Αριθμός 1215/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Αιμιλία Λίτινα, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο - Εισηγητή και Βασίλειο Λυκούδη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου .... , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιο Μήτση, περί αναιρέσεως της 945/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά. Με συγκατηγορούμενο τον Χ1. Το Τριμελές Εφετείο Πειραιά με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Οκτωβρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1853/2006. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ προκύπτει ότι το έγκλημα της απάτης στοιχειοθετείται αντικειμενικώς όταν ο δράστης με παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή την αθέμιτη απόκρυψη η αποσιώπηση αληθινών γεγονότων πείθει κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία βλάπτεται στην περιουσία του ο τελευταίος ή τρίτος, ανεξάρτητα αν με αυτήν επιτυγχάνεται ή όχι το παράνομο περιουσιακό όφελος στο οποίο αποσκοπούσε ο δράστης, υποκειμενικώς δε όταν ο δράστης γνωρίζει τα ουσιαστικά περιστατικά της πράξης και θέλει να τα παραγάγει. Είναι δε δυνατόν, από την πράξη αυτή του δράστη, άλλο πρόσωπο να παραπλανάται και άλλο να ζημιώνεται. 2. Κατά το άρθρο 397 παρ. 1 και 3 του ΠΚ, ο οφειλέτης που με πρόθεση ματαιώνει ολικά ή εν μέρει την ικανοποίηση του δανειστή του, απαλλοτριώνοντας χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα οποιοδήποτε περιουσιακό του στοιχείο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή, αν η πράξη δεν υπόκειται σε βαρύτερη ποινή σύμφωνα με άλλη διάταξη. Η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση. Κατά δε το άρθρο 46 παρ. 1 στοιχ. β' του ίδιου Κώδικα, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη κατά τη διάρκεια της πράξεως και στην εκτέλεση αυτής. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 117 παρ. 1 του ΠΚ, όταν ο νόμος απαιτεί έγκληση για την ποινική δίωξη κάποιας αξιόποινης πράξης, το αξιόποινο εξαλείφεται αν ο δικαιούχος δεν υπέβαλε την έγκληση μέσα σε τρεις μήνες από την ημέρα που έλαβε γνώση για την πράξη που τελέσθηκε και για το πρόσωπο που την τέλεσε ή για έναν από τους συμμέτοχους της. 3. Η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως υπάρχει όταν εκτίθενται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ειδικώς, η καταδικαστική απόφαση για το έγκλημα της απάτης πρέπει, εκτός των άλλων, να αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει ο δόλος του δράστη ως προς το ψευδές της παράστασης, απόκρυψης ή αποσιώπησης και την επιδίωξη του για προσπορισμό παράνομου περιουσιακού οφέλους, για τον εαυτό του ή για άλλον, με αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη του πλανώμενου ή τρίτου (επί της περιουσίας του οποίου ο πλανώμενος έχει εξουσία διάθεσης), ενώ η καταδικαστική απόφαση επί εγκλήματος που διώκεται κατ' έγκληση, εφόσον η τελευταία αυτή υποβλήθηκε μετά την παρέλευση τριμήνου από την τέλεση του, πρέπει να προσδιορίζει και το χρόνο κατά τον οποίο ο δικαιούχος έλαβε γνώση της πράξεως ή και ενός έστω από τα πρόσωπα που τη διέπραξαν, διαφορετικά η απόφαση είναι αναιρετέα, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ. 4. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 945/2006 προσβαλλόμενη απόφαση του, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα των εγκλημάτων α) της απάτης ενώπιον δικαστηρίου από κοινού με τον συγκατηγορούμενό του Χ1, με προξενηθείσα ζημία ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και β) της άμεσης συνέργειας σε καταδολίευση. Ειδικότερα, το ως άνω Δικαστήριο, που δίκασε έφεση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, τα ακόλουθα: "Α. Αμφότεροι οι κατηγορούμενοι από κοινού με σκοπό να αποκομίσει ο Χ1 παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψαν ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει τους παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών και από την πράξη τους αυτή προξενήθηκε ζημία ιδιαίτερη μεγάλη. Συγκεκριμένα, στον Πειραιά στις 2-6-1999, οι κατηγορούμενοι εμφανίστηκαν στο Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και με αίτηση που υπέβαλε ο αναιρεσείων (με αριθ. εκθ. καταθ. 2858/1999) αυτός μεν ζήτησε, ο δε συγκατηγορούμενός του Χ1 συνήνεσε, να εγγραφεί προσημείωση υποθήκης επί του ανήκοντος στον τελευταίο κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου ποσοστού επί ακινήτου κειμένου επί της οδού ...., στη .... , για την εξασφάλιση της αναφερόμενης στην αίτηση απαίτησης του αναιρεσείοντος κατά του συγκατηγορουμένου του εκ δανείου ύψους 150.000.000 δραχμών, αποδοτέου την 31-10-1999. