Αριθμός 1722/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Μαΐου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Τσόλια, περί αναιρέσεως της 2691/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενους τους: 1) Ψ και 2) Ξ. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Δεκεμβρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, καθώς και στο από 30 Απριλίου 2007 δικόγραφο των προσθέτων λόγων, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 123/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 322 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος με απάτη ή βία ή με την απειλή βίας συλλαμβάνει, απάγει ή παράνομα κατακρατεί κάποιον έτσι ώστε να αποστερεί το συλλαμβανόμενο από την προστασία της πολιτείας και ιδίως όποιος περιάγει κάποιον σε ομηρία ή σε άλλη παρόμοια κατάσταση στέρησης της ελευθερίας, τιμωρείται με κάθειρξη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το αδίκημα της αρπαγής προσώπου αποσκοπεί στην προστασία του ατόμου από την αυθαίρετη στέρηση της ελευθερίας και την αδυναμία παροχής βοηθείας εκ μέρους των πολιτειακών οργάνων και κυρίως των αστυνομικών αρχών, στα οποία έχει ανατεθεί η διαφύλαξη και προστασία των πολιτών, χάριν της απρόσκοπτης λειτουργίας των κοινωνικών θεσμών και επίτευξης των σκοπών της πολιτείας. Η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος απαιτεί εναλλακτικώς, μεταξύ άλλων, την άσκηση βίας κατά ορισμένου προσώπου με την οποία κάμπτεται η ελεύθερη βούληση αυτού με συνέπεια να επέρχεται αντίθετη κατάσταση, ή με την απειλή βίας, με συνέπεια να παρέχεται η δυνατότητα στον αυτουργό να συλλάβει, απαγάγει ή παράνομα κατακρατήσει το άτομο, έτσι ώστε να καθίσταται αδύνατη η παροχή της αναγκαίας προστασίας της πολιτείας. Ως απαγωγή θεωρείται η παρά τη θέληση του προσώπου απομάκρυνσή του από το συνήθη τόπο διαμονής ή επαγγελματικής εγκατάστασης και η αυτόματη θέση του προσώπου υπό την εξουσία του κατακρατούντος, χωρίς δυνατότητα ενέργειας ατομικής, επερχόμενης έτσι στερήσεως της ελευθερίας. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 385 παρ. 1 ΠΚ προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της εκβίασης απαιτείται: α) ο εξαναγκασμός κάποιου σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία αυτού που εξαναγκάζεται ή κάποιου άλλου, β) ο εξαναγκασμός να γίνεται με βία ή απειλή ικανή να αποκλείσει την αυτοπροαίρετη απόφαση αυτού που εξαναγκάζεται και γ) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή κάποιος άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος. Παράνομο περιουσιακό όφελος υπάρχει όταν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα δεν αποτελεί νόμιμη αξίωση του δράστη ή άλλου κατά του παθόντος. ΙΙ.- Η καταδικαστική απόφαση έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, σύμφωνα με τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντ. και 139 ΚΠοινΔ, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που θεμελίωσαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους το δικαστήριο υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά, πρέπει όμως, να συνάγεται από την απόφαση ότι όλα τα αποδεικτικά μέσα έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η κατά τα παραπάνω επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που δεν συνιστούν απλώς άρνηση της κατηγορίας και που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Διαφορετικά, το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και εκείνος περί αναγνωρίσεως στον κατηγορούμενο των από το άρθρο 84 παρ. 2 του ΠΚ ελαφρυντικών περιστάσεων. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όχι μόνον, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, ως αποδεδειγμένα στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται σε συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον ΄Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, τα εξής: " ... οι κατηγορούμενοι Χ και Ξ, στην ..., κατά τους παρακάτω αναφερόμενους χρόνους από κοινού, με κοινό δόλο και κοινή δράση ενεργώντας, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, με βία κατακράτησαν κάποιους παράνομα έτσι ώστε να αποστερούν αυτούς από την προστασία της πολιτείας και περιήγαγαν αυτούς σε κατάσταση ομηρίας και σε κάθε περίπτωση τους στέρησαν την ελευθερία τους. Ειδικότερα, οι ανωτέρω κατηγορούμενοι μετέβηκαν από κοινού στα κρατητήρια του αστυνομικού τμήματος του Αεροδρομίου, όπου κρατούνταν οι ομοεθνείς τους Ζ και Θ και με τη συνδρομή της κατηγορουμένης Ψ, η οποία εκτελούσε χρέη διερμηνέα, παρέλαβαν αυτούς στις 19-5-2003, τους μετέφεραν σε διαμέρισμα του δευτέρου ορόφου της οικοδομής που βρίσκεται στην... και ήταν κατοικία του Ξ, και περιστασιακά της Ψ. Εκεί, τους κρατούσαν έγκλειστους παρά τη θέλησή τους και ζητούσαν εκβιαστικά 6.000 ευρώ για την απελευθέρωση καθενός. Ο ένας από τους παθόντες Θ κατάφερε να διαφύγει πηδώντας από το παράθυρο. Μετά την διαφυγή του ανωτέρω οι κατηγορούμενοι μετέφεραν την άλλη κρατούμενη Ζ σε άλλο διαμέρισμα και συνέχισαν να την κατακρατούν παράνομα μέχρι την 5-6-2003, οπότε η οικογένειά της κατέβαλε δια μέσου του συμπατριώτη τους Φ, ο οποίος διαμένει στην Ελλάδα, το ποσό των 5.000 ευρώ για να την ελευθερώσουν. Η παθούσα, αμέσως μετά την ελευθέρωσή της, μετέβη στην αστυνομία και προέβη σε καταγγελία και έτσι συνελήφθησαν οι κατηγορούμενοι. Οι κατηγορούμενοι προέβησαν στην άνω περιγραφόμενη πράξη προγραμματισμένα και είχαν και τη συνδρομή και της δεύτερης κατηγορουμένης και κατά το χρόνο που παρέλαβαν τους παθόντες από το Αεροδρόμιο, αλλά και στη συνέχεια κατά τη διάρκεια της παράνομης κατακράτησής τους. Πρέπει, επομένως, να κηρυχθούν ένοχοι οι 2ος και 4ος κατηγορούμενοι αρπαγής κατ' εξακολούθηση από κοινού και η 3η κατηγορούμενη ένοχη απλής συνέργειας στην αρπαγή κατ' εξακολούθηση. Εξάλλου και οι τρείς κατηγορούμενοι με κοινό δόλο, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, μεταχειρίσθηκαν βία προκειμένου να εξαναγκάσουν άλλον σε πράξη από την οποία επήλθε ζημία σε περιουσία άλλου προσώπου και ειδικότερα κατακράτησαν παράνομα την αρπαγείσα Ζ και την χτύπησαν επανειλημμένα και με τον τρόπο αυτό εξανάγκασαν την οικογένειά της να καταβάλλει δια μέσου του συμπατριώτη τους Φ το ποσό των 5.000 ευρώ για να την ελευθερώσουν. Από τον τρόπο εξάλλου που είχαν οργανωθεί οι κατηγορούμενοι προκύπτει ότι αυτοί διαπράττουν κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια την πράξη αυτή, δεδομένου ότι από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης αυτής προκύπτει σκοπός βιοπορισμού και σταθερή ροπή προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους. Κατόπιν αυτού και οι τρεις κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι εκβίασης που τελέστηκε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Περαιτέρω, από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδεικνύεται ότι ο τέταρτος κατηγορούμενος Ξ κατά τη διάρκεια της παράνομης κράτησης της Ζ προξένησε σε αυτήν σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας της, η πράξη του δε τελέσθηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει σ' αυτήν βαριά σωματική βλάβη. Συγκεκριμένα, ο ανωτέρω κατηγορούμενος, κατά τον χρόνο που κρατούσαν την προαναφερόμενη παθούσα, την χτύπησε και την δάγκωσε προκαλώντας σε αυτήν μικρή εκχύμωση της έσω μοίρας του κάτω βλεφάρου