Αριθμός 494/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη και Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του την 1η Δεκεμβρίου 2006, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, περί αναιρέσεως του με αριθμό 1604/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητά τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Αυγούστου 2006 αίτησή του περί αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1630/2006. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 494/9.11.2006 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Φέρομεν ενώπιον του Δικαστηρίου υμών, συμφώνως με το άρθρον 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ., την παραδεκτώς, κατά τας διατάξεις των άρθρων 465 παρ. 1, 473 παρ. 1, 474, 482 παρ. 1 και 484 παρ. 1 στοιχ. β΄ και δ΄ ιδίου Κώδικος, ασκηθείσαν υπό του κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ....Αττικής οδός ....., από 3 Αυγούστου 2006 αίτησιν αναιρέσεως, κατά του υπ΄αριθμ. 1604/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτομεν τα εξής: Ι. Δια του πληττομένου βουλεύματος απερρίφθη κατ΄ουσίαν η έφεσις του ανωτέρω κατηγορουμένου κατά του υπ΄αριθμ. 4177/2004 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και επεκυρώθη το βούλευμα τούτο, που τον παρέπεμψεν εις το ακροατήριον δια να δικασθή δι΄υπεξαίρεσιν αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας υπερβαινούσης το ποσόν των 73.000 ευρώ, εμπεπιστευμένου εις αυτόν υπό την ιδιότητα του διαχειριστού ξένης περιουσίας κατ΄εξακολούθησιν (άρθρα 98 και 375 παρ. 1 και 2 εδ. α΄, β΄ Π.Κ.). Κατά του βουλεύματος τούτου παραπονείται ήδη ο αναιρεσείων, προβάλλων τους υπό του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. β΄ και δ΄ λόγους αναιρέσεως, ΙΙ. Το αίτημα του αναιρεσείοντος περί αυτοπροσώπου εμφανίσεώς του ενώπιον του Συμβουλίου υμών προς παροχήν διασαφήσεων (άρθρα 309 παρ. 2 και 485 παρ. 1, 3 και 4 Κ.Π.Δ.) πρέπει να απορριφθή ως ουσιαστικώς αβάσιμον, αφού εις την προαναφερθείσαν αίτησιν αναιρέσεώς του εκτίθενται με σαφήνειαν και πληρότητα αι πλημμέλειαι που αποδίδονται δια των προβαλλομένων λόγων αναιρέσεως εις το πληττόμενον βούλευμα (Α.Π. 859/2004 Ποιν Δικ 2004 σελ. 1057 κ.ά.), ΙΙΙ. ΄Ελλειψις της απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει τον υπό του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. δ΄ Κ.Π.Δ. προβλεπόμενον λόγον αναιρέσεως, υπάρχει όταν εις το βούλευμα του Συμβουλίου δεν εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνειαν και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκρισιν ή προανάκρισιν, σχετικώς με την αποδιδομένην εις τον κατηγορούμενον αξιόποινον πράξιν, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και αι σκέψεις με τας οποίας έκρινεν, ότι υπάρχουν αποχρώσαι ενδείξεις ενοχής δια την παραπομπήν του κατηγορουμένου εις το ακροατήριον (Α.Π. 572/2005 Π Λογ 2005 σελ. 521 κ.ά.). Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδη εις αυτήν διαφορετικήν έννοιαν από εκείνην που πραγματικώς έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται εις την περίπτωσιν που ο δικαστής δεν υπήγαγεν ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που εδέχθη ότι προέκυψαν, εις την ουσιαστικήν ποινικήν διάταξιν που εφηρμόσθη. Περίπτωσις εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγον αναιρέσεως, υπάρχει και όταν η παραβίασις εγένετο εκ πλαγίου. Η παραβίασις αυτή υπάρχει, όταν εις το πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται εις τον συνδυασμόν του αιτιολογικού και του διατακτικού και ανάγεται εις τα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος δια το οποίον πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειαι, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μη είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (Α.Π. 572/2005 ενθ. ανωτ. κ.ά.), IV. Επειδή, υπό των διατάξεων του άρθρου 375 παρ. 1 και 2 Π.Κ. όπως η παρ. 2 αντικατεστάθη αρχικώς δι΄άρθρου 1 παρ. 9 ν. 2408/1996 και ακολούθως δι΄άρθρου 14 παρ. 3 εδ. β΄ ν. 2721/1999, προκύπτει ότι, δια την στοιχειοθέτησιν του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως απαιτείται αντικειμενικώς μεν ιδιοποίησις, άνευ δικαιώματος, ξένου ολικώς ή μερικώς κινητού πράγματος περιελθόντος εις την κατοχήν του δράστου καθ΄οιονδήποτε τρόπον, υποκειμενικώς δε δόλος αυτού ενέχοντος την γνώσιν, ότι το πράγμα που κατέχει είναι ξένον, καθώς και την θέλησίν του να ενσωματώση αυτό εις την περιουσίαν του (Α.Π. 1449/2004 Π Λογ 2004 σελ. 1745 κ.ά.). Η εξειδίκευσις του κυρίου του πράγματος δεν είναι αναγκαίον στοιχείον του εγκλήματος, ενώ η αποδοχή ως κυρίου του πράγματος προσώπου διαφορετικού, από εκείνο που ως εκ περισσού προσδιωρίσθη αρχικώς, δεν μεταβάλλει την ταυτότητα της πράξεως (ολ Α.Π. 1093/1991 Ποιν Χρ ΜΒ΄ σελ. 39 κ.ά.). Η υπεξαίρεσις προσλαμβάνει κακουργηματικόν χαρακτήρα (παρ. 2), όταν το αντικείμενον είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας και επί πλέον τούτο είναι εμπεπιστευμένον εις τον υπαίτιον, με οιανδήποτε εκ των περιοριστικώς αναφερομένων εις την διάταξιν αυτήν καταστάσεων ή ιδιοτήτων, όπως είναι και του διαχειριστού ξένης περιουσίας (Α.Π. 1459/2004 Π Λογ 2004 σελ. 1760 κ.ά.). Κατά την έννοιαν της διατάξεως αυτής δια να έχη ο υπαίτιος της υπεξαιρέσεως την ιδιότητα του διαχειριστού ξένης περιουσίας πρέπει να ενεργή διαχείρισιν, δηλαδή να ενεργή όχι απλώς υλικάς, αλλά νομικάς πράξεις με εξουσίαν αντιπροσωπεύσεως του εντολέως, με δυνατότητα αναπτύξεως πρωτοβουλίας και λήψεως αποφάσεων με κίνδυνον και ευθύνην αυτού (Α.