δεύτερης από τις ως άνω (επικουρικής) εφέσεως, που συνεκδικάστηκε με την πρώτη. Με την προς αυτό όμως κοινοποίηση της επικουρικώς ασκηθείσας εφέσεως της αντιδίκου του διαδίκου υπέρ του οποίου παρενέβη προσθέτως πρωτοδίκως, το Ελληνικό Δημόσιο έλαβε γνώση και της εφέσεως που ασκήθηκε από το διάδικο υπέρ του οποίου παρενέβη και, συνακόλουθα, ακόμη και αν ο τελευταίος παρέλειψε να το κλητεύσει, ως όφειλε, για τη συζήτηση της εφέσεως, πληρούται, τόσο η κατ' άρθρο 82 Κ.Πολ.Δ., όσο και η κατ' άρθρο 110 του ίδιου κώδικα, προϋπόθεση της ενημέρωσης του προσθέτως παρεμβάντος ως προς την εξέλιξη της δίκης, αφού του εδόθη η δυνατότητα συμμετοχής και κατά την ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου δίκη. Επομένως, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, νομίμως δεν κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της εφέσεως, απορριπτομένου του τρίτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως ως αβασίμου. Από τη διάταξη του άρθρου 553 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι δεκτική προσβολής με αναίρεση είναι οριστική και τελεσίδικη απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας. Ως οριστική θεωρείται η απόφαση που περατώνει την όλη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή (βλ. άρθ. 553 παρ. 1 εδ. β' Κ.Πολ.Δ.). Απόφαση μη οριστική δεν υπόκειται σε αναίρεση και αν τέτοια ασκηθεί απορρίπτεται ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως (άρθρο 577 Κ.Πολ.Δ.). Μη οριστική θεωρείται η απόφαση με την οποία, για κάποιο λόγο, κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση της υποθέσεως, έστω και εσφαλμένα, αφού το δικαστήριο δεν αποφαίνεται γι' αυτήν (υπόθεση) με οριστική παραδοχή ή απόρριψη του αντίστοιχου αιτήματος και δεν απεκδύεται από κάθε σχετική με την υπόθεση εξουσία του. Δεν έχει δε σημασία, αν νόμιμα ή όχι κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση, καθόσον, αν δεν συνέτρεχε λόγος απαραδέκτου, η απόφαση, ως μη οριστική, υπόκειται σε ανάκληση από το ίδιο το δικαστήριο (ΑΠ 964/2020, ΑΠ 358/2011, ΑΠ 300/2010). Περαιτέρω, από την περίπτωση 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, προκύπτει ότι η διάταξη εφαρμόζεται μόνο όταν το δικαστήριο κηρύσσει κατά νόμο οριστικό απαράδεκτο, όχι δε όταν κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της αιτήσεως παροχής έννομης προστασίας (ΑΠ 1220/2015). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της από 23-12-2018 (αρ. κατ. 122025/8646/2018) επικουρικής εφέσεώς της κατά της 1278/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως προς τη δεύτερη των εφεσιβλήτων, τελούσας υπό οριστική ασφαλιστική εκκαθάριση αλλοδαπής ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ENTERPRISE INSURANCE CO PLC", ενόψει του ότι οι διατάξεις των άρθρων 239 παρ. 3, 235 παρ. 3 του Ν. 4365/2016 και 25 του Πτ.Κ., τις οποίες εφάρμοσε, εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 220 του ίδιου Ν. 4365/2016, μόνο σε ασφαλιστικές επιχειρήσεις με έδρα την Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένων των υποκαταστημάτων τους σε άλλα κράτη- μέλη, καθώς και σε υποκαταστήματα ασφαλιστικών επιχειρήσεων τρίτων χωρών, που είναι εγκατεστημένα στην Ελλάδα. Ενόψει όμως του ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το κεφάλαιό της με το οποίο κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της επικουρικής εφέσεως της αναιρεσείουσας ως προς την αναφερόμενη παραπάνω ασφαλιστική εταιρεία, είναι (ανεξαρτήτως της νομιμότητας ή μη) μη οριστική, δεν υπόκειται σε αναίρεση, πριν από την έκδοση οριστικής αποφάσεως ως προς αυτή. Συνεπώς, ο με το προαναφερθέν περιεχόμενο πέμπτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 914 και 929 εδάφ. α' του Α.