Αριθμός 288/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών και ήδη από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή της, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα και ειδικώς εν προκειμένω και από τον Προϊστάμενο της Β' ΔΟΥ Χανίων, κατοικοεδρεύοντα στα Χανιά Κρήτης. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Ιωάννα Ρουσσιά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία δήλωσε στο ακροατήριο ότι το αναιρεσείον παραιτείται μερικώς από το δικόγραφο της από 14-2-2017 αίτησης αναίρεσης ως προς την 1η, 3η, 4η και 5η αναιρεσίβλητες. Των αναιρεσιβλήτων - καθών η κλήση: 1) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα E.F.G. EUROBANK ERGASIAS A.E.", όπως ήδη μετονομάστηκε σε "Τράπεζα EUROBANK Ανώνυμη Εταιρεία", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", η οποία εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) Μ. Μ., δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Χανίων, 4) Ι. Β. - Σ., δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Χανίων και 5) Ε. Μ. - Β., συμβολαιογράφου ….., οι οποίες δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 3-9-2007, 6-9-2007 και 11-9-2007 ανακοπές της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", της ήδη δεύτερης αναιρεσιβλήτου και του ήδη αναιρεσείοντος, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 25/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 10/2015 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 14-2-2017 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ.1, 97, 98, 188 παρ. 1, 189 παρ.2, 190, 191 παρ.2, 192, 294, 295 παρ 1, 297, 299 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο αναιρεσείων μπορεί, με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά της συνεδρίασης του δικαστηρίου ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αναιρεσίβλητο, να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης, χωρίς τη συναίνεση του αντιδίκου του, εφόσον δεν προχώρησε στην προφορική συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης. Η παραίτηση που γίνεται κατά τη συζήτηση, με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, είναι έγκυρη, έστω και αν ο αναιρεσίβλητος, στον οποίο αφορά, δεν συμμετέχει, ούτε κλητεύθηκε να παραστεί στη συζήτηση, μη δημιουργούμενου στην τελευταία περίπτωση απαράδεκτου της συζήτησης κατ' άρθρο 576 παρ. 3 ΚΠολΔ, λόγω μη κλήτευσής του [ ΑΠ 1149/2020, ΑΠ 424/2019]. Τέλος, η παραίτηση από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης, για την οποία αρκεί η ύπαρξη γενικής μόνο πληρεξουσιότητας στο πρόσωπο του δικηγόρου του παραιτούμενου, έχει ως αποτέλεσμα ότι η αίτηση αναίρεσης θεωρείται πως δεν ασκήθηκε και η δίκη καταργείται [ΑΠ1915/2017]. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, προκύπτει ότι το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, με δήλωση της Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Ιωάννας Ρουσσιά, από την οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, παραιτήθηκε από το δικόγραφο της υπ' αριθμ. 4/2017 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 10/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, ενώ δεν παρέστησαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο οι αναιρεσίβλητοι ''Τράπεζα EFG EYROBANK ERGASIAS ΑΕ'', Μ. Μ., Ι. Β. - Σ. και Ε. Μ. - Β., ως προς τους οποίους έγινε η ανωτέρω παραίτηση. Η παραίτηση αυτή, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, είναι έγκυρη και επέφερε τα αποτελέσματά της, δηλαδή θεωρείται πως δεν ασκήθηκε η αίτηση αναίρεσης και η δίκη καταργείται, έστω και αν οι ως άνω αναιρεσίβλητοι, τους οποίους αφορά,, δεν συμμετείχαν ούτε κλητεύθηκαν να παραστούν στη συζήτηση. Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1, 2 και3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε την συζήτηση της αίτησης και αν μεν τη συζήτηση επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με νέα κλήση, εκτός αν πρόκειται για απλή ομοδικία, οπότε η υπόθεση χωρίζεται [άρθρο 576 παρ. 3 εδ. β ΚΠολΔ] και η συζήτηση της αναίρεσης χωρεί παραδεκτά ως προς όσους από τους διαδίκους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν νόμιμα κλητευθεί [ΑΠ 264/2020]. Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ' αριθμ. 263β/14-7-2022 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών Μ. Ν., προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο τόσο της ένδικης αίτησης όσο και της κλήσης προς επαναφορά της κατόπιν ματαίωσης, μετά της πράξης προσδιορισμού δικασίμου και κλήσης προς συζήτηση, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στη δεύτερη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία '' ...''. Κατά συνέπεια, αφού η πιο πάνω αναιρεσίβλητη δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ θα πρέπει ως προς αυτήν να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία της [άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ]. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, μολονότι συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με το λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν [ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 1213/2021, ΑΠ 918/2020]. Εξάλλου, σφάλματα του συμβολαιογράφου κατά τη σύνταξη του πίνακα κατάταξης προσβάλλονται με ανακοπή, οπότε εφαρμόζεται αναλογικά η διάταξη του άρθρου 979 ΚΠολΔ. Από τη διάταξη αυτή καθώς και από εκείνες των άρθρων 972 παρ. 1 και 974 έως 979 ΚΠολΔ προκύπτει ότι με την ανακοπή, που ασκείται κατά του πίνακα κατάταξης, προβάλλονται αιτιάσεις, που αφορούν την ορθότητα του πίνακα κατάταξης και μπορούν να στηρίζονται είτε στο ουσιαστικό δίκαιο, αναγόμενες στη γένεση ή την ύπαρξη της απαίτησης του καθ' ου η ανακοπή, η οποία έχει αναγγελθεί, είτε στο δικονομικό δίκαιο και αναφέρονται στον προνομιούχο χαρακτήρα και στην τάξη της κατάταξης. Έννομο συμφέρον, για την άσκηση ανακοπής κατά πίνακα κατάταξης, έχει όποιος αμφισβητεί την ύπαρξη της απαίτησης εκείνου, κατά του οποίου στρέφει την ανακοπή του, ή προβάλλει ότι προηγείται του τελευταίου, που κατατάχθηκε στον πίνακα και επιδιώκει την αποβολή του και την κατάταξη στη θέση του, στρέφεται δε κατά των δανειστών των οποίων προσβάλλεται η κατάταξη [άρθρο 972 παρ. 2 εδ. β' ΚΠολΔ]. Το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή, περιορίζεται μέσα στα όρια του αιτήματος αυτής και ερευνά την προσβαλλόμενη απαίτηση και την κατάταξη του καθ' ου η ανακοπή, δεδομένου δε ότι η διαδικασία της κατάταξης είναι ενιαία, όχι όμως και αδιαίρετη, η ισχύς και το δεδικασμένο της απόφασης περιορίζεται μεταξύ των διαδίκων και δεν επιδρά στους μη μετασχόντες της δίκης άλλους δανειστές [ΑΠ 264/2020]. Έτσι, αν ο λόγος της ανακοπής, με τον οποίο επιδιώκεται η μείωση των εξόδων ή αμφισβητείται το ύψος αυτών, γίνει δεκτός ως βάσιμος, τότε το δικαστήριο επαναπροσδιορίζει το προς διανομή υπόλοιπο του πλειστηριάσματος, στο οποίο κατατάσσεται ο ανακόπτων που έχει υποβάλει το σχετικό αίτημα, χωρίς να ωφελείται άλλος δανειστής που δεν άσκησε ανακοπή, είναι δε αδιάφορο αν ο τελευταίος έχει ισχυρότερο προνόμιο κατάταξης ή αν το προνόμιο του ανακόπτοντος είναι ασθενέστερο από το προνόμιο του επισπεύδοντος, υπό την προϋπόθεση όμως ότι τούτο του παρέχει τη δυνατότητα να καταταγεί στον πίνακα για την ικανοποίηση της αναγγελθείσας απαίτησής του από το πλειστηρίασμα, αφού στην περίπτωση αυτή δεν αμφισβητείται το προνόμιο του καθ' ου η ανακοπή επισπεύδοντος αλλά η ίδια η απαίτησή του για έξοδα εκτέλεσης [ΟλΑΠ 27/2009, ΑΠ 1644/2018, ΑΠ 175/2012, ΑΠ 226/2010]. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, με επίσπευση της αναιρεσίβλητης εταιρίας με την επωνυμία ''...'' κατασχέθηκε αναγκαστικά ένα ακίνητο της οφειλέτιδας του Ελληνικού Δημοσίου εταιρίας με την επωνυμία ''...''