Π. 1600/2004 Π Λογ 2004 σελ. 2025 κ.ά.). Δεν απαιτείται πανηγυρική διατύπωσις ότι το πράγμα είναι εμπεπιστευμένον εις τον υπαίτιον, αλλά αρκεί τούτο να προκύπτη εκ των πραγματικών περιστατικών που εγένοντο δεκτά υπό του Συμβουλίου (Α.Π. 403/2002 Π Λογ 2002 σελ. 913 κ.ά.). Υπό της διατάξεως του άρθρου 14 παρ. 3 εδ. β΄ του ν. 1721/1999 προσετέθη εδ. β΄ εις την παρ. 2 του άρθρου αυτού κατά το οποίον, εάν το συνολικόν αντικείμενον της πράξεως του προηγουμένου εδαφίου υπερβαίνει το ποσόν των 25.000.000 δραχμών (73.000 ευρώ) τούτο συνιστά επιβαρυντικήν περίπτωσιν. Η νέα αυτή ρύθμισις τυγχάνει δυσμενέστερα της προηγουμένης ρυθμίσεως που είχεν επέλθει δια της αντικαταστάσεως της παρ. 2 υπό του άρθρου 1 παρ. 9 του ν. 2408/1996 και συνεπώς δεν δύναται να εφαρμοσθή επί πράξεων τελεσθεισών προ της ισχύος του ν. 1721/1999, ήτοι προ της 3ης Ιουνίου 1999 (Α.Π. 2114/2005 Πραξ Λογ 2006 σελ. 98 κ.ά.), V. Εις την προκειμένην περίπτωσιν το Συμβούλιον Εφετών, που εξέδωσε το πληττόμενον βούλευμα, εδέχθη κατά την ανέλεγκτον περί πραγμάτων κρίσιν του, ότι από την εκτίμησιν των αναφερομένων αποδεικτικών στοιχείων, ήτοι μαρτυρικών καταθέσεων, εγγράφων της δικογραφίας, απολογίας του κατηγορουμένου, εγγράφων και υπομνημάτων του κατηγορουμένου και του πολιτικώς ενάγοντος, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με το από 14-10-1973 ιδιωτικό συμφωνητικό που καταχωρήθηκε στα βιβλία του Πρωτοδικείου Αθηνών, ο μηνυτής Ψ1 και ο κατηγορούμενος Χ1 συνέστησαν ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία ".....ΟΕ" με έδρα την Αθήνα και σκοπό και αντικείμενο εργασιών ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις φωτισμού και κίνησης, στην οποία συμμετείχαν κατά ποσοστό 50% ο καθένας. Η διάρκεια της εταιρίας ορίστηκε αρχικά μέχρι 31-12-1980 και στη συνέχεια παρατάθηκε διαδοχικά ανά πενταετία μέχρι 31-12-2000. Με το από ... ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποιήθηκε το άρθρο 7 του αρχικού ιδρυτικού καταστατικού της εταιρίας και ορίστηκε μοναδικός και αποκλειστικός διαχειριστής και ταμίας αυτής ο κατηγορούμενος, ενώ με νεότερη τροποποίηση του καταστατικού που έγινε στις 25-1-2001, παρατάθηκε η διάρκεια της εταιρίας μέχρι 31-12-2002 (διετία) και ορίστηκε η διαχείριση να ασκείται από κοινού και από τους δύο εταίρους αυτής. Παράλληλα ο μηνυτής πρότεινε στον κατηγορούμενο, ενόψει της νέας παράτασης, να προβούν σε οικονομικό και διαχειριστικό έλεγχο της εταιρίας, πράγμα που δεν είχε γίνει ποτέ στο παρελθόν, επειδή του είχε δημιουργηθεί η εντύπωση, ότι ο κατηγορούμενος διακινούσε όλες τις εισπράξεις της ομόρρυθμης εταιρίας όχι σε λογαριασμούς αυτής αλλά σε προσωπικούς του λογαριασμούς και ότι είχε χρησιμοποιήσει και τα κέρδη της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΑΝΤΩΣΗ ΕΠΕ" στην οποία ήταν οι μέτοχοι κατά ποσοστό 20% ο ίδιος ο μηνυτής , κατά 20% ο κατηγορούμενος, κατά 10% ο γιός του και κατά 50% ο Ζ1 καθώς επίσης και τα κέρδη από την εταιρία MARELKO ΕΠΕ, στην οποία συμμετείχαν αυτοί (μηνυτής και κατηγορούμενος) κατά ποσοστό 25% ο καθένας και ο κατηγορούμενος ήταν συνδιαχειριστής της εταιρίας αυτής. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε την πρόταση του μηνυτή και ο τελευταίος ανέθεσε τον λογιστικό και διαχειριστικό έλεγχο των παραπάνω εταιριών στους ....και ...., πτυχιούχους ΑΣΟΕΕ και μέλη του Οικονομικού Επιμελητηρίου της Ελλάδος, οι οποίοι διενήργησαν οικονομικό και διαχειριστικό έλεγχο τόσο της ομόρρυθμης εταιρίας όσο και της εταιρίας MARELKO ΕΠΕ και συνετάξαν τις από 21-7-2001 και 5-3-2002 εκθέσεις ελέγχου αντίστοιχα. Ο διενεργηθείς έλεγχος σχετικά με την ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία ".....ΟΕ" περιλάμβανε το χρονικό διάστημα από 1-1-1995 έως 31-12-2000 δηλαδή για έξι (6) χρήσεις. Οι ελεγκτές εξέτασαν τα τηρηθέντα από την εταιρία βιβλία και στοιχεία του ΚΒΣ που τέθηκαν στη διάθεσή τους και συγκεκριμένα τα βιβλία εσόδων-εξόδων της εταιρίας με εγγραφές από τις 5-12-1994 έως τις 15-1-2001 , τιμολόγια παροχής υπηρεσιών καθώς και το τηρούμενο αθεώρητο βιβλίο ταμείου, στο οποίο ο διαχειριστής της εταιρίας καταχωρούσε τις εισπράξεις και πληρωμές που πραγματοποιούσε σε μετρητά ή επιταγές από 1-1-1995 έως 31-12-2000. Με βάση τα οικονομικά δεδομένα που προέκυψαν από το βιβλίο εσόδων - εξόδων που τηρούσε η εταιρία καθώς και τις δηλώσεις φόρου εισοδήματος που υπέβαλε στην αρμόδια ΔΟΥ Δ΄ Αθηνών για τις χρήσεις 1995-2000, συνετάγη από τους ανωτέρω ελεγκτές αναλυτικός πίνακας, που αποτελεί μέρος της από 21-7-2001 έκθεσης ελέγχου, σύμφωνα με τον οποίο τα καθαρά έσοδα της εταιρίας κατά τη χρονική περίοδο 1-1-1995 έως 31-12-2000, όπως αυτά προέκυπταν από τα τηρηθέντα βιβλία και στοιχεία αυτής , ανήλθαν στο ποσό των 610.506.203 δραχμών. Ειδικότερα τα καθαρά πρό φόρων έσοδα (κέρδη) ανά ετήσια χρήση ανέρχονταν, για το έτος 1995 σε 2.829.808 δρχ., για το 1996 σε 22.322.220 δρχ., για το 1997 σε 20.853.008 δρχ., για το 1998 σε 85.582.471 δρχ., για το 1999 σε 138.195.220 δρχ. και για τη χρήση του έτους 2000 σε 340.723.308 δρχ. και συνολικά 610.506.203 δρχ. Μετά δε την αφαίρεση από το ποσό αυτό των καταβληθέντων φόρων που για το ίδιο χρονικό διάστημα ανήλθαν συνολικά σε 33.753.203 δρχ. και των ποσών που κάθε εταίρος