Αριθμός 2267/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη , Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 1 Απριλίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: K. Π. του Ν., κατοίκου ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Σταματόπουλο. Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Γ. του Δ. , κατοίκου ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Φίλη. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16 Μαρτίου 2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 222/2008 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 279/2010 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9 Νοεμβρίου 2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 11 Ιανουαρίου 2012 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση, λόγω συνταξιοδοτήσεως, Αρεοπαγίτη Δημητρίου Τίγγα, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των δεύτερου και τρίτου, κατά το οικείο μέρος τους από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔικ λόγων αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 279/2010 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, η οποία απέρριψε από ουσιαστικής πλευράς τόσο την από 3.3.2009 έφεση του αναιρεσείοντος όσο και την από 4.3.2009 έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της υπ' αριθ. 222/2008 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου. Με την απόφαση αυτή έγινε εν μέρει δεκτή η από 16.3.2007 αγωγή του αναιρεσιβλήτου και αναγνωρίστηκε ότι ο αναιρεσείων οφείλει να του καταβάλει, νομιμοτόκως από 22.9.1992, το ποσό των 32.200 ευρώ, που αντιστοιχεί στην αξία των ωφελημάτων (καρπών), τα οποία αυτός πορίστηκε ως κακόπιστος νομέας τμήματος ακινήτου του αναιρεσιβλήτου. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ). 2. Κατά τη διάταξη του άρθρ. 250 αριθ. 17 ΑΚ, σε πενταετή παραγραφή υπόκεινται οι αξιώσεις των κάθε είδους μισθών, των καθυστερουμένων προσόδων, συντάξεων, διατροφής και κάθε άλλης παροχής που επαναλαμβάνεται περιοδικά. Η διάταξη αυτή αναφέρεται με γενικό τόπο σε καθυστερούμενες προσόδους και σε περιοδικά επαναλαμβανόμενες παροχές και επομένως στην έννοια των όρων αυτών περιλαμβάνονται και οι φυσικοί ή πολιτικοί καρποί και γενικώς τα ωφελήματα (άρθρ. 961, 962 ΑΚ), που η χρήση και η εκμετάλλευση του πράγματος περιοδικά απέφερε ή κατά τους κανόνες της τακτικής διαχείρισης θα μπορούσε περιοδικά να αποφέρει (ΑΠ 668/1979? 590/1980? 440/2000? 898/2009). Συνακόλουθα και οι σχετικές με την απόδοση τέτοιων ωφελημάτων ή της αξίας τους αξιώσεις του κυρίου του πράγματος κατά του επιλήψιμου νομέα υπόκεινται στην ως άνω πενταετή παραγραφή, η οποία κατά τα άρθρ. 251 και 253 ΑΚ αρχίζει μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο γεννήθηκε κάθε περιοδική παροχή και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο αναιρεσίβλητος ζήτησε με την ένδικη αγωγή του, όπως αυτή περιορίστηκε από καταψηφιστική σε αναγνωριστική και παραδεκτά ήδη επισκοπείται (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ), να αναγνωριστεί ότι ο αναιρεσείων, ο οποίος τα έτη 1987 και 1992 κατέλαβε αυθαίρετα συνολική έκταση 2.600 m2 από το ακίνητό του, στη θέση ΣΚΑΛΑ ΜΟΥΓΓΟΣΤΟΥ Μεγάλου Βάλτου Κορινθίας, στην οποία ακολούθως φύτεψε 720 κλίματα αμπέλου, του οφείλει από την εκμετάλλευση της έκτασης αυτής κατά τα έτη 1993 έως και 2006, κατά τα οποία συνέλεγε ετησίως 3.600 κιλά σταφύλια, από τα οποία παρήγαγε ετησίως 3.600 κιλά κρασί, το ποσό των 141.400 ευρώ, αφού το ποσό αυτό εισέπραξε καθαρά κατά τα παραπάνω έτη ως κακόπιστος νομέας από την πώληση συνολικά 50.400 κιλών κρασιού προς 3 ευρώ το κιλό και μάλιστα ενώ είχε ήδη ασκήσει κατ' αυτού (ο αναιρεσίβλητος) την από 17.8.1992 διεκδικητική αγωγή του στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κορίνθου, που επιδόθηκε σ' αυτόν στις 21.9.1992. Η ένδικη αξίωση του αναιρεσιβλήτου αφορά ωφελήματα, που περιοδικά απέφερε κατά τα παραπάνω έτη η εκμετάλλευση από τον αναιρεσείοντα της έκτασης, την οποία αυτός, όπως δέχθηκε και η προσβαλλόμενη απόφαση, αυθαίρετα