Αριθμός 1474/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Κορνηλία Πανούτσου, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Χ. Γ. του Π., συζύγου Γ. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σουμέλα και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "..." που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως εκ του νόμου διαδόχου του καταργηθέντος αρχικά εναγομένου Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "..." το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/9/2004 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αττικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7218/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 3664/2007 μη οριστική και 4232/2012 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το ήδη αναιρεσίβλητο με την από 27/11/2012 αίτησή του επί της οποίας εκδόθηκε η 2068/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 4232/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Εκδόθηκε η 1502/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22/7/2017 αίτησή της. Με την υπ' αριθμ. 23/2022 Πράξη του Προέδρου του Α1' Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ'αριθμό 1502/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή της. Η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε μετά την υπ'αριθ. 2068/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 4232/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών που είχε δεχθεί την έφεση της αναιρεσείουσας, είχε εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση και είχε δεχθεί την ένδικη αγωγή. Η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως επαναλαμβάνεται, αφού ορίσθηκε νέα δικάσιμος, η αναφερομένη στην αρχή της παρούσης, με την υπ'αριθ. 23/2022 Πράξη του Προέδρου του Α1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, η οποία κοινοποιήθηκε με κλήση για τη συζήτηση στους αντίκλητους δικηγόρους των διαδίκων (άρθρο 307 παρ.1 ΚΠολΔ), όπως προκύπτει από τα από 4-3-2022 και 17-3-2022 αποδεικτικά επιδόσεως των επιμελητών του Αρείου Πάγου Δ.. Β. και Κ.. Τ.. Η αναιρεσείουσα εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου, τόσο κατά την αρχική δικάσιμο της 5-11-2018, όσο και κατά την παρούσα δικάσιμο, ενώ το αναιρεσίβλητο, το οποίο κατά την αρχική δικάσιμο είχε εκπροσωπηθεί από την πληρεξούσια δικηγόρο του, κατά την παρούσα δικάσιμο δεν εκπροσωπήθηκε. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552,553,556,558,564,566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθ.3 ΚΠολΔ). 'Οπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 2, 3, 6, 7, 8, 9 και 12 του ν. 1337/1983 "Επέκταση των πολεοδομικών σχεδίων, οικιστική ανάπτυξη και σχετικές ρυθμίσεις" (όπως οι διατάξεις αυτές συμπληρώθηκαν και τροποποιήθηκαν με το άρθρο 8 § 5α του ν. 1512/1985 και με το άρθρο 6 § 5 του ν. 2242/1994), για την επέκταση σχεδίων πόλεων, καθώς και οικισμών που υπάρχουν πριν από το έτος 1923, όπως και για την ένταξη σε πολεοδομικό σχέδιο και επέκταση οικισμών μεταγενέστερων του 1923, καταρτίζεται και εγκρίνεται, με απόφαση του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. γενικό πολεοδομικό σχέδιο, ακολούθως συντάσσεται και εγκρίνεται με π.δ/μα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. πολεοδομική μελέτη και τέλος καταρτίζεται πράξη εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης, συνοδευόμενη από κτηματολογικό διάγραμμα εφαρμογής και πίνακα εφαρμογής, η οποία κυρώνεται με απόφαση του Νομάρχη και μεταγράφεται στο οικείο Υποθηκοφυλακείο ή καταχωρείται στο οικείο κτηματολογικό γραφείο. Η έγκριση της πολεοδομικής μελέτης έχει τις συνέπειες της έγκρισης σχεδίου πόλης. Για τη δημιουργία των κοινόχρηστων χώρων που αυτή προβλέπει, καθιερώνεται, σε αρμονία με το άρθρο 24 § 3 του Συντάγματος (Ολ ΑΠ 19/2002), εκτός των άλλων, και υποχρέωση, εισφοράς σε γη εκ μέρους των ιδιοκτητών. Η εισφορά σε γη πραγματοποιείται με την πράξη εφαρμογής, η οποία καθορίζει τα τμήματα που αφαιρούνται από κάθε ιδιοκτησία για εισφορά σε γη. Η σύνταξη της πράξης εφαρμογής στηρίζεται στα προβλεπόμενα από τις προαναφερθείσες διατάξεις (άρθρο 8 του ν. 1337/1983) αντικειμενικά κριτήρια, που είναι συμβατά ως εύλογα με τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1, 17 παρ.1, 24 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος (Ολ ΣτΕ 2057 και 2058/1994). Τα εδαφικά τμήματα που προέρχονται από την εισφορά γης διατίθενται κατά πρώτο για τη δημιουργία κοινόχρηστων χώρων μέσα στην ίδια πολεοδομική ενότητα και ακολούθως για την παραχώρηση οικοπέδων σε ιδιοκτήτες της ίδιας πολεοδομικής ενότητας των οποίων τα οικόπεδα ρυμοτομούνται εξ ολοκλήρου ή κατά ποσοστό μεγαλύτερο από εκείνο με το οποίο αυτά βαρύνονται με εισφορά γης. Μετά την κύρωσή της, με απόφαση του Νομάρχη, η πράξη εφαρμογής, η οποία μεταγράφεται στο οικείο Υποθηκοφυλακείο, ή καταχωρείται στο κτηματολογικό γραφείο, γίνεται οριστική και αμετάκλητη και αποτελεί ταυτόχρονα και πράξη βεβαίωσης για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων εισφοράς σε γη, όπως και κάθε μεταβολής που επέρχεται με αυτή στα ακίνητα. Με τη μεταγραφή, ειδικότερα, της πράξης εφαρμογής επέρχονται όλες οι αναφερόμενες σε αυτήν μεταβολές στις ιδιοκτησίες, εκτός από εκείνες για τις οποίες οφείλεται αποζημίωση και για την εκτέλεση των οποίων πρέπει να ολοκληρωθούν οι διαδικασίες του ν.δ. από 17.7.1923 και του ν.δ. 797/1971 (ήδη του ν. 2882/2001 -Κ.Α.Α.). Αν, λοιπόν, πρόκειται για μεταβολή, που δεν εμπίπτει στην περίπτωση στην οποία οφείλεται αποζημίωση, με τη μεταγραφή της πράξης εφαρμογής επέρχεται άμεση απόσβεση κάθε εμπραγμάτου δικαιώματος τρίτου στο τμήμα που αφαιρέθηκε ως εισφορά γης (άρθρο 12 παρ.7 περ.γ Ν 1337/1983), αμέσως μετά την κύρωση της μεταγραφής της πράξης εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης, ο ΟΤΑ, το Δημόσιο ή τα νπδδ, καθώς και κάθε ενδιαφερόμενος μπορούν σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 7 περ. β' του ν. 1337/1983 (άρθρο 48 παρ. 7 περ. 3 ΚΒΝΠ) να καταλάβουν τα νέα ακίνητα, που διαμορφώθηκαν με την πράξη εφαρμογής και περιέρχονται σε αυτούς και σε περίπτωση άρνησης του νομέα ή κατόχου να παραδώσει το ακίνητο που του αφαιρείται, μέσα σε προθεσμία δέκα πέντε (15) ημερών από την έγγραφη πρόσκληση προς αυτόν, διατάσσεται η αποβολή του από το δικαστήριο. Τα ανωτέρω εφαρμόζονται και για τυχόν νέα ακίνητα από εισφορές γης που διαμορφώθηκαν με την πράξη εφαρμογής και δεν διατέθηκαν σύμφωνα με αυτήν. Τα ακίνητα αυτά καταλαμβάνονται από τον οικείο Ο.