εδικαιούτο να λάβει από το ταμείο της εταιρίας και ανερχόταν συνολικά σε 77.512.021 δρχ. όσο ήταν δηλαδή το μικρότερο συνολικό ποσό που έλαβε ο μηνυτής από την εταιρία στο διάστημα αυτό, αφού αυτοί είχαν το ίδιο ποσοστό εταιρικής συμμετοχής (77.512.021 Χ 2 = 155.024.042) απομένει υπόλοιπο χρηματικό ποσό 421.728.958 δραχμών, που αποτελεί τα καθαρά κέρδη της εταιρίας για την αντίστοιχη χρονική περίοδο. Από το ποσό αυτό το μισό και συγκεκριμένα το ποσό των 210.864.479 δραχμών ή 618.824 ευρώ αποτελεί την μερίδα των καθαρών κερδών της εταιρίας που αναλογούν στον μηνυτή και έπρεπε να αποδοθεί σ' αυτόν. Το ποσό όμως αυτό δεν ήταν κατατεθειμένο κατά το χρόνο του ελέγχου στους λογαριασμούς της εταιρίας ούτε βρέθηκε στο ταμείο αυτής και δεν αποδόθηκε στο μηνυτή στον οποίο ανήκε ως αναλογία του επί των κερδών ,διότι ο κατηγορούμενος εκμεταλλευόμενος την ιδιότητά του ως διαχειριστή της ομόρρυθμης εταιρίας , το μετέφερε σε προσωπικούς λογαριασμούς και το χρησιμοποίησε για τον εαυτό του σε διάφορες επενδύσεις, όπως αγορά μεγάλου πακέτου μετοχών σε ναυτιλιακή εταιρία κλπ, εκδηλώνοντας έτσι με την μη απόδοσή του , την σαφή πρόθεσή του να το ιδιοποιηθεί παράνομα. Περαιτέρω από τον διαχειριστικό έλεγχο που διενήργησαν οι παραπάνω ελεγκτές για τον προσδιορισμό των καθαρών κερδών της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "MARELKO ΕΠΕ", που έχει την έδρα της στον Πειραιά, προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος με την ιδιότητά του ως διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας αυτής, η οποία λύθηκε στις 8-12-1998 και τέθηκε υπό εκκαθάριση και στην οποία συμμετείχαν αυτός και ο μηνυτής Ψ1 κατά ποσοστό 25% ο καθένας, εισέπραξε για λογαριασμό του και για λογαριασμό του εγκαλούντος, την αναλογία τους που ανέρχεται σε ποσοστό 50% από τα κέρδη της εταιρίας για τις διαχειριστικές χρήσεις 1988 έως 1998 που λύθηκε η εταιρία. Ειδικότερα αυτός εισέπραξε: Α)σύμφωνα με τις καταστάσεις απολήψεων - δοσοληπτικών λογαριασμών της περιόδου 1988 έως 1996, για το έτος 1988 δρχ. 4.500.000, για το έτος 1989 δρχ. 12.480.773, για το έτος 1990 δρχ. 16.643.160, για το έτος 1991 δρχ. 32.308.220, για το έτος 1992 6.772.328 δρχ., για το έτος 1993 δρχ. 17.953.210 για το έτος 1994 δρχ. 30.610.000, για το έτος 1995 δρχ. 38.145.385 για το έτος 1996 δρχ. 566.045 και συνολικά 159.979.121 δρχ., και Β)για αναλογία καθαρών κερδών ισολογισμών που διανεμήθηκαν κατά τα έτη 1993 έως και 1998 (μετά την παρακράτηση του φόρου εισοδήματος) ποσό 68.835.415 δρχ. Έτσι ο κατηγορούμενος με την ιδιότητα του διαχειριστή της εταιρίας εισέπραξε για τον εαυτό του και τον μηνυτή, συνολικά 228.835.365 δρχ. Αν από το ποσό αυτό αφαιρεθεί το ποσό 20.001.171 δρχ. το οποίο κατέβαλε ο ίδιος στον εκκαθαριστή της ανωτέρω εταιρίας, απομένει υπόλοιπο 208.835.364 δρχ., από το οποίο το μισό δηλαδή (208.835.364:2) 104.417.682 δρχ. ανήκει στον εγκαλούντα, ως αναλογία του επί των καθαρών κερδών της εταιρίας αυτής το οποίο ο κατηγορούμενος δεν απέδωσε σ'αυτόν αλλά με πρόθεση το ιδιοποιήθηκε παράνομα. Τα ανωτέρω ποσά, όπως βεβαιώνεται στην από 5-3-2002 έκθεση των παραπάνω ελεγκτών, προέκυψαν από τον έλεγχο των παραστατικών για τις διαχειριστικές χρήσεις 1988 έως 1996 που δόθηκαν σ' αυτούς από τον εκκαθαριστή .... και τους δημοσιευθέντες ισολογισμούς της εταιρίας για τις οικονομικές χρήσεις των ετών 1993, 1994, 1995, 1997 και 1998. Το περιεχόμενο των ως άνω εκθέσεων ελέγχου και τις αναφερόμενες σ' αυτές διαπιστώσεις και συμπεράσματα επιβεβαίωσε με την από 10-12-2003 κατάθεσή του στον Ανακριτή ο εκ των ελεγκτών ....ς (βλ. κατάθεση). Ο κατηγορούμενος παρόλο που κλήθηκε από τον εγκαλούντα , δεν συμμετείχε στον οικονομικό και διαχειριστικό έλεγχο των εταιριών που διενήργησαν οι λογιστές ....και ...., όπου θα μπορούσε να διατυπώσει τις απόψεις του , αλλά προτίμησε να προσκομίσει δύο μεταγενέστερες εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, όπως τις αποκαλεί, σχετικά με την οικονομική κατάσταση των δύο εταιριών , που συνέταξαν κατ' εντολή του οι οικονομολόγοι...., ...ς και .... Στις εκθέσεις αυτές γίνεται στην ουσία σχολιασμός των εκθέσεων ... και .... που προηγήθηκαν, αλλά και οι ελεγκτές αυτοί, που ορίστηκαν από τον κατηγορούμενο, αποδέχονται, ότι αυτός οφείλει να επιστρέψει στην ομόρρυθμη εταιρία το ποσό των 20.641.221 δραχμών και στην ΕΠΕ το ποσό των 687.946 δραχμών, χωρίς όμως να τεκμηριώνουν τον τρόπο υπολογισμού των επιμέρους κονδυλίων που αναφέρουν στην έκθεσή τους ότι αναλογούν στον καθένα από τους δύο εταίρους για να καταλήξουν στα ποσά αυτά. Άλλωστε το ύψος των καθαρών φορολογητέων κερδών της ομόρρυθμης εταιρίας επιβεβαιώνεται σε μεγάλο βαθμό και από τον φορολογικό έλεγχο που διενήργησε η αρμόδια υπηρεσία ΠΕΚ Αθηνών του Υπουργείου Οικονομικών για την οικονομική περίοδο 1994-2001, που προσδιόρισε τα κέρδη σε 378.756.260 δρχ., διαψεύδοντας έτσι τους τωρινούς αντίθετους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, ο οποίος είχε αποδεχτεί τότε το παραπάνω ποσό του φορολογικού ελέγχου ως πραγματικό. Τέλος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο ισχυρισμός που προβάλλει ο εκκαλών κατηγορούμενος με την έφεσή του, ότι έπρεπε να προηγηθεί ισολογισμός και απόφαση της συνελεύσεως των εταίρων για διανομή κερδών, διότι η σύνταξη των ετήσιων ισολογισμών της εταιρίας ανάγεται στις δικές του υποχρεώσεις, αφού ήταν διαχειριστής