Αριθμός 630/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Ιωάννα Πετροπούλου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, όπως νόμιμα εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, και τον Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας, το οποίο εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου Παρέδρου του ΝΣΚ Αλέξανδρο Ροϊλό με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "..." που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Θεοφάνη Παντελιά και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε μετά την έκδοση της 31/2006 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας που καθόριζε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης σε απαλλοτριούμενες εκτάσεις, με την από 4-2-2008 αίτηση της η ήδη αναιρεσίβλητος, που κατατέθηκε στο Εφετείο Λαμίας, ζήτησε να οριστεί οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης. Εκδόθηκε η απόφαση:137/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη αναιρεσίβλητη με την από 22-5-2009 αίτησή της. Εκδόθηκε η 982/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε μερικώς η 137/2008 απόφαση του Εφετείου Λαμίας και παραπέμφθηκε η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ανωτέρω δικαστήριο. Εκδόθηκε η 198/2011 απόφαση του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 4-4-2012 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ιωάννα Πετροπούλου, ανέγνωσε την από 30-1-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) σε περίπτωση αναγκαστικής απαλλοτριώσεως τμήματος ακινήτου, εξ αιτίας της οποίας το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη υφίσταται σημαντική υποτίμηση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για την χρήση για την οποία προσδιορίζεται, με την ίδια απόφαση, για τον καθορισμό της αποζημιώσεως, προορίζεται και ιδιαιτέρα αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη, η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο. Από την διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., συνάγεται ότι, για είναι πλήρης η αποζημίωση, η οποία οφείλεται ως αντάλλαγμα για την στέρηση της ιδιοκτησίας, πρέπει να περιλαμβάνει όχι μόνον την αξία του απαλλοτριουμένου τμήματος του ακινήτου, αλλά και την ζημία, την οποία υφίσταται ο ιδιοκτήτης, επειδή το τμήμα που του απομένει, μετά την απαλλοτρίωση, γίνεται άχρηστο ή μειώνεται η αξία του. Στην περίπτωση αυτή, κατά την οποία το απομένον τμήμα υφίσταται σημαντική μείωση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο, ο ιδιοκτήτης του δικαιούται να ζητήσει τον καθορισμό και την παροχή ιδιαιτέρας αποζημιώσεως, είτε κατά την δίκη του προσωρινού καθορισμού, είτε κατ' αυτήν του οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως, για το τμήμα που απαλλοτριώθηκε, η αποζημίωση δε αυτή καλύπτει όχι μόνο την, εκ της απαλλοτριώσεως και μόνο της εκτάσεως του όλου ακινήτου, ζημία, αλλά και εκείνη που επήλθε από την εκτέλεση του έργου, για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση του μέρους του ακινήτου (Ολ.ΑΠ 31/2005). Εξ άλλου, κατ' άρθρο 1 παρ.1 του Π.Δ/τος της 24/31.5.1985 όπως αντικ. με την παρ. 1 του άρθρου 10 Ν3212/2003 οι όροι και οι περιορισμοί δόμησης των γηπέδων των κειμένων εκτός των ρυμοτομικών σχεδίων των πόλεων, κωμών και οικισμών ή εκτός των ορίων των νομίμως υφισταμένων προ του έτους 1923 οικισμών των στερουμένων ρυμοτομικού σχεδίου, που καθορίστηκαν με το από 6.10.1978 π.δ/γμα (ΦΕΚ 538Δ) ως ισχύει, τροποποιούνται ως εξής : 1. α) ελάχιστο εμβαδόν γηπέδου 4.000 τετραγωνικά μέτρα και κοινόχρηστο δρόμο είκοσι πέντε (25) μέτρα...