. Ακολούθως, με δήλωση συνέχισης πλειστηριασμού με υποκατάσταση, υπεισήλθε στα δικαιώματα της αρχικής επισπεύδουσας η τράπεζα '' E.F.G. EYROBANK ERGASIAS ΑΕ '' και τελικά το ως άνω ακίνητο εκπλειστηριάστηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου … Ε. Μ., η οποία συνέταξε την υπ' αριθμ. 13133/13-6-2007 έκθεση πλειστηριασμού και ακολούθως τον υπ' αριθμ. ... πίνακα κατάταξης δανειστών. Κατά του πίνακα αυτού το Ελληνικό Δημόσιο, που είχε αναγγελθεί για απαίτησή του ύψους 780.563,29 ευρώ, άσκησε ανακοπή, η οποία απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 25/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων. Κατ' αυτής άσκησε έφεση το ανακόπτον Ελληνικό Δημόσιο, η οποία έγινε δεκτή με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 10/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, το οποίο, αφού δέχθηκε ότι προαφαιρέθηκε παρά το νόμο, ως έξοδα εκτέλεσης, το συνολικό ποσό των 3.397,5 ευρώ, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, έκανε εν μέρει δεκτή την ανακοπή του αναιρεσείοντος και μεταρρύθμισε τον ως άνω προσβαλλόμενο πίνακα κατατάξεως, μειώνοντας τα αρχικώς προαφαιρεθέντα από τη συμβολαιογράφο-υπάλληλο του πλειστηριασμού συνολικά έξοδα ύψους 34.582 ευρώ, κατά το πιο πάνω ποσό των 3.397,5 ευρώ, ήτοι στο ποσό των 31.184,50 (34.582 - 3.397,5) ευρώ και ορίζοντας "το υπόλοιπο ποσό των 3.397,50 ευρώ να προστεθεί στο διανεμητέο πλειστηρίασμα, η κατάταξη δε σ' αυτό θα γίνει, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, μετά από σύγκριση των απαιτήσεων όλων των ανακοπτόντων...". Δηλαδή, το Εφετείο δεν κατέταξε το Ελληνικό Δημόσιο, ως μόνο ανακόπτον, σε ολόκληρο το ποσό των 3.397,50 ευρώ, το οποίο κρίθηκε ότι εσφαλμένα προαφαιρέθηκε από το πλειστηρίασμα ως έξοδα εκτέλεσης, αλλά προχώρησε στον επαναπροσδιορισμό, λόγω της ανωτέρω μειώσεως, του προς διανομή υπολοίπου του πλειστηριάσματος, κατατάσσοντας έτσι το Ελληνικό Δημόσιο στο ποσό αυτό μαζί με άλλους δανειστές, οι οποίοι όμως δεν είχαν ανακόψει τον πίνακα για το ως άνω ποσό. Έτσι που έκρινε, το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 975 και 979 ΚΠολΔ, αφού σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, έπρεπε, μετά τη μείωση των εξόδων εκτέλεσης κατά το ποσό των 3.397,50 ευρώ να κατατάξει στον επίμαχο πίνακα το αναιρεσείον [ανακόπτον] Ελληνικό Δημόσιο για ολόκληρο το ποσό αυτό και όχι να το ενσωματώσει στο εναπομείναν πλειστηρίασμα και να το αναδιανείμει σε όλους τους δανειστές. Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ μοναδικός λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο καταλογίζεται στο Εφετείο η ανωτέρω πλημμέλεια είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση [άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ]. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός του, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης, που ηττήθηκε [άρθρα 106, 176 183 191 παρ.2 ΚΠολΔ], μειωμένα, όμως, κατ' άρθρο 22 του Ν. 3693/1957, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Θεωρεί πως δεν ασκήθηκε η υπ' αριθμ. 4/2017 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 10/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, ως προς τους αναιρεσίβλητους 1) ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία ''Τράπεζα EYROBANK ERGASIAS ΑΕ '', 2) Μ. Μ., 3) Ι. Β.- Σ. και 4) Ε. Μ.- Β.. Κηρύσσει καταργημένη τη δίκη ως προς τους ανωτέρω αναιρεσίβλητους και χωρίζει την υπόθεση ως προς αυτούς. Αναιρεί την υπ' αριθμ. 10/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης ως προς την αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία ''...'' . Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως. Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων [300] ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Οκτωβρίου 2022. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Φεβρουαρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