Αριθμός 643/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Συνεταιριστικής Οργάνωσης με την επωνυμία "ΕΝΩΣΗ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΩΝ ΠΑΤΡΩΝ", που εδρεύει στην Πάτρα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Παναγιώτου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Α. του Σ., 2) Θ. Α. του Π., 3) Μ. Φ. του Α., 4) Ε. Ι. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Θεοτοκάτο και κατέθεσαν προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/12/2000 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 63/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1097/2004 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι ως άνω αναιρεσίβλητες με την από 22/2/2007 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 2132/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 1097/2004 απόφαση του Εφετείου Πατρών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Εκδόθηκε η 309/2012 απόφαση του Εφετείου Πατρών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25/10/2012 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Αθηναίος ανέγνωσε την από 1/3/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του μοναδικού λόγου της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί. Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης ,είτε ως κύριο, είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο, που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντας το ως αμάχητη αλήθεια, όσο κι' αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο. Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα για έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κυρία παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού. Έννομη σχέση κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων είναι το σύνολο των έννομων συνεπειών που κρίθηκε τελεσίδικα και τα πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απέσβησαν οι έννομες συνέπειες. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ.1 ΚΠολΔ, "αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής αν αναιρέθηκε η απόφαση, καταργείται η συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση και κατά συνέπεια οι κατ' αυτήν υποβληθείσες προτάσεις συνακυρώνονται και δεν λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο που δικάζει εκ νέου την υπόθεση, έστω και αν γίνεται νόμιμη επίκλησή τους κατ' άρθρο 240 ΚΠολΔ, δηλαδή με προσκομιδή τους σε κυρωμένο αντίγραφο και σύντομη περίληψη επαναφερόμενων ισχυρισμών και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης που περιέχουν αυτούς. Ειδικότερα, η αναφορά στις προτάσεις που υποβλήθηκαν κατά τη συζήτηση μετά την ο ποία εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση και η ενσωμάτωσή τους στις προτάσεις ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει εκ νέου την υπόθεση δεν συνιστά νόμιμη προβολή ισχυρισμών. Η προβολή (και στην περίπτωση αυτή) μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις (νέες) ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει εκ νέου την υπόθεση είτε, με αναφορά, με τις προτάσεις αυτές, σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προ τάσεων της προηγούμενης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των αποδείξεων, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ. Τέλος, κατά το άρθρο 562παρ.2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό που δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β)για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ)για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Συνεπώς, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και αναιρεσείων είναι ο εφεσίβλητος που είχε νικήσει πρωτοδίκως, πρέπει ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται ο σχετικός λόγος αναίρεσης, να είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με τις προτάσεις του προς απόκρουση της ασκηθείσας κατά της πρωτόδικης απόφασης έφεσης. Στη