ενώ με την παρ. 3 του άρθρου 23 του ν. 3212/2003 ορίζεται ότι "Η περίπτωση α' της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του από 24/31.5.1985 ΠΔ/γματος όπως αντικαθίσταται με την παρ. 1 του άρθρου 10 του νόμου αυτού, δεν ισχύει για γήπεδα που υφίστανται κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού". β) Για γήπεδα που έχουν πρόσωπο σε Διεθνείς, Εθνικές Επαρχιακές, Δημοτικές και Κοινοτικές οδούς ως και σε εγκαταλειμένα τμήματά τους και σε σιδηροδρομικές γραμμές απαιτούνται: Ελάχιστο πρόσωπο 45μ. Ελάχιστο βάθος 50μ. Ελάχιστο εμβαδόν 4.000 μ2 κατά δε την παρ. 2 ίδιου ως άνω άρθρου και ΠΔ/τος (1 ΠΔ/τος της 24/31.5.1985). Κατά παρέκκλιση από την προηγουμένη παράγραφο θεωρούνται άρτια και οικοδομήσιμα τα γήπεδα: α) Τα κείμενα εντός της ζώνης των πόλεων, κωμών και οικισμών, τα οποία είχαν κατά την 24.4.1977 ημέρα δημοσίευσης του από 5.4.77. π.δ/τος (ΦΕΚ 133 Δ') ελάχιστον εμβαδόν 2000 μ2. β) Τα γήπεδα που κατά την ημέρα της δημοσίευσης του παρόντος π.δ/τος έχουν πρόσωπο σε Διεθνείς Εθνικές, Επαρχιακές, Δημοτικές και Κοινοτικές οδούς, καθώς και σε εγκαταλελειμένα τμήματα αυτών και σε σιδηροδρομικές γραμμές και εφόσον έχουν: αα) Τα γήπεδα που υφίστανται κατά την 12.11.1962 ημέρα δημοσίευσης του από 24.10.62 β.δ/τος (ΦΕΚ 142/Δ'). Ελάχιστο πρόσωπο 10 μέτρα. Ελάχιστο βάθος 15 μέτρα. Ελάχιστο εμβαδόν 750 μ2. ββ) Τα γήπεδα που υφίστανται κατά τη 12.9.1964 ημέρα δημοσίευσής του από 21.7.1964 β.δ/τος (ΦΕΚ 141/Δ'). Ελάχιστο πρόσωπο 20 μέτρα. Ελάχιστο βάθος 35 μέτρα. Ελάχιστο εμβαδόν 1.200μ2. γγ) Τα γήπεδα που υφίστανται κατά την 17.10.1978 ημέρα δημοσίευσής του από 6.10.75 π. δ/τος (ΦΕΚ 538/Δ'). Ελάχιστο πρόσωπο 25 μέτρα. Ελάχιστο βάθος 40 μέτρα. Ελάχιστο εμβαδόν 2000 μ2. δδ) Τα γήπεδα που δημιουργήθηκαν από 17.10.1978 δημοσίευσής του από 6.10.1978 π.δ/τος (ΦΕΚ 538/Δ') μέχρι την ημέρα δημοσίευσης του παρόντος π.δ/τος ελάχιστο εμβαδόν 4000 μ2.... γ) Άρτια και οικοδομήσιμα γήπεδα που απομειούνται συνεπεία απαλλοτριώσεων ή διανοίξεως διεθνών, εθνικών ή επαρχιακών οδών, θεωρούνται άρτια και οικοδομήσιμα εφόσον μετά την απομείωση αυτή έχουν τα όρια αρτιότητας και τις λοιπές προϋποθέσεις των γηπέδων των προηγουμένων περιπτώσεων α και β. Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στις αιτιολογίες της που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκείς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεχθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνοι που δεν εφαρμόστηκε. Αντιθέτως, η απόφαση δεν στερείται από νόμιμη βάση όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου ή ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (αρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) και ειδικότερα, στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τ' ακόλουθα αναφορικά με το αν υπέστη σημαντική μείωση ή κατέστη άχρηστο το εναπομείναν εκτός απαλλοτριώσεως τμήμα της ιδιοκτησίας της αναιρεσίβλητης. Με την υπ' αριθμ. 6389/2003 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος, η οποία δημοσιεύθηκε στο υπ' αρ. 1136/405/24.10.2003 ΦΕΚ, κηρύχθηκε η αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημοσίου συμφέροντος και συγκεκριμένα, για την κατασκευή του έργου "Π.Ε.Ο. Λαμίας-Λάρισας τμήμα διασταύρωση Παλαμά ως διασταύρωση Ομβριακής πλην περιοχής Μεταλλείων", συνολικής εκτάσεως 131.877 τετραγωνικών μέτρων που βρίσκεται στο Νομό Φθιώτιδας και ειδικότερα, στην κτηματική περιφέρεια των Δήμων Λαμιέων, Ξυνιάδος και Δομοκού. Τα απαλλοτριωθέντα ακίνητα απεικονίζονται στο από μηνός Νοεμβρίου 2001 κτηματολογικό διάγραμμα και τον αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα της Διευθύνσεως Απαλλοτριώσεων του Υ.ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ, που συνέταξε ο μελετητής Γ. Κ. και ενέκρινε ο Διευθυντής κ. Δ.. Η απαλλοτρίωση κηρύχθηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο βαρύνεται με την καταβολή της αποζημιώσεως των απαλλοτριωθέντων. Μεταξύ των απαλλοτριωθέντων ακινήτων είναι και το με αριθμό 240 ακίνητο της αιτούσας ομορρύθμου εταιρείας επί του οποίου αυτή λειτουργεί επιχείρηση παραγωγής και διαθέσεως ετοίμου σκυροδέματος και προϊόντων τσιμέντου, καθώς και εμπορίας και παραγωγής οικοδομικών υλικών. Μετά την απαλλοτρίωση το εναπομείναν μη απαλλοτριούμενο τμήμα της ιδιοκτησίας της τελευταίας έχει έκταση 7.999,01 τετραγωνικών μέτρων. Σύμφωνα με την από 17 Μαρτίου 2008 έκθεση της επιτροπής προεκτιμήσεως των απαλλοτριουμένων ακινήτων, η τελευταία αυτή έκταση δεν απώλεσε την οικοδομησιμότητά της λόγω της κηρυχθείσας απαλλοτριώσεως και για τον λόγον αυτόν η ως άνω επιτροπή δεν διαπίστωσε μείωση της αξίας της. Όπως αποδείχθηκε, όμως, το εναπομείναν τμήμα αυτό παραμένει άρτιο, αλλά μη οικοδομήσιμο, λόγω της ελλείψεως καταλλήλου βάθους και μεγάλης υψομετρικής διαφοράς, ενώ πλέον δεν είχε πρόσοψη και άμεση πρόσβαση στην Π.Ε.Ο. Αθηνών-Λαμίας-Θεσσαλονίκης. Με τα δεδομένα αυτά πρέπει να καθορισθεί υπέρ της αιτούσας, ιδιαίτερη αποζημίωση για την εναπομείνασα ιδιοκτησία της ποσού δέκα (10) ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο. Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα της μειώσεως της αξίας του εκτός απαλλοτριώσεως τμήματος της ιδιοκτησίας της αναιρεσίβλητης και ειδικότερα, αφού δεν αναφέρει α) πόσο βάθος είχε πριν και πόσο είχε μετά την απαλλοτρίωση β) πόση είναι η υψομετρική διαφορά από την εθνική οδό και γ) εάν πριν την απαλλοτρίωση είχε πρόσβαση στην εθνική οδό. Ο λόγος αυτός είναι αναφορικά με την υπό στοιχείο α αιτίαση απορριπτέος ως αλυσιτελής, ενόσω, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης το εναπομείναν εκτός απαλλοτριώσεως τμήμα της ιδιοκτησίας της αναιρεσίβλητης, δεν έχει πρόσωπο στην Π.Ε.Ο. Αθηνών-Λαμίας-Θεσσαλονίκης, προϋπόθεσης, που συμπεριλαμβάνεται μεταξύ των απαιτουμένων όρων δόμησης σύμφωνα με τις διατάξεις του Π. Δ/τος της 24/31.5.1985 που προεκτέθηκαν για την αρτιότητα και οικοδομησιμότητα των γηπέδων των κειμένων εκτός των ρυμοτομικών σχεδίων των πόλεων, κωμών και οικισμών, όπως το επίδικο και αναφορικά με τις λοιπές αιτιάσεις ως απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση της σχετικής πλημμέλειας πλήττεται η ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Εφετείου δηλ. πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην ανάλυση και αιτιολόγηση του συναχθέντος εξ αυτών και σαφώς διατυπωμένου ως άνω αποδεικτικού πορίσματος. Επειδή, με τις διατάξεις του αρθρ. 1 του ν.653/1977 "περί υποχρεώσεως των παροδίων ιδιοκτητών δια την διάνοιξιν εθνικών οδών κλπ", οι οποίες κατά το άρθρ, 62§9 του ν.947/1979 "περί οικιστικών περιοχών" εφαρμόζονται και για βελτιωτικές υφιστάμενων οδών νέες χαράξεις ή διαπλατύνσεις αυτών ή τμημάτων τους, ορίζονται τα ακόλουθα: "Προκειμένου περί διανοίξεως -εκτός σχεδίου πόλεων εθνικών οδών πλάτους καταλήψεως μέχρι τριάκοντα μέτρων (το οποίο με το άρθρ. 14§1 του ν.1349/1983 σε συνδυασμό με το άρθρ. 6§14 του ν.2052/1992 αυξήθηκε σε πενήντα μέτρα), οι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήται εκάστης πλευράς υποχρεούνται εις αποζημίωσιν ζώνης πλάτους δεκαπέντε μέτρων (που αυξήθηκε με τα αυτά άρθρ. 14§1 του ν.1349/1983 και 6§14 του ν. 2052/1992 σε εικοσιπέντε μέτρα), δια συμμετοχής των εις τας δαπάνας απαλλοτριώσεως των καταλαμβανομένων υπό των οδών Α τούτων ακινήτων, η δε επιβάρυνσις αύτη δεν δύναται να υπερβαίνη το ήμισυ του εμβαδού του βαρυνομένου ακινήτου (παρ. 1)... Ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήται δια την εφαρμογήν του παρόντος άρθρου θεωρούνται εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπον επί των διανοιγομένων οδών (παρ.3)... Οσάκις οι δικαιούχοι αποζημιώσεως δια την απαλλοτρίωσιν είναι και υπόχρεοι δια την πληρωμήν αυτής, επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων (παρ.4)...". Εισάγεται έτσι με τη διάταξη ειδικότερα της παρ. 3 του ως άνω άρθρου τεκμήριο ωφέλειας για τους ιδιοκτήτες ακινήτων, τα οποία με τη διάνοιξη εθνικής οδού αποκτούν πρόσωπο σ' αυτή. Το τεκμήριο αυτό κρίθηκε αρχικά ως αμάχητο, που σημαίνει ότι οι παρόδιοι ιδιοκτήτες δεν μπορούν να το ανατρέψουν αποδεικνύοντας την έλλειψη ωφέλειας τους από τη διάνοιξη εθνικής οδού. Παράλληλα κρίθηκε, ότι η καθιέρωση του ίδιου τεκμηρίου ως αμάχητου δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρ. 17§2εδ.α του Συντάγματος, που επιβάλλει την προηγούμενη πλήρη αποζημίωση του ιδιοκτήτη αναγκαστικά απαλλοτριούμενου ακινήτου προκειμένου αυτός να στερηθεί της ιδιοκτησίας του, αφού με βάση το εν λόγω τεκμήριο προσδιορίζονται οι υπόχρεοι μόνο προς αποζημίωση για τη διάνοιξη εθνικής οδού, χωρίς κατά τα λοιπά να θίγεται το δικαίωμα αποζημίωσης όσων οι ιδιοκτησίες αναγκαστικά απαλλοτριώνονται για τη διάνοιξή της. Κατ' επέκταση η συνταγματικότητα του τεκμηρίου δεν αναιρείται από τη συνδρομή στο ίδιο πρόσωπο δικαιώματος αποζημίωσης και συγχρόνως υποχρέωσης προς αποζημίωση με συνέπεια τον αμοιβαίο συμψηφισμό τους (ΟλΑΠ 14/1991). Υπό την έννοια αυτή ναι μεν η αποζημίωση για την απαλλοτριούμενη ιδιοκτησία εμφανίζεται τυπικά να είναι πλήρης, όμως αυτοτελώς η υποχρέωση αποζημίωσης για τη διάνοιξη εθνικής οδού, δηλαδή ανεξάρτητα από τη σύμπτωση στο ίδιο πρόσωπο με δικαίωμα αποζημίωσης, συνιστά για τον υπόχρεο προσβολή της περιουσίας του, όταν το τεκμήριο ωφέλειας της παρ. 3 του άρθρ. 1 ν.653/1977, στο οποίο βασίζεται, χαρακτηρίζεται ως αμάχητο, αφού τότε ανατρέπεται η αναγκαία ισορροπία μεταξύ της επιβάρυνσης του παρόδιου ιδιοκτήτη και του επιδιωκόμενου γενικού συμφέροντος, αν συμβεί η ωφέλειά του να είναι ανύπαρκτη η σημαντικά μικρότερη από το μέγεθος της υποχρέωσής του προς αποζημίωση. Συνεπώς, εφόσον η ύπαρξη ωφέλειας από τη διάνοιξη εθνικής οδού δεν είναι δεδομένη για τους παρόδιους ιδιοκτήτες ακινήτων, ενώ και το μέγεθος της μπορεί να ποικίλει κατά περίπτωση, δεν επιτρέπεται να προσδιορίζεται κατά τρόπο αμάχητο με διάταξη γενικής εφαρμογής. Μια τέτοια διάταξη, η οποία εμποδίζει τον υπόχρεο να αποδείξει στη συγκεκριμένη περίπτωση την έλλειψη ωφέλειας του ή το πραγματικό μέγεθος της από τη διάνοιξη εθνικής οδού, συνιστά υπερβολική (δυσανάλογη) γι' αυτόν επιβάρυνση και προσκρούει έτσι στη διάταξη του αρθρ. 1εδ.α του από 20.3.1952 Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου στην από 4.11.1950 Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που προστατεύει την περιουσία στην ευρύτερη δυνατή έννοια της, ορίζοντας η διάταξη αυτή ότι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του (πρβλ. ΕυρΔΔΑ 72/1995/578/664 και 106/1995/612/700 της 15.11.1996). Το Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο και η ίδια η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου κυρώθηκαν από κοινού αρχικά με το ν.2329/1953 και εκ νέου με το ν.