Τ.Α., ο οποίος νομιμοποιείται να ασκήσει τα πιο πάνω δικαιώματα, φυλάσσονται από αυτόν και απαγορεύεται κάθε χρήση τους μέχρι την οριστική τους διάθεση για τους σκοπούς του άρθρου 8 (ΑΠ 2155/2013). Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι με την κύρωση της Πράξεως Εφαρμογής οριστικοποιούνται οι αναφερόμενες σ' αυτήν εδαφικές μεταβολές σε συσχετισμό με τους φερόμενους ιδιοκτήτες τους, οι οποίοι από της μεταγραφής της αποκτούν πρωτοτύπως κυριότητα επί των αναγραφομένων ιδιοκτησιών, υπό την προϋπόθεση ότι είναι κύριοι των ακινήτων που αποτέλεσαν τη βάση διαμορφώσεώς τους. Αν δεν συντρέχει η προϋπόθεση αυτή, ο αληθινός κύριος του ως άνω βασικού ακινήτου δύναται να διεκδικήσει το αντίστοιχο που διαμορφώθηκε ασκώντας τη σχετική αγωγή κατά του φερόμενου στον κτηματολογικό πίνακα ως δικαιούχου ή των διαδόχων του, καθόσον η χρηματική αποζημίωση που αναφέρεται στο άρθρο 12 του εν λόγω νόμου δεν αφορά στην κυριότητα του διαμορφούμενου ακινήτου, αλλά στο μέγεθος της εισφοράς σε γη και στο μέγεθος της ιδιοκτησίας (Ολ ΑΠ 1236/1982, Ολ ΣτΕ 1730/2000, ΑΠ 292/2018, ΑΠ 2045/2017, ΑΠ 1703/2012). Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013). Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 1163/2020, ΑΠ 931/2019, ΑΠ 191/2018, ΑΠ 24/2015). Ο αναιρετικός αυτός λόγος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, εφόσον δε το δικαστήριο έκρινε κατ'ουσίαν την υπόθεση, πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 316/2017, ΑΠ 683/2015, ΑΠ 1819/2014). Εξάλλου, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 2267/2013). Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας, έτσι, την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 587/2020, ΑΠ 1420/2013). Ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα. Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 357/2018, ΑΠ 1445/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 12 του Ν 1337/1983, δεχόμενο εσφαλμένα ότι τα νέα οικόπεδα που διαμορφώθηκαν, με την ένδειξη ιδιοκτησίας <άγνωστος>, αυτοδικαίως καταλήφθηκαν και φυλάσσονται από τον αναιρεσίβλητο Δήμο, στη νομή του οποίου περιήλθαν και απέρριψε ως μη νόμιμες τις επικουρικές βάσεις της αγωγής, τις στηριζόμενες στην κτήση κυριότητας εκ μέρους της αναιρεσείουσας επί των νέων οικοπέδων με τακτική και έκτακτη χρησικτησία. Από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα ιστορούσε σ'αυτήν ότι απέκτησε την κυριότητα ενός οικοπέδου, επιφανείας 1.965 τμ, στο 191 ΟΤ του αναιρεσίβλητου Δήμου, με τα προσόντα της τακτικής άλλως της έκτακτης χρησικτησίας, ότι με την 1/1987 πράξη εφαρμογής η ως άνω ιδιοκτησία της με τον χαρακτηρισμό <άγνωστος> ρυμοτομήθηκε κατά ένα μέρος της, το υπόλοιπο θεωρήθηκε πολεοδομικά ως αναγκαστικά προσκυρωτέο στις όμορες ιδιοκτησίες και μετά την αφαίρεση της εισφοράς σε γη, αποδόθηκαν σ'αυτήν τα νέα οικόπεδα με αριθμούς …του ΟΤ …, εμβαδού 745 τμ και … του ΟΤ …. εμβαδού 675 τμ που δημιουργήθηκαν από αξιοποίηση των εισφορών σε γη των εκεί αρχικών ιδιοκτησιών και ζήτησε επικουρικά να αναγνωρισθεί ότι είναι κυρία με τα προσόντα της τακτικής άλλως έκτακτης χρησικτησίας των ως άνω δύο νέων οικοπέδων με αριθμούς …. και …. Με το ως άνω περιεχόμενο και επικουρικό αίτημα η αγωγή είναι μη νόμιμη, διότι τα δύο νέα οικόπεδα που προήλθαν από εισφορές γης διαφόρων ιδιοκτητών και διαμορφώθηκαν το πρώτον με την 1/1987 πράξη εφαρμογής, στην οποία, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, δεν αναφέρεται η αναιρεσείουσα ως δικαιούχος κυριότητας, αλλά υπάρχει η ένδειξη <άγνωστος>, σύμφωνα με τη ρητή διάταξη του άρθρου 12 παρ.7 του Ν 1337/1983 καταλαμβάνονται αυτοδικαίως από τον οικείο ΟΤΑ, εν προκειμένω από τον αναιρεσίβλητο Δήμο, στη νομή του οποίου περιέρχονται, ο οποίος νομιμοποιείται, σε περίπτωση αρνήσεως του κατόχου ή νομέως να παραδώσει το ακίνητο που του αφαιρείται, να ζητήσει την αποβολή του με απόφαση του δικαστηρίου, φυλάσσονται δε από αυτόν (Δήμο) και απαγορεύεται κάθε χρήση τους μέχρι την οριστική τους διάθεση για τους σκοπούς του άρθρου 8 του ως άνω νόμου (για τη δημιουργία κοινόχρηστων χώρων, παραχώρηση οικοπέδων σε ιδιοκτήτες των οποίων τα οικόπεδα ρυμοτομούνται, για κοινωφελείς χώρους και σκοπούς), μη εφαρμοζομένων για τα ακίνητα αυτά των διατάξεων περί χρησικτησίας. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε τα ίδια και απέρριψε την σχετική βάση της αγωγής ως μη νόμιμη, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 12 του Ν 1337/1983 και δεν παραβίασε αυτές ευθέως. Κατ'ακολουθίαν, ο ως άνω αναιρετικός λόγος, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1041, 1042, 1043 και 1044 ΑΚ συνάγεται ότι, για να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου με τακτική χρησικτησία, απαιτούνται φυσική εξουσίαση του πράγματος με διάνοια κυρίου (νομή), καλή πίστη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο απόκτησης της νομής, νόμιμος τίτλος, ο οποίος πρέπει να υποβληθεί σε μεταγραφή (άρθρα 1192 περ. 1 και 1198 ΑΚ), πράγμα δεκτικό χρησικτησίας και παρέλευση δεκαετίας στην, κατά τα παραπάνω, νομή του πράγματος. Ειδικότερα, καλή πίστη υπάρχει, όταν ο νομέας, με βάση τα περιστατικά που κάθε φορά συντρέχουν, έχει, κατά την απόκτηση της νομής, την πεποίθηση, η οποία δεν οφείλεται σε βαριά του αμέλεια, ότι απέκτησε την κυριότητα του πράγματος. Επίσης, νόμιμος τίτλος είναι κάθε τρόπος απόκτησης της κυριότητας, ο οποίος φέρει εξωτερικά όλα τα αναγκαία, κατά το νόμο, για το κύρος του στοιχεία, πλην, όμως, είναι ελαττωματικός, διότι έχει έλλειψη, η οποία εμποδίζει, κατά νόμο, την κτήση της κυριότητας, όπως, μεταξύ άλλων, η έλλειψη κυριότητας του μεταβιβάζοντος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 1043 παρ. 1 ΑΚ, για την κτήση κυριότητας ακινήτου με τακτική χρησικτησία, αρκεί, αν συντρέχουν και οι λοιπές παραπάνω νόμιμες προϋποθέσεις και νομιζόμενος τίτλος, εφόσον δικαιολογείται, ως προς αυτόν, καλή πίστη του νομέα. Νομιζόμενος δε τίτλος, κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, είναι εκείνος, ο οποίος, κατά την πεποίθηση του νομέα, που δεν οφείλεται σε βαριά του αμέλεια, υπολαμβάνεται από αυτόν ότι υπάρχει, ενώ στην πραγματικότητα ουδόλως υπήρξε. Συνεπώς, στην περίπτωση του νομιζομένου τίτλου, απαιτείται καλή πίστη τόσο ως προς την απόκτηση της κυριότητας, πεποίθηση, δηλαδή, του νομέα, κατά την κτήση της νομής, ότι απέκτησε την κυριότητα, όσο και ως προς την ύπαρξη του τίτλου, πεποίθηση, δηλαδή του νομέα, ότι υφίσταται στη συγκεκριμένη περίπτωση τίτλος (ΑΠ 234/2020). Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, κατ'ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1( και όχι από τον αριθ.8) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1041, 1043, 1044 ΑΚ, απορρίπτοντας τις επικουρικές βάσεις της αγωγής περί κτήσεως της κυριότητας εκ μέρους της αναιρεσείουσας επί του βασικού ρυμοτομηθέντος ακινήτου και επί των δύο νέων οικοπέδων με τα προσόντα της τακτικής και της έκτακτης χρησικτησίας. Από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι ως προς το αρχικό ακίνητο - αγροτεμάχιο και ως προς τα νέα οικόπεδα η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι έγινε κυρία αυτών με τακτική χρησικτησία, λόγω της από τον θάνατο της δικαιοπαρόχου της συνεχούς νομής τους, με νόμιμο τίτλο κληρονομίας και με διάνοια κυρίου πλέον της δεκαετίας, χωρίς να επικαλείται ότι τα είχε στη νομή της με καλή πίστη, δηλαδή ότι χωρίς βαριά αμέλεια είχε την πεποίθηση ότι απέκτησε την κυριότητα αυτών, στοιχείο απαραίτητο κατ'άρθρο 1041 ΑΚ. Ως προς δε τα δύο νέα οικόπεδα η αναιρεσείουσα αντιφάσκει περί του ποιος είναι ο νόμιμος ή νομιζόμενος τίτλος της, δηλ. η δήλωση αποδοχής κληρονομίας ή η πράξη εφαρμογής, ενόψει του ότι στον συνοδεύοντα αυτήν κτηματολογικό πίνακα, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, η αναιρεσείουσα δεν αναφέρεται ως δικαιούχος κυριότητας, αλλά υπάρχει η ένδειξη <άγνωστος>. Ως προς την επικουρική βάση της αγωγής περί κτήσεως της κυριότητας των νέων οικοπέδων με έκτακτη χρησικτησία δεν συντρέχει και η προϋπόθεση της 20ετούς νομής, αφού από την δημιουργία τους το 1987 μέχρι την άσκηση της αγωγής (13-9-2004), αλλά και την πρώτη συζήτησή της (11-10-2005) δεν παρήλθε 20ετία. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο απέρριψε τις ως άνω επικουρικές βάσεις της αγωγής ως μη νόμιμες, δεν παραβίασε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Κατόπιν τούτων, ο ως άνω αναιρετικός λόγος, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, κατά το τρίτο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο εσφαλμένα δεν αναγνώρισε την κυριότητα της αναιρεσείουσας επί του επίδικου αρχικού ακινήτου, αφού με την 8509/2005 απόφαση του Νομάρχη Αθηνών το επίδικο από ιδιοκτησία <άγνωστος> διορθώθηκε σε δική της ιδιοκτησία, επ'ονόματί της και με την 441/2005 αμετάκλητη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αναγνωρίσθηκε κυρία του επιδίκου αρχικού ακινήτου. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου. Σε κάθε περίπτωση, ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος και διότι, υπό την επίκληση της πλημμέλειας από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η περί των πραγμάτων κρίση του Εφετείου, η οποία είναι ανέλεγκτη (άρθρο 561 αριθ.1 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ, υφίσταται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε, ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο (ΟλΑΠ 19/2005). Πάντως, ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την παράβαση του νόμου, δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή την εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων. Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται επί διαδικαστικών εγγράφων, για τη βασιμότητα ή μη του λόγου, ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους, ενώ επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο και η απόφαση από όπου απορρέει το δεδικασμένο και ελέγχει με βάση αυτή τη σχετική παραδοχή του δικαστηρίου (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ). Για να θεμελιωθεί, όμως, ο παραπάνω λόγος προϋποτίθεται, ότι το δικαστήριο της ουσίας επιλήφθηκε αυτεπάγγελτα ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους της έρευνας για τη συνδρομή ή όχι των όρων του δεδικασμένου (ΑΠ 1002/2005). Άρα, απαιτείται η προσβαλλόμενη απόφαση να περιέχει θετική ή αρνητική κρίση για παραδοχή ή όχι του δεδικασμένου (ΑΠ 370/2019). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 322, 324, 331 ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι δεδικασμένο υπάρχει, μεταξύ των ίδιων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα, μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το αυτό αντικείμενο και την αυτή ιστορική και νομική αιτία. Ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει όταν τα ίδια πραγματικά περιστατικά που ήταν αναγκαία και συγκρότησαν την ιστορική βάση της πρώτης αγωγής και με την ίδια νομική διάταξη στηρίζουν και τη μεταγενέστερη. Ενώ η ταυτότητα της νομικής αιτίας προϋποθέτει θεμελίωση και των δύο αγωγών στο ίδιο νομικό γεγονός (νομικό κανόνα) που αφορά τη συγκεκριμένη έννομη σχέση (ΑΠ 591/2017, 1685/2008). Το δεδικασμένο, δεσμεύει τόσο τους διαδίκους (και τα άλλα πρόσωπα που αναφέρονται στα άρθρα 325-329 ΚΠολΔ), όσο και τα πολιτικά δικαστήρια, τα οποία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 324 και 332 ΚΠολΔ, δεν μπορούν να επανακρίνουν ό,τι έχει ήδη κριθεί (ΑΠ 1559/2017) καλύπτει δε, ως ενιαίο σύνολο, ολόκληρο το δικανικό συλλογισμό βάσει του οποίου το δικαστήριο κατέληξε στην αναγνώριση της επίδικης έννομης σχέσης. Συγκεκριμένα καλύπτει: α) το δικαίωμα που κρίθηκε, δηλαδή την έννομη σχέση που αναγνωρίστηκε, β) τη νομική αιτία, δηλαδή το νομικό χαρακτηρισμό που δόθηκε από το δικαστήριο στα πραγματικά περιστατικά κατά την υπαγωγή τους στη σχετική διάταξη του νόμου, την οποία εφάρμοσε και γ) την