του αριστερού οφθαλμού, εκχυμωτικά εντυπώματα σε κυκλοτερή διάταξη στη δεξιά ωμοπλατιαία χώρα καθώς και εκχυμωτικά εντυπώματα σε ημικυκλική διάταξη στην έσω οπισθία επιφάνεια του αριστερού ημιθωρακίου, προκληθέντα από ανθρώπινα δόντια, μικρή εκχύμωση στο άνω-έσω τεταρτημόριο του αριστερού μαστού, ευμεγέθη εκχύμωση στην πρόσθια έξω επιφάνεια του δεξιού...... οι κακώσεις δε που προκλήθηκαν σ' αυτήν μπορούσαν λόγω και του τρόπου και του μέσου που τελέσθηκαν να προκαλέσουν βαριά σωματική βλάβη. Κατόπιν τούτου, ο ανωτέρω κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος και για την βαριά σωματική βλάβη της κρατηθείσας. Επίσης αποδεικνύεται ότι ο ανωτέρω τέταρτος κατηγορούμενος, κατά τη διάρκεια της παράνομης κράτησης της ανωτέρω παθούσας, με σωματική βία που άσκησε εναντίον της, αφαίρεσε από αυτήν ξένα κινητά πράγματα με σκοπό να τα ιδιοποιηθεί παράνομα και συγκεκριμένα, χτυπώντας την σε διάφορα σημεία του σώματός της, αφαίρεσε από αυτήν 400 δολάρια ΗΠΑ και 500 δολάρια Χογκ Κογκ, καθώς και το κινητό της τηλέφωνο, τα οποία και ιδιοποιήθηκε παράνομα. Κατόπιν τούτου πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για την πράξη της ληστείας. Τέλος, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο δεύτερος κατηγορούμενος για τις πράξεις της παράνομης κατοχής όπλων και παράνομης κατοχής διαβατηρίων, τα οποία βρέθηκαν και κατασχέθηκαν στην κατοικία του και τα οποία υποδεικνύουν την επαγγελματική οργάνωση των κατηγορουμένων. Περαιτέρω το δικαστήριο κρίνει ότι, ενόψει της αγριότητας που υποδεικνύουν οι πράξεις που τελέσθηκαν, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση των ελαφρυντικών περιστάσεων και γι' αυτό όλοι οι ισχυρισμοί των κατηγορουμένων πρέπει να απορριφθούν..." Με τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο, μεταξύ των άλλων κατηγορουμένων, κήρυξε ένοχο και τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο Χ για τις πράξεις της α) αρπαγής από κοινού και κατ' εξακολούθηση β) εκβίασης της Ζ από κοινού, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια γ) παράνομης κατοχής διαβατηρίων και δ) παράνομης κατοχής όπλων και επέβαλε σ' αυτόν, αντίστοιχα, κάθειρξη 8 ετών για κάθε μία από τις δύο αρπαγές, κάθειρξη 6 ετών για κάθε μία από τις δύο πράξεις εκβίασης, φυλάκιση 12 μηνών και χρηματική ποινή 2.000 ευρώ για την παράνομη κατοχή όπλων και την ίδια ποινή για την παράνομη κατοχή διαβατηρίων και λοιπών ταξιδιωτικών εγγράφων, συνολικά δε καθόρισε για τον κατηγορούμενο αυτόν εκτιτέα ποινή 19 ετών και χρηματική ποινή 2000 ευρώ. Με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την κατά τις παραπάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων για τις οποίες καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 45, 94 παρ. 1, 98, 322, 385 παρ.1β του ΠΚ, άρθρ. 1 παρ. 1 εδ. α΄ και δ΄ και 7 παρ. 1, 8α του Ν. 2168/1993 και 54 παρ. 6,7 του Ν. 2910/2001 που εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, ως προς μεν τη πράξη της αρπαγής διαλαμβάνεται στην απόφαση ότι τα πρόσωπα που υπήρξαν θύματα της αρπαγής, περιήλθαν σε κατάσταση ομηρίας με την κατ' αυτών άσκηση βίας, η οποία κατ' ανάγκη δεν είναι σωματική, εξειδικεύεται δε από τις παραδοχές της αποφάσεως ότι η κατακράτηση των απαχθέντων σκοπό είχε την από αυτούς ή τους οικείους τους καταβολή χρηματικού ποσού για την απελευθέρωσή τους. Περαιτέρω και αναφορικά με την πράξη της εκβίασης της μόνης παθούσας Ζ, δέχεται το δικαστήριο την κατ' αυτής σωματική βία (χτυπήματα) ώστε να εξαναγκασθούν οι οικείοι της στην καταβολή χρηματικού ποσού. Ο αναιρεσείων αιτιάται την απόφαση κατά το ότι, ενώ πρωτοδίκως κηρύχθηκε αθώος επικίνδυνης σωματικής