Κ. προκύπτει ότι επί αδικοπραξίας, σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία που έχει ήδη επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του, δηλαδή η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος. Τέτοιο κέρδος, κατ' άρθρο 298 εδάφ. β' του Α.Κ., λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί, όπως είναι και η αποζημίωση για τη στέρηση στο μέλλον των προσδοκώμενων εισοδημάτων. Για να δικαιούται τέτοια αποζημίωση εκείνος που προσβλήθηκε στο σώμα ή στην υγεία του, πρέπει να αποδείξει ότι δεν μπόρεσε, στο κρίσιμο χρονικό διάστημα, να ασκήσει την επαγγελματική δραστηριότητα που προηγουμένως ασκούσε και, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, θα εξακολουθούσε να ασκεί, αν δεν μεσολαβούσε η βλάβη του σώματος ή της υγείας του και έτσι ζημιώθηκε τουλάχιστον τα ποσά που κέρδιζε προηγουμένως από την ίδια εργασία. Αναγκαία προϋπόθεση είναι η ζημία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με το λόγο ευθύνης του εναγομένου, ενώ η διάρκεια της πιο πάνω αποζημίωσης υπολογίζεται με βάση τη διάρκεια της ανικανότητας προς άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας. Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί ορισμένο γεγονός, αποδιδόμενο στον υπαίτιο της αδικοπραξίας εναγόμενο, ως πρόσφορη αιτία της ζημίας του ενάγοντος- παθόντος, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατ' άρθρ. 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, δηλαδή για το ότι το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 960/2021, ΑΠ 403/2015, ΑΠ 1305/2014). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει την προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς το κεφάλαιο αυτής που αφορά στην απώλεια εισοδημάτων του ενάγοντος και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου, την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με ελλιπείς και ενδοιαστικές αιτιολογίες, δέχτηκε ότι η ολική και διαρκής ανικανότητα του προαναφερόμενου για εργασία και η επακολουθήσασα αποστράτευσή του από την υπηρεσία, συνδέεται αιτιωδώς με τον τραυματισμό του κατά το ένδικο ατύχημα, εξ αιτίας δε των ελλείψεων αυτών καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερομένων διατάξεων. Από την παραδεκτή (αρθρ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων κρίση του, ως προς τον επελθόντα κατά το ένδικο ατύχημα τραυματισμό του κυρίως ενάγοντος- ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου και την εξ αιτίας αυτού ανικανότητά του προς εργασία, τα ακόλουθα, κρίσιμα για την έρευνα του συναφούς λόγου αναιρέσεως, πραγματικά περιστατικά: "Εν προκειμένω, όπως προέκυψε, ο ενάγων (αναιρεσίβλητος), κατά το ένδικο ατύχημα τραυματίσθηκε. Διεκομίσθη στο 401 Γ.Σ.Ν.Α., όπου υπεβλήθη σε απεικονιστικό έλεγχο, από τον οποίο διεπιστώθη "επισκληρίδιο αιμάτωμα Θ11 - Θ12 σπονδύλου και ασταθές κάταγμα σπονδύλου Θ12. Λόγω της καταστάσεως της υγείας του εισήχθη αυθημερόν στη Νευροχειρουργική κλινική όπου υπεβλήθη, την 30η Δεκεμβρίου 2013, σε πεταλοεκτομή μέρους Θ12 σπονδύλου και σπονδυλοθεσία (Θ 10 - Θ11 - ΟΙ) (θωρακοσφυϊκή σπονδυλοδεσία)". Εξήλθε την 7η Ιανουαρίου 2004 με σύσταση για αναρρωτική άδεια διαρκείας 60 ημερών, αφαίρεση ραμμάτων την 13η Ιανουαρίου 2014 και κινητοποίηση με εφαρμογή θωρακοσφυϊκού κηδεμόνα για δύο (2) μήνες (βλ. το από 7.1.2014 εξιτήριο του 401 Γ.