ιστορική αιτία, που έγινε δεκτή, και τα πραγματικά περιστατικά, που ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της έννομης σχέσης. Η ιστορική αιτία, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, από μόνα τους, δεν καλύπτονται από το δεδικασμένο. Με άλλες λέξεις, το δεδικασμένο δεν καλύπτει τα πραγματικά περιστατικά αυτοτελώς λαμβανόμενα, ανεξάρτητα δηλαδή από το δικανικό συλλογισμό της πρώτης αποφάσεως. Τα ανωτέρω ισχύουν και όταν η έννομη σχέση που έχει αναγνωρισθεί τελεσίδικα αποτελεί προδικαστικό ζήτημα άλλης, μεταγενέστερης αξίωσης. Κατά το άρθρο 331 ΚΠολΔ, το δεδικασμένο υφίσταται για προδικαστικό ζήτημα που κρίνεται παρεμπιπτόντως και αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση του κύριου ζητήματος. Ως παρεμπίπτον (προδικαστικό) ζήτημα νοείται "ετέρα έννομη σχέση ή δικαίωμα ή συνέπεια του ουσιαστικού ζητήματος της δίκης". Το δεδικασμένο του άρθρου 331 ΚΠολΔ δεν αφορά ούτε πραγματικά περιστατικά ούτε βέβαια αξιολογικές κρίσεις. Το δεδικασμένο εκτείνεται μόνο σε δικαίωμα που κρίθηκε (άρθρο 324 ΚΠολΔ). Η κατά το άρθρο 331 ΚΠολΔ αυτοτελής κάλυψη του προδικαστικού ζητήματος εναρμονίζεται με τη ρύθμιση του άρθρου 322 ΚΠολΔ στο μέτρο που προδικαστικό ζήτημα στην έννοια του άρθρου 331 ΚΠολΔ αποτελούν μόνον οι προδικαστικές έννομες συνέπειες (και όχι τυχόν πραγματικά γεγονότα ή νομικές έννοιες κ.λπ.), κατά τον ίδιο ακριβώς λόγο που σύμφωνα με τη βασική ρύθμιση του άρθρου 322 ΚΠολΔ αντικείμενο του δεδικασμένου γενικώς μπορούν να αποτελέσουν μόνον έννομες σχέσεις (έννομες συνέπειες) (ΑΠ 370/2019). Στην περίπτωση όμως που η τελεσίδικη απόφαση που εκδόθηκε επί προηγούμενης αγωγής αφορούσε όχι την ίδια έννομη σχέση αλλά διαφορετική από εκείνη επί της οποίας θεμελιώνεται η δεύτερη αγωγή και επομένως δεν συνιστά προδικαστικό ζήτημα αυτής, το δεδικασμένο της πρώτης δεν εκτείνεται και επί της δεύτερης, έστω και αν κάποια από τα μερικότερα πραγματικά στοιχεία της πρώτης αυτοτελώς λαμβανόμενα αποτελούν μέρος και της δεύτερης, διότι η κριθείσα με την πρώτη απόφαση έννομη σχέση δεν συνιστά προδικαστικό ζήτημα της δεύτερης κατά την έννοια του άρθρου 331 ΚΠολΔ (ΑΠ 653/2020, ΑΠ 39/2020, ΑΠ744/2019, ΑΠ 1218/2018). Με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο από τις αμετάκλητες αποφάσεις 441/2005 του ΠΠΑθηνών και 1070/2011 του ΕφΑθηνών, αφού με την πρώτη απ'αυτές η αναιρεσείουσα αναγνωρίσθηκε κυρία του αρχικού επίδικου ακινήτου, ενώ με τη δεύτερη αναγνωρίσθηκε η έλλειψη κυριότητας του αναιρεσίβλητου επί των επιδίκων. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο, ως προς τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο, δέχθηκε τα ακόλουθα: <<Με την 441/2005 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί της από 7-4-2004 αγωγής της ενάγουσας κατά του μη διαδίκου στην παρούσα δίκη Α. Π., αναγνωρίστηκε η ενάγουσα κυρία (με κληρονομική διαδοχή και με έκτακτη χρησικτησία) ενός οικοπέδου 1980 τμ. Το παραχθέν από την ως άνω απόφαση δεδικασμένο ισχύει, κατ'άρθρα 324 και 325 ΚΠολΔ, μόνον έναντι των διαδίκων εκείνων, ήτοι μεταξύ της ενάγουσας και του Α. Π. και όχι του εναγομένου- εφεσιβλήτου Δήμου. Ο τελευταίος άσκησε τριτανακοπή κατά της ως άνω αποφάσεως, επικαλούμενος έννομο συμφέρον ως δικαιούχος κυριότητας του… κληροτεμαχίου, που αργότερα διαμορφώθηκε στην οδό ..., αλλά και το ότι τα νέα οικόπεδα που προήλθαν από την πράξη εφαρμογής ανήκουν στην τράπεζα γης και ζήτησε την ακύρωση της αποφάσεως. Επί της τριτανακοπής εκδόθηκε η 6764/2009 απόφαση, η οποία την απέρριψε με την αιτιολογία ότι το 135 κληροτεμάχιο μέχρι τη ρυμοτόμησή του ουδέποτε ήταν κοινόχρηστος χώρος και ως εκ τούτου ο εναγόμενος Δήμος δεν νομιμοποιούνταν ενεργητικά στην άσκηση της τριτανακοπής. Κατ'αυτής της αποφάσεως ο τριτανακόπτων άσκησε έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η 1070/2011 απόφαση του παρόντος δικαστηρίου, η οποία την απέρριψε κατ'ουσίαν. Το παραχθέν από την ανωτέρω απόφαση δεδικασμένο αφορά μόνο το κριθέν ζήτημα της έλλειψης κυριότητας του ... και ήδη … επί του επίδικου αρχικού ακινήτου και όχι της κτήσης κυριότητας της ενάγουσας επ'αυτού, όπως άλλωστε έκρινε και η 2068/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου >>. Από την συγκριτική επισκόπηση των παραδοχών των παραπάνω αποφάσεων προκύπτει ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την υπ'αριθ.441/2005 τελεσίδικη απόφασή του έκρινε επί του δικαιώματος κυριότητας της αναιρεσείουσας στο επίδικο οικόπεδο, το οποίο αμφισβητούσε ο τότε εναγόμενος Α. Π. και η διαγνωσθείσα έννομη συνέπεια ήταν να αναγνωρισθεί η αναιρεσείουσα κυρία ενός οικοπέδου εκτάσεως 1.980 τμ, στη θέση ..., στο ΟΤ …, ενώ το Εφετείο Αθηνών με την υπ'αριθ. 1070/2011 τελεσίδικη απόφασή του απέρριψε την έφεση του αναιρεσιβλήτου Δήμου κατά της υπ'αριθ.6764/2009 αποφάσεως του ΠΠΑθ που είχε απορρίψει την τριτανακοπή του κατά της ως άνω 441/2005 αποφάσεως, αφού προηγουμένως έκρινε, ως προδικαστικό ζήτημα, ότι οι ισχυρισμοί του αναιρεσιβλήτου για ύπαρξη κυριότητάς του στο επίδικο και ειδικότερα ότι αυτό υπήρξε κοινόχρηστος χώρος μετά τη διανομή του 1933 και μέχρι τη ρυμοτόμησή του, οπότε ρυμοτομήθηκε μερικώς και με την πράξη εφαρμογής αποδόθηκαν σε αντικατάστασή του τα δύο νέα οικόπεδα και ότι τμήμα του … κληροτεμαχίου κατέστη κοινόχρηστος χώρος, είναι αβάσιμοι κατ'ουσίαν. Από την ως άνω 441/2005 απόφαση δεν υπάρχει δεδικασμένο, διότι, σύμφωνα και με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, δεν υπάρχει ταυτότητα των διαδίκων, αφού σ'εκείνη τη δίκη δεν ήταν διάδικος ο αναιρεσίβλητος Δήμος, ενώ η 1070/2011 απόφαση αποτελεί δεδικασμένο ως προς τον ισχυρισμό του εναγομένου Δήμου περί ιδίας κυριότητας, αφού έκρινε ως προδικαστικό ζήτημα ότι είναι ουσία αβάσιμος ο ισχυρισμός του για ύπαρξη κυριότητάς του στο επίδικο. Εφόσον, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι από την 441/2005 απόφαση δεν υπάρχει δεδικασμένο ως προς την ύπαρξη κυριότητας της αναιρεσείουσας στο επίδικο ακίνητο και ότι το δεδικασμένο από την 1070/2011 απόφαση αφορά μόνο στην μη ύπαρξη δικαιώματος κυριότητας του αναιρεσιβλήτου στο επίδικο, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 321, 322,324, 331 ΚΠολΔ. Επομένως, ο ως άνω δεύτερος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Η περιεχόμενη στον ίδιο αναιρετικό λόγο αιτίαση ότι το Εφετείο παρά την ύπαρξη δεδικασμένου, δεν απέρριψε ως απαράδεκτο τον ισχυρισμό του αναιρεσιβλήτου περί ιδίας αυτού κυριότητας στο επίδικο, αλλά τον δέχθηκε, είναι αβάσιμος, καθόσον στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο ερεύνησε τον εν λόγω ισχυρισμό, τον οποίο, όμως, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν τον ερεύνησε. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ υπάρχει λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα, από το δικονομικό μόνο και όχι το ουσιαστικό δίκαιο, δικονομικές δηλαδή ενέργειες που ρυθμίζουν την έναρξη και εξέλιξη της έννομης σχέσης της δίκης και κατατείνουν στην έκδοση δικαστικής απόφασης επί της αιτουμένης έννομης προστασίας (ΟλΑΠ 12/2000, ΑΠ 1401/2008, ΑΠ 1334/2005). Στη συγκεκριμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το δικάσαν Εφετείο, παρά το νόμο, δεν κήρυξε απαράδεκτους τους προταθέντες ισχυρισμούς του αναιρεσιβλήτου περί πλαστότητας της διαθήκης της γιαγιάς της αναιρεσείουσας και περί εικονικότητας της αντιδικίας της αναιρεσείουσας με τον Α. Π., με σκοπό την παραπλάνηση και εξαπάτηση του δικαστηρίου που εξέδωσε την 441/2005 απόφαση. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται σε ακυρότητα ή απαράδεκτο από το δικονομικό δίκαιο, αλλά σε απαράδεκτο από το ουσιαστικό δίκαιο. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται "πράγματα", δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα "πράγματα" αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη για αυτά (ΑΠ 1020/2019, ΑΠ 1226/2017). Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, χωρίς να έχει προσαχθεί από τον αναιρεσίβλητο κανένα αποδεικτικό μέσο, δέχθηκε ως αληθείς τους ισχυρισμούς του περί πλαστότητας της διαθήκης της γιαγιάς της αναιρεσείουσας και περί εικονικότητας της αντιδικίας της αναιρεσείουσας με τον Α. Π.. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος, διότι από την πληττόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, τα έγγραφα που νομίμως επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ δε των τελευταίων περιλαμβάνονται και η από Μάρτιο 2008 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Κ..Α., η ….2009 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Α..Κ., η 1903/2008 απόφαση του ΠΠΑθ., η …2005 ένορκη βεβαίωση των Σ..Κ. και Α..Δ., οι …2007 και …2007 ένορκες βεβαιώσεις των Π..Κ.-Σ. και Κ..Τ. και η ...2012 ένορκη βεβαίωση της Β..Δ. >>. Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο. Δεν θεμελιώνεται , όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί δε γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Πάντως η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων, που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 23/2008, ΑΠ 931/2019, ΑΠ 961/2017, ΑΠ 204/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδει στην πληττόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο για τον σχηματισμό της κρίσεώς του έλαβε υπόψη του : 1) την 441/2005 αμετάκλητη απόφαση του ΠΠΑθ, με την οποία αναγνωρίσθηκε κυρία του επίδικου αρχικού ακινήτου, 2) την 6764/2009 απόφαση του ΠΠΑθ και την 1070/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών που απέρριψαν ως αβάσιμη την τριτανακοπή του αναιρεσιβλήτου κατά της 441/2005 αποφάσεως, 3) το 9/2012 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο απεφάνθη να μη γίνει κατηγορία σε βάρος της για πλαστογραφία της διαθήκης και κακουργηματική απάτη, 4) την από 20-2-2012 διάταξη του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, 5) την 37334/2009 απόφαση του ΤρΠλΑθ, με την οποία αυτή και ο μάρτυρας Λ. Λ. κηρύχθηκαν αθώοι της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία και της ψευδορκίας μάρτυρα. Από τη βεβαίωση, όμως, που περιέχεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι <<λήφθηκαν υπόψη και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων>>, σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ενόψει και της ειδικής μνείας στην απόφαση όλων των ως άνω επικαλούμενων από την αναιρεσείουσα αποδεικτικών μέσων. Επομένως, ο τέταρτος αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 974 ΑΚ, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία επάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Άσκηση φυσικής εξουσίας επί ακινήτου, που συνιστά νομή, αποτελούν όλες οι πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του ακινήτου και είναι εκδηλωτικές της εξουσίασής του (ΑΠ 110/2011). Τέτοιες πράξεις, κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, είναι η εποπτεία, επίβλεψη, επίσκεψη, φροντίδα, περίφραξη, φύλαξη, καλλιέργεια, συλλογή καρπών, η εκμίσθωσή του σε τρίτους κ. ά. (ΑΠ 868/2021, ΑΠ 1376/2014, ΑΠ 1183/2011). Από τις διατάξεις των άρθρων 1041, 1042 και 1044 ΑΚ συνάγεται ότι για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με τακτική χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής, ήτοι φυσική εξουσίαση του ακινήτου με διάνοια κυρίου, καλή πίστη που πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο που αποκτάται η νομή, νόμιμος τίτλος που πρέπει να υποβληθεί σε μεταγραφή (άρθρα 1192 περ.