Αριθμός 1486/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Κωνσταντίνο Φράγκο, Μαρία Βασιλάκη και Χρυσούλα Παρασκευά, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χαράλαμπου Βουρλιώτη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 1114/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Με κατηγορούμενο τον Α. Μ. του Ε., κάτοικο ... που δεν παρέστη. Το Μονομελές Πλημ/κείο Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό 23/2013 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 534/13. Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 505 παρ.2 του ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείο Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 πρ.2, δηλαδή μέσα σε τριάντα ημέρες από την καταχώρηση της απόφασης καθαρογραφημένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ.3 του ΚΠΔ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση για κάθε απόφαση, αθωωτική ή καταδικαστική, οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ.1 ΚΠΔ, μεταξύ των οπίων και η έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Στην προκειμένη περίπτωση, ο Εισαγγελέας του Αρείου με την από, 29-4-2012 ενώπιον του γραμματέα του Αρείου Πάγου αίτηση, για την οποία συντάχθηκε η με αριθμό 23/2013 έκθεση, δήλωσε ότι ασκεί αναίρεση ενώπιον του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 505 §2 ΚΠΔ, κατά της 1.114/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ιωαννίνων, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η αίτηση ακυρώσεως αποφάσεως του κατηγορουμένου Α. Μ. του Ε., κατά της 4771/24-11-2006 αποφάσεως του ίδιου δικαστηρίου, με την οποία αυτός είχε καταδικαστεί ερήμην, ως αγνώστου διαμονής, για έκδοση ακάλυπτης επιταγής, σε φυλάκιση 4 μηνών και χ.π. 400€, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, για τους εκτιθέμενους στην αίτησή του λόγους. Αυτή (αίτηση), έχει ασκηθεί ομότυπα και εμπρόθεσμα και πρέπει να ερευνηθεί. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμό 1114/2013 απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κείου Ιωαννίνων, η οποία για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου παραδεκτά επισκοπείται από το Δικαστήριο αυτό, με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η αίτηση ακυρώσεως αποφάσεως, του Α. Μ. του Ε., κατά της με αριθμό 4771/2006 αποφάσεως του ιδίου Δικαστηρίου με την οποία είχε αυτός καταδικασθεί ερήμην, ως άγνωστης διαμονής για έκδοση ακάλυπτης επιταγής σε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) μηνών και χρηματική ποινή τετρακοσίων (400) ΕΥΡΩ, με την παρακάτω κατά λέξη αιτιολογία: Aπό τη διάταξη του άρθρου 430 παρ.1 εδ.α' του ΚΠΔ, το οποίο ορίζει ότι "ο κατηγορούμενος που δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από συνήγορο, εφόσον δεν άσκησε ένδικο μέσο που επιτρέπεται από το νόμο κατά της καταδικαστικής αποφάσεως, μπορεί να ζητήσει την ακύρωση της για το λόγο ότι κατά την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος δεν συνέτρεχαν οι όροι του άρθρου 428 καθορίζοντας συγχρόνως και τον τόπο στον οποίο τότε διέμενε, διαφορετικά η αίτηση του είναι απαράδεκτη", προκύπτει ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την ευδοκίμηση παρόμοιας αιτήσεως ακυρώσεως αποφάσεως, κατά το αρθρ. 430 ΚΠΔ, είναι ότι ο κατηγορούμενος κλητεύθηκε ως αγνώστου διαμονής και όχι ως γνωστής ομοίας, αλλιώς η αίτηση είναι απαράδεκτη. Στην προκειμένη περίπτωση ο αιτών Α. Μ. του Ε. ζήτησε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Γεώργιο Τσουμάνη την παραδοχή της από 7-3-2013 αιτήσεως του, με την οποία ζητά την ακύρωση της με αριθμό 4771/24-11-2006 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ιωαννίνων για το λόγο ότι κατά την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος δεν συνέτρεχαν οι όροι του άρθρου 428 ΚΠΔ, διότι διέμενε στη γνωστή σε όλους και στις Αρχές κατοικία στην οδό ... αρ. …στο Δήμο …όπου κατοικούσε και διέμενε από τις 5 Μαρτίου του έτους 2005 μέχρι και τις 31 Μαρτίου του έτους 2008. Ο αιτών με την με αριθμό 4771/24-11-2006 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ιωαννίνων καταδικάσθηκε ερήμην για το αδίκημα της έκδοσης μιας ακάλυπτης επιταγής την οποία εξέδωσε ως διαχειριστής της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία " …", σε ποινή φυλάκισης 4 μηνών και χρηματική ποινή 400 ευρώ. Ωστόσο, από το από 5-8-2004 αποδεικτικό επίδοσης του Αρχ/κα του AT Ιωαννίνων, Λ. Α., προκύπτει ότι ο αιτών και τότε κατηγορούμενος δεν κλητεύθηκε ως αγνώστου διαμονής, αλλά ως γνωστής ομοίας, καθόσον η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος, με το οποίο ο