Σ.Ν.Α.). Επίσης, ο ενάγων, συνεπεία του κατά το ένδικο ατύχημα τραυματισμού του, ενεφάνισε συμπτώματα μετατραυματικής διαταραχής και καταθλιπτικές και αγχώδεις εκδηλώσεις, λόγος για τον οποίο και αιτήθηκε ψυχολογική υποστήριξη (βλ. την από 1.7.2014 Ψυχολογική Έκθεση της Ψυχολόγου Κ. Λ.). Επίσης, λόγω της καταστάσεως της υγείας του, χορηγήθηκαν - ενεκρίθησαν στον ενάγοντα από την Ανώτατη Υγειονομική Επιτροπή Αθηνών της Διευθύνσεως Υγειονομικού της Ελληνικής Αστυνομίας αλλεπάλληλες αναρρωτικές άδειες (βλ. τις υπ' αριθμούς 274/24.2.2014, 861/26.6.2014και 1457/30.9.2014 Γνωματεύσεις της Ανωτάτης Υγειονομικής Επιτροπής Αθηνών της Διευθύνσεως Υγειονομικού της Ελληνικής Αστυνομίας) διαρκείας μέχρι την 21η Ιανουαρίου 2015, οπότε και διεγράφη από το σώμα, κριθείς αποστρατευτέος (βλ. την υπ' αριθμόν 181/3.2.2015 Γνωμάτευση της ως άνω επιτροπής και το υπ' αριθμόν Φ.Ε.Κ. 420/6.5.2015, Τεύχος Γ'). Περαιτέρω, όπως προέκυψε, ο ενάγων, συνεπεία του κατά το ένδικο ατύχημα τραυματισμού του, απείχε από την εργασία του (όπως προανεφέρθη, ετύγχανε αστυνομικός υπάλληλος, φέρων το βαθμό του Αρχιφύλακα) για το από την ημερομηνία του ατυχήματος μέχρι την 21η Ιανουαρίου 2015 χρονικό διάστημα. Απώλεσε έτσι τα εισοδήματα, τα οποία, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και σύμφωνα με τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, θα αποκέρδαινε, εάν δεν μεσολαβούσε το ένδικο ατύχημα [...........]. Περαιτέρω, η δευτέρα εναγομένη (αναιρεσείουσα) ισχυρίζεται ότι μεταξύ του κατά το ένδικο ατύχημα τραυματισμού του ενάγοντος και της προς εργασία ανικανότητας του επί τόσο μακρύ χρονικό διάστημα (γεγονός, το οποίο και εν τέλει οδήγησε στην αποστράτευση αυτού) δεν υφίσταται αιτιώδης συνάφεια, καθόσον η αποστράτευσή του οφείλεται σε αίτια άσχετα προς το ένδικο ατύχημα και τον εξ αυτού τραυματισμό του. Ισχυρίζεται εν ολίγοις, η δευτέρα εναγομένη ότι ο αντίδικός της (ενάγων) ήταν ούτως ή άλλως αποστρατευτέος λόγω του ότι πάσχει: α) από μείζονα κατάθλιψη (λόγω του ότι είναι από πολλών ετών διαζευγμένος και πάσχει από αυτοάνοσο νόσημα (αγκυλοποιητική σπονδυλίτιδα Η1Α - Β27 +) κατά τα ειδικότερα κατωτέρω εκτιθέμενα και β) πάσχει επίσης, από αγκυλοποιητική σπονδυλίτιδα ΗΙΑ - Β27 +, ήτοι από χρόνιο ανίατο αυτοάνοσο νόσημα, ασθένειες, συνεπεία των οποίων και απεστρατεύθη. Ως προς τον εν λόγω ισχυρισμό της δευτέρας εναγομένης παρατηρητέα τα ακόλουθα: Όπως προκύπτει από την υπ' αριθμόν 181/3.2.2015 Γνωμάτευση της Ανωτάτης Υγειονομικής Επιτροπής Αθηνών της Διευθύνσεως Υγειονομικού της Ελληνικής Αστυνομίας, ο ενάγων εκρίθη αποστρατευτέος, καθόσον παρουσιάζει: α) Μείζον καταθλιπτικό επεισόδιο υπό παρακολούθηση άνευ αγωγής (παρά τη σύσταση του θεράποντος), που επηρεάζει σημαντικά τη λειτουργικότητά του, β) Αγκυλοποιητική σπονδυλίτιδα ΗΙΑ - Β 27 +, με σημαντικό περιορισμό κινητικότητας της σπονδυλικής στήλης και γ) ασταθές κάταγμα Θ 12 σπονδύλου χειρουργηθέν (Δεκέμβριος 2013 - σπονδυλοθεσία Θ 10 - ΟΙ), με μόνιμα παραμένοντα λειτουργικά προβλήματα. Από την ως άνω γνωμάτευση προκύπτει ότι σε κάθε περίπτωση, η αποστράτευση του ενάγοντος