α και 1198 ΑΚ), πράγμα δεκτικό χρησικτησίας και παρέλευση δεκαετίας. Ειδικότερα, ως προς το στοιχείο της καλής πίστης, αυτό συντρέχει όταν ο νομέας, με βάση τα εκάστοτε συντρέχοντα περιστατικά, έχει κατά την κτήση της νομής, την πεποίθηση, η οποία δεν οφείλεται σε βαρειά αμέλεια, ότι απέκτησε την κυριότητα, βαρυνόμενος με το σχετικό βάρος αποδείξεως (ΑΠ 40/2014). Επίσης, κατά το άρθρο 1045 του ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου κώδικα, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή), είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, για την κτήση της κυριότητας ακινήτου, με έκτακτη χρησικτησία, αρκεί η επί εικοσαετία νομή του πράγματος, δηλαδή, η με διάνοια κυρίου φυσική εξουσίαση αυτού, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού της πράξης, με την οποία ο χρησιδεσπόζων απέκτησε τη νομή, εάν δηλαδή αυτή στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο, κατά τις διατάξεις των άρθρων 976-978 και 983 του ΑΚ ή σε πρωτότυπο τρόπο με την κατάληψη του ακίνητου, αφού δεν απαιτείται νόμιμος τίτλος ή οποιοσδήποτε άλλος όρος για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με τον πιο πάνω πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία). Ειδικότερα , η φυσική εξουσίαση του πράγματος συνίσταται στην άσκηση εξωτερικών, εμφανών υλικών πράξεων επ'αυτού που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Τέτοιες δε πράξεις νομής επί ακινήτου, θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η οριοθέτηση, η φύλαξη, ο καθαρισμός, η καλλιέργεια, η παραχώρηση σε τρίτο, η εκμίσθωση και η εποπτεία του ακινήτου, χωρίς να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επιμέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας, ενώ περί της συνδρομής ή όχι των προαναφερομένων στοιχείων κρίνει το δικαστήριο, κατά την κοινή αντίληψη, με βάση τα συγκεκριμένα περιστατικά σε κάθε περίπτωση (ΑΠ 823/2021, ΑΠ 515/2020, ΑΠ 235/2020, ΑΠ 195/2019, ΑΠ 929/2018). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1042, 1043, 1045, 1051 ΑΚ, δεχόμενο εσφαλμένα ότι πράξεις νομής υπάρχουν όταν ο νομέας μαζεύει φρούτα μόνον από καλλιεργούμενα και φυτευόμενα δένδρα σε περιφραγμένους αγρούς και όχι από αυτοφυή σε χέρσους αγρούς και οι συλλέκτες πρέπει να γίνονται αντιληπτοί από τους γείτονες και με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ότι αν η δικαιοπάροχος της αναιρεσείουσας ήταν κυρία του επιδίκου θα μπορούσε και η αναιρεσείουσα να αποκτήσει κυριότητα επ'αυτού, αντιφάσκουσα με την παραδοχή ότι τα νέα οικόπεδα περιήλθαν στη νομή και κυριότητα του αναιρεσιβλήτου. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο ως προς τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο δέχθηκε τα ακόλουθα : << Η 1/1987 πράξη εφαρμογής κυρώθηκε με την …27/1987 απόφαση του Νομάρχη Ανατολικής Αττικής, η οποία μεταγράφηκε στα βιβλία του οικείου Υποθηκοφυλακείου. Σύμφωνα με τον συνημμένο στην πράξη εφαρμογής κτηματολογικό πίνακα στο … ΟΤ εμφανίζεται αρχική ιδιοκτησία με κωδικό κτηματογράφησης ..., με δικαιούχο ιδιοκτησίας <Άγνωστος>, εμβαδού 1965 τμ, εκ των οποίων, ενώ η αναλογούσα εισφορά σε γη είναι 611τμ, ρυμοτομούνται για τη δημιουργία κοινόχρηστων χώρων 865 τμ και τα υπόλοιπα 1100 τμ προσκυρώνονται σε όμορες ιδιοκτησίες και τελικά αποδίδονται τα οικόπεδα με αριθμούς .. του ΟΤ …, εμβαδού 745 τμ και .. του ΟΤ …, εμβαδού 675 τμ. Τα οικόπεδα αυτά είναι <νέα> με την έννοια ότι δημιουργήθηκαν το πρώτον με την πράξη εφαρμογής από εισφορές σε γη διαφόρων ιδιοκτητών και δεν έχουν καμία τοπική συνάφεια με το αρχικό ακίνητο με αριθμό κτηματογράφησης ..., όπως άλλωστε προκύπτει από την ένδειξη …και από το ότι βρίσκονται σε διαφορετικά οικοδομικά τετράγωνα. Το ότι στον ανωτέρω κτηματολογικό πίνακα αναγράφεται ως δικαιούχος της αρχικής ιδιοκτησίας (βασικού ακινήτου) <Άγνωστος> σημαίνει πρωτίστως ότι ουδείς κατά τη διαδικασία της κτηματογράφησης για τη σύνταξη της πράξης εφαρμογής υπέβαλε σχετική δήλωση περί εμπραγμάτων δικαιωμάτων του επί της αρχικής ιδιοκτησίας. Εξάλλου, η ενάγουσα ουδόλως ισχυρίζεται ότι υπέβαλε σχετική δήλωση κατά την κτηματογράφηση. Αντίθετα, ισχυρίζεται ότι η ως άνω κυρωτική της πράξης εφαρμογής απόφαση του Νομάρχη διορθώθηκε με την 8509/1995 απόφαση, την οποία δεν προσκόμισε. Εντούτοις προσκόμισε τη συνταχθείσα μετά την κατάθεση της ένδικης αγωγής υπ'αριθ. …9/2005 απόφαση της Νομαρχίας Αθηνών περί διόρθωσης της 1/1987 πράξης εφαρμογής, που εκδόθηκε κατόπιν αιτήσεών της, δυνάμει της οποίας διορθώθηκαν τα στοιχεία της ιδιοκτησίας με κωδ. Κτηματογράφησης ... στο ΟΤ 191 και συγκεκριμένα αναγράφηκε ως δικαιούχος ιδιοκτησίας αντί <άγνωστος> η ενάγουσα, με τίτλους κτήσης την 57107/2004 δήλωση αποδοχής κληρονομίας και την 441/2005 απόφαση του ΠΠΑθ. Η εν λόγω διορθωτική απόφαση μεταγράφηκε στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Ν.... την 23-5-2005..... Κατά της ως άνω διορθωτικής απόφασης ο εναγόμενος Δήμος άσκησε την από 21-6-2005 προσφυγή ενώπιον του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Αττικής, η οποία απορρίφθηκε με την 41496/2005 απόφασή του με την αιτιολογία ότι ουδεμία διοικητικής φύσης πλημμέλεια εμφιλοχώρησε κατά την έκδοση της ανωτέρω απόφασης, για δε το ζήτημα της κυριότητας της ενάγουσας επί του βασικού ακινήτου (αρχικής ιδιοκτησίας) αρμόδια είναι τα πολιτικά δικαστήρια. Συνακόλουθα των ανωτέρω αποδειχθέντων, αφού η διορθωμένη πλέον πράξη εφαρμογής στο όνομα της ενάγουσας είναι τελεσίδικη και έχει μεταγραφεί, μοναδικό κρίσιμο στοιχείο για την απόκτηση της κυριότητας των νέων ως άνω οικοπέδων από την ενάγουσα, είναι η συνδρομή της έτερης προϋπόθεσης, δηλαδή η ενάγουσα να ήταν κυρία του βασικού ακινήτου (αρχικής ιδιοκτησίας)........Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι το επίδικο ακίνητο ενέμετο η γιαγιά της Χ. χήρα Δ. Γ. από το 1958, οπότε το αγόρασε άτυπα, μέχρι το θάνατό της στις 31-1-1981 στην .... Τα μοναδικά αποδεικτικά στοιχεία αυτού του ισχυρισμού είναι : α) η από 18-7-1978 ιδιόγραφη διαθήκη της Χ. Γ. που δημοσιεύθηκε χωρίς να κηρυχθεί κυρία, στην οποία η διαθέτις αναφέρει επί λέξει <ένα κληροτεμάχιο στη ... εκτός σχεδίου 1980 μέτρα περίπου το αγόρασα 1958 από τον κτηματομεσίτη Κ..