κατηγορούμενος έλαβε το πρώτον γνώση της σε βάρος του κατηγορίας και απέκτησε τη δυνατότητα να επιβλέπει την εξέλιξη της σε βάρος του ποινικής διαδικασίας, έλαβε χώρα νομίμως με θυροκόλληση" στη γνωστή του διεύθυνση, στην οδό ... αρ… στα …, η οποία αποτελούσε μάλιστα και την έδρα της ως άνω εταιρείας, ως διαχειριστής της οποίας εξέδωσε και την ακάλυπτη επιταγή, απαραίτητη δε προϋπόθεση για την ευδοκίμηση της αιτήσεως ακυρώσεως αποφάσεως, κατά το αρθρ. 430 ΚΠΔ, σύμφωνα και με διαλαμβανόμενα ως άνω, είναι ότι ο κατηγορούμενος κλητεύθηκε ως αγνώστου διαμονής και όχι ως γνωστής ομοίας. Πρέπει επομένως η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτη.". Όμως, η απόφαση του δικάσαντος Δικαστηρίου είναι ελλιπής, και ασαφής, στερούμενη της επιβαλλόμενης από τα άρθρα 93 §3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας , διότι το δικαστήριο κατά την έρευνα του παραδεκτού της αιτήσεως ακυρώσεως, παρέλειψε να διαλάβει στην προσβαλλόμενη απόφαση του οποιαδήποτε αιτιολογία, ως προς τον προβληθέντα και κύριο λόγο της αιτήσεως ακυρώσεως, της υπ' αριθ. 4771/2006 απόφασης, που είναι η κλήτευση του στις 18/10/2006, ως άγνωστης διαμονής, για να παραστεί κατά την δικάσιμο της 24-11-2006, κατά την οποία εκδόθηκε η ανωτέρω καταδικαστική απόφαση. Ειδικότερα, παρά το γεγονός, ότι από το της υπ'αριθ. 4771/2006 απόφασης του άνω Δικαστηρίου και συγκεκριμένα, τόσο από το σκεπτικό της προσβαλλομένης με την αίτηση αποφάσεως όσο και από το διατακτικό αυτής, που αλληλοσυμπληρώνονται, προκύπτει με σαφήνεια ότι ο αιτών την ακύρωσή της κατηγορούμενος κλητεύθηκε ως άγνωστης διαμονής για να εμφανιστεί στο Δικαστήριο κατά την άνω δικάσιμο της αιτήσεώς του, παρ'όλα αυτά, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 430 ΚΠΔ κα απέρριψε την αίτηση ως απαραδέκτως ασκηθείσα. Από δε τη διάταξη του άρθρου 430 παρ.1 εδ.α' ΚΠΔ, κατά την οποία: " ο κατηγορούμενος που δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από συνήγορο, εφόσον δεν άσκησε ένδικο μέσο που επιτρέπεται από το νόμο κατά της καταδικαστικής αποφάσεως, μπορεί να ζητήσει την ακύρωσή της για το λόγο ότι κατά την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος δεν συνέτρεχαν οι όροι του άρθρου 128, καθορίζοντας συγχρόνως και τον τόπο στον οποίο τότε διέμενε, διαφορετικά η αίτησή του είναι απαράδεκτη", προκύπτει ότι απαραίτητο στοιχείο του περιεχομένου της αιτήσεως ακυρώσεως είναι ο ισχυρισμός ότι κατά την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος ή της κλήσεως ήταν γνωστής διαμονής και συνεπώς, άκυρα καταδικάστηκε απών, ως άγνωστης διαμονής. Ο ισχυρισμός δε αυτός πρέπει να συνοδεύεται με ταυτόχρονο καθορισμό του τόπου στον οποίον αυτός διέμενε κατά το χρόνο της επιδόσεως, διαφορετικά, η αίτηση είναι απαράδεκτη. Εξάλλου, η αιτιολογία της αποφάσεως, αναφορικά με την έκθεση των αποδεικτικών μέσων, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, διότι δεν εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση όλα τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αποδείχθηκαν τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, αφού δεν γίνεται, σε αυτή (άνω απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κείου Ιωαννίνων), καθόλου (έστω κατ'είδος) μνεία των αποδεικτικών μέσων, που το δίκασαν Δικαστήριο έλαβε υπόψη του για να καταλήξει στην, απορριπτική της αιτήσεώς του κρίση του. Ειδικότερα, παρά το ότι στο ακροατήριο του δικάσαντος πλημ/κείου εξετάστηκε ένορκα ως μάρτυρας η σύζυγος του κατηγορουμένου, Μ. Π. και αναγνώστηκαν κατά τη συζήτηση της αυτής αιτήσεως στο άνω ακροατήριο τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση έγγραφα, όμως από το όλο περιεχόμενο της άνω αποφάσεως προκύπτει ότι όλα αυτά τα αποδεικτικά μέσα δεν αναφέρονται σε αυτή και έτσι, να καθίσταται αβέβαιο κατά πόσον το δικάσαν Δικαστήριο συνεκτίμηση αυτά και έλαβε υπόψη κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως του. Συνεπώς, και κατά δύο σκέλη του, ο από το άρθρο 510 παρ.1 Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της κατά τα άνω επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι βάσιμος, και ως εκ τούτου, πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί η προβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που δίκασαν προηγουμένως (ΚΠΔ 519). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 1114/2013 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ιωαννίνων. Και Παραπέμπει την υπόθεση προς νέα εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Νοεμβρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Δεκεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