της , αλλά σε κάθε περίπτωση αυτή είναι άσχετη, με την προαναφερθείσα παράνομη ιδιοποίηση των καθαρών κερδών της εταιρίας που τέλεσε αυτός, τα οποία ως διαχειριστής της εταιρίας είχε υποχρέωση να διατηρεί στο ταμείο αυτής ή στους τραπεζικούς της λογαριασμούς , και να αποδώσει στον εγκαλούντα το μερίδιο που του ανήκει κατά τη λύση της και έτσι να καταστεί εφικτή η περαίωση του σταδίου της εκκαθάρισης που ακολουθεί, VI. Με αυτά που εδέχθη το Συμβούλιον Εφετών, διέλαβεν εις το πληττόμενον βούλευμα την απαιτουμένην ειδικήν και εμπεριστατωμένην αιτιολογίαν δια το προαναφερθέν έγκλημα, αφού εκθέτει εις το εν λόγω βούλευμά του, με σαφήνειαν, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκρισιν, τας αποδείξεις από τας οποίας επείσθη ότι υπάρχουν αποχρώσαι ενδείξεις ενοχής δια την παραπομπήν του αναιρεσείοντος εις το ακροατήριον, καθώς και τας σκέψεις με τας οποίας υπήγαγε τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά εις τας ουσιαστικάς ποινικάς διατάξεις του άρθρου 375 παρ. 1 και 2 εδ. α΄, β΄ Π.Κ. που εφήρμοσε, τας οποίας ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παρεβίασεν. Ειδικώτερον α) δεν απητείτο χρονικός προσδιορισμός των καθ΄έκαστον έτος χρηματικών ποσών που ιδιοποιήθη ο κατηγορούμενος, αφού το Συμβούλιον εδέχθη κατά την ανέλεγκτον περί πραγμάτων κρίσιν του, ότι η υπό του κατηγορουμένου ιδιοποίησις των αναφερομένων χρηματικών ποσών εγένετο, όσων μεν προήρχοντο από την Ο.Ε. κατά το τέλος του έτους 2000, ενώ όσων προήρχοντο από την Ε.Π.Ε. κατά το έτος 1998, β) δεν υπάρχει αντίφασις, ούτε ασάφεια εκ του ότι το Συμβούλιον εδέχθη, ότι καθ΄όσον αφορά την Ε.Π.Ε. τα ιδιοποιηθέντα υπ΄αυτού ποσά καθαρών κερδών, ανήκον εις την εταιρίαν αυτήν και μετά την λύσιν της εις τον εγκαλέσαντα Ψ1 αποτελούντα το μερίδιον τούτου επ΄αυτών, αφού δια την στοιχειοθέτησιν του εγκλήματος τούτου δεν είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός του κυρίου των ιδιοποιηθέντων πραγμάτων, γ) δεν ήτο αναγκαίον να διατυπωθή πανηγυρικώς εις το βούλευμα, ότι τα ανωτέρω χρηματικά ποσά ήσαν εμπεπιστευμένα εις τον κατηγορούμενον, αφού τούτο αφ΄ενός μεν προκύπτει εκ των περιστατικών που εγένοντο δεκτά υπό του Συμβουλίου, αφ΄ετέρου δε μνημονεύεται ρητώς εις το διατακτικόν του επικυρωθέντος πρωτοδίκου βουλεύματος και δ) ο ισχυρισμός που προεβλήθη υπό του κατηγορουμένου δια της εφέσεώς του, ότι δια την στοιχειοθέτησιν του εν λόγω εγκλήματος εις βάρος της ανωτέρω Ε.Π.Ε. έπρεπε, κατά τα άρθρα 14 παρ. 2 και 23 παρ. 2 ν. 3190/1955, να προηγηθή ισολογισμός και απόφασις της συνελεύσεως των εταίρων δια την διανομήν κερδών, νομίμως απερρίφθη δια της αιτιολογίας, ότι η σύνταξις των ετησίων ισολογισμών της εταιρίας ανάγεται εις τας ιδικάς του υποχρεώσεις αφού ήτο διαχειριστής αυτής, κατά πάσαν δε περίπτωσιν ήτο άσχετος, με την προαναφερθείσαν παράνομον ιδιοποίησιν των καθαρών κερδών της εταιρίας που αυτός ετέλεσε (Παρατηρήσεις Ζ. Φασούλα Ποιν Χρ ΜΒ΄ σελ. 247). Συνεπώς είναι αβάσιμοι αι σχετικαί αιτιάσεις του αναιρεσείοντος. Όσον όμως αφορά την υπεξαίρεσιν των προερχομένων εκ της Ε.Π.Ε. χρηματικών ποσών πρέπει να λεχθή, ότι εσφαλμένως υπήχθησαν τα προαναφερθέντα πραγματικά περιστατικά εις την επιβαρυντικήν περίστασιν του εδ. β΄ της παρ. 2 του άρθρου 375, αφού κατά τον φερόμενον ως χρόνον τελέσεως της υπεξαιρέσεως εν σχέσει με την εταιρίαν αυτήν, ήτοι κατά το έτος 1998, δεν είχεν ακόμη θεσπισθή η επιβαρυντική αυτή περίστασις, η οποία εθεσμοθετήθη υπό της διατάξεως του άρθρου 14 παρ. 3 εδ. β΄ του ν. 1721/1999. Κατόπιν αυτού πρέπει να αναιρεθή μερικώς το προσβληθέν βούλευμα, κατά το σημείον αυτό, δια τον αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενον λόγον της εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (άρθρον 484 παρ. 2 Κ.Π.Δ.). Περαιτέρω δε πρέπει, κατά τας διατάξεις των άρθρων 485 παρ. 1 και 518 παρ. 1 Κ.Π.Δ. να διαταχθή η απάλειψις από το πρωτόδικον βούλευμα, που μετά την επικύρωσίν του ενεσωματώθη εις το προσβληθέν, της προαναφερθείσης επιβαρυντικής περιστάσεως και η διόρθωσις τούτου κατά τα ειδικώτερον εις το διατακτικόν της παρούσης αναφερόμενα (Α.Π. 829/2006, 1172/2005 Ποιν Δικ 2006 σελ. 713, 2005 σελ. 1484 αντιστ. κ.ά.). Δ Ι Α Τ Α Υ Τ Α Π ρ ο τ ε ί ν ο -μ ε ν: Ι. Να απορριφθή η από 3/8/2006 αίτησις του αναιρεσείοντος Χ1 περί αυτοπροσώπου εμφανίσεώς του ενώπιον του Συμβουλίου υμών. ΙΙ. Να αναιρεθή μερικώς το υπ΄αριθ. 1604/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. ΙΙΙ. Να απαλειφθή από το υπ΄αριθμ. 4177/2004 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών η επιβαρυντική περίστασις του εδ. β΄ της παρ. 2 του άρθρου 375 Π.Κ., όσον αφορά την ιδιοποίησιν χρημάτων που έχει σχέσιν με την εταιρίαν "MARELCO Ε.Π.Ε.". IV. Να διορθωθή το ανωτέρω βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και συγκεκριμένως α) εις την οπισθίαν πλευράν του 10ου φύλλου εις το 3ον στίχον μετά την λέξιν "ευρώ" να προστεθή "όσον αφορά την κατωτέρω Ο.Ε." και β) εις την προσθίαν πλευράν του 11ου φύλλου εις τον 9ον στίχον μετά την λέξιν "ευρώ" να προστεθή "όσον αφορά την ανωτέρω Ο.Ε.". V. Να απορριφθή κατά τα λοιπά η από 3/8/2006 αίτησις του αναιρεσείοντος περί αναιρέσεως του προαναφερθέντος βουλεύματος. Αθήνα 23 Οκτωβρίου 2006. Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Ανδρέας Ι. Ζύγουρας". Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην ως άνω έγγραφη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά το άρθρο 309 παρ.2 Κ.