Κ. με το ποσό των 100.000 δρχ. που είχε παραχορηθή από το ηπουργιο γεωργίας για αγροτική αποκατάσταση κε σηνορεβη με αγρο ... με δρομο κε γίτονα .. >, β) Η …2005 ένορκη βεβαίωση των Κ. και Δ., οικογενειακών φίλων της ενάγουσας, οι οποίοι θυμούνται τις αναφορές της γιαγιάς όταν ερχόταν στην Αθήνα για ένα οικόπεδο στο ... ο δε πρώτος ότι το είχε περιφράξει πρόχειρα και είχε μέσα δύο-τρεις συκιές και η γιαγιά μάζευε εκεί χόρτα και το φρόντιζε, γ) η κατάθεση στο ακροατήριο του μάρτυρα Λ. Λ., ο οποίος θυμάται ότι τη δεκαετία του 1970 η γιαγιά κατέβαινε στην Αθήνα από την ..., όπου κατοικούσε μόνιμα, πήγαινε στο επίδικο που είχε συκιές, αμπέλι,κολοκύθια, ντομάτες... και μάζευε σύκα, ότι ο ίδιος το είχε επισκεφθεί και το περιγράφει γωνιακό, μακρόστενο, χωρίς κτίσματα, με πασσάλους και συρματόπλεγμα, το οποίο ήταν ριγμένο σε μια μεριά, δ) η 441/2005 τελεσίδικη απόφαση του ΠΠΑθ, η οποία εκδόθηκε επί αγωγής της ενάγουσας κατά του Α. Π. και την αναγνώρισε κυρία του ανωτέρω ακινήτου, τόσο με κληρονομική διαδοχή, όσο και με έκτακτη χρησικτησία. Τα ανωτέρω στοιχεία, τα οποία παρήχθησαν μετά το τέλος του 2003 και ενόψει της παρούσης δίκης, κρίνονται ανεπαρκή και μη επιβεβαιωθέντα από το λοιπό αποδεικτικό υλικό, ώστε το παρόν δικαστήριο να αδυνατεί να αποφανθεί σε βαθμό δικανικής ασφάλειας υπέρ της κυριότητας της ενάγουσας. Στην κρίση του αυτή καταλήγει λαμβάνοντας υπόψη ότι : 1) Στην από 7-4-2004 αγωγή κατά του Α. Π. η ενάγουσα περιγράφει το επίδικο ως εμβαδού 1980 τμ, συνορευόμενο βόρεια με οδό ..., νοτιοανατολικά με οδό ..., ανατολικά με κληροτεμάχιο Α. Σ. και δυτικά με ιδιοκτησία αγνώστου, δηλ. το περιγράφει όπως η κατάσταση έχει διαμορφωθεί μετά την πράξη εφαρμογής και τη διάνοιξη των οδών. Όμως το ακίνητο αυτό δεν υπάρχει στην πραγματικότητα γιατί κατά ένα μέρος του έχει ρυμοτομηθεί και κατά το υπόλοιπο μέρος προσκυρώθηκε σε όμορες ιδιοκτησίες. 2) Στην ένδικη αγωγή και στις προτάσεις της η ενάγουσα για την περιγραφή του επίδικου ακινήτου επικαλείται το από Σεπτέμβριο 2004 τοπογραφικό διάγραμμα του Γ. Φ.... είναι προφανές ότι πρόκειται για διαφορετική εντελώς περιγραφή, η οποία αποτυπώνει τη διαμορφωμένη κατάσταση στο έδαφος μετά την πράξη εφαρμογής και αυτό που περιγράφεται εμπίπτει κατά το μεγαλύτερο μέρος του στο δυτικό τμήμα του με το 1 οικόπεδο του ΟΤ 191, με δικαιούχους κυριότητας Ν. Σ., Ε. Θ. και Μ. Μ....3) Ο μάρτυρας απόδειξης και οι ενόρκως βεβαιώσαντες αυτήν την περιγραφή είχαν υπόψη τους και κατέθεσαν περί γωνιακού οικοπέδου, ενώ το αγροτεμάχιο που φέρεται να ενέμετο η γιαγιά της ενάγουσας και μετέπειτα η ενάγουσα πριν την πράξη εφαρμογής, ήταν περίκλειστο και μόνο νότια είχε πρόσοψη προς δρόμο. 4) Οι επικαλούμενες από την ενάγουσα εμφανείς πράξεις νομής ουδόλως έγιναν αντιληπτές από τους περιοίκους και από την οικογένεια Σ.. 5) Ο μόνος που κατά την ενάγουσα αμφισβήτησε την κυριότητά της ήταν ο Α. Π., ο οποίος στη δίκη δεν προσκόμισε αποδεικτικά μέσα και δεν άσκησε έφεση κατά της εκδοθείσας αποφάσεως. Η συμπεριφορά του αυτή ερμηνεύεται ότι επρόκειτο για <κατασκευασμένη> αντιδικία προκειμένου η ενάγουσα να επιτύχει την έκδοση τελεσίδικης αποφάσεως που να αναγνωρίζει την κυριότητά της στο επίδικο με κληρονομική διαδοχή και με έκτακτη χρησικτησία, ώστε να πετύχει τη διόρθωση της πράξης εφαρμογής και του κτηματολογικού πίνακα στο όνομά της.... Ο Δήμος ... άσκησε τριτανακοπή κατά της ως άνω 441/2005 αποφάσεως, στρεφόμενος κατά της ενάγουσας και του Α. Π. και ζήτησε την ακύρωσή της..... Η απουσία του Α. Π. στη δίκη της τριτανακοπής, παρά τη σφοδρότητα και την επί δεκαετία διάρκειά της, επιβεβαιώνει το κατασκευασμένο της αντιδικίας μεταξύ αυτού και της ενάγουσας..... Με την 37334/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/δικείου Αθηνών κηρύχθηκαν αθώοι η ενάγουσα και ο Λ. Λ. των πράξεων της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία και της ψευδορκίας μάρτυρα αντίστοιχα. Επίσης με το 9/2012 βούλευμά του το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία σε βάρος της ενάγουσας και του Λ. Λ. για τις πράξεις της πλαστογραφίας με χρήση με περιουσιακό όφελος πλέον των 150.000 ευρώ (αναφορικά με τη δημοσίευση την 9-12-2003 ιδιόγραφης διαθήκης) και της απάτης κατ'εξακολούθηση με επιδιωκόμενο όφελος άνω των 150.000 ευρώ.... Δεν δικαιολογείται από τα διδάγματα κοινής πείρας και τα συναλλακτικά ήθη πως η γιαγιά της ενάγουσας, παρόλο που δεν ήταν μόνιμος κάτοικος Ν...., αλλά ενός μικρού χωριού (...), δεν είχε στην κατοχή της ούτε ένα απλό χειρόγραφο σημείωμα για την επικαλούμενη αγορά του οικοπέδου κατ'έτος 1958, παρόλο που φέρεται να το αγόρασε από κτηματομεσίτη, ενώ όλως παραδόξως και σε ηλικία 80 ετών περίπου θυμόταν, 20 χρόνια μετά, όταν συνέτασσε τη διαθήκη της την ακριβή διεύθυνση του κτηματομεσίτη, το εμβαδόν, το τίμημα και τον αριθμό του όμορου κληροτεμαχίου. Παρόλο που η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι γνώριζε από τον θάνατο της γιαγιάς της την 31-1-1981 ότι το ως άνω ακίνητο της το κατέλειπε με ιδιόγραφη διαθήκη και έτσι δικαιολογεί ότι υπεισήλθε από τότε στη νομή του, αιτήθηκε τη δημοσίευση αυτής μόλις την 9-12-2003, δηλ. 22 χρόνια μετά.... Οι οικονομικοί και φορολογικοί λόγοι που επικαλείται γι'αυτή την καθυστέρηση είναι προσχηματικοί, διότι η δημοσίευση διαθήκης δεν είναι δαπανηρή διαδικασία και επί πλέον δεν χρειαζόταν να προβεί σε άμεση δήλωση φόρου κληρονομίας, πλέον του ότι εκείνη την εποχή το φερόμενο ως κληρονομιαίο ήταν ένα αγροτεμάχιο μικρής αξίας. Σημειωτέον ότι στην 57107/2004 δήλωση αποδοχής κληρονομίας το κληρονομιαίο δεν περιγράφεται ως αγροτεμάχιο, αλλά όπως είχε διαμορφωθεί επί του εδάφους μετά την πράξη εφαρμογής, περιγραφή που ταυτίζεται στο μεγαλύτερο μέρος του με το κληροτεμάχιο του Αθ.Σ.. Η ενάγουσα ουδόλως δικαιολογεί το γεγονός ότι, ενώ ήταν κάτοικος της περιοχής και επισκεπτόταν τακτικά το επίδικο (αρχικό) ακίνητο, δεν έμαθε για τη διαδικασία κτηματογράφησης, για τη σύνταξη της πράξης εφαρμογής που διήρκεσε από το 1985 έως το 1988, ώστε να προβεί σε δήλωση των τυχόν δικαιωμάτων της επί του επιδίκου και να τα κατοχυρώσει. Αυτή η αδράνεια δεν δικαιολογείται για το διάστημα μετά το 1989 που διανοίχθηκαν οι δρόμοι και μέρος της επικαλούμενης ιδιοκτησίας της κατελήφθη από το οδόστρωμα. Η ενάγουσα επικαλέσθηκε το πρώτον την κυριότητά της επί του αρχικού ακινήτου την 16-6-2004 κατά τη συνεδρίαση του δημοτικού συμβουλίου του ..., αντιδρώντας στην πρόθεση του Δήμου να παραχωρήσει το .. οικόπεδο του ….ΟΤ, κατόπιν αιτήσεώς τους, στους Β..Π., Λ. Π. και Ν..