οφείλεται, πέραν της νόσου της αγκυλοποιητικής σπονδυλίτιδας ΗLΑ - Β 27 + (χρονία αυτοάνοσης αρχής νόσος, εξελικτική και αγνώστου αιτιολογίας [.........] και σε μείζον καταθλιπτικό επεισόδιο, καθώς και σε ασταθές κάταγμα Θ 12 σπονδύλου χειρουργηθέν (Δεκέμβριος 2013 - σπονδυλοθεσία Θ 10 - ΟΙ), με μόνιμα παραμένοντα λειτουργικά προβλήματα. Ενόψει λοιπόν του ότι: α) το μείζον καταθλιπτικό επεισόδιο δύναται, σε κάθε περίπτωση, να θεωρηθεί (ανεξαρτήτως λοιπών επιβαρυντικών παραγόντων - ο ενάγων είναι από πολλών ετών διαζευγμένος) και ως απότοκο του ενδίκου, ατυχήματος (βλ. την από 1.7.2014 "Ψυχολογική Έκθεση" της Ψυχολόγου Κ. Λ.), το οποίο αναμφισβητήτως επεβάρυνε την κατάσταση της υγείας του ενάγοντος, β) το ασταθές κάταγμα Θ 12 σπονδύλου χειρουργηθέν (Δεκέμβριος 2013 - σπονδυλοθεσία Θ 10 - ΟΙ), συνεπεία του οποίου παραμένουν στον ενάγοντα μόνιμα λειτουργικά προβλήματα (το ποσοστό αναπηρίας του οποίου προσδιορίζεται σε 30% - βλ. την από 20.2.2019 "Ιατρική Έκθεση Τεχνικού Συμβούλου" που συνέταξε ο Χειρουργός -Ορθοπαιδικός Ι. Σ.), υπήρξε αποκλειστικώς απότοκο του κατά το ένδικο ατύχημα τραυματισμού του ενάγοντος και γ) η αγκυλοποιητική σπονδυλίτιδα ΗΙΑ - Β 27 +, νόσος, από την οποία πάσχει ο ενάγων (το ποσοστό αναπηρίας της εν λόγω εξελικτικής νόσου ανέρχεται σε 50%, με τη διάγνωση της, και αναλόγως της εξελίξεως της φθάνει το 67% - βλ. την προαναφερόμενη από 20.2.2019 "Ιατρική Έκθεση Τεχνικού Συμβούλου"), η οποία ναι μεν ως αυτοάνοσο νόσημα (φλεγμονώδης πάθηση που προσβάλλει τη σπονδυλική στήλη, καίτοι κατ' αρχήν δεν είναι δυνατόν ν' αποδοθεί στο ένδικο ατύχημα (η νόσος, σε κάθε περίπτωση, δεν οφείλεται σε τραυματισμό στη σπονδυλική στήλη), σε κάθε όμως περίπτωση το ένδικο ατύχημα (και ο εξ αυτού τραυματισμός του ενάγοντος που εντοπίζεται ομοίως στην περιοχή της σπονδυλικής στήλης) επεβάρυνε αναμφισβητήτως την κατάσταση της υγείας του ενάγοντος (βλ. και χαρακτηριστική αναφορά του Χειρουργού - Ορθοπαιδικού Ι. Σ. στην από 20.2.2019 "Ιατρική Έκθεση Τεχνικού Συμβούλου" κατά τον οποίο "ο ένδικος τραυματισμός και η βαρεία κάκωση που επακολούθησε δεν προκλήθηκαν επί υγιούς σπονδυλικής στήλης αλλά επί ήδη βαρέως πάσχοντος ασθενούς) πρέπει να γίνει δεκτό ότι υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του οδηγού του ασφαλισμένου στη δευτέρα εναγομένη οχήματος και του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος, έστω και αν στο επιζήμιο αποτέλεσμα συνετέλεσαν, κατά τα προεκτεθέντα, και ιδιαίτερες καταστάσεις (και γενετική προδιάθεση) του παθόντος, απορριπτόμενου συνεπώς του περί του αντιθέτου ισχυρισμού της δευτέρας εναγομένης, ως κατ' ουσίαν αβασίμου. Εξάλλου, υπέρ της κατά τα ανωτέρω κρίσεως του Δικαστηρίου συνηγορεί το γεγονός ότι στην ως άνω γνωμάτευση, δυνάμει της οποίας απεστρατεύθη ο ενάγων, γίνεται αναφορά στο ότι "απουσίασε της υπηρεσίας του για λόγους υγείας κατά την τελευταία τετραετία επί πεντακόσιες πενήντα μία (551) ημέρες, στις οποίες συμπεριλαμβάνεται και μακρά αναρρωτική άδεια διαρκείας, καίτοι ολογράφως αναγράφεται δεκαοκτώ μηνών εντούτοις αριθμητικώς αναγράφεται (11) μηνών". Προκύπτει δηλαδή αναμφισβητήτως και αυτό είναι το κύριο, ότι δηλαδή στη θέση του ενάγοντος εν αποστρατεία συνετέλεσε οπωσδήποτε και ο κατά το ένδικο ατύχημα τραυματισμός του, η ένεκα αυτού (τραυματισμού) αλλεπάλληλη χορήγηση αναρρωτικών αδειών (διαρκείας κατά τα προεκτεθέντα από το χρόνο του ατυχήματος (25.1.2013) μέχρι την 21η Ιανουαρίου 2015) και η συνεπεία αυτών πολύμηνη απουσία εκ της υπηρεσίας του.....". Με την ως άνω κρίση του Εφετείο, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 914 και 929 εδάφ. α' του Α.