Αριθμός 1394/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Mαρία Σιμιτσή - Βετούλα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 22 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ι. Κ. του Α., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιο δικηγόρο του Μαρία - Μαγδαληνή Τσίπρα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Μ. (K. M.) του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Αναγνωστόπουλο, που κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 29-12-2010 και από 10-11-2011 αγωγές του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2906/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 2234/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27-4-2018 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την από 15.3.2022 κλήση του καλούντος -αναιρεσείοντος παραδεκτά φέρεται προς συζήτηση η από 27.4.2018 και με αριθμό κατάθεσης στο Εφετείο Αθηνών 4204/362/30.4.2018 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 2234/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, καθότι η συζήτηση της ως άνω αίτησης ματαιώθηκε κατά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 8.3.2022. Με την από 27.4.2018 και με αριθμό κατάθεσης 4204/362/30.4.2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 2234/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών επί: α) της από 16.7.2014 και με αριθμό κατάθεσης στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών 4819/2014 έφεσης του ενάγοντος - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσίβλητου και β) της από 14.10.2014 και με αριθμό κατάθεσης στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών 7243/2014 έφεσης του εναγομένου -εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της με αριθμό 2906/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, επίσης, εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών και, αφού συνεκδίκασε τις από 29.12.2010 και με αριθμό κατάθεσης 229740/8528/2010 και από 10.11.2011 και με αριθμό κατάθεσης 201746/5768/2011 αγωγές του ενάγοντος - αναιρεσίβλητου, δέχθηκε εν μέρει αυτές. Ειδικότερα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του: α) αναγνώρισε την ακυρότητα των από 13.10.2010 και από 6.12.2010 καταγγελιών της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου εκ μέρους του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, β) υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 11.238,71 ευρώ (ήτοι 8.751,45 + 2.487,26 ευρώ) για διαφορές μεταξύ των νόμιμων και των κατά τη χρονική περίοδο από 1.1.2005 μέχρι 13.10.2010 καταβληθεισών αποδοχών του τελευταίου και γ) αναγνώρισε την υποχρέωση του εναγομένου -αναιρεσείοντος να καταβάλει στον ενάγοντα - αναιρεσίβλητο το συνολικό ποσό των 17.746,02 ευρώ για μισθούς υπερημερίας που αφορούσαν στη χρονική περίοδο από 14.10.2010 μέχρι 12.12.2011, συμπεριλαμβανομένων επιδομάτων εορτών και αδείας, όλα δε τα ως άνω ποσά επιδίκασε νομιμότοκα κατά τις διακρίσεις της απόφασής του. Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του: α) απέρριψε κατ' ουσίαν την από 14.10.2014 έφεση του εναγομένου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος και β) δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσίαν την από 16.7.2014 έφεση του ενάγοντος -εκκαλούντος και ήδη αναιρεσίβλητου και ακολούθως εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κράτησε την υπόθεση και συνεκδικάζοντας τις από 29.12.2010 και από 10.11.2011 αγωγές αναγνώρισε την ακυρότητα των από 13.10.2010 και από 6.12.2010 καταγγελιών της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου του ενάγοντος - αναιρεσίβλητου εκ μέρους του εναγομένου -αναιρεσείοντος και επιδίκασε στον ενάγοντα - αναιρεσίβλητο το συνολικό ποσό των 41.816,60 ευρώ (ήτοι 13.492,08+24.881,31 + 3.443,21 ευρώ), καταψηφιστικά κατά τα επιμέρους κονδύλια των 13.492,08 ευρώ και 3.443,21 ευρώ και αναγνωριστικά κατά το επιμέρους κονδύλιο των 24.881,31 ευρώ, με το νόμιμο τόκο κατά τις διακρίσεις της προσβαλλόμενης απόφασης. Η ένδικη αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα από τον ηττηθέντα εναγόμενο - εκκαλούντα - εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσείοντα, δεδομένου ότι κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 30.4.2018 και η προσβαλλόμενη απόφαση, της οποίας δεν προκύπτει η επίδοση με επιμέλεια οποιουδήποτε από τους διαδίκους, δημοσιεύθηκε στις 31.8.2016 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Στο άρθρο 38 του ν. 1892/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του v. 2639/1998 (ΦΕΚ Α 205/2.9.1998) και πριν από τη συμπλήρωσή του με το άρθρο 7 του ν. 2874/2000 (ΦΕΚ Α 286/29.12.2000) και την εκ νέου αντικατάστασή του με το άρθρο 2 του ν. 3846/2010 (ΦΕΚ Α 66/11.5.2010), όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 17 παρ. 3 του ν. 3899/2010 (ΦΕΚ Α 212/17.12.2010), ορίζεται ότι: "Κατά τη σύσταση της σύμβασης εργασίας ή κατά τη διάρκειά της ο εργοδότης και ο μισθωτός μπορεί με έγγραφη ατομική σύμβαση να συμφωνήσουν για ορισμένο ή αόριστο χρόνο ημερήσια ή εβδομαδιαία ή δεκαπενθήμερη ή μηνιαία εργασία, η οποία θα είναι μικρότερης διάρκειας από την κανονική (μερική απασχόληση). Η συμφωνία, εφόσον μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες από την κατάρτισή της δεν γνωστοποιηθεί στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας, τεκμαίρεται ότι καλύπτει σχέση εργασίας με πλήρη απασχόληση". Από τη διάταξη αυτή, όπως ίσχυε κατά τον ένδικο χρόνο [δηλαδή την 18.5.2000, που, κατά τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), ο ενάγων - αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε από τον εναγόμενο -αναιρεσείοντα] συνάγεται ότι: α) για την κατάρτιση της σύμβασης μερικής απασχόλησης απαιτείται κατά νόμο έγγραφος τύπος, ο οποίος είναι συστατικός, β) η μη τήρηση του έγγραφου τύπου συνεπάγεται την ακυρότητα μόνον του όρου της σύμβασης που αφορά τη μερική απασχόληση του εργαζόμενου και γ) η ακυρότητα αυτή είναι απόλυτη κατ' άρθρο 159 του ΑΚ, λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο και δεν θεραπεύεται και αν ακόμη εκπληρωθεί η σύμβαση με επίγνωση της έλλειψης του απαιτούμενου τύπου. Το τεκμήριο περί του οποίου γίνεται λόγος στο δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 38 του ν. 1892/1990 και τέθηκε για την προστασία των δικαιωμάτων του εργαζομένου δίχως να παραβλάπτονται τα δικαιώματα του εργοδότη, προϋποθέτει έγκυρη συμφωνία περί μερικής απασχόλησης, δηλαδή εγγράφως καταρτισθείσα και αφορά μόνο την περίπτωση μη έγκαιρης γνωστοποίησης της συμφωνίας αυτής στην Επιθεώρηση Εργασίας (ΑΠ 1798/2022, ΑΠ 987/2022, 703/2020, 202/2015). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 εδαφ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 1082/2018, ΑΠ 1420/2013). Εξάλλου, κατά το άρθρο 338 παρ. 1 ΚΠολΔ κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του. Η διάταξη αυτή, αναφερομένη στο υποκειμενικό βάρος απόδειξης που προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιβάλλει με απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του απαιτουμένου αποδεικτικού υλικού προς βεβαίωση των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων, και στην κατανομή αυτού (βάρους), προϋποθέτει την έκδοση μη οριστικής (παρεμπίπτουσας) απόφασης για αποδείξεις, τέτοια, όμως, απόφαση δεν εκδίδεται στην διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 670, 671, 674 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν μέχρι την 1.1.2016 πριν τη σιωπηρή κατάργησή τους από το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015) και ήδη περιουσιακών- εργατικών διαφορών (άρθρα 614, 621 ΚΠολΔ), κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας, χωρίς να ορίζει ποιος από τους διαδίκους φέρει το βάρος απόδειξης, εκτιμά ελεύθερα τις προσκομιζόμενες με επίκληση από τους διαδίκους αποδείξεις και κρίνει εάν αποδείχθηκαν ή όχι οι προβαλλόμενοι πραγματικοί ισχυρισμοί. Κατά συνέπεια, στην διαδικασία αυτή δεν τίθεται θέμα εσφαλμένης εφαρμογής των ορισμών του νόμου ως προς το (υποκειμενικό) βάρος απόδειξης (άρθρο 338 παρ. 1 ΚΠολΔ) και συνακόλουθα δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 13 του ΚΠολΔ, που προβλέπει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. (ΑΠ 922/2022, ΑΠ 447/2015, 76/2013, 1710/2012, 233/2011). Αντίθετα, τον προβλεπόμενο από την ως άνω διάταξη λόγο αναίρεσης μπορεί να θεμελιώσει η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια του εσφαλμένου προσδιορισμού του διαδίκου που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς την συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γένεσης της επίδικης έννομης συνέπειας (ΑΠ 922/2022, ΑΠ 447/2015, ΑΠ 233/2011). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο από τους αριθμούς 1 και 13 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι, με βάση τις παρατιθέμενες στο λόγο αυτό παραδοχές της, εσφαλμένα δεν διέγνωσε ότι στην ένδικη υπόθεση δεν υφίστατο έγκυρη σύμβαση μερικής απασχόλησης, αφού δεν είχε τηρηθεί ο έγγραφος συστατικός τύπος αυτής, που επιβάλλεται από το άρθρο 38 παρ. 1 του ν. 1892/1990 όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 του ν. 2639/1998 και ότι το σφάλμα αυτό του Εφετείου οδήγησε στη χρήση του εισαγόμενου με την ως άνω διάταξη τεκμηρίου περί ύπαρξης πλήρους απασχόλησης και άρα σε αναστροφή του βάρους της απόδειξης, επιβάλλοντας στον αναιρεσείοντα να αποδείξει την ύπαρξη σύμβασης μερικής απασχόλησης, ενώ όφειλε να δεχθεί ότι ο αναιρεσίβλητος έφερε το βάρος της απόδειξης των επικαλούμενων εκ μέρους του αγωγικών ισχυρισμών περί ύπαρξης σχέσης εργασίας πλήρους απασχόλησης αορίστου χρόνου. Από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, μετά την εκτίμηση των με επίκληση προσαχθέντων από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά λέξη τα ακόλουθα κρίσιμα για την έρευνα της βασιμότητας ή μη του ως άνω αναιρετικού λόγου: "Ο εναγόμενος τυγχάνει αυτοκινητιστής και διατηρεί στην …ατομική επιχείρηση εκμεταλλεύσεως φορτηγών αυτοκινήτων δημοσίας χρήσεως, με αντικείμενο δραστηριότητας τη μεταφορά εμπορευμάτων και προϊόντων για λογαριασμό τρίτων προσώπων εντός και εκτός Αττικής, διαθέτοντας προς τούτο τέσσερα φορτηγά αυτοκίνητα που υπάγονται στην Α κατηγορία του άρθρου 1 παρ 1 του β.δ. της 28-1/4.2.1938. Στα πλαίσια της ως άνω δραστηριότητάς του ο εναγόμενος προσέλαβε στις 18/5/2000 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου τον ενάγοντα, ο οποίος κατά τον παραπάνω χρόνο ήταν κάτοχος της με αριθμό ... επαγγελματικής άδειας οδήγησης Γ κατηγορίας, προκειμένου ο τελευταίος να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως οδηγός των φορτηγών αυτοκινήτων που αυτός διέθετε, υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως. Ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η πρόσληψη του ενάγοντος έγινε όχι για πλήρη, αλλά για μερική απασχόληση και συγκεκριμένα για τέσσερις ημέρες την εβδομάδα, επί τετράωρο ημερησίως. Προς τούτο επικαλείται και προσκομίζει την από 18.5.2000 έγγραφη γνωστοποίηση των όρων της ατομικής σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, που φέρει τη μη αμφισβητούμενη υπογραφή του τελευταίου, η οποία αναφέρει ότι ο ενάγων θα απασχοληθεί υπό καθεστώς μερικής απασχόλησης και συγκεκριμένα, όπως προαναφέρθηκε, για τέσσερις ημέρες την εβδομάδα, επί τετράωρο ημερησίως. Ωστόσο δεν επικαλείται ότι έγινε γνωστοποίηση της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος εντός προθεσμίας 15 ημερών στην Επιθεώρηση Εργασίας. Επικαλείται βέβαια και προσκομίζει την από 26.5.2000 αναγγελία της πρόσληψεως στον ΟΑΕΔ στα πλαίσια των νδ 2656/1953 και 763/1970, πλην όμως η αναγγελία αυτή δεν αναπληρώνει την προς την Επιθεώρηση Εργασίας γνωστοποίηση, που είναι διαφορετική υπηρεσία. Εφόσον λοιπόν δεν έγινε η ανωτέρω γνωστοποίηση, η σχετική συμφωνία θεωρείται ότι καλύπτει σχέση εργασίας με πλήρη και όχι μειωμένη απασχόληση, όπως αυτό ορίζεται ρητά στο άρθρο 2 του ν. 2639/1998, με το οποίο αντικαταστάθηκε το άρθρο 38 του ν 1892/1990, κατά το οποίο κατά τη σύσταση της συμβάσεως εργασίας ή κατά τη διάρκειά της ο εργοδότης και ο μισθωτός μπορούν με έγγραφη ατομική σύμβαση να συμφωνήσουν για ορισμένο ή αόριστο χρόνο ημερήσια ή εβδομαδιαία ή δεκαπενθήμερη ή μηνιαία εργασία, η οποία θα είναι μικρότερης διάρκειας από την κανονική (μερική απασχόληση). Η συμφωνία αυτή, εφόσον μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες από την κατάρτισή της δεν γνωστοποιηθεί στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας, τεκμαίρεται ότι καλύπτει σχέση εργασίας με πλήρη απασχόληση. Το τεκμήριο αυτό βέβαια είναι μαχητό [...], πλην όμως ο εναγόμενος δεν μπόρεσε να το καταρρίψει ανταποδεικτικά, δεδομένου ότι, όπως αποδείχθηκε, ο ενάγων καθ' όλη τη διάρκεια της συμβάσεως εργασίας του απασχολείτο στην επιχείρηση του εναγομένου με καθεστώς πλήρους απασχόλησης". Από τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και το αποδεικτικό πόρισμα που συνήγαγε από αυτές σαφώς συνάγεται ότι το Εφετείο δεν δέχθηκε ότι είχε καταρτισθεί μεταξύ των διαδίκων έγκυρη σύμβαση μερικής απασχόλησης, όπως αβάσιμα υποστηρίζεται με τον ως άνω πρώτο λόγο αναίρεσης. Αντίθετα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 38 παρ.1 του ν. 1892/1990, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 του ν. 2639/1998 και ίσχυε κατά τον ένδικο χρόνο πρόσληψης του ενάγοντος - αναιρεσίβλητου από τον εναγόμενο - αναιρεσείοντα (δηλαδή την 18.5.2000), με βάση τις εκτεθείσες παραδοχές του κατέληξε στο ορθό συμπέρασμα ότι η επικαλούμενη από τον εναγόμενο σύμβαση μερικής απασχόλησης είναι άκυρη, καθότι δεν τηρήθηκαν οι τιθέμενες από το νόμο προϋποθέσεις του κύρους της. Περαιτέρω, το Εφετείο με την κρίση του ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων δεν μπόρεσε ανταποδεικτικά να καταρρίψει το μαχητό τεκμήριο του δεύτερου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 38 του ν. 1892/1990 (όπως ίσχυε κατά τον ένδικο χρόνο), δεδομένου ότι αποδείχθηκε ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος καθ' όλη τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας του απασχολείτο στην επιχείρηση του εναγομένου- αναιρεσείοντος με καθεστώς πλήρους απασχόλησης, δεν παραβίασε το αντικειμενικό βάρος απόδειξης, καθότι δέχθηκε ότι ο ενάγων, που έφερε τον κίνδυνο της πλήρους απόδειξης των συγκροτούντων την ιστορική βάση της αγωγής του πραγματικών περιστατικών και, συνακόλουθα, τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γένεσης των ένδικων αξιώσεών του, απέδειξε την πλήρη του απασχόληση στην επιχείρηση του εναγομένου καθ' όλη τη διάρκεια της μεταξύ τους συναφθείσας σύμβασης εργασίας. Τέλος, η κρίση του Εφετείου ότι, εφόσον δεν έγινε γνωστοποίηση της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος εντός προθεσμίας 15 ημερών στην Επιθεώρηση Εργασίας, η σχετική συμφωνία θεωρείται ότι καλύπτει σχέση εργασίας με πλήρη και όχι μειωμένη απασχόληση, είναι πλεοναστική και δεν στηρίζει το ορθό διατακτικό της απόφασης. Επομένως, ο ως άνω πρώτος από τους αριθμούς 1 και 13 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ του ΚΠολΔ ορίζεται ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ. προκύπτει ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση περί της αληθείας ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 346 του ΚΠολΔ τα αποδεικτικά μέσα που έχει προσκομίσει ένας διάδικος λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο και για την απόδειξη ισχυρισμών άλλου διαδίκου. Προκειμένου, όμως, να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης πρέπει είτε τα αποδεικτικά μέσα να τα έχει επικαλεσθεί και προσκομίσει στο δικαστήριο της ουσίας ο αναιρεσείων προς απόδειξη ισχυρισμού του που ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, είτε, σε περίπτωση προσκόμισης αυτών με επίκληση από τον αντίδικο του αναιρεσείοντος, να έχει επικαλεσθεί αυτά στη συνέχεια στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού του ο αναιρεσείων. Εάν αντιθέτως ο αναιρεσείων δεν είχε επικαλεσθεί νομίμως τα από τον αντίδικό του προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, δεν ιδρύεται υπέρ αυτού λόγος αναίρεσης από τη παράλειψη του δικαστηρίου να τα λάβει υπόψη του (ΑΠ 517/2017, ΑΠ 1967/2009, ΑΠ 1212/2009, ΑΠ 774/1996, ΑΠ 710/1991). Στη προκειμένη περίπτωση με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης, αληθώς από τον αριθμό 11 γ (και όχι από τον αριθμό 1 που αναγράφεται στο αναιρετήριο) του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στη προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος κατά το χρόνο της πρόσληψής του στην επιχείρηση του αναιρεσείοντος κατείχε σε ισχύ την με αριθμό ... επαγγελματική άδεια οδήγησης Γ κατηγορίας καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίσθηκε και λειτούργησε καθ' όλα τα επίδικα έτη έγκυρη σύμβαση εργασίας πλήρους απασχόλησης, χωρίς να λάβει υπόψη την με επίκληση προσκομισθείσα από τον αναιρεσίβλητο άδεια, από το σώμα της οποίας προκύπτει ότι αυτή εκδόθηκε στις 4.3.2003, ήτοι τρία έτη μετά την κατάρτιση της μεταξύ τους σύμβασης και ότι έληξε στις 28.3.2008, ήτοι μεσούσης της απασχόλησης του αναιρεσίβλητου και πριν την καταγγελία της σύμβασης εργασίας αυτού από τον αναιρεσείοντα. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι ο αναιρεσείων δεν διαλαμβάνει στο συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ότι το έγγραφο αυτό, που με επίκληση προσκόμισε στο δικαστήριο της ουσίας ο αντίδικός του, στη συνέχεια το επικαλέσθηκε ο ίδιος προς απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού του ότι η έλλειψη του αναγκαίου διπλώματος οδήγησης του αντιδίκου του καθιστά την καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εργασίας άκυρη τόσο κατά την ημερομηνία κατάρτισής της, όσο και κατά την ημερομηνία της εκ μέρους του καταγγελίας της σύμβασης αυτής. Σημειώνεται μάλιστα ότι από την επισκόπηση των από 13.10.2015 προτάσεων αναιρεσείοντος ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (άρθ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι αυτός δεν είχε επικαλεσθεί σε αυτές το έγγραφο της με αριθμό ... επαγγελματικής άδειας οδήγησης Γ κατηγορίας του αναιρεσίβλητου, ούτε είχε προβεί σε μνεία του περιεχομένου της. Κατά τη διάταξη του αριθμού 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε, ως προς το έγγραφο, σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου (σφάλμα ανάγνωσης), με τη παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι το έγγραφο αυτό περιελάμβανε, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει κατά το άρθρο 561 παρ 1 του ιδίου Κώδικα του αναιρετικού ελέγχου (ΑΠ 517/2017). Για τη θεμελίωση του αμέσως πιο πάνω αναιρετικού λόγου απαιτείται η προσκομιδή από τον αναιρεσείοντα στον Άρειο Πάγο του εγγράφου, το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του, φέρεται ότι παραμορφώθηκε, προκειμένου να επισκοπηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, το περιεχόμενό του ως προς τη διαπίστωση της βασιμότητας του σφάλματος του δικαστηρίου της ουσίας. Διαφορετικά ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ως αναπόδεικτος (ΑΠ 751/2017, ΑΠ 1414/2010, ΑΠ 533/2009). Με το δεύτερο, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της με αριθμό ... επαγγελματικής άδειας οδήγησης Γ κατηγορίας, που είχε προσκομισθεί με επίκληση από τον αναιρεσίβλητο, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διάφορα από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, καθότι από το σώμα αυτού προκύπτει ότι η ως άνω άδεια οδήγησης εκδόθηκε στις 4.3.2003, ήτοι τρία έτη μετά την κατάρτιση της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης και ότι έληξε στις 28.3.2008, ήτοι μεσούσης της απασχόλησης του αναιρεσίβλητου και πριν την καταγγελία της σύμβασης εργασίας αυτού. Σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, διότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται και δεν προσκομίζει το ως άνω έγγραφο στον Άρειο Πάγο, προκειμένου, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, να επισκοπηθεί το περιεχόμενό του προς διαπίστωση της βασιμότητας του σφάλματος ανάγνωσης του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου. Από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 319/2017). Με το τρίτο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης, ο αναιρεσείων αιτιάται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι: "Στο πλαίσιο της ως άνω δραστηριότητάς του ο εναγόμενος προσέλαβε στις 18.5.2000 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου τον ενάγοντα, ο οποίος κατά τον παραπάνω χρόνο ήταν κάτοχος της υπ' αριθμ. ... επαγγελματικής άδειας οδήγησης Γ κατηγορίας, προκειμένου ο τελευταίος να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως οδηγός των φορτηγών αυτοκινήτων, που αυτός διέθετε, υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως", παρά το γεγονός ότι πασίδηλα από το σώμα του ως άνω δημοσίου εγγράφου προκύπτει αφενός ότι αυτό δεν υφίστατο κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης και αφετέρου ότι η ισχύς αυτού έληξε σε χρόνο προγενέστερο της από 13.10.2010 καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας εκ μέρους του αναιρεσείοντος, καθότι ο αναιρεσίβλητος δεν επικαλέσθηκε την ύπαρξη παράτασης ή ανανέωσης της ισχύος της άδειας αυτής, με συνέπεια το Εφετείο να μην διαγνώσει ότι οι συνέπειες, τις οποίες όφειλε με βάση το ως άνω έγγραφο να διαγνώσει αναφορικά με τα αγωγικά αιτήματα του αναιρεσίβλητου, είναι απολύτως διάφορες από αυτές που δέχθηκε, εφόσον σε περίπτωση καταγγελίας άκυρης σύμβασης εργασίας οφείλεται η νόμιμη αποζημίωση απόλυσης από το νόμο, χωρίς όμως να περιέρχεται σε υπερημερία ο εργοδότης που δεν αποδέχεται τις υπηρεσίες του εργαζόμενου ή που δεν καταβάλει την πλήρη αποζημίωση λόγω καταγγελίας, και οφείλεται η απόδοση της ωφέλειας που αποκόμισε ο εργοδότης από την εργασία του ακύρως απασχοληθέντος μισθωτού, συνιστάμενη στις αποδοχές που αυτός θα κατέβαλε, αν ήταν έγκυρη η σύμβαση, για την ίδια εργασία σε πρόσωπο με τις ικανότητες και τα προσόντα του, υπό τις αυτές συνθήκες ακύρως απασχοληθέντος, εκτός από τις παροχές που προσιδιάζουν στην προσωπική κατάσταση του τελευταίου. 