Π. ως αποζημίωση, επειδή η δική τους ιδιοκτησία δεσμεύθηκε για τη δημιουργία της πλατείας .... .. Είχε προηγηθεί προφανώς η ενημέρωση της ενάγουσας ότι το επίδικο ακίνητο φέρεται ως αγνώστου στην πράξη εφαρμογής και θα μπορούσε τεχνηέντως να αποκτήσει εμπράγματα δικαιώματα επί των νέων οικοπέδων που δόθηκαν με την πράξη εφαρμογής σε αντικατάσταση αυτού. Συνακόλουθα των ανωτέρω, ακόμη και αν αληθεύει ο μη αποδειχθείς αγωγικός ισχυρισμός ότι η γιαγιά της ενάγουσας αγόρασε ένα αγροτεμάχιο στην περιοχή ... το 1958, αυτή δεν άσκησε επ'αυτού χρησιδεσπόζουσα νομή, με την έννοια της άσκησης επ'αυτού συγκεκριμένων εμφανών υλικών πράξεων φυσικής εξουσίασης που προσιδίαζαν στη φύση του, με διάνοια κυρίου για μια εικοσαετία. Το ότι μάζευε σύκα από τις συκιές που είναι αυτοφυές κατά το πλείστον δένδρο και μάλιστα τη δεκαετία του 1970, όπου οι αγροί ήταν ελεύθεροι ή καλλιεργούσε ντομάτες και κολοκύθια σε χέρσο και χωρίς άρδευση αγρό και χωρίς να γίνει αντιληπτή από τους γείτονες και δη από την οικογένεια Σ., της οποίας το κληροτεμάχιο ουσιαστικά κατέλαβε, δεν ανταποκρίνονται στην αληθή έννοια της νομής. Το αυτό ισχύει και για την ίδια την ενάγουσα που επιπλέον δεν αντιλήφθηκε τη διάνοιξη του δρόμου επί του φερόμενου ως ακινήτου της το 1989, ώστε να προβεί στις αναγκαίες ενέργειες για διασφάλιση των επικαλούμενων όψιμα δικαιωμάτων της. Αν πράγματι η ενάγουσα είχε στην κυριότητα και νομή της το επίδικο αρχικό ακίνητο, αφενός η περιγραφή αυτού δεν θα διέφερε μεταξύ της δήλωσης αποδοχής κληρονομίας και του αγωγικού δικογράφου, διότι αυτή θα υποδείκνυε τα πραγματικά όρια προ της πράξης εφαρμογής στον μηχανικό Φ., καθώς και τους ιδιοκτήτες των όμορων ακινήτων και δεν θα εμφιλοχωρούσαν σημαντικές διαφοροποιήσεις όπως συνέβη και αφετέρου οι ενέργειές της θα προκαλούσαν αντιδράσεις εκ μέρους της οικογένειας Σ. για να προασπίσουν το ακίνητό τους που καταλαμβανόταν από τρίτο. Κατόπιν αυτών, δεν αποδείχθηκε ότι η γιαγιά της ενάγουσας απέκτησε με έκτακτη χρησικτησία την κυριότητα του αρχικού ακινήτου και κατά συνέπειαν ούτε η ενάγουσα με κληρονομική διαδοχή, αλλά ούτε και με έκτακτη χρησικτησία προσμετρουμένης της νομής της δικαιοπαρόχου, διότι τέτοια νομή δεν υπήρξε. Κατά συνέπεια, δεν συντρέχει η προϋπόθεση της κυριότητας επί του βασικού (αρχικού) ακινήτου, ώστε να αποκτήσει η ενάγουσα την κυριότητα των νέων οικοπέδων από τη μεταγραφή της διορθωτικής της πράξης εφαρμογής απόφασης. Με τα δεδομένα αυτά έπρεπε η ένδικη αγωγή να απορριφθεί ως κατ'ουσίαν αβάσιμη κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο κατέληξε στην ίδια κρίση, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, τα δε αντίθετα υποστηριζόμενα με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους είναι απορριπτέα ως αβάσιμα >>. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και τα ως άνω ανελέγκτως γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, η γιαγιά της αναιρεσείουσας δεν ασκούσε επί του αρχικού αγροτεμαχίου εξωτερικές εμφανείς υλικές πράξεις που προσιδίαζαν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδήλωνε τη βούλησή της να το εξουσιάζει με διάνοια κυρίου, επί μια εικοσαετία. Ειδικότερα, μόνον η συλλογή σύκων από τις συκιές που είναι αυτοφυείς και δη κατά τη δεκαετία του 1970 που οι αγροί ήταν ελεύθεροι και η μικροκαλλιέργεια ντομάτας και κολοκυθιών σε χέρσο και μη αρδευόμενο αγρό εκ μέρους της γιαγιάς της αναιρεσείουσας, χωρίς να γίνεται αντιληπτή από τους κυρίους των όμορων κληροτεμαχίων και μάλιστα από την οικογένεια Σ., που τμήμα του δικού της κληροτεμαχίου κατείχε, δεν υπάγονται στην έννοια της νομής του άρθρου 974 ΑΚ, αφού δεν συνιστούσαν εμφανείς υλικές πράξεις που προσιδίαζαν στη φύση και τον προορισμό του εν λόγω αγροτεμαχίου και δεν εκδήλωναν τη βούληση της γιαγιάς της αναιρεσείουσας να το εξουσιάζει με διάνοια κυρίου, με συνέπεια αυτή να μην αποκτήσει την κυριότητα του αρχικού ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Μετά δε τον θάνατό της στις 31-1-1981, ούτε η αναιρεσείουσα άσκησε επί του επιδίκου αρχικού ακινήτου εξωτερικές εμφανείς υλικές πράξεις με διάνοια κυρίου για μια εικοσαετία, όταν δε το έτος 1989 έγινε κατάληψη του φερόμενου ως ακινήτου της για τη διάνοιξη οδού, αυτή δεν προέβη στις αναγκαίες ενέργειες για τη διασφάλιση του επικαλούμενου δικαιώματός της επ'αυτού, με συνέπεια να μην αποκτήσει την κυριότητα του αρχικού ακινήτου ούτε με κληρονομική διαδοχή, ούτε με έκτακτη χρησικτησία, προσμετρουμένης της νομής της δικαιοπαρόχου της, αφού τέτοια νομή δεν υπήρξε. Εφόσον η αναιρεσείουσα δεν ήταν κυρία του βασικού ακινήτου (αρχικής ιδιοκτησίας), σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, δεν απέκτησε την κυριότητα των <νέων οικοπέδων> από τη μεταγραφή της διορθωτικής της πράξεως εφαρμογής αποφάσεως που εκδόθηκε στο όνομά της. Περαιτέρω, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, καθόσον διέλαβε σ'αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της μη αποκτήσεως με έκτακτη χρησικτησία της κυριότητας του αρχικού ακινήτου από την γιαγιά της αναιρεσείουσας και την ίδια την αναιρεσείουσα με κληρονομική διαδοχή, ούτε και με έκτακτη χρησικτησία, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα της εφαρμογής των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων. Εξάλλου, η παραδοχή της προσβαλλομένης ότι δεν συντρέχει η προϋπόθεση της κυριότητας επί του βασικού ακινήτου, ώστε να αποκτήσει η ενάγουσα την κυριότητα των νέων οικοπέδων από τη μεταγραφή της διορθωτικής της πράξεως εφαρμογής αποφάσεως, δεν αντιφάσκει με την παραδοχή ότι δεν νοείται χρησιδεσπόζουσα νομή επί των νέων οικοπέδων εκ μέρους της ενάγουσας, αφού αυτά εκ του νόμου περιήλθαν στη νομή του ΟΤΑ, διότι η πρώτη παραδοχή στηρίζεται στην πράξη εφαρμογής, όπως αυτή διορθώθηκε στο όνομα της αναιρεσείουσας και μεταγράφηκε, ενώ η δεύτερη παραδοχή στηρίζεται στην πράξη εφαρμογής πριν τη διόρθωσή της, όπου η επίδικη ιδιοκτησία χαρακτηρίζεται ως <άγνωστος>. Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 αριθ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 106, 176, 183, 189 αριθ.1,191 αριθ.2 ΚΠολΔ), πρέπει όμως να επιβληθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 281 παρ.2 του Ν.3463/2006 <<Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων>> (ΑΠ 607/2018, ΑΠ 298/2017), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 22-7-2017 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμό 1502/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Σεπτεμβρίου 2023. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