Κ., διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της αποζημίωσης του ενάγοντος λόγω απωλείας των εισοδημάτων του (διαφυγόντων κερδών), εξ αιτίας της, λόγω του τραυματισμού του κατά το ένδικο ατύχημα, ολικής και διαρκούς ανικανότητάς του προς εργασία και της επακολουθήσασας, συνεπεία αυτής, αποστράτευσής του από την υπηρεσία. Ειδικότερα, με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες έκρινε ότι υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του υπαίτιου οδηγού και του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος, έστω και αν στο επιζήμιο αποτέλεσμα συνετέλεσαν και ιδιαίτερες καταστάσεις (και γενετική προδιάθεση) του παθόντος, δεχθέν: 1) ότι ο ενάγων (αστυνομικός της ΕΛ.ΑΣ.), αποστρατεύτηκε από την υπηρεσία, λόγω του ότι παρουσίασε α) μείζον καταθλιπτικό επεισόδιο υπό παρακολούθηση, που επηρεάζει σημαντικά τη λειτουργικότητά του, β) αγκυλοποιητική σπονδυλίτιδα ΗΙΑ - Β 27 +, με σημαντικό περιορισμό κινητικότητας της σπονδυλικής στήλης και γ) ασταθές κάταγμα Θ 12 σπονδύλου χειρουργηθέν, με μόνιμα παραμένοντα λειτουργικά προβλήματα, 2) ότι το μείζον καταθλιπτικό επεισόδιο, ανεξαρτήτως τυχόν προδιάθεσης, είναι απότοκο και του τραυματισμού του κατά το ένδικο ατύχημα, που επιβάρυνε την κατάσταση της υγείας του, 3) ότι το ασταθές κάταγμα Θ -12 σπονδύλου, συνεπεία του οποίου παραμένουν στον ενάγοντα μόνιμα λειτουργικά προβλήματα, υπήρξε αποκλειστικώς απότοκο του κατά το ένδικο ατύχημα τραυματισμού του, 4) ότι η αγκυλοποιητική σπονδυλίτιδα (φλεγμονώδης πάθηση που προσβάλλει τη σπονδυλική στήλη), από την οποία έπασχε ο ενάγων πριν από το ατύχημα, επιβαρύνθηκε αναμφισβήτητα από τον τραυματισμό του κατά το ένδικο ατύχημα, που εντοπίζεται επίσης στην περιοχή της σπονδυλικής στήλης και 5) ότι στην αποστράτευσή του συνετέλεσε οπωσδήποτε και ο κατά το ένδικο ατύχημα τραυματισμός του. Οι επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα ως ελλείψεις και αντιφάσεις, αναφορικά με το επιδικασθέν, κατά τα άρθρα 929 και 298 του Α.Κ., κονδύλιο για μελλοντικά διαφυγόντα κέρδη, είναι απορριπτέες, προεχόντως ως απαράδεκτες, δεδομένου ότι ο προβαλλόμενος με αυτές ισχυρισμός, περί του ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος κρίθηκε αποστρατευτέος λόγω προβλημάτων υγείας που ήδη αντιμετώπιζε, και όχι λόγω του τραυματισμού του κατά το ένδικο ατύχημα και η προς θεμελίωση του ισχυρισμού αυτού αναπτυσσόμενη επιχειρηματολογία, βάλλουν κατά της εκτίμησης των αποδείξεων, της αιτιολόγησης, του συσχετισμού και την ανάλυσης των αποδείξεων από το Δικαστήριο, καθώς και της σαφήνειας, επάρκειας και πειστικότητας των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 561 § 1 του Κ.Πολ.