δ/γμα 53/1974 και συνεπώς αποτελούν έκτοτε εσωτερικό δίκαιο που υπερισχύει κατά το αρθρ. 28§1 του Συντάγματος κάθε αντίθετης διάταξης του ημεδαπού δικαίου. Παρέπεται ως εκ τούτου, ότι το ως άνω τεκμήριο ωφέλειας μόνον ως μαχητό μπορεί να ισχύει, με συνέπεια ο ισχυριζόμενος την έλλειψη ωφέλειας του από τη διάνοιξη εθνικής οδού να μπορεί, αποδεικνύοντας το αντίθετο της τεκμαιρόμενης ωφέλειας του, να ανατρέψει το τεκμήριο, προκειμένου να αποφύγει την καταβολή αποζημίωσης, είτε αξιώνεται αυτή ευθέως κατά την παρ.1 του αρθρ. 1 ν.653/1977 είτε συμψηφιστικά κατά την παρ.4 του ίδιου άρθρου, οπότε και δικαιούται στη δεύτερη αυτή περίπτωση να ζητήσει να αποζημιωθεί αντίστοιχα και για το τμήμα της ιδιοκτησίας του, που απαλλοτριώθηκε μεν αναγκαστικά για τη διάνοιξη εθνικής οδού, θεωρήθηκε όμως ως προς αυτό ότι πρέπει να αυτοαποζημιωθεί ως ωφελούμενος παρόδιος ιδιοκτήτης. Ήδη το ως άνω τεκμήριο ρητά χαρακτηρίζεται ως μαχητό και από τη διάταξη του αρθρ. 33§1 του ν. 2971/2001 και κρίνεται, μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου αυτού, (Ολ ΑΠ 11/2011, Ολ ΑΠ 6/2007). Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3Σ προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, δέχθηκε ανελέγκτως, τ' ακόλουθα σε συνέχεια των προαναφερόμενων στην αμέσως προηγούμενη σκέψη αναφορικά με το αίτημα της αναιρεσίβλητης εταιρίας περί μη συνδρομής του τεκμηρίου ωφελείας του άρθρου 1 του Ν. 653/1977 για το απαλλοτριωθέν ακίνητό της. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη βασίμως αιτιολογημένη έκθεση της αρμόδιας επιτροπής του άρθρου 33 του Ν. 2971/2001, όλα τα απαλλοτριωθέντα ακίνητα είχαν και πριν την κατασκευή του έργου χάριν του οποίου κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση, πρόσωπο επί της Ε.Ο. Λαμίας-Δομοκού. Συνεπώς, καμία επιπλέον ωφέλεια δεν απέκτησαν από την κατασκευή του έργου. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ενόψει και των όσων παραπάνω έγιναν δεκτά, περί της έλλειψης πρόσβασης της επιχείρησης της αναιρεσίβλητης εταιρίας με την Π.Ε.Ο Αθηνών-Λαμίας-Θεσσαλονίκης, λόγω της υπερύψωσης της τελευταίας και της υψομετρικής διαφοράς με αυτή, της απαλλοτριωθείσης ιδιοκτησίας της με συνοπτικές, πλην σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα της μη ύπαρξης ωφέλειας της απαλλοτριωθείσης ιδιοκτησίας της αναιρεσίβλητης για λόγους δημοσίας ωφέλειας με την υπ' αρ. 6389/2003 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο, δεν προσδιορίζει εάν πριν την απαλλοτρίωση το επίδικο είχε άμεση πρόσβαση προς την ανωτέρω Π.Ε.Ο. Αθηνών-Λαμίας-Θεσσαλονίκης, αν απέκτησε πρόσωπο στο οδικό έργο που αφορά η απαλλοτρίωση, αν υπάρχει πρόσβαση της απαλλοτριωθείσας ιδιοκτησίας στο νέο έργο, και με ανεπαρκείς κατά συνέπεια αιτιολογίες κατέληξε στο αποδεικτικό ως ανωτέρω πόρισμα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επειδή, με βάση τα προεκτιθέμενα πρέπει να απορριφθεί η από 4.4.2012 αίτηση για αναίρεση της 198/2011 αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, ως ηττηθέν, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης εταιρίας (αρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ) όπως στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 4.4.2012 αίτηση για αναίρεση της 198/2011 αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας. Και Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 9 Απριλίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