Αριθμός 2372/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοϊνη, Βασίλειο Κουρκάκη-Εισηγητή και Αναστάσιο Λιανό (κωλυομένου του κ. Ελευθ. Νικολόπουλου), Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Μαρτίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου: ...... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Λαζανά, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 1347/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγον το Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Ι.Κ.Α.) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή του Ιδρύματος, που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αθανάσιο Καρανικόλα. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Σεπτεμβρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1661/2006. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον, σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται αντικειμενικώς μεν η κατάρτιση από τον υπαίτιο εγγράφου, το οποίο να είναι αντικειμενικά πρόσφορο να παράγει με τη χρήση του έννομες συνέπειες, που το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη αυτή και ο σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή, δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση προστατευόμενου από το νόμο δικαιώματος, οι οποίες μπορεί να αφορούν τον παραπλανώμενο ή τρίτο. Εξάλλου, κατά το άρθρο 220 παρ. 1 περ. α' του ΠΚ, όποιος πετυχαίνει με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες....τιμωρείται με φυλάκιση τριών μηνών μέχρι δυο ετών, αν δεν τιμωρείται βαρύτερα, κατά τις διατάξεις, για την ηθική αυτουργία. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως απαιτείται αντικειμενικώς μεν η, με εξαπάτηση του δημόσιου υπαλλήλου, με οποιαδήποτε, δηλαδή, απατηλή ενέργεια του δράστη, εξαιτίας της οποίας παρασύρεται ο υπάλληλος από ευπιστία ή και αμέλειά του, σε βεβαίωση ψευδούς περιστατικού που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, υποκειμενικώς δε δόλος που συνίσταται στη θέληση να προκαλέσει ο δράστης την ψευδή βεβαίωση, και στη γνώση ότι το βεβαιούμενο σε δημόσιο έγγραφο περιστατικό είναι αναληθές και μπορεί να έχει έννομες συνέπειες για τον εαυτό του είτε για άλλον τρίτο. Ενώ δημόσιο έγγραφο, κατά το άρθρο 438 του ΚΠολΔ, που έχει εφαρμογή και στην περιοχή του ποινικού δικαίου, για το άρθρο 13γ του ΠΚ δεν προσδιορίζει την έννοια του, είναι εκείνο που έχει συνταχθεί από τον καθύλη, και κατά τόπο αρμόδιο δημόσιο υπάλληλο και είναι προορισμένο για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη κάθε γεγονότος που βεβαιώνεται με αυτό έναντι πάντων. Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 εδ. α' του ΠΚ, κατά την οποία "με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης: α) όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε" προκύπτει, ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας, η οποία είναι νοητή και επί αγνώστου φυσικού αυτουργού, εφόσον υπάρχουν περιστατικά που συνδέουν το άγνωστο πρόσωπο του αυτουργού με τον ηθικό αυτουργό, απαιτείται, αντικειμενικώς, η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να τελέσει ορισμένη πράξη, η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος, την οποία και τέλεσε. Η πρόκληση της αποφάσεως αυτής μπορεί να γίνει, αφού ο νόμος δεν ορίζει, με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως με προτροπές (δηλαδή με παρακίνηση ή παρόρμηση ή ενθάρρυνση) και παραινέσεις (δηλαδή με συμβουλές κλπ), πειθώ και φορτικότητα ή με εκμετάλλευση της επιβολής στο φυσικό αυτουργό, λόγω υπηρεσιακής εξαρτήσεως. Υποκειμενικώς δε απαιτείται δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή, ηθελημένη πρόκληση της απόφασης για την διάπραξη από τον άλλο της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος με θέληση και γνώση η αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξεως. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, η έλλειψη της οποίας ιδρύει του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα, γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα απ' αυτά, από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά καθώς και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Στην περίπτωση της ηθικής αυτουργίας για την πληρότητα της αιτιολογίας πρέπει να αναφέρονται ο τρόπος και τα μέσα με τα οποία ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε στ συγκεκριμένη περίπτωση στον αυτουργό την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε καθώς και τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε ότι ο ηθικός αυτουργός παρήγαγε με τον τρόπο και τα μέσα αυτά στο φυσικό αυτουργό την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Ειδικώς, για το δόλο που απαιτείται για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης της ηθικής αυτουργίας, δεν απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολογία, γιατί αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, στο οποίο παρακινεί ο ηθικός αυτουργός από το φυσικό αυτουργό και εξυπακούεται ότι υπάρχει στην πραγμάτωση των περιστατικών αυτών. Η αιτιολογία της απόφασης παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό της, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Στην προκείμενη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών (που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο) με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1347/2006 απόφασή του, όπως προκύπτει από το σκεπτικό αυτής σε συνδυασμό με το διατακτικό της, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα εξής: "Στην Αθήνα την 17-12-1998 ο κατηγορούμενος, τυγχάνων Αντιπρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της εδρεύουσας στο Μοσχάτο εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Α.Β.Ε.Τ.Τ.Ε. ΤΕΧΝΟΔΟΜΗ ΑΦΟΙ ΜΙΧ. ΤΡΑΥΛΟΥ" , με την ρηθείσα ιδιότητά του και την επιβολή του ως εργοδότη, με πειθώ και φορτικότητα, και με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος της πλαστογραφίας έπεισε υπάλληλο της εταιρείας, η ταυτότητα του οποίου δεν έχει διακριβωθεί, να καταρτίσει τρεις πλαστές βεβαιώσεις περί δήθεν καταβολής στο ΙΚΑ ασφαλιστικών εισφορών. Συγκεκριμένα, ο άγνωστος αυτουργός κατάρτισε α) τον μήνα Αύγουστο 1998 βεβαίωση καταβολής για τον μήνα αυτό των εισφορών της εταιρείας στο ΙΚΑ Μοσχάτου β) τον μήνα Σεπτέμβριο 1998 ομοία βεβαίωση για τον μήνα αυτό και γ) τον μήνα Οκτώβριο 1998 τρίτη βεβαίωση περί καταβολής των εισφορών του μηνός αυτού. Τις πλαστές αυτές βεβαιώσεις τις κατήρτισε ο άγνωστος υπάλληλος της εταιρείας με τη μέθοδο της φωτοτύπησης από γνήσιες βεβαιώσεις καταβολής εισφορών του ΙΚΑ που αφορούσαν τους μήνες Δεκέμβριο 1997 (απάλειψε τον μήνα 12/97 και έθεσε 8/1998), επίδομα Χριστουγέννων 1997 (έθεσε 9/1998) και Ιανουάριο 1998 (απάλειψε τη λέξη Ιανουάριος και έθεσε Οκτώβριος, με τις πλαστές αυτές βεβαιώσεις σκοπήθηκε να παραπλανηθούν οι αρμόδιοι υπάλληλοι του ΙΚΑ περί του ότι είχαν καταβληθεί οι εισφορές της εταιρείας για τους μήνες Αύγουστο, Σεπτέμβριο και Οκτώβριο 1998, προσκομίσθηκαν δε με την προτροπή του κατηγορουμένου στο ΙΚΑ την 17-12-1998 από άλλο υπάλληλο της εταιρείας και εκδόθηκε από το ίδρυμα η υπ' αριθμ. πρωτ. Τα ...... βεβαίωση πληρωμής ποσού (για τους άνω μήνες) 275.614.200 δραχμών. Ο κατηγορούμενος δεν αμφισβητεί την πλαστότητα των βεβαιώσεων ως και ότι την πλαστογράφηση των βεβαιώσεων την έκανε πρόσωπο εργαζόμενο στην εταιρεία, αρνείται όμως ότι αυτός παρακίνησε τον συντάκτη των πλαστών εγγράφων και αφήνει υπαινιγμό ότι ανταγωνιστές της εταιρείας είχαν το σχέδιο και την έμπνευση της κατάρτισης των πλαστών βεβαιώσεων και έπεισαν προς τούτο τον άγνωστο αυτουργό της πλαστογραφίας. Οι ισχυρισμοί του όμως αυτοί δεν είναι βάσιμοι. Ο ίδιος ως Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρείας, άμεσα