'Εχοντας το ως άνω περιεχόμενο το τρίτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης είναι απαράδεκτο, διότι υπό την επίκληση του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και μάλιστα με αναφορά στο επιμέρους αποδεικτικό μέσο της με αριθμό ... άδειας ικανότητας οδήγησης Γ κατηγορίας που με επίκληση προσκομίσθηκε από τον αναιρεσίβλητο, πλήττεται ουσιαστικά η παρατεθείσα επί της ουσίας ανέλεγκτη εκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου του ως άνω εγγράφου (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999). Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή η μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 319/2017). Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων, χωρίς να επικαλείται συγκεκριμένο λόγο από τους αποκλειστικά οριζόμενους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης, ζητεί την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιώμενος ότι το Εφετείο χωρίς αιτιολογία και χωρίς ο αναιρεσίβλητος να προσκομίσει οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό μέσον πέραν της κατάθεσης της συζύγου του, η οποία [κατά τον αναιρεσείοντα] δεν μπορεί να είναι πειστική δεδομένου ότι αυτή εξαρτά έννομο συμφέρον από την έκβαση της δίκης, δέχθηκε ότι αποδείχθηκε πλήρως η απασχόληση του αναιρεσίβλητου επί 8 ώρες ημερησίως και συνεπεία αυτού ήχθη στην επιδίκαση διαφορών αποδοχών, αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας, λόγω καταβολής ελλιπούς αποζημίωσης και στην επιδίκαση μισθών υπερημερίας, ενώ, με βάση την κατάθεση του μάρτυρα του αναιρεσείοντος ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και των προσκομισθέντων από τον αναιρεσείοντα αποδεικτικών μέσων, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο όφειλε να δεχθεί ως βάσιμους του ισχυρισμούς του ότι ο αναιρεσίβλητος απασχολήθηκε καθ' όλα τα έτη της εργασίας του δυνάμει σχέσης μερικής απασχόλησης, ότι ορθώς και νομίμως καταβλήθηκε σε αυτόν η υπολογισθείσα αποζημίωσή του, καθιστάμενης της καταγγελίας της εργασιακής σχέσης του έγκυρης και ότι δεν οφείλονται στον αναιρεσίβλητο μισθοί υπερημερίας δεδομένου ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ήταν απολύτως έγκυρη. Ο ως άνω τρίτος λόγος αναίρεσης, εκτιμώμενος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (έλλειψη αιτιολογίας) είναι αβάσιμος. Τούτο διότι από την κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι αυτή έχει πλήρη, σαφή και χωρίς ενδοιαστικά κενά αιτιολογία, καθότι δέχθηκε τα ακόλουθα κρίσιμα ως προς την ημερήσια και την εβδομαδιαία απασχόληση του αναιρεσίβλητου στην επιχείρηση του αναιρεσείοντος (βλ. 13ο φύλλο αυτής): "Ακολούθως, από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι ο ενάγων καθόλο το χρονικό διάστημα της απασχολήσεώς του στην επιχείρηση του εναγομένου εργαζόταν με το καθεστώς της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, δηλαδή από Δευτέρα έως Παρασκευή επί 8 ώρες ημερησίως, δηλαδή από 07:00 μέχρι 15:00, όπως άλλωστε σαφώς κατέθεσε ως προς το χρόνο και τη συνολική πραγματική διάρκεια της απασχόλησης του ενάγοντος τόσο σε ημερήσια όσο και σε εβδομαδιαία βάση η μάρτυρας του τελευταίου, η οποία εξετάσθηκε με επιμέλειά του στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Επίσης, η εν λόγω μάρτυρας, η οποία σημειωτέον είναι η σύζυγος του ενάγοντος, καταθέτει αναφορικά με τη νυχτερινή απασχόληση αυτού, αλλά και την εργασία του κατά τα Σάββατα ή τις Κυριακές, ότι όποτε ο σύζυγός της εργαζόταν κατά τη νύχτα ή κατά τις εν λόγω ημέρες πληρωνόταν κανονικά από τον εναγόμενο και μάλιστα στο "χέρι", υποδηλώνοντας κατ' αυτόν τον τρόπο τον περιστασιακό χαρακτήρα της απασχόλησης του ενάγοντος κατά τις νυκτερινές ώρες, αλλά και κατά τις ημέρες των Σαββάτων και των Κυριακών. Εξάλλου, η παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου ως προς το χρόνο και τη συνολική διάρκεια της απασχόλησης του ενάγοντος τόσο σε ημερήσια όσο και σε εβδομαδιαία βάση δεν αναιρείται από άλλα αποδεικτικά μέσα ούτε από το ημερολόγιο που τηρούσε ο ενάγων, οι εγγραφές του οποίου δεν επιβεβαιώνονται από άλλο πειστικό στοιχείο. [...]". Επισημαίνεται, τέλος, ότι, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, οι εκτεθείσες ελλείψεις που προσάπτονται με τον τρίτο λόγο αναίρεσης στην προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την ανάλυση και την στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του ως άνω αποδεικτικού της πορίσματος, το οποίο διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Στο άρθρο 11 παρ. 2 του νόμου 1876/1990 "Ελεύθερες Συλλογικές Διαπραγματεύσεις" ορίζεται ότι "Με απόφαση που εκδίδεται μετά από γνώμη του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας, ο Υπουργός Εργασίας μπορεί να επεκτείνει και να κηρύξει γενικώς υποχρεωτική, για όλους τους εργαζομένους του κλάδου ή επαγγέλματος συλλογική σύμβαση εργασίας (Σ.Σ.Ε), η οποία δεσμεύει ήδη εργοδότες, που απασχολούν το 51% των εργαζομένων του κλάδου ή του επαγγέλματος. Ειδικότερα, η επέκταση ομοιοεπαγγελματικής συλλογικής σύμβασης εργασίας δεσμεύει όλους τους εργαζομένους του επαγγέλματος, ανεξάρτητα από το είδος της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, με την επιφύλαξη της παρ. 2 του άρθρου 10 (σύμφωνα με την οποία "κλαδική ή επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας υπερισχύει σε περίπτωση συρροής με ομοιοεπαγγελματική συλλογική σύμβαση εργασίας"). Από την παραπάνω διάταξη προκύπτει ότι, με απόφαση που εκδίδεται μετά από γνώμη του Ανώτατου Συμβουλίου Εργασίας, ο Υπουργός Εργασίας μπορεί να επεκτείνει και να κηρύξει γενικώς υποχρεωτική για όλους τους εργαζομένους του κλάδου ή του επαγγέλματος συλλογική σύμβαση εργασίας, η οποία δεσμεύει ήδη εργοδότες που απασχολούν το 51% των εργαζομένων του κλάδου ή του επαγγέλματος. Στην περίπτωση αυτή η συλλογική σύμβαση εργασίας ή η εξομοιούμενη με αυτήν Διαιτητική Απόφαση (Δ.