Π.Δ που εφαρμόζεται και στον Αρειο Πάγο, σύμφωνα με το άρθρο 485 ΚΠΔ, το δικαστικό συμβούλιο, με αίτηση ενός από τους διαδίκους, διατάσσει υποχρεωτικά την ενώπιον αυτού εμφάνιση του αιτούντος για να παράσχει κάθε διευκρίνιση. Τότε μόνο είναι δυνατόν να απορρίψει την αίτηση για εμφάνιση, όταν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι που αναφέρονται ειδικά στο βούλευμα. Στην προκείμενη περίπτωση, το αίτημα του αναιρεσείοντος, διατυπούμενο κατά λέξη στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως ".. να διαταχθεί η αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του συμβουλίου για να παραθέσει και προφορικά τα υπερασπιστικά τους επιχειρήματα, ν' αποκρούσει την κατηγορία και να δώσει κάθε διευκρίνιση επ' αυτής ... " παρεκτός της αοριστίας του, αφού δεν αναφέρονται έστω και συνοπτικά τα ζητήματα για τα οποία προτίθεται να παράσχει διευκρινήσεις, προεχόντως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, γιατί με το δικόγραφο της αναιρέσεως ο αναιρεσείων διεξοδικά προβάλλει και αναλύει τους λόγους αναιρέσεως του βουλεύματος, ώστε να παρέλκει η αυτοπρόσωπη εμφάνισή του στο Συμβούλιο για περαιτέρω διευκρίνιση αυτών. ΙΙ. Από τις διατάξεις του άρθρου 375 παρ. 1 και 2 ΠΚ, όπως η τελευταία αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 9 του Ν. 2408/1996, προκύπτει ότι, για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν ιδιοποίηση, χωρίς δικαίωμα, ξένου (ολικά ή μερικά), κινητού πράγματος, που περιήλθε στην κατοχή του δράστη με οποιονδήποτε τρόπο, υποκειμενικώς δε δόλος, που ενέχει την γνώση, ότι το πράγμα είναι ξένο και ότι το κατέχει, καθώς και την θέλησή του να το ενσωματώσει στην περιουσία του. Η ειδικότερη εξειδίκευση του κυρίου του πράγματος δεν είναι στοιχείο αναγκαίο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, συνεπώς η αποδοχή ως κυρίου του πράγματος προσώπου διαφορετικού από εκείνο το οποίο αρχικώς είχε προσδιορισθεί, δεν μεταβάλλει την ταυτότητα της πράξεως (Ολ. ΑΠ 1093/1991). Η υπεξαίρεση προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα (παράγ. 2), όταν το αντικείμενό της είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και επιπλέον συντρέχει στο πρόσωπο του υπαιτίου κάποια από τις περιοριστικώς στο ανωτέρω άρθρο προβλεπόμενες καταστάσεις ή ιδιότητες, όπως και εκείνη του διαχειριστή ξένης περιουσίας ή του εντολοδόχου. Για να έχει ο δράστης της υπεξαίρεσης την ιδιότητα του διαχειριστή ξένης περιουσίας πρέπει να ενεργεί διαχείριση δηλαδή όχι μόνο υλικές αλλά και νομικές πράξεις με εξουσία αντιπροσωπεύσεως του εντολέα, με δυνατότητα αναπτύξεως πρωτοβουλίας και λήψης αποφάσεως με κίνδυνο και ευθύνη αυτού. Δεν απαιτείται πανηγυρική διατύπωση ότι το πράγμα είναι εμπιστευμένο στον υπαίτιο, αλλά να προκύπτει τούτο από τα πραγματικά περιστατικά της συγκεκριμένης περιπτώσεως τα οποία δέχεται το δικαστήριο. Η νέα διάταξη του άρθρου 375 παρ. 2 ΠΚ, όπως τροποποιήθηκε με τον Ν. 2408/1996, είναι επιεικέστερη από την αρχική, αφού η κακουργηματική μορφή της υπεξαίρεσης προϋποθέτει πάντοτε, ότι το αντικείμενό της είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και επιπλέον συντρέχει μία από τις ειδικά και περιοριστικά πλέον αναφερόμενες περιπτώσεις κατάχρησης ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, ενώ στην προηγούμενη διάταξη η απαρίθμηση των περιπτώσεων αυτών ήταν ενδεικτική. Επομένως, η νέα αυτή διάταξη έχει, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 ΠΚ, εφαρμογή και για τις πράξεις, που τελέσθηκαν πριν από την ισχύ της. Με το άρθρο 14 παρ.3 εδ. β΄του Ν. 2721/1999, προστέθηκε εδ. β΄ στην παράγραφο 2 του άρθρου 375 κατά το οποίο, εάν το συνολικό αντικείμενο της πράξεως του προηγούμενου εδαφίου υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών (73.000 ευρώ), τούτο συνιστά επιβαρυντική περίπτωση. Η νέα αυτή προσθήκη εισάγει ρύθμιση δυσμενέστερη της προϋπάρχουσας στην παρ. 2 του άρθρου 375 που δεν υπήρχε μετά την αντικατάσταση της με το άρθρο 1 παρ.9 του Ν.2408/1996 και συνεπώς δεν μπορεί να εφαρμοσθεί επί πράξεων που έχουν τελεσθεί πριν από την ισχύ του Ν.2721/1999. ΙΙΙ. Η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση και τα οποία θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα, για το οποίο ασκήθηκε εναντίον του ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων το δικαστικό συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως κατ' άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στο βούλευμα κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια την αιτιολογία είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση. IV. Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που εξέδωσε το πληττόμενο βούλευμα, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του ότι από την εκτίμηση των κατ' είδος αναφερομένων σ' αυτό αποδεικτικών μέσων και συγκεκριμένα των μαρτυρικών καταθέσεων, των εγγράφων της δικογραφίας, της απολογίας του κατηγορουμένου και του υπομνήματος αυτού και του πολιτικώς ενάγοντος, αποδείχθηκαν τ' ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Με το από 14.10.1973 ιδιωτικό συμφωνητικό που καταχωρήθηκε στα βιβλία του Πρωτοδικείου Αθηνών, ο μηνυτής Ψ1 και ο κατηγορούμενος Χ1 συνέστησαν ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "....ΟΕ" με έδρα την Αθήνα και σκοπό και αντικείμενο εργασιών ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις φωτισμού και κίνησης, στην οποία συμμετείχαν κατά ποσοστό 50% ο καθένας. Η διάρκεια της εταιρίας ορίστηκε αρχικά μέχρι 31.12.1980 και στη συνέχεια παρατάθηκε διαδοχικά ανά πενταετία μέχρι 31.12.2000. Με το από 30.9.1977 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποιήθηκε το άρθρο 7 του αρχικού ιδρυτικού καταστατικού της εταιρίας και ορίστηκε μοναδικός και αποκλειστικός διαχειριστής και ταμίας αυτής ο κατηγορούμενος, ενώ με νεότερη τροποποίηση του καταστατικού που έγινε στις 25.1.2001, παρατάθηκε η διάρκεια της εταιρίας μέχρι 31.12.2002 (διετία) και ορίστηκε η διαχείριση να ασκείται από κοινού και από τους δύο εταίρους αυτής. Παράλληλα ο μηνυτής πρότεινε στον κατηγορούμενο, ενόψει της νέας παράτασης, να προβούν σε οικονομικό και διαχειριστικό έλεγχο της εταιρίας, πράγμα που δεν είχε γίνει ποτέ στο παρελθόν, επειδή του είχε δημιουργηθεί η εντύπωση, ότι ο κατηγορούμενος διακινούσε όλες τις εισπράξεις της ομόρρυθμης εταιρίας όχι σε λογαριασμού αυτής αλλά σε προσωπικούς του λογαριασμούς και ότι είχε χρησιμοποιήσει και τα κέρδη της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΑΝΤΩΣΗ ΕΠΕ" στην οποία ήταν μέτοχοι κατά ποσοστό 20% ο ίδιος ο μηνυτής, κατά 20% ο κατηγορούμενος, κατά 10% ο γιός του και κατά 50% ο Ζ1 καθώς επίσης και τα κέρδη από την εταιρία "MARELKO ΕΠΕ", στην οποία συμμετείχαν αυτοί (μηνυτής και κατηγορούμενος) κατά ποσοστό 25% ο καθένας και ο κατηγορούμενος ήταν συνδιαχειριστής της εταιρίας αυτής. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε την πρόταση του μηνυτή και ο τελευταίος ανέθεσε τον λογιστικό και διαχειριστικό έλεγχο των παραπάνω εταιριών στους ... και ...., πτυχιούχους ΑΣΟΕΕ και μέλη του Οικονομικού Επιμελητηρίου της Ελλάδος, οι οποίοι διενήργησαν οικονομικό και διαχειριστικό έλεγχο τόσο της ομόρρυθμης εταιρίας, όσο και της εταιρίας "MARELKO ΕΠΕ" και συνέταξαν τις από 21.7.2001 και 5.3.2002 εκθέσεις ελέγχου αντίστοιχα. Ο διενεργηθείς έλεγχος σχετικά με την ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "..... ΟΕ" περιλάμβανε χρονικό διάστημα από 1.1.1995 έως 31.12.2000, δηλαδή για έξι (6) χρήσεις. Οι ελεγκτές εξέτασαν τα τηρηθέντα από την εταιρία βιβλία και στοιχεία του ΚΒΣ που τέθηκαν στη διάθεσή τους και συγκεκριμένα τα βιβλία εσόδων - εξόδων της εταιρίας με εγγραφές από τις 5.12.1994 έως τις 15.1.2001, τιμολόγια παροχής υπηρεσιών καθώς και το τηρούμενο αθεώρητο βιβλίο ταμείου, στο οποίο ο διαχειριστής της εταιρίας καταχωρούσε τις εισπράξεις και πληρωμές που πραγματοποιούσε σε μετρητά ή επιταγές από 1.1.1995 έως 31.12.2000. Με βάση τα οικονομικά δεδομένα που προέκυψαν από το βιβλίο εσόδων - εξόδων που τηρούσε η εταιρία καθώς και τις δηλώσεις φόρου εισοδήματος που υπέβαλε καθώς και τις δηλώσεις φόρου εισοδήματος που υπέβαλε στην αρμόδια Δ΄ Αθηνών για τις χρήσεις 1995 - 2000, συνετάγη από τους ανωτέρω ελεγκτές αναλυτικός πίνακας, που αποτελεί μέρος της από 21.7.2001 έκθεσης ελέγχου, σύμφωνα με τον οποίο τα καθαρά έσοδα της εταιρίας κατά τη χρονική περίοδο 1.1.1995 έως 31.12.2000, όπως αυτά προέκυπταν από τα τηρηθέντα βιβλία και στοιχεία αυτής, ανήλθαν στο ποσό των 610.506.203 δραχμών. Ειδικότερα τα καθαρά προ φόρων έσοδα (κέρδη) ανά ετήσια χρήση ανέρχονταν, για το έτος 1995 σε 2.829.808 δρχ., για το 1996 σε 22.322.220 δρχ., για το 1997 σε 20.853.008 δρχ., για το 1998 σε 85.582.471 δρχ., για το 1999 σε 138.195.220 δρχ. και για τη χρήση του έτους 2000 σε 340.723.308 δρχ. και συνολικά 610.506.203 δρχ. Μετά δε την αφαίρεση από το ποσό αυτό των καταβληθέντων φόρων που για το ίδιο χρονικό διάστημα ανήλθαν συνολικά σε 33.753.203 δρχ. και των ποσών που κάθε εταίρος εδικαιούτο να λάβει από το ταμείο της εταιρίας και ανερχόταν συνολικά σε 77.512.021 δρχ., όσο ήταν δηλαδή το μικρότερο συνολικό ποσό που έλαβε ο μηνυτής από την εταιρία στο διάστημα αυτό, αφού αυτοί είχαν το ίδιο ποσοστό εταιρικής συμμετοχής (77.512.021 Χ 2 = 155.024.042) απομένει υπόλοιπο χρηματικό ποσό 421.728.958 δραχμών, που αποτελεί τα καθαρά κέρδη της εταιρίας για την αντίστοιχη χρονική περίοδο. Από το ποσό αυτό το μισό και συγκεκριμένα το ποσό των 210.864.479 δραχμών ή 618.824 ευρώ αποτελεί την μερίδα των καθαρών κερδών της εταιρίας που αναλογούν στο μηνυτή και έπρεπε να αποδοθεί σ΄αυτόν. Το ποσό όμως αυτό δεν ήταν κατατεθειμένο κατά το χρόνο του ελέγχου στους λογαριασμούς της εταιρίας, ούτε βρέθηκε στο ταμείο αυτής και δεν αποδόθηκε στο μηνυτή στον οποίον ανήκε ως αναλογία του επί των κερδών, διότι ο κατηγορούμενος εκμεταλλευόμενος την ιδιότητά του ως διαχειριστή της ομόρρυθμης εταιρίας, το μετέφερε σε προσωπικούς λογαριασμούς και το χρησιμοποίησε για τον εαυτό του σε διάφορες επενδύσεις, όπως αγορά μεγάλου πακέτου μετοχών σε ναυτιλιακή εταιρία κ.λ.