Δ., είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, αφού δεν αποτελεί "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια. Σε κάθε δε περίπτωση, οι προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, στις οποίες το Εφετείο στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα, είναι επαρκείς προκειμένου να ελεγχθεί ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι των ουσιαστικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν και, συνεπώς, η απόφαση δεν στερείται νομίμου βάσεως, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων περιστατικών, για να αιτιολογηθεί, χωρίς αμφιβολία, η κατάσταση της υγείας του ενάγοντος, η επιβάρυνση αυτής, συνεπεία του τραυματισμού κατά το ένδικο ατύχημα, και, η επελθούσα, εκ του λόγου τούτου, πλήρης και μόνιμη ανικανότητά του προς εργασία, που είχε ως επακόλουθο την απώλεια των εισοδημάτων του. Δεν συντρέχει, επομένως, η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα πλημμέλεια της ελλείψεως αιτιολογιών αλλά ούτε και της παραθέσεως αντιφασκουσών αιτιολογιών στην προσβαλλομένη απόφαση, όπως αυτή (αναιρεσείουσα) διατείνεται. Συνεπώς, ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως νομίμου βάσεως, πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως ως απαράδεκτος, σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμος. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδ. γ' του Κ.Πολ.Δ., συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για την βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα, είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο. Καμία, ωστόσο, διάταξη νόμου δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν προκύπτει, κατά τρόπο αναμφίβολο, ότι ελήφθη υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 816/2021, ΑΠ 696/2020, ΑΠ 614/2020, Α.Π. 731/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την προσκομισθείσα από αυτή υπ' αριθμ. 02895/2016 τροποποιητική πράξη συντάξεως της Γενικής Διεύθυνσης χορήγησης συντάξεων του Υπουργείου Οικονομικών και για το λόγο αυτό κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, ότι ο ένδικος τραυματισμός του ενάγοντος συνδέεται αιτιωδώς με την ανικανότητά του προς εργασία και την, εξ αιτίας αυτής, αποστρατεία του. Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι, από την επισκόπηση του όλου περιερχομένου της προσβαλλομένης αποφάσεως, όπου μάλιστα υπάρχει η ρητή διαβεβαίωση ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και τα έγγραφα που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και το προαναφερθέν έγγραφο, του οποίου μάλιστα γίνεται ειδική μνεία, στο 30ο φύλλο αυτής. Εξ άλλου, ο ίδιος ως άνω λόγος της αναιρέσεως, κατά το μέρος που με αυτόν υποστηρίζεται ότι, εάν το δικαστήριο συνεκτιμούσε ορθώς τα έγγραφα αυτά με τις λοιπές αποδείξεις, θα κατέληγε σε διαφορετικό αποτέλεσμα, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι υπό την επίκληση πλημμέλειας από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., πλήττεται η ανέλεγκτη εκτίμηση πραγματικών περιστατικών από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ). Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των, παρισταμένων με διαφορετικό πληρεξούσιο δικηγόρο, αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου, λόγω της ήττας της, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε' του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1.1.2016). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 10.2.2020 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 1988/202/2020 αίτηση για αναίρεση της 4845/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ για κάθε αναιρεσίβλητο. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Νοεμβρίου 2022. ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 13 Φεβρουαρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