κατέλαβε από το ακίνητο του αναιρεσιβλήτου στη θέση ΣΚΑΛΑ ΜΟΥΓΓΟΣΤΟΥ Μεγάλου Βάλτου Κορινθίας και κακόπιστα έκτοτε τη νεμήθηκε. Με δεδομένο ότι η ένδικη αγωγή επιδόθηκε στις 28.3.2007 στον αναιρεσείοντα, όπως αυτό προκύπτει από την ταυτόχρονη υπ' αριθ. …έκθεση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Κορίνθου …, οπότε και διακόπηκε κατά το άρθρ. 261 ΑΚ η παραγραφή της αξίωσης του αναιρεσιβλήτου, η αξίωσή του αυτή είχε μέχρι τότε υποκύψει στην ως άνω πενταετή παραγραφή ως προς τα ωφελήματα που πορίστηκε ο αναιρεσείων μέχρι και τις 31.12.2002. Συνεπώς το Εφετείο, που έκρινε, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, μη νόμιμη και απορριπτέα τη σχετική ένσταση του αναιρεσείοντος, την οποία αυτός επανέφερε και με λόγο της έφεσής του κατά της πρωτόδικης οριστικής απόφασης, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρ. 250 αριθ. 17 ΑΚ και αναγνώρισε τελικά ότι αυτός οφείλει ως κακόπιστος νομέας στον αναιρεσίβλητο ωφελήματα συνολικού ύψους 32.200 ευρώ για όλο το διάστημα των ετών 1993 έως και 2006, δηλαδή ότι οφείλει και τα μέχρι τις 31.12.2002 ωφελήματα, που ανέχονταν ετησίως, κατά τις παραδοχές της εφετειακής, αλλά και της πρωτόδικης απόφασης, σε 3.000 ευρώ μικτά και σε 2.930 ευρώ καθαρά. Είναι έτσι βάσιμος ο σχετικός δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ και πρέπει να γίνει δεκτός. 3. Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (Ολ. ΑΠ 4/2005? 7/2006). Συνεπώς κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης. Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στην αίτηση αναίρεσης τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ. ΑΠ 20/2005). Αντίθετα η έλλειψη μείζονος πρότασης στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ' αυτή ως προς την έννοια διάταξης ουσιαστικού δικαίου δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του. Εξ άλλου διδάγματα της κοινής πείρας είναι γενικές αρχές, που επαγωγικά συνάγονται από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και από τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, αποτελώντας πλέον κοινό κτήμα. Κατά την έννοια αυτή χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο της ουσίας για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή για την εκτίμηση της αξίας των αποδεικτικών μέσων, που με επίκληση νόμιμα προσκομίσθηκαν. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, μόνον όμως αν αφορά την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης, ενώ αντίθετα ανέλεγκτη αναιρετικά είναι η παράβαση των διδαγμάτων αυτών κατά την ερμηνεία των δικαιοπραξιών ή την εκτίμηση των αποδείξεων και την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο (άρθρ. 561§1 ΚΠολΔ), πρέπει δε για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης να εκτίθενται ποιά είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία παραβίασε το δικαστήριο της ουσίας. Περαιτέρω κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. Δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ. ΑΠ 15/2006). Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της απόφασης, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (Ολ. ΑΠ 20/2005). Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό ότι ο αναιρεσείων, τα έτη 1987 και 1992, κατέλαβε αυθαίρετα από το ακίνητο (αγρό) του αναιρεσιβλήτου, στη θέση ΣΚΑΛΑ ΜΟΥΓΓΟΣΤΟΥ Μεγάλου Βάλτου του Δήμου Συκιωνίων Κορινθίας, συνολική έκταση 2.382,35 m2, στην οποία ακολούθως, ενεργώντας ως κακόπιστος νομέας, φύτεψε 700 κλίματα αμπέλου, από τα οποία ευδοκίμησαν τα 500, που απέφεραν σ' αυτόν ετησίως 1.500 κιλά σταφύλια (3 κιλά το κάθε κλίμα) και αντίστοιχα 1.500 κιλά κρασιού, που πώλησε προς 2 ευρώ το κιλό, εισπράττοντας συνολικά, κατά το διάστημα των ετών 1993 έως και 2006 (14 έτη), 42.000 ευρώ, ενώ ο ίδιος δαπάνησε για την καλλιέργεια των κλιμάτων, δηλαδή για άροση, φρεζάρισμα, ράντισμα και λιπάσματα, 70 ευρώ ετησίως και συνολικά, κατά το παραπάνω διάστημα, 9.800 ευρώ, οπότε το καθαρό όφελός του, που αναγνωρίστηκε σε πρώτο και δεύτερο βαθμό ότι υποχρεούται να αποδώσει στον αντίδικό του, είναι 32.200 ευρώ. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο αναιρεσείων παρήγαγε ένα κιλό κρασί από κάθε κιλό σταφύλια που συγκόμισε κατά το παραπάνω διάστημα από τα 500 κλίματα αμπέλου που φύτεψε στην καταπατημένη απ' αυτόν έκταση του ακινήτου του αναιρεσιβλήτου. Όμως η ειδικότερη αυτή παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης είναι αντίθετη προς τα διδάγματα της κοινής πείρας, αφού από ένα κιλό σταφύλια δεν είναι δυνατόν να παραχθεί ένα επίσης κιλό κρασιού, αν ληφθεί υπόψη ότι μέρος του καρπού των σταφυλιών αποβάλλεται κατά την επεξεργασία τους για την παραγωγή κρασιού. Κατά την έννοια αυτή η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας από την προσβαλλόμενη απόφαση δεν ιδρύει βέβαια λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αφού δεν αφορά την ερμηνεία των άρθρ. 1096 και 1098 ΑΚ ή την υπαγωγή στις διατάξεις των άρθρων αυτών των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης, όπως αβάσιμα υποστηρίζεται με το πρώτο μέρος του τέταρτου λόγου της αίτησης αναίρεσης, όμως η ίδια παράβαση καθιστά τελικά αντιφατική τη σχετική αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού συνιστά πράγματι αντίφαση, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η παραδοχή ότι η ποσότητα κρασιού που παράγεται από συγκεκριμένη ποσότητα σταφυλιών έχει το ίδιο βάρος με την ποσότητα αυτή, όταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας αυτό δεν είναι δυνατόν. Επομένως ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το αντίστοιχο τρίτο μέρος του από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός σε σχέση ειδικότερα με τα ωφελήματα των ετών 2003 έως και 2006, ως προς τα οποία η αξίωση του αναιρεσιβλήτου δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή, ενώ βάσιμος είναι και ο τρίτος λόγος της ίδιας αίτησης κατά το πρώτο μέρος του από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αφού ναι μεν κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ο αναιρεσείων κατέστη από την επομένη της 21.9.1992, που του επιδόθηκε για την καταληφθείσα απ' αυτόν έκταση του ακινήτου του αναιρεσιβλήτου η σχετική από 17.8.1992 διεκδικητική αγωγή του αντιδίκου του στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κορίνθου, υπερήμερος ως προς την απόδοση της έκτασης αυτής και επιτάθηκε κατά το άρθρ. 344 ΑΚ η ευθύνη του και ως προς τα επίδικα ωφελήματα, όμως χωρίς όχληση, που να αφορά ειδικά την απόδοση των ωφελημάτων αυτών, δεν κατέστη υπερήμερος ως προς την απόδοσή τους, ώστε να οφείλει ως προς αυτά τόκους υπερημερίας ήδη από τις 22.9.1992, όπως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρ. 340 και 345 ΑΚ έκρινε η προσβαλλόμενη απόφαση, υποπίπτοντας έτσι και σε πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ. Συνακόλουθα πρέπει, κατά παραδοχή των ως άνω λόγων της αίτησης αναίρεσης, να γίνει αυτή δεκτή και να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών αιτιάσεων της αίτησης αναίρεσης κατά της αυτής εφετειακής απόφασης, που αφορούν πλημμέλειες από τους αριθμούς 1, 11γ και 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ. Στη συνέχεια πρέπει η υπόθεση να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, κατά την παρ. 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρ. 65 του ν. 4139/2013, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του Εφετείου από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την ήδη αναιρούμενη απόφαση, ενώ ο αναιρεσίβλητος πρέπει, ως διάδικος που ηττήθηκε, να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα του τελευταίου, όπως στο διατακτικό ειδικότερα (άρθρ. 176, 178§1, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθ. 279/2010 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου. Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο Ναυπλίου, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουλίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 30 Δεκεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