βλάβης σε βάρος της Ζ, το δικαστήριο δέχεται την απ' αυτόν άσκηση σωματικής βίας, κατά της ανωτέρω, ως στοιχείον της πράξης της εκβίασης. Η αιτίαση είναι απαράδεκτη γιατί βάλλει κατά των ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου, η μη συνδρομή δε των στοιχείων της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος του άρθρου 309 του ΠΚ, δεν αποκλείει την πρόκληση στον παθόντα απλής σωματικής βλάβης. Τέλος, η αιτίαση ότι το δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό περί συνδρομής στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2α του ΠΚ είναι αβάσιμη. Από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης προκύπτει ότι αναιρεσείων-κατηγορούμενος για την αναγνώριση του ελαφρυντικού αυτού ισχυρίσθηκε, κατά λέξη τα εξής "... έζησαν έως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή. Τα πραγματικά περιστατικά στα οποία θεμελιώνεται ο ισχυρισμός αυτός, προκύπτουν από συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα και δη τις καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης και τα προσκομισθέντα και αναγνωσθέντα έγγραφα από τα οποία προκύπτει ότι αυτοί έχουν λευκό ποινικό μητρώο, δεν είναι προσεσημασμένοι, εργάζονταν, υπέβαλαν φορολογικές δηλώσεις, ήταν φορολογικά ενήμεροι, είχαν οικογένεια και παιδιά..". Το αίτημα αυτό, κοινό για τον αναιρεσείοντα και για τον συγκατηγορούμενο στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο Ξ, υπό την άνω διατύπωσή του, με την απλή επανάληψη των όρων του νόμου, την παραπομπή σε καταθέσεις μαρτύρων υπερασπίσεως και έγγραφα που δεν εξειδικεύονται και χωρίς την πρόταση συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών που το θεμελιώνουν, είναι αόριστο και επομένως, το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και πολύ περισσότερο να διαλάβει στην απόφασή του ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ του ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως, προβαλλόμενοι με το δικόγραφο των προσθέτων λόγων, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. ΙΙΙ.- Υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ΄ του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει και όταν το δικαστήριο για την μία και μόνη πράξη για την οποία δίκασε και έκρινε ένοχο τον κατηγορούμενο επιβάλλει στο διατακτικό του δύο ποινές. Στην προκείμενη περίπτωση, τόσον από τις παραδοχές του σκεπτικού της αποφάσεως, όσον και από το διατακτικό της, προκύπτει ότι το δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για μία μόνο πράξη εκβίασης, εκείνη με παθούσα την Ζ. Ωστόσο, στο διατακτικό επιβάλλει στον κατηγορούμενο ποινή κάθειρξης 6 ετών για κάθε πράξη εκβίασης και περαιτέρω για τις δύο αυτές ποινές προβαίνει στην επιμέτρηση της συνολικής ποινής. Έτσι, όμως, που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε, υπερέβη την εξουσία του και είναι βάσιμος ο σχετικός λόγος (ως εκτιμάται) του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως. Συνεπώς, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τη διάταξη αυτής περί επιβολής ποινής για την πράξη της εκβίασης, συνακόλουθα δε και για εκείνη περί του καθορισμού συνολικής ποινής και παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει και καθόσον αφορά τον αναιρεσείοντα Χ, την 2.691/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά τις διατάξεις αυτής περί επιβολής ποινής για την πράξη της εκβίασης και περί επιβολής συνολικής ποινής. Παραπέμπει κατά τούτο και μόνο την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Αυγούστου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 29 Αυγούστου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