ενδιαφερόμενος για την προώθηση του εταιρικού σκοπού δηλαδή την ανάληψη και εκτέλεση δημοσίων έργων και με δεδομένο ότι η οικονομική πορεία της επιχειρήσεως δεν ήταν καλή, γεγονός που δεν αμφισβητεί, με συνέπεια την αδυναμία καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών στο ΙΚΑ, επεδίωξε να λάβει την άνω από το ΙΚΑ ενημερότητα που γνώριζε ότι ήταν αναγκαία για την εταιρεία, είτε για να μετάσχει σε διαγωνισμούς είτε για να εισπράξει τα εις την εταιρεία οφειλόμενα από την εκτέλεση έργων. Ούτε τέλος, πείθει ο υποθετικός ισχυρισμός ότι υπάλληλος της εταιρείας δέχθηκε να καταστεί πλαστογράφος κατά προτροπή ανταγωνίστριας εταιρείας". Με βάση δε τα αποδειχθέντα αυτά περιστατικά, το δικαστήριο κήρυξε τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο ένοχο των πράξεων της ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία κατ' εξακολούθηση και της ηθικής αυτουργίας σε υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως, με την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του πρότερου έντιμου βίου και του επέβαλε συνολική ποινή φυλάκισης εννέα (9) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Από τις προαναφερόμενες παραδοχές και από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι αυτή περιέχει τα απαιτούμενα κατά την προπαρατεθείσα μείζονα νομική σκέψη στοιχεία για την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης των άνω εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις, που τα θεμελίωσαν και από τις οποίες πείσθηκε για την ενοχή του, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα παραπάνω περιστατικά που έγιναν δεκτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 46 παρ. 1 εδ. α', 216 παρ. 1 και 220 παρ. 1 του ΠΚ που εφάρμοσε. Ειδικότερα, σε σχέση με τις προβαλλόμενες από τον αναιρεσείοντα αιτιάσεις εκτίθενται με σαφήνεια στην προσβαλλόμενη απόφαση τα μέσα και ο τρόπος που χρησιμοποίησε ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος να πείσει τον άγνωστο φυσικό αυτουργό να διαπράξει τις άδικες πράξεις της πλαστογραφίας, κατ' εξακολούθηση και της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως και ειδικότερα εκτίθεται σ' αυτή ότι ο αναιρεσείων με πειθώ και φορτικότητα αλλά και την επιβολή του ως εργοδότη έπεισε τον υπάλληλο της εταιρείας να προβεί στην κατάρτιση των αναφερομένων στην απόφαση εγγράφων (βεβαιώσεων) αναλύοντας και το σκοπό που επιδίωκε και ο ίδιος με τη διάπραξη από τον άγνωστο φυσικό αυτουργό των εν λόγω αξιοποίνων πράξεων. Ειδικώς, ως προς το δόλο που απαιτείται για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως της ηθικής αυτουργίας στις άδικες πράξεις της πλαστογραφίας και της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, δεν είναι αναγκαία ιδιαίτερη αιτιολογία, γιατί αυτός ενυπάρχει στ θέληση παραγωγής στο φυσικό αυτουργό της απόφασης, λόγω της επιβολής και επιρροής του ηθικού αυτουργού στο φυσικό αυτουργό, προς τέλεση από τον τελευταίο των διαπραχθεισών άδικων πράξεων. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα των όσων προεκτέθηκαν, πρέπει, να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Μετά από αυτά, πρέπει, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠοινΔ) καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος νομίμως ως πολιτικώς ενάγοντος Ιδρύματος Κοινωνικής Ασφάλισης (ΙΚΑ) (άρθρα 176 και 183 ΚΠοινΔ και 22 του ν. 3693/1957. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 11 Σεπτεμβρίου 2006 αίτηση του ....., για αναίρεση της υπ' αριθ. 1347/2006 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος ως πολιτικώς ενάγοντος Ιδρύματος Κοινωνικής Ασφάλισης που ορίζεται σε διακόσια ενενήντα (290) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Ιουνίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Δεκεμβρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