π., εκδηλώνοντας έτσι με την μη απόδοσή του, τη σαφή πρόθεσή του να το ιδιοποιηθεί παράνομα. Περαιτέρω από τον διαχειριστικό έλεγχο που διενήργησαν οι παραπάνω ελεγκτές για τον προσδιορισμό των καθαρών κερδών της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "MARELKO ΕΠΕ", που έχει την έδρα της στον Πειραιά, προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος με την ιδιότητά του ως διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας αυτής, η οποία λύθηκε στις 8.12.1998 και τέθηκε υπό εκκαθάριση και στην οποία συμμετείχανν αυτός και ο μηνυτής Ψ1 κατά ποσοστό 25% ο καθένας, εισέπραξε για λογαριασμό του και για λογαριασμό του εγκαλούντος, την αναλογία τους που ανέρχεται σε ποσοστό 50% από τα κέρδη της εταιρίας για τις διαχειριστικές χρήσεις 1988 έως 1998 που λύθηκε η εταιρία. Ειδικότερα, αυτός εισέπραξε: Α) σύμφωνα με τις καταστάσεις απολήψεων - δοσοληπτικών λογαριασμών της περιόδου 1988 έως 1996, για το έτος 1988 4.500.000 δρχ., για το έτος 1989 12.480.773 δρχ., για το έτος 1990 16.643.160 δρχ., για το έτος 1991 32.308.220 δρχ., για το έτος 1992 6.772.328 δρχ., για το έτος 1993 17.953.210 δρχ., για το έτος 1994 30.610.000 δρχ., για το έτος 1995 38.145.385 δρχ., για το έτος 1998 5666.045 δρχ. και συνολικά 159.979.121 δρχ. και Β) για αναλογία καθαρών κερδών ισολογισμών που διανεμήθηκαν κατά τα έτη 1993 έως και 1998 (μετά την παρακράτηση του φόρου εισοδήματος) ποσό 68.835.415 δρχ. ΄Ετσι ο κατηγορούμενος με την ιδιότητα του διαχειριστή της εταιρίας εισέπραξε για τον εαυτό του και το μηνυτή, συνολικά 228.835.365 δρχ. Αν από το ποσό αυτό αφαιρεθεί το ποσό 20.001.171 δρχ., το οποίο κατέβαλε ο ίδιος στον εκκαθαριστή της ανωτέρω εταιρίας, απομένει υπόλοιπο 208.835.364 δρχ., από το οποίο το μισό, δηλαδή (208.835.363 : 2) 104.417.682 δρχ. ανήκει στον εγκαλούντα, ως αναλογία του επί των καθαρών κερδών της εταιρίας αυτής το οποίο ο κατηγορούμενος δεν απέδωσε σ΄ αυτόν, αλλά με πρόθεση το ιδιοποιήθηκε παράνομα. Τα ανωτέρω ποσά, όπως βεβαιώνεται στην από 5.3.2002 έκθεση των παραπάνω ελεγκτών, προέκυψαν από τον έλεγχο των παραστατικών για τις διαχειριστικές χρήσεις 1988 έως 1996 που δόθηκαν σ΄ αυτούς από τον εκκαθαριστή ....και τους δημοσιευθέντες ισολογισμούς της εταιρίας για τις οικονομικές χρήσεις των ετών 1993, 1994, 1995, 1997 και 1998. Το περιεχόμενο των ως άνω εκθέσεων ελέγχου και τις αναφερόμενες σ΄ αυτές διαπιστώσεις και συμπεράσματα επιβεβαίωσε με την από 10.12.2003 κατάθεσή του στον Ανακριτή ο εκ των ελεγκτών .... (βλ. κατάθεση). Ο κατηγορούμενος παρόλο που κλήθηκε από τον εγκαλούντα, δεν συμμετείχε στον οικονομικό και διαχειριστικό έλεγχο των εταιριών που διενήργησαν οι λογιστές ....και .... όπου θα μπορούσε να διατυπώσει τις απόψεις του, αλλά προτίμησε να προσκομίσει δύο μεταγενέστερες εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, όπως τις αποκαλεί, σχετικά με την οικονομική κατάσταση των δύο εταιριών, που συνέταξαν κατ΄ εντολή του οι οικονομολόγοι ...., .... και .... Στις εκθέσεις αυτές γίνεται στην ουσία σχολιασμός των εκθέσεων ....και ... που προηγήθηκαν, αλλά και οι ελεγκτές αυτοί, που ορίστηκαν από τον κατηγορούμενο, αποδέχονται ότι αυτός οφείλει να επιστρέψει στην ομόρρυθμη εταιρία το ποσό των 20.641.221 δραχμών και στην ΕΠΕ το ποσό των 687.946 δραχμών, χωρίς όμως να τεκμηριώνουν τον τρόπο υπολογισμού των επιμέρους κονδυλίων που αναφέρουν στην έκθεσή τους ότι αναλογούν στον καθένα από τους δύο εταίρους για να καταλήξουν στα ποσά αυτά. Άλλωστε το ύψος των καθαρών φορολογητέων κερδών της ομόρρυθμης εταιρίας επιβεβαιώνεται σε μεγάλο βαθμό και από τον φορολογικό έλεγχο που διενήργησε η αρμόδια υπηρεσία ΠΕΚ Αθηνών του Υπουργείου Οικονομικών για την οικονομική περίοδο 1994 - 2001, που προσδιόρισε τα κέρδη σε 378.756.260 δρχ., διαψεύδοντας έτσι τους τωρινούς αντίθετους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, ο οποίος είχε αποδεχτεί τότε το παραπάνω ποσό του φορολογικού ελέγχου ως πραγματικού. Τέλος, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο ισχυρισμός που προβάλλει ο εκκαλών κατηγορούμενος με την έφεσή του, ότι έπρεπε να προηγηθεί ισολογισμός και απόφαση της συνελεύσεως των εταίρων για διανομή κερδών, διότι η σύνταξη των ετήσιων ισολογισμών της εταιρίας ανάγεται στις δικές του υποχρεώσεις, αφού ήταν διαχειριστής της, αλλά σε κάθε περίπτωση αυτή είναι άσχετη, με την προαναφερθείσα παράνομη ιδιοποίηση των καθαρών κερδών της εταιρίας που τέλεσε αυτός, τα οποία ως διαχειριστής της εταιρίας είχε υποχρέωση να διατηρεί στο ταμείο αυτής ή στους τραπεζικούς της λογαριασμούς και να αποδώσει στον εγκαλούντα το μερίδιο που του ανήκει κατά τη λύση της και έτσι να καταστεί εφικτή η περαίωση του σταδίου της εκκαθάρισης που ακολουθεί...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών κρίνοντας ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις προς στήριξη κατά του κατηγορουμένου επ' ακροατηρίου κατηγορίας για υπεξαίρεση σε βαθμό κακουργήματος, απέρριψε την υπ' αριθμ. 561/3-11-2004 έφεσή του και επικύρωσε το υπ' αριθμ. 4.177/2004 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών με το οποίο παραπέμφθηκε να δικασθεί για την άνω πράξη της υπεξαίρεσης στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών. Με αυτά που δέχθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα διέλαβε την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και το νόμο ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού με πληρότητα, σαφήνεια χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά εκτίθενται σ' αυτό τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία σχετικά με την αξιόποινη πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις για την παραπομπή του στο ακροατήριο και υπήγαγε τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 375 του Π.