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς δέχθηκε την αίτηση και εξέδωσε την 2384/99 απόφαση του, με την οποία διατάχθηκε η εγγραφή προσημείωσης επί του ανωτέρω ακινήτου για την εξασφάλιση της ως άνω απαιτήσεως του αναιρεσείοντος, η οποία όμως ήταν ανύπαρκτη. Με την ενέργειά τους αυτή οι κατηγορούμενοι σκόπευαν να ωφεληθεί παράνομα ο εξ αυτών Χ1, σε βάρος του ακινήτου του οποίου ενεγράφη πράγματι προσημείωση υποθήκης, αφού έτσι δεν θα υπήρχε δυνατότητα στον εγκαλούντα ....., δεδομένου ότι ο Χ1 δεν διέθετε άλλη περιουσία, να ικανοποιήσει, με κατάσχεση του ακινήτου και εκπλειστηρίασή του, απαίτησή του κατά του Χ1, ποσού 18.000.000 δραχμών, που στηριζόταν στις υπ' αριθ. 978 και 1296/1999 διαταγές πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, αφού η απαίτηση του αναιρεσείοντος, που είχε εξασφαλισθεί με την εγγραφείσα προσημείωση, θα ικανοποιείτο προνομιακώς, με αποτέλεσμα ο εγκαλών να ζημιωθεί κατά το εκ δραχμών 18.000.000 ποσό της απαίτησης του που δεν ικανοποιήθηκε, είναι δε η ζημία του αυτή ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας. Β) Ο αναιρεσείων με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στον Χ1 κατά τη διάρκεια της αξιόποινης πράξεως της καταδολίευσης δανειστών που αυτός τέλεσε και στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως της εικονικής δικαιοπραξίας, δηλαδή διά της παραστάσεως, στις 2-6-1999, στον Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ψευδώς ότι είχε δανείσει στον Χ1 150.000.000 δραχμές με προφορική σύμβαση το πρωΐ της ίδιας ημέρας και με την υποβολή αυθημερόν αιτήσεως για εγγραφή προσημειώσεως στο ως άνω ακίνητο του Χ1, καθώς και με την υποβολή στον Υποθηκοφύλακα Βούλας, μετά την έκδοση της απόφασης, της από 3-6-1999 αιτήσεως για εγγραφή της προσημείωσης". Οι παραπάνω, όμως, παραδοχές, αναφορικά με αμφότερες τις πράξεις, ως προς τον αναιρεσείοντα, είναι ελλιπείς και ασαφείς. Ειδικότερα, ως προς την πράξη της απάτης, δεν αναφέρεται ότι ο αναιρεσείων γνώριζε την ύπαρξη της εκ δραχμών 18.000.000 απαιτήσεως του εγκαλούντος κατά του συγκατηγορουμένου του Χ1 και έτσι δεν αιτιολογείται ο σκοπός του αναιρεσείοντος να περιποιήσει στον συγκατηγορούμενό του το ισόποσο παράνομο περιουσιακό όφελος με την αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη του εγκαλούντος και συνεπώς η προσβαλλόμενη απόφαση, αναφορικά με την πράξη της απάτης, στερείται ειδικής και, εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, επιπλέον δε το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 386 ΠΚ, αφού, λόγω των ίδιων πιο πάνω ελλείψεων και ασαφειών, δεν καθίσταται εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή η μη εφαρμογή της διατάξεως αυτής και έτσι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης και πρέπει, κατά παραδοχή των σχετικών λόγων της αναίρεσης, που προβλέπονται από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, να αναιρεθεί ως προς τον αναιρεσείοντα. Περαιτέρω, αναφορικά με την πράξη της άμεσης συνέργειας σε καταδολίευση δανειστών, μολονότι η πράξη αυτή διώκεται κατ' έγκληση και φέρεται ότι τελέσθηκε την 2-6-1999 και η έγκληση από την εγκαλούντα, όπως προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας, που επιτρεπτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο, υποβλήθηκε στις 17-12-1999, δηλαδή μετά την πάροδο του τριμήνου από την τέλεση της, ούτε στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αλλά ούτε και στο διατακτικό αυτής αναφέρεται ο χρόνος που ο εγκαλών έλαβε γνώση για την τέλεση της πράξεως και έστω ενός από τα πρόσωπα που τη διέπραξαν. Επομένως η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, με την έννοια που προεκτέθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας, και πρέπει, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου αναίρεσης, που προβλέπεται από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, να αναιρεθεί ως προς τον αναιρεσείοντα και ως προς την πράξη αυτή, το δε επωφελές αποτέλεσμα της αναίρεσης να επεκταθεί, κατ' άρθρο 469 του ίδιου Κώδικα, και στον συγκατηγορούμενο του αναιρεσείοντος, που καταδικάστηκε ως φυσικός αυτουργός του πιο πάνω εγκλήματος του άρθρου 397 παρ. 1 του ΠΚ, δεδομένου ότι ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως ως προς την πράξη αυτή, δεν αρμόζει αποκλειστικά στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος, που καταδικάστηκε ως άμεσος συνεργός της εν λόγω πράξεως. Μετά δε την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 519 του ΚΠΔ, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που την εξέδωσε, η σύνθεση του οποίου, από δικαστές άλλους, εκτός απ' αυτούς που δίκασαν προηγουμένως, είναι δυνατή. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 945/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, ως προς τον αναιρεσείοντα .... και κατά τις δύο, στο διατακτικό της παρούσης αναφερόμενες, αξιόποινες πράξεις. Επεκτείνει το αναιρετικό αποτέλεσμα, ως προς τη 2η από τις πράξεις αυτές (καταδολίευση δανειστών), και στο συγκατηγορούμενό του Χ1. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 31 Μαΐου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