Α), όταν έχει κλαδικό χαρακτήρα, ισχύει όχι μόνο έναντι των μελών των εργατικών και εργοδοτικών οργανώσεων που την είχαν συνάψει, αλλά επεκτείνεται με βάση την άνω διοικητική κανονιστική πράξη και πέρα από τα πρόσωπα αυτά, πάντως όμως μέσα στα όρια της τοπικής της ισχύος, στους εργαζομένους και εργοδότες του κλάδου ή του επαγγέλματος που αυτή αφορά, οι οποίοι θα μπορούσαν να είναι μέλη των. οργανώσεων που μετείχαν στη σύναψή της (Ολ.ΑΠ 540/1980, ΑΠ 586/2011), με την επιφύλαξη ότι μια κλαδική ΣΣΕ ή ΔΑ υπερισχύει σε περίπτωση συρροής αυτής με άλλη ομοιοεπαγγελματική ΣΣΕ ή ΔΑ (ΑΠ56/2012, ΑΠ 74/2009). Η εν λόγω επέκταση ισχύει από την ημερομηνία έκδοσης της Υπουργικής απόφασης και δεν αναδράμει σε προγενέστερο χρονικό σημείο, εκτός εάν έχει υποβληθεί σχετική αίτηση, οπότε η επέκταση αρχίζει από την ημερομηνία υποβολής της (ΑΠ 586/2011). Το δικαστήριο αναζητεί αυτεπαγγέλτως και εφαρμόζει την προσήκουσα ΣΣΕ ή ΔΑ, με βάση τα πραγματικά γεγονότα που εκτίθενται στην αγωγή και αποδεικνύονται, όπως η υφισταμένη μεταξύ των διαδίκων εργασιακή σχέση, ο κλάδος της οικονομικής ζωής στον οποίο αυτή λειτουργεί, το επάγγελμα ή η ειδικότητά του εργαζόμενου και ο χρόνος για τον οποίο εκάστοτε ζητείται η παροχή δικαστικής προστασίας (ΑΠ 56/2012, ΑΠ 49/2011, ΑΠ 1143/2004). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, χωρίς να γίνεται επίκληση της από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικής πλημμέλειας, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 11 παρ. 2 του ν. 1876/1990 και η μη εφαρμογή της ΥΑ 12435/28-7-2004 [ΦΕΚ Β/1294/24-8-2004], σύμφωνα με την οποία η ΔΑ 20/2004 κηρύχθηκε υποχρεωτική από 14/7/2004, της ΥΑ 11869/1-6-2005 [ΦΕΚ Β/794/10-6-2005] σύμφωνα με την οποία η ΔΑ 9/2005 κηρύχθηκε υποχρεωτική από 4-5-2005, της ΥΑ 11981/12-7-2006 [ΦΕΚ Β 1079/8-8-2006], σύμφωνα με την οποία η ΔΑ 14/2006 κηρύχθηκε υποχρεωτική από 16-6-2006, της ΥΑ 11871/26-6-2007 [ΦΕΚ Β 1190/12-7-2007], σύμφωνα με την οποία η ΣΣΕ 11-4-2007 κηρύχθηκε υποχρεωτική από 9-5-2007, της ΥΑ 51877/2442/11-7-2008 [ΦΕΚ Β/1448/23-7-2008], σύμφωνα με την οποία η ΔΑ 15/2008 κηρύχθηκε υποχρεωτική από 19-6-2008, της ΥΑ 22074/1783/3-7-2009 [ΦΕΚ Β 1431/17-7- 2009], σύμφωνα με την οποία η ΔΑ 11/2009 κηρύχθηκε υποχρεωτική από 27-5-2009 και της ΥΑ 11327/673/2011 [ΦΕΚ Β/1449/17-6-2011], σύμφωνα με την οποία η ΔΑ 37/2010 κηρύχθηκε υποχρεωτική από 7-10-2010. Από την κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά τα κρίσιμα για την έρευνα της βασιμότητας ή μη του ως άνω αναιρετικού λόγου προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε κατά λέξη τα εξής (βλ. τις 11η, 12η και 13η σελίδες αυτής): "Περαιτέρω οι όροι αμοιβής και εργασίας του ενάγοντος για το χρονικό διάστημα από 1- 1-2005 μέχρι 13-10-2010 διέπονταν από τις μ' αριθμούς 20/2004, 9/2005 και 14/2006 ΔΑ, από 11-4-2007 ΣΣΕ, 15/2008 ΔΑ και 11/2009 ΔΑ. " Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των Οδηγών Πάσης Φύσεως Φορτηγών κλπ Αυτοκινήτων που απασχολούνται σε οποιονδήποτε εργοδότη όλης της χώρας". Έτσι στους μισθωτούς που υπάγονται στις ανωτέρω ΔΑ και ΣΣΕ χορηγούνται τα παρακάτω επιδόματα, εφόσον πληρούν τις αντίστοιχες προϋποθέσεις και συγκεκριμένα επίδομα πολυετούς εργασίας στον ίδιο εργοδότη και επίδομα τριετιών. Επομένως, οι νόμιμες αποδοχές του ενάγοντος, ο οποίος ήταν έγγαμος, πατέρας τριών τέκνων, από τα οποία τα δύο προστατευόμενα από το νόμο, γεγονότα που είχε γνωστοποιήσει στον εναγόμενο, ανέρχονταν μηνιαίως: α) για το χρονικό διάστημα από 1-1-2005 μέχρι και 30-4-2005 σύμφωνα με τη μ' αριθμό 20/2004 ΔΑ στο ποσό των 943,40 ευρώ (βασικός μισθός 718 + επίδομα τριετιών 3-5 έτη 71,80 + επίδομα γάμου 71,80 + επίδομα τέκνων 71,80 + επίδομα πολυετούς εργασίας 2 έτη στον ίδιο εργοδότη 10 ευρώ), β) για το χρονικό διάστημα από 1-5-2005 μέχρι 31-8-2005 σύμφωνα με τη μ' αριθμό 9/2005 ΔΑ στο ποσό των 1002 ευρώ (βασικός μισθός 740 + επίδομα τριετιών 5 - 6 έτη 74 + επίδομα γάμου 74+ επίδομα τέκνων 74+ επίδομα πολυετούς εργασίας 5 έτη στον ίδιο εργοδότη 40 ευρώ), γ) για το χρονικό διάστημα από 1-9- 2005 μέχρι 30-4-2006 σύμφωνα με τη μ' αριθμό 9/2005 ΔΑ στο ποσό των 1031,90 ευρώ (763 βασικός μισθός + επίδομα τριετιών 5-6 έτη 76,30 + επίδομα γάμου 76,30 + επίδομα τέκνων 76,30 + επίδομα πολυετούς εργασίας 5 έτη στον ίδιο εργοδότη 40 ευρώ), δ) για τον μήνα Μάιο του έτους 2006 σύμφωνα με τη μ' αριθμό 9/2005 ΔΑ στο ποσό των 1054,79 ευρώ (763 βασικός μισθός + επίδομα τριετιών 6 - 9 έτη 99,19 + επίδομα γάμου 76,30 + επίδομα τέκνων 76,30 + επίδομα πολυετούς εργασίας 5 έτη στον ίδιο εργοδότη 40 ευρώ), ε) για τον μήνα Ιούνιο του έτους 2006 σύμφωνα με τη μ' αριθμό 14/2006 ΔΑ στο ποσό των 1085,38 ευρώ (786 ευρώ βασικός μισθός + επίδομα τριετιών 6 - 9 έτη 102,18 + επίδομα γάμου 78,60 + επίδομα τέκνων 78,60 + επίδομα πολυετούς εργασίας 5 έτη στον ίδιο εργοδότη 40 ευρώ), στ) για το χρονικό διάστημα από 1-7-2006 μέχρι 30-4-2007 σύμφωνα με τη μ' αριθμό 14/2006 ΔΑ στο ποσό των 1122,62 ευρώ (814 ευρώ βασικός μισθός + επίδομα τριετιών 6 - 9 έτη 105,82 ευρώ + επίδομα γάμου 81,40 ευρώ + επίδομα τέκνων 81,40 ευρώ + επίδομα πολυετούς εργασίας 5 έτη στον ίδιο εργοδότη 40 ευρώ) ζ) για το χρονικό διάστημα από 1-5-2007 μέχρι 31-8-2007 σύμφωνα με την από 11-4-2007 ΣΣΕ στο ποσό των 1155,18 ευρώ (βασικός μισθός 837,61 ευρώ + επίδομα τριετιών 6 - 9 έτη 108,89 + επίδομα γάμου 83,76 + επίδομα τέκνων 83,76 + επίδομα πολυετούς εργασίας 5 έτη 41,16 ευρώ), η) για το χρονικό διάστημα από 1-9- 2007 μέχρι 31-5-2008 σύμφωνα με την ως άνω ΣΣΕ στο ποσό των 1189,81 ευρώ (βασικός μισθός 862,73 ευρώ + επίδομα τριετιών 6-9 έτη 112,15 + επίδομα γάμου 86,27 + επίδομα τέκνων 86,27 + επίδομα πολυετούς εργασίας 5 έτη στον ίδιο εργοδότη 42,39 ευρώ), θ) για το χρονικό διάστημα από 1-6-2008 μέχρι 31-8-2008 σύμφωνα με τη μ' αριθμό 15/2008 ΔΑ στο ποσό των 1226,03 ευρώ (βασικός μισθός 889 ευρώ + επίδομα τριετιών 6 - 9 έτη 115,57 + επίδομα γάμου 88,90 ευρώ + επίδομα τέκνων 88,90 ευρώ + επίδομα πολυετούς εργασίας 5 έτη στον ίδιο εργοδότη 43,66 ευρώ), ι) για το χρονικό διάστημα από 1-9-2008 μέχρι 30-4-2009 σύμφωνα με τη μ' αριθμό 15/2008 ΔΑ στο ποσό των 1275,66 ευρώ (925 ευρώ βασικός μισθός + επίδομα τριετιών 6 - 9 έτη 120,25 + επίδομα γάμου 92,50 + επίδομα τέκνων 92,50 + επίδομα πολυετούς εργασίας 5 έτη στον ίδιο εργοδότη 45,41 ευρώ), ια) για το χρονικό διάστημα από 1-5-2009 μέχρι και 30-6-2009 σύμφωνα με τη μ' αριθμό 15/2008 ΔΑ στο ποσό των 1303,41 ευρώ (βασικός μισθός 925 ευρώ + επίδομα τριετιών 9 - 10 έτη 148 + επίδομα γάμου 92,50 ευρώ + επίδομα τέκνων 92,50 + επίδομα πολυετούς εργασίας 5 έτη στον ίδιο εργοδότη 45,41 ευρώ), ιβ) για το χρονικό διάστημα από 1-7-2009 μέχρι 30-4-2010 σύμφωνα με τη μ' αριθμό 11/2009 ΔΑ στο ποσό των 1370,99 ευρώ (βασικός μισθός 973 + επίδομα τριετιών 9 - 10 έτη 155,68 + επίδομα γάμου 97,30 + επίδομα τέκνων 97,30 + επίδομα πολυετούς εργασίας 5 έτη στον ίδιο εργοδότη 47,71 ευρώ) και ιγ) για το χρονικό διάστημα από 1-5-2010 μέχρι 13-10-2010 σύμφωνα με τη μ' αριθμό 11/2009 ΔΑ στο ποσό των 1424,66 ευρώ (βασικός μισθός 973 ευρώ + επίδομα τριετιών 9 - 10 έτη 155,68 ευρώ + επίδομα γάμου 97,30 + επίδομα τέκνων 97,30 ευρώ + επίδομα πολυετούς εργασίας 