Κ την οποία ορθώς εφήρμοσε και δεν παρεβίασε ούτε εκ πλαγίου. Η αιτίαση του κατηγορουμένου ότι το συμβούλιο δεν προσδιορίζει τον τρόπο κατά τον οποίο το υπεξαιρεθέν χρηματικό ποσό των 421.728.958 δραχμών που παριστά τα καθαρά κέρδη της πρώτης των άνω Ομόρρυθμης Εταιρίας περιήλθε στην κατοχή του, ώστε μη αποδίδων αυτό να διαπράττει υπεξαίρεση, είναι αβάσιμη αφού, με σαφήνεια και πληρότητα διαλαμβάνεται στο βούλευμα ότι το ποσό αυτό, κατά τον διενεργηθέντα διαχειριστικό έλεγχο με επιμέλεια του μηνυτή, δεν βρέθηκε κατ' οποιονδήποτε τρόπο στο ταμείο της εταιρείας, αλλά αυτός, εκμεταλλευόμενος την ιδιότητα αυτού ως διαχειριστή της παραπάνω εταιρείας το μετέφερε σε ατομικούς προσωπικούς λογαριασμούς και το διέθεσε σε επενδύσεις μετοχών ναυτιλιακής εταιρείας. Εξάλλου, προσδιορίζεται ο χρόνος κατά τον οποίο ο κατηγορούμενος ιδιοποιήθηκε τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά και είναι για μεν τα κέρδη της ομόρρυθμης εταιρείας το τέλος του έτους 2000 μέχρι του οποίου χρονικά διενεργήθηκε ο έλεγχος της Ο.Ε και εκείνος αρνήθηκε να αποδώσει το ποσό των καθαρών κερδών της εταιρείας αυτής, καθώς το ύψος αυτών προσδιορίσθηκε από τον έλεγχο, για δε τα κέρδη που αναλογούσαν στον εγκαλούντα και προήρχοντο από την ΜΑΡΕΛΚΟ Ε.Π.Ε η οποία λύθηκε την 8-12-1988, χρόνος είναι, κατά τις παραδοχές του βουλεύματος, ο κατά τα άνω της λύσης της εταιρείας το έτος 1998, μέχρι του οποίου επίσης διενεργήθηκε διαχειριστικός έλεγχος. Η περαιτέρω αιτίαση ότι στο προσβαλλόμενο βούλευμα δεν διαλαμβάνονται σκέψεις ως προς το στοιχείο της εμπίστευσης των υπεξαιρεθέντων χρηματικών ποσών, είναι επίσης αβάσιμη γιατί το βούλευμα περιέχει έμμεσες εκ του πράγματος παραδοχές και δεν είναι αναγκαίο να γίνεται πανηγυρική διατύπωση του όρου "εμπίστευση" ενώ, εξάλλου η εμπίστευση ρητώς αναφέρεται στο διατακτικό του πρωτόδικου βουλεύματος το οποίο επικυρώνεται και ενσωματώνεται στο προσβαλλόμενο. Ακόμη, ενόψει των προεκτεθέντων ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως δεν ενδιαφέρει το πρόσωπο του κυρίου του ιδιοποιηθέντος πράγματος, δεν υπάρχει αντίφαση ούτε ασάφεια από τις παραδοχές του βουλεύματος ότι τα υπεξαιρεθέντα χρηματικά ποσά αποτελούσαν καθαρά κέρδη των ως άνω δύο εταιρειών, εκ των οποίων ο εγκαλών εδικαιούτο το ποσοστό συμμετοχής τους σ' αυτές. Τέλος, είναι αβάσιμη και η αιτίαση ότι αναφορικά με τα κέρδη της Ε.Π.Ε έπρεπε κατά τις διατάξεις των άρθρων 14 παρ.2 και 23 παρ.2 του Ν. 3190/1955 να προηγηθεί σύνταξη ισολογισμού και να ληφθεί απόφαση της συνελεύσεως των εταίρων, αφού η παράλειψη αυτή βαρύνει τον ίδιο ως διαχειριστή, σε κάθε περίπτωση δε το ζήτημα αυτό δεν σχετίζεται με την ιδιοποίηση απ΄αυτόν των κερδών της παραπάνω εταιρίας. Επομένως οι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β΄ και δ΄ ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης της κρινόμενης αίτησης, που διαλαμβάνουν τις αντίθετες προς τα παραπάνω αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, και με τους οποίους προσάπτονται στο προσβαλλόμενο βούλευμα οι πλημμέλειες της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και της εσφαλμένης εφαρμογής των άνω διατάξεων, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Οι ίδιοι λόγοι κατά το μέρος με το οποίο, επιχειρείται αντίθετη αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και γενικά αποδίδεται σφάλμα περί την εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. V. Καθ' όσον, όμως, αφορά την μερικότερη πράξη της υπεξαίρεσης ποσού 104.417.682 δραχμών εκ των κερδών της εταιρίας "ΜΑΡΕΛΚΟ ΕΠΕ" που αναλογούσαν στον εγκαλούντα, και η οποία, κατά τις παραδοχές του βουλεύματος, τελέστηκε το έτος 1998, εσφαλμένα τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά υπήχθησαν στην επιβαρυντική περίπτωση του εδαφίου β΄ της παρ.2 του άρθρου 375 του Π.Κ, αφού, κατά τον προαναφερθέντα χρόνο τελέσεως της πράξης, εν σχέσει με την εταιρία αυτή, δεν είχε θεσπισθεί η άνω επιβαρυντική περίπτωση. Συνεπώς πρέπει, κατά μερική παραδοχή του λόγου αναίρεσης για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, να αναιρεθεί μερικώς κατά τούτο το προσβαλλόμενο βούλευμα και περαιτέρω, αφού κατά τις διατάξεις των άρθρων 485 παρ. 1 και 518 Κ.Π.Δ. δεν συντρέχει λόγος παραπομπής, να διαταχθεί η απάλειψη από το διατακτικό του πρωτόδικου βουλεύματος, που μετά την επικύρωσή του ενσωματώθηκε στο προσβαλλόμενο, της προαναφερθείσας επιβαρυντικής περίπτωσης και η διόρθωση αυτού κατά τα εις το διατακτικό ειδικότερα διαλαμβανόμενα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει το αίτημα του αναιρεσείοντος για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου. Αναιρεί εν μέρει το υπ' αριθμ. 1604/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών . Απαλείφει από το υπ' αριθμ. 4.177/2004 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών την επιβαρυντική περίπτωση του εδαφ. β΄της παρ.2 του άρθρου 375 του Π.Κ αναφορικά μόνον με την ιδιοποίηση χρημάτων από την εταιρία "ΜΑΡΕΛΚΟ Ε.Π.Ε" και διορθώνει το ανωτέρω πρωτόδικο βούλευμα με την προσθήκη α) στην πίσω σελίδα του 10ου φύλλου, στον τρίτο στίχο και μετά την λέξη "ευρώ" της φράσης "καθόσον αφορά την κατωτέρω Ο.Ε" και β) στην μπροστινή σελίδα του 11ου φύλλου και στον 9ον στίχο μετά την λέξη " ευρώ " της φράσης " καθόσον αφορά την ανωτέρω Ο.Ε " Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 3-8-2006 αίτηση του Χ1 για αναίρεση του άνω βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιανουαρίου 2007. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 9 Μαρτίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