Αριθμός 1031/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Ευφημία Λαμπροπούλου, Στυλιανή Γιαννούκου, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Χαραλαμπία Σίμου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 28 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Α. Κ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρου. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ελληνικού Δημοσίου νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Ευθύμιο Τσάκα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. και 2) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA Τράπεζα Ανώνυμος Εταιρεία" και το διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κανέλλια. Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 29-3-2007 και 28-3-2007 ανακοπές των ήδη αναιρεσιβλήτων αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 121/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 363/2011 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18-11-2011 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε την από 22-1-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Ο αυτοπροσώπως παριστάμενος αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της δεύτερης αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 216 παρ.1, 585, 933 και 979 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν ο λόγος ανακοπής κατά του πίνακα κατατάξεως συνίσταται σε απλή αμφισβήτηση και άρνηση από τον ανακόπτοντα της απαιτήσεως του καθ' ου που έχει καταταγεί ή του προνομίου της, για το ορισμένο του λόγου της ανακοπής αρκεί μόνο η άρνηση αυτή, δεδομένου ότι ο καθ' ου η ανακοπή βαρύνεται με την επίκληση και την απόδειξη των παραγωγικών της απαιτήσεώς του ή του προνομίου της πραγματικών γεγονότων. Δηλαδή στην περίπτωση αυτή ο καθ' ου η ανακοπή οφείλει κατά την πρώτη ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου συζήτηση να επικαλεσθεί κατά τρόπο ορισμένο (και να αποδείξει) την ύπαρξη, το περιεχόμενο και το μέγεθος της απαιτήσεώς του για την οποία έχει καταταγεί, καθώς και τον προνομιακό χαρακτήρα της. Αν ο καθ' ου η ανακοπή δεν ανταποκριθεί στο βάρος αυτό, η ανακοπή γίνεται δεκτή. Η ανωτέρω άρνηση ή αμφισβήτηση της υπάρξεως της απαιτήσεως για την οποία έγινε η κατάταξη, μπορεί να γίνει και στην περίπτωση ακόμη που αυτή αποδεικνύεται έναντι του καθ' ου η εκτέλεση οφειλέτη από έγγραφα τα οποία έχουν αποδεικτική δύναμη έναντι αυτού, γιατί η αποδεικτική αυτή δύναμή τους δεν δεσμεύει και τους δανειστές που αναγγέλθηκαν. Οι τελευταίοι, μαχόμενοι κατά του κύρους του πίνακα κατατάξεως, στο πλαίσιο της διεξαγόμενης κατόπιν ανακοπής του άρθρου 979 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. δίκης, είναι τρίτοι έναντι του καθ' ου και δεν δεσμεύονται ούτε ωφελούνται από το μεταξύ αυτού και οποιουδήποτε δανειστή δεδικασμένο. Επομένως ο ανακόπτων δεν δεσμεύεται από το δεδικασμένο αποφάσεως μεταξύ του καθ' ου η ανακοπή και του καθ' ου η εκτέλεση (Α.Π. 1501/2006). Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι οι αναιρεσίβλητοι με τις από 29-3-2007 και από 28-3-2007 αντίστοιχα ανακοπές τους κατά του .../12-3-2007 πίνακα κατατάξεως δανειστών της συμβολαιογράφου Καβάλας Αικατερίνης Πανταζή-Βλάχου, αμφισβήτησαν ειδικά την απαίτηση του καθ' ου οι ανακοπές και ήδη αναιρεσείοντος και το προνόμιο αυτής. Ο αναιρεσείων όμως με τα από 28-2-2008 δύο έγγραφα των προτάσεών του, τα οποία υπέβαλε χωριστά για κάθε μία από τις συνεκδικαζόμενες ανακοπές ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δεν επικαλέσθηκε, όπως όφειλε, με σαφήνεια και πληρότητα τα παραγωγικά γεγονότα της απαιτήσεώς του και τον προνομιακό της χαρακτήρα. Ειδικότερα σχετικά με το ζήτημα αυτό περιορίσθηκε στην κατά λέξη ενσωμάτωση σ' αυτές της αναγγελίας του στον πλειστηριασμό, που είχε κατά το ουσιώδες και ενδιαφέρον εν προκειμένω μέρος της ως εξής: "Στον καθού η εκτέλεση, είχα παρέξει ολοκληρωμένες δικηγορικές υπηρεσίες σύμφωνα με το από 10-11-2005 ιδ. συμφωνητικό, με συμφωνηθείσα εγγράφως αμοιβή ύψους 36.203,82 €. Λόγω μη καταβολής, η υπόθεση ήχθη, δυνάμει της από 9-6-2006 αιτήσεώς μου, ενώπιον της διαιτησίας, σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στο ανωτέρω συμφωνητικό. Εν προκειμένω, διαιτητής ορίστηκε η Πρόεδρος Πρωτοδικών Καβάλας, η οποία με την από 19-6-2006 πράξη ορισμού συζήτησης όρισε τόπο και χρόνο για τη συζήτηση της αιτήσεώς μου την 27-6-2006. Συζητήσεως γενομένης, αναμένεται απόφαση. Επομένως, με βάση τα παραπάνω συντρέχουν όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις για την προνομιακή, κατ' άρθρο 975 παρ.3 ΚΠολΔ, κατάταξή μου επί του πλειστηριάσματος και μάλιστα για το συνολικό ποσόν των ευρώ τριάντα έξη χιλιάδων διακοσίων τριών και ογδόντα δύο λεπτών (36.203,82), με τον νόμιμο τόκο υπερημερίας από 1-1-2006 και λοιπών εξόδων, ιδιαιτέρως δε των εξόδων διεξαγωγής της διαιτησίας (αμοιβές διαιτητού, γραμματέως κλπ.) όπως και της δικαστικής δαπάνης, μέχρις εξοφλήσεως ...". Συνεπώς, εφόσον ο αναιρεσείων δεν παρέθεσε τα πιο πάνω στοιχεία, το εφετείο όφειλε να δεχθεί τις ανακοπές στο σύνολό τους και να διατάξει την αποβολή του από τον προσβαλλόμενο πίνακα κατατάξεως. Παρά ταύτα, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν τις δέχθηκε στο σύνολό τους αλλά μόνο μερικώς και απέβαλε τον αναιρεσείοντα από τον πίνακα κατατάξεως όχι για το σύνολο του ποσού για το οποίο κατετάγη αλλά μόνο για το ποσό των 29.364 ευρώ, κατατάσσοντας αντίστοιχα τους αναιρεσιβλήτους κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα σ' αυτήν. Με βάση τ' ανωτέρω ο μόνος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ.1 (εδ.α) Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι κατά παράβαση της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 168 ν.δ.3026/1954 "περί του κώδικος των δικηγόρων" δεν απέρριψε στο σύνολό τους τις ανακοπές, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού στηρίζεται σε ισχυρισμό που δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας. Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων σύμφωνα με το σχετικό αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.), που όμως θα ορισθεί μειωμένη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 22 παρ.1 ν. 3693/1957, όσον αφορά το πρώτο αναιρεσίβλητο, όπως ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 18-11-2011 αίτηση του Α. Κ. για αναίρεση της 363/2011 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) και σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ αντίστοιχα. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Απριλίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Μαΐου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