10 έτη στον ίδιο εργοδότη 101,38). Από τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης σαφώς προκύπτει ότι το Εφετείο προέβη στον καθορισμό των νόμιμων αποδοχών που εδικαιούτο ο αναιρεσίβλητος κατά το ένδικο χρονικό διάστημα από την 1.1.2005 μέχρι τις 13.10.2010 με βάση τις κηρυχθείσες υποχρεωτικές Διαιτητικές Αποφάσεις και τη Συλλογική Σύμβαση Εργασίας που επικαλείται ο αναιρεσείων στον τέταρτο λόγο αναίρεσης. Ειδικότερα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατ' ορθή εφαρμογή του άρθρου 11 παρ. 2 του ν. 1892/1990, όπως ίσχυε κατά τον ένδικο χρόνο, καθόρισε τις νόμιμες αποδοχές του αναιρεσίβλητου -οδηγού φορτηγού αυτοκινήτου: α) για το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο του 2005 μέχρι τον Απρίλιο του 2005 σύμφωνα με την ΔΑ 20/2004 "για τη ρύθμιση των όρων αμοιβής και εργασίας των πάσης φύσεως φορτηγών αυτοκινήτων, των αυτοκινήτων των εκπαιδευτηρίων για τη μεταφορά των μαθητών και νηπίων, των αυτοκινήτων για τη μεταφορά προσωπικού επιχειρήσεων, εκμεταλλεύσεων και εργασιών γενικά, καθώς και των οδηγών -πωλητών όλης της χώρας", που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την 12435/28.7.2004 Απόφαση του Υφυπουργού Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας (ΦΕΚ Β 1294/24.8.2004) και είχε έναρξη ισχύος από 14.7.2004, β) για το χρονικό διάστημα από τον Μάιο του 2005 μέχρι τον Μάιο του 2006 σύμφωνα με την Δ.Α. 9/2005, η οποία αφορά τους όρους αμοιβής και εργασίας των πάσης φύσεως φορτηγών κλπ αυτοκινήτων, των αυτοκινήτων των εκπαιδευτηρίων για τη μεταφορά των μαθητών και νηπίων, των αυτοκινήτων για τη μεταφορά προσωπικού επιχειρήσεων, εκμεταλλεύσεων και εργασιών γενικά, καθώς και των οδηγών -πωλητών όλης της χώρας, η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική με την 11869/1.6.2005 απόφαση του Υφυπουργού Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας και της οποίας η ισχύς άρχιζε από 4.5.2005 (ΦΕΚ Β 794/10.6.2005), γ) για το χρονικό διάστημα από τον Ιούνιο του 2006 μέχρι τον Απρίλιο του 2007 σύμφωνα με τη Δ.Α. 14/2006, η οποία αφορά τους όρους αμοιβής και εργασίας των πάσης φύσεως φορτηγών κλπ αυτοκινήτων, των αυτοκινήτων των εκπαιδευτηρίων για τη μεταφορά των μαθητών και νηπίων, των αυτοκινήτων για τη μεταφορά προσωπικού επιχειρήσεων, εκμεταλλεύσεων και εργασιών γενικά, καθώς και των οδηγών -πωλητών όλης της χώρας, η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική με τη με αριθμό 11981/12.7.2006 απόφαση του ίδιου ως άνω Υφυπουργού και της οποίας η ισχύς άρχιζε από 16.6.2006 (ΦΕΚ Β 1079/8.8.2006), δ) για το χρονικό διάστημα από τον Μάιο του 2007 μέχρι τον Μάιο 2008 σύμφωνα με τη Σ.Σ.Ε για τη ρύθμιση των όρων αμοιβής και εργασίας των οδηγών των πάσης φύσεως φορτηγών κλπ αυτοκινήτων, που απασχολούνται σε οποιονδήποτε εργοδότη όλης της χώρας, η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική με την με αριθμό οικ. 11871/26.6.2007 απόφαση του ως άνω Υφυπουργού και της οποίας η ισχύς άρχιζε από 9.5.2007 (ΦΕΚ Β 1190/12.7.2007), ε) για το χρονικό διάστημα από Ιούνιο του 2008 μέχρι τον Ιούνιο του 2009 σύμφωνα με τη Δ.Α. 15/2008 "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των οδηγών των πάσης φύσεως φορτηγών κλπ αυτοκινήτων, που απασχολούνται σε οποιονδήποτε εργοδότη όλης της χώρας", που κηρύχθηκε υποχρεωτική με τη με αριθμό 51877/2442/11.7.2008 απόφαση της Υφυπουργού Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας και είχε έναρξη ισχύος από 19.6.2008 (ΦΕΚ Β 1448/23.7.2008) και στ) για το χρονικό διάστημα από τον Ιούλιο 2009 μέχρι τις 13.10.2010 σύμφωνα με τη Δ.Α 11/2009, που κηρύχθηκε υποχρεωτική με τη με αριθμό 22074/1783/3.7.2009 απόφαση της ίδιας Υφυπουργού και είχε έναρξη ισχύος από 27.5.2009. Εξάλλου, το Εφετείο ορθά δεν εφάρμοσε για το χρονικό διάστημα από 7.10.2010 μέχρι 13.10.2010 τη Δ.Α. 37/2010 "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των οδηγών των πάσης φύσεως φορτηγών κλπ αυτοκινήτων που απασχολούνται σε οποιονδήποτε εργοδότη όλης της χώρας", διότι η συγκεκριμένη Δ.Α. κηρύχθηκε υποχρεωτική με τη με αριθμό 11327/673/15.6.2011 απόφαση της Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και η ισχύς της ορίσθηκε να αρχίζει (αναδρομικά) από 7.10.2010 (ΦΕΚ Β 1449/17.6.2011), δηλαδή δεν είχε κηρυχθεί υποχρεωτική στις 13.10.2010 όταν ο αναιρεσείων κατήγγειλε τη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση. Ενόψει αυτών, το πρώτο σκέλος του τέταρτου λόγου αναίρεσης, εκτιμώμενο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με το οποίο, όπως ήδη εκτέθηκε, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 11 παρ. 2 του ν. 1892/1990 και η μη εφαρμογή των ως άνω κηρυχθεισών υποχρεωτικών Δ.Α και Σ.Σ.Ε, είναι αβάσιμο. Με το δεύτερο σκέλος του τέταρτου λόγου αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι εσφαλμένα δέχθηκε ως αποδεδειγμένο τον ισχυρισμό του αναιρεσίβλητου ότι είχε γνωστοποιήσει στον αναιρεσείοντα ότι ήταν έγγαμος, πατέρας τριών τέκνων, από τα οποία τα δύο προστατευόμενα από το νόμο και με βάση τον ισχυρισμό αυτό καθόρισε τις νόμιμες αποδοχές του. Έχοντας αυτό το περιεχόμενο το δεύτερο σκέλος του τέταρτου λόγου αναίρεσης είναι απαράδεκτο, διότι με αυτό πλήττεται η εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας επί των ως άνω πραγματικών περιστατικών, τα οποία κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε ως αποδειχθέντα (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Κατά το γενικό κανόνα, που τίθεται από τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., εκτός των περιοριστικώς αναφερόμενων σ' αυτήν εξαιρέσεων (αν, δηλαδή, πρόκειται για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο Δικαστήριο της ουσίας, για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση ή για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο), είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο Δικαστήριο της ουσίας. Εξάλλου, η αοριστία της αγωγής ερευνάται μεν αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο της ουσίας, πλην όμως ο ισχυρισμός περί αυτής (αοριστίας της αγωγής) δεν περιλαμβάνεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολ.Δ., αφού η αοριστία δεν αποτελεί παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο Δικαστήριο της ουσίας ούτε προκύπτει από την ίδια την προσβαλλόμενη απόφαση ούτε αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο και, συνεπώς, ο σχετικός ισχυρισμός, για να ιδρύσει λόγο αναίρεσης πρέπει να έχει προταθεί στο Εφετείο. Ως εκ τούτου, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό περί αοριστίας της αγωγής, αν ο ισχυρισμός αυτός δεν είχε προταθεί νόμιμα στο Δικαστήριο της ουσίας. Για την πληρότητα δε του σχετικού, από το αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολ.Δ., λόγου αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο αναιρεσείων πρότεινε στο Δικαστήριο, κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, παραδεκτά τον περί αοριστίας ισχυρισμό καθώς και το περιεχόμενό του, δηλαδή τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωση του ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια και να παρέχεται η δυνατότητα εξειδίκευσης της αποδιδόμενης μομφής .Η αοριστία του λόγου αναίρεσης δεν δύναται να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 2086/2013, ΑΠ 1827/2013). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο (επίσης αναρίθμητο), λόγο αναίρεσης, εκτιμώμενο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι ουδόλως έλαβε υπόψη της την αοριστία της ένδικης αγωγής κατά τα αιτούμενα με αυτήν κονδύλια. Στο αναιρετήριο, όμως, δεν αναφέρεται ότι ο αναιρεσείων πρότεινε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, παραδεκτά τον ως άνω περί αοριστίας ισχυρισμό του καθώς και το περιεχόμενο του ισχυρισμού του αυτού, δηλαδή τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του. Επομένως, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος. Το άρθρο 562 παρ.3 του ΚΠολΔ ορίζει ότι κανείς δεν μπορεί να δημιουργήσει λόγο αναίρεσης από τις δικές του πράξεις ή από πράξεις προσώπων που ενεργούν στο όνομά του, εκτός αν πρόκειται για λόγους που αφορούν τη δημόσια τάξη. Η αρχή αυτή του δικαίου της αναίρεσης αποτελεί ειδικότερη εκδήλωση της γενικότερης δικονομικής αρχής που διατυπώνεται στο άρθρο 160 παρ.2 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία δεν έχει δικαίωμα να προτείνει τη (δικονομική) ακυρότητα εκείνος που είχε ενεργήσει την προσβαλλόμενη ως άκυρη πράξη ή εκείνος του οποίου η συμπεριφορά προκάλεσε την ακυρότητα. Αυτό σημαίνει ότι απαραδέκτως προτείνεται λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε πράξη την οποία έχει ενεργήσει ο αναιρεσείων και, γενικότερα, την οποία προκάλεσε η συμπεριφορά του. Έτσι αυτός που επικαλέστηκε και προσκόμισε μη επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο δεν μπορεί να επικαλεστεί το λόγο αναίρεσης από τον αριθ.11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (Ολομ. ΑΠ 58/1978, ΑΠ 1678/2008). Με τον έκτο, από τον αριθμό 11 γ (και όχι και από τον αριθμό 14, που αναγράφεται στο αναιρετήριο) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης υποστηρίζεται ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του την ένορκη βεβαίωση της εξετασθείσας μάρτυρα ανταπόδειξης ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών, για την οποία δέχθηκε ότι λήφθηκε νομότυπα δοθέντος ότι προηγήθηκε εμπρόθεσμη σχετική δήλωση του εναγομένου (δηλαδή του αναιρεσείοντος) προς τον ενάγοντα (δηλαδή προς τον αναιρεσίβλητο) στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά της συνεδρίασής του. Ειδικότερα ο αναιρεσείων αιτιάται ότι η ως άνω ένορκη βεβαίωση δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, διότι λήφθηκε μετά τη συζήτηση της ένδικης υπόθεσης στο Πρωτοδικείο προς ανταπόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών και όχι προς αντίκρουση ισχυρισμών προβληθέντων στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Ο ως άνω έκτος λόγος είναι πρωτίστως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρεται ενάριθμα η ένορκη βεβαίωση, που κατά τον αναιρεσείοντα δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη από το Εφετείο. Επιπλέον, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, ο ίδιος λόγος αναίρεσης, ο οποίος δεν αφορά στη δημόσια τάξη, είναι απαράδεκτος και για το λόγο ότι το αναγραφόμενο σε αυτόν ως ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο (ένορκη βεβαίωση) προσκομίσθηκε στα δικαστήρια της ουσίας από τον αναιρεσείοντα, όπως προκύπτει από την, κατά την διάταξη του παραγράφου 2 του άρθρου 561 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσθήκης - αντίκρουσης των προτάσεων του ήδη αναιρεσείοντος, κατά τη συζήτηση της αγωγής στον πρώτο βαθμό (βλ. προτελευταία σελίδα αυτής). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο της ουσίας επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν. Ο όρος "επιδίκασε" σημαίνει ότι το δικαστήριο αποφάνθηκε με αναγνωριστική ή καταψηφιστική διάταξη επί ζητήματος για το οποίο δεν υπήρχε αυτοτελές αίτημα του διαδίκου για την παροχή έννομης προστασίας, το οποίο δημιουργούσε αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης (ΑΠ 368/2016, ΑΠ 914/2008, ΑΠ 777/2010). Επομένως δεν ιδρύεται ο εν λόγω αναιρετικός λόγος, εάν το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση πλεοναστικώς και παρέργως πραγματικές παραδοχές, οι οποίες όμως δεν συναρτώνται με αναγνωριστική ή καταψηφιστική διάταξη αυτού και συνεπώς δεν επιστηρίζουν το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης (ΑΠ 235/2019). Με τον έβδομο (αναρίθμητο) λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο δεχόμενο ότι "χωρίς όμως να αρθεί από την παραπάνω ημερομηνία, δηλαδή από 12.12.2011, η υπερημερία του εναγομένου, δεδομένου ότι η μεταγενέστερη καταβολή της αποζημίωσης απόλυσης δεν θεραπεύει την ακυρότητα της καταγγελίας με αποτέλεσμα ο εργοδότης να εξακολουθεί να παραμένει υπερήμερος μέχρις ότου αρθεί η υπερημερία του είτε με την επαναπρόσληψη του μισθωτού είτε με δήλωση ότι δέχεται τις υπηρεσίες του υπό τους ίδιους όρους εργασίας [...]. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε ότι στις 12.12.2011 έπαυσε η υπερημερία του εναγομένου με την καταβολή εκ μέρους του του υπόλοιπου ποσού της οφειλόμενης αποζημίωσης έσφαλε περί την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πρέπει να γίνει δεκτός ο έκτος λόγος εφέσεως του ενάγοντος ως κατ' ουσίαν βάσιμος, ενώ τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τον εναγόμενο με τον τρίτο λόγο εφέσεώς του είναι αβάσιμα και απορριπτέα", εσφαλμένα και παρά το νόμο, αλλά και παρά τα αιτήματα των διαδίκων που διαγράφουν την επίδικη διαφορά δέχθηκε τον έκτο λόγο της έφεσης του αναιρεσίβλητου, παρά το γεγονός ότι το εκφερόμενο με τον λόγο αυτό παράπονο περιείχε ακριβώς αιτιάσεις αντίθετες προς τα γενόμενα δεκτά από την προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα περιείχε τις αιτιάσεις ότι η εκκαλουμένη πρωτόδικη απόφαση υπερέβη τα όρια του αντικειμένου της διαφοράς ως προς την κρίση της περί παύσης της υπερημερίας του αναιρεσείοντος στις 12.12.2011, αφού το ζήτημα της εγκυρότητας ή μη της καταγγελίας αυτής, ως προϋπόθεση για την άρση της υπερημερίας του αναιρεσείοντος, αποτελεί αντικείμενο άλλης, αυτοτελούς και ουδόλως συνεχόμενης με την παρούσα δίκης. Ο ως άνω έβδομος λόγος αναίρεσης, εκτιμώμενος ότι προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, είναι αβάσιμος. Τούτο διότι, από την ήδη επισκοπηθείσα προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι οι ως άνω παραδοχές της δεν συναρτώνται με καταψηφιστική ή αναγνωριστική διάταξη αυτής σχετικά με την εγκυρότητα ή την ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του αναιρεσίβλητου, στην οποία προέβη ο αναιρεσείων στις 12.12.2011 και την παύση ή μη της υπερημερίας του τελευταίου και συνεπώς δεν επιστηρίζουν το διατακτικό της. Κατά το άρθρο 5 παρ. 3 εδ. α' του Ν. 3198/1955 η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου που πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού και των άρθρων 1 και 3 του Ν. 2112/1920 και 669 ΑΚ θεωρείται έγκυρη εφόσον γίνει εγγράφως και καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση. Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 3 παρ. 1, 2 του Ν. 2112/1920, 5 παρ. 3 του Ν. 3198/1955 και 288 ΑΚ, κατά την οποία ο οφειλέτης υποχρεούται να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, λαμβανομένων υπόψη την συναλλακτικών ηθών, προκύπτει ότι η ελλιπής από τον εργοδότη καταβολή της αποζημίωσης που δικαιούται ο μισθωτός σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου αυτού δεν συνεπάγεται την ακυρότητα της καταγγελίας αν υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες η μη καταβολή από τον εργοδότη ολόκληρης της οφειλόμενης αποζημίωσης είναι δικαιολογημένη κατά τις αρχές της καλής πίστης, αποδιδόμενη όχι σε κακοβουλία, αλλά σε εύλογη αμφιβολία ή πλάνη συγγνωστή ή παραδρομή ως προς το ακριβές ποσό αυτής, στην περίπτωση δε αυτή υφίσταται μόνον υποχρέωση για συμπλήρωση της αποζημίωσης. Ο περί συγγνωστής πλάνης πραγματικός ισχυρισμός θεμελιώνει ένσταση του εργοδότη κατά της αγωγής του μισθωτού, με την οποία διώκεται η αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας εξαιτίας καταβολής ελλιπούς αποζημίωσης (ΑΠ 261/2016, ΑΠ 918/2013, ΑΠ 585/2011, ΑΠ 311/2010). Συγγνωστή πλάνη, εξάλλου, συντρέχει στην περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης εργασίας εκ μέρους του εργοδότη και αναφορικά με την υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης στον μισθωτό, όταν ο εργοδότης, αν και κατέβαλε την κατ' αντικειμενική κρίση επιμέλεια, την οποία κάθε συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, λαμβανομένων υπόψη και των πνευματικών και επαγγελματικών του ικανοτήτων, οφείλει να επιδείξει στις συναλλαγές του, δεν μπόρεσε να διαγνώσει την από το νόμο απορρέουσα υποχρέωσή του, ήτοι, να καταβάλει στον απολυόμενο τη σχετική αποζημίωση, πιστεύοντας καλόπιστα ότι δεν έχει τέτοια υποχρέωση ή ότι η υποχρέωσή του αυτή εκπληρώνεται με την καταβολή του χρηματικού ποσού, που πρόσφερε για τον σκοπό αυτό στον εργαζόμενο (ΑΠ 229/2021, ΑΠ 918/2013). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996). Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 76/2016, ΑΠ 139/2014, 1720/2013, 232/2009). Επίσης, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απορρίπτει ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996). Για το ορισμένο του από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, ποία ήταν τα πράγματα αυτά που παρά το νόμο το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη, μολονότι προτάθηκαν παραδεκτά πρωτοδίκως και επαναφέρθηκαν νόμιμα στο Εφετείο, και ποία επίδραση θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης, χωρίς να αρκεί η μνεία μόνο των σχετικών νομικών διατάξεων (ΑΠ 1082/2018, ΑΠ 161/2017, ΑΠ 869/2017, ΑΠ 253/2011, ΑΠ 366/2009) ή, αντιστρόφως, ποία ήταν τα πράγματα που, αν και δεν προτάθηκαν, λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και ποία επίδραση είχαν αυτά στην έκβαση της δίκης, χωρίς και πάλι να αρκεί η μνεία μόνο των σχετικών νομικών διατάξεων (ΑΠ 1082/2018). Διαφορετικά, αν τα προαναφερόμενα δεν περιλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα στο αναιρετήριο, ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, η οποία δεν αίρεται με συμπλήρωση στις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (αγωγή ή έφεση) του αναιρεσείοντος (ΟλΑΠ 20/2005,ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 57/90, ΑΠ 1082/2018). Με τον όγδοο (και τελευταίο) λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων, χωρίς να επικαλείται συγκεκριμένη αναιρετική πλημμέλεια από αυτές που ορίζονται στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ, αιτιάται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεχθείσα ότι "τόσο στις 13.10.2010 όσο και στις 6.12.2010 (εννοείται ο ενάγων) είχε συμπληρώσει δέκα έτη συνεχούς υπηρεσίας στον εναγόμενο και συνεπώς, η αποζημίωση απόλυσης ανερχόταν στις αποδοχές έξι μηνών και συγκεκριμένα στο ποσό των 7.084,07 ευρώ, η καταβληθείσα από αυτόν αποζημίωση ποσού, όπως προαναφέρθηκε, 5000 ευρώ υπολειπόταν της νόμιμης κατά το ποσο των 2.084,07 ευρώ, όπως δέχθηκε η εκκαλουμένη [...]. Ενόψει των προαναφερθέντων οι ένδικες από 13.10.2010 και 6.12.2010 καταγγελίες της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος ήταν άκυρες λόγω μη καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης", ουδόλως έλαβε υπόψη της τον ισχυρισμό του ότι η καταβολή μειωμένου ποσού αποζημίωσης οφειλόταν, όπως επικαλέσθηκε στις σελίδες 7-8 των πρωτόδικων προτάσεών του, στη δικαιολογημένη εκ μέρους του αναιρεσείοντος πεποίθηση ότι αυτό ήταν το ύψος της οφειλόμενης αποζημίωσης, υπολογιζόμενο βάσει της μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσας συμφωνίας. Ο ως άνω όγδοος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο γίνεται η επίκληση της από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικής πλημμέλειας είναι προεχόντως αόριστος. Τούτο δε διότι δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο ότι ο ως άνω αυτοτελής ισχυρισμός του αναιρεσείοντος περί συγγνωστής πλάνης αυτού ως προς το ύψος της καταβλητέας στον αναιρεσίβλητο αποζημίωσης απόλυσης επαναφέρθηκε προς κρίση στο Εφετείο, είτε ως λόγος έφεσης με το δικόγραφο της από 14.10.2014 και με αριθμό κατάθεσης 7243/2014 έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της με αριθμό 2906/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών είτε με τις από 13.10.2015 προτάσεις, τις οποίες ο αναιρεσείων κατέθεσε ως εφεσίβλητος στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο προς αντίκρουση της από 16.7.2014 και με αριθμό κατάθεσης 4819/2014 έφεσης του αναιρεσίβλητου κατά της ίδιας ως άνω πρωτόδικης απόφασης. Εξάλλου, από την κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση των ως άνω δικογράφων (δηλαδή της από 14.10.2014 έφεσης του αναιρεσείοντος κατά των από 16.7.2014 προτάσεων που αυτός κατέθεσε ως εφεσίβλητος), προκύπτει ότι δεν περιέχεται στα εν λόγω δικόγραφα ισχυρισμός αυτού περί συγγνωστής του πλάνης ως προς το ύψος της καταβλητέας στον αναιρεσίβλητο αποζημίωσης απόλυσης. Ενόψει αυτών, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, που δεν ερεύνησε τον εν λόγω ισχυρισμό, δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεα. Επομένως, ο όγδοος (και τελευταίος) λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, αλλά και ως αβάσιμος. Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η ένδικη, από 27.4.2018 και με αριθμό κατάθεσης 4204/362/2018 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 2234/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών πρέπει να απορριφθεί. Ο αναιρεσείων, που νικήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 27.4.2018 και με αριθμό κατάθεσης 4204/362/2018 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 2234/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσόν των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Σεπτεμβρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