προκειμένη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα, προκύπτουν τα εξής:Οι αναιρεσίβλητες με την ένδικη αγωγή τους ιστορούσαν ότι μεταξύ αυτών, ως τέκνων πολυτέκνων οικογενειών και της αναιρεσείουσας, συνήφθη αναγκαστική σύμβαση εργασίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.1648/86, δυνάμει αποφάσεως της Επιτροπής του άρθρου 8 του άνω νόμου, πλην όμως, η δεύτερη δεν αποδέχθηκε τη προσήκουσα προσφορά εργασίας εκ μέρους τους, περιελθούσα σε υπερημερία εργοδότη, ζητούσαν δε να υποχρεωθεί η ως άνω αναιρεσείουσα να τις καταβάλει τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά ως μισθούς υπερημερίας. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 63/2003 οριστική απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε ότι η αναγκαστική σύμβαση εργασίας των αναιρεσιβλήτων λύθηκε στις 8-8-1996,ημερομηνία έκδοσης της 18675/ 1996 απόφασης του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδας, με την οποία απηλλάγη η αναιρεσείουσα από την υποχρέωση πρόσληψης των αναιρεσιβλήτων και έτσι έπαυσε η υπερημερία της, γενομένης δεκτής της αγωγής ως βάσιμης κατ' ουσία κατά ένα μέρος. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν αντίθετες εφέ σεις οι οποίες απορρίφθηκαν με τη 1097/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά δε της τελευταίας άσκησαν μόνο οι αναιρεσίβλητες αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η 2132/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου με την ο ποία αναιρέθηκε η άνω απόφαση του Εφετείου ως προς τη διάταξή της που απέρριψε τις αξιώσεις των αναιρεσιβλήτων για μισθούς υπερημερίας από 8-8-1996 μέχρι και 31-12-1996, απορρίπτοντας το σχετικό λόγο της έφεσής τους, και ακολούθως παραπέμφθηκε η υπόθεση να δικασθεί εκ νέου από το Εφετείο κατά το αναιρεθέν μέρος της και μόνο όμως ως προς την έφεση που είχαν ασκήσει οι αναιρεσίβλητες κατά της πρωτόδικης απόφασης, δεδομένου ότι η αναιρεσείουσα δεν άσκησε αναίρεση κατά της ανωτέρω απόφασης του Εφετείου Αθηνών (1097/2004) και ως προς τη διάταξή της με την οποία απορρίφθηκε η έφεσή της κατ' ουσία με αποτέλεσμα να καταστεί αυτή (ως άνω διάταξη) αμετάκλητη και συνακόλουθα να παραχθεί ως προς αυτή δεδικασμένο. Ότι η αναιρεσείουσα προς απόκρουση της ένδικης αγωγής, είχε προβάλει πρωτοδίκως και επανέφερε με σχετικό λόγο έφεσης, μεταξύ των άλλων και τον αυτοτελή ισχυρισμό της καταχρηστικής άσκησης της αγωγής ως προς το αίτημα της περί καταβολής μισθών υπερημερίας, καθόλο το άνω εκτεθέν χρονικό διάστημα, για το λόγο ότι μολονότι γνώριζαν οι αναιρεσίβλητες ότι η οικονομική της κατάσταση είχε περιέλθει σε πλήρες αδιέξοδο, εξαιτίας του οποίου υποχρεώθηκε με εντολή του εποπτικού οργάνου να μειώσει δραματικά και σε ποσοστό 30% το προσωπικό της και να εκποιήσει μεγάλο μέρος της περιουσίας της, προκειμένου να ανταποκριθεί στα δυσβάστακτα χρέη της, και ενώ είχαν τη δυνατότητα να ανεύρουν αλλού εργασία, αντί να πράξουν αυτό, επέμεναν να πληρώνονται από εκείνη και να προκαλέσουν έτσι τη πτώχευσή της. Στη συνέχεια και με τις νέες προτάσεις που κατέθεσε αυτή (αναιρεσείουσα) στο Εφετείο κατά τη νέα μετ' αναίρεση εκδίκαση της ένδικης αγωγής και σε σχέση μόνο με την έφεση των αναιρεσιβλήτων, και αναφορικά προς τον ανωτέρω ισχυρισμό της ΑΚ 281, διέλαβε επί λέξει τα εξής: "Επομένως ... επαναφέρουμε αφενός μεν την εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση κατάχρησης δικαιώματος, δεδομένου ότι είναι υποχρεωμένοι πλέον άπαντες οι εναγόμενοι να δηλώσουν και να αποδείξουν ότι από την 8-8-1996 δεν έχουν εξεύρει άλλη εργασία δεδομένου ότι δεν είναι δυνατόν και κατά το σκεπτικό της εφετειακής αποφάσεως να εφαρμοστούν άλλες διατάξεις πλην εκείνων που προβλέπονται από τον ΑΚ όσον αφορά την αφαίρεση των αιτημάτων εκείνων που αποκόμισαν από την εξεύρεση άλλης εργασίας. Αυτό το υποστηρίζουμε και σήμερα διότι η ανωτέρω ένσταση στηρίζεται σε διαφορετικά δεδομένα, με την πάροδο τόσων ετών και βεβαίως το βάρος απόδειξης φέρουν οι αντίδικοι και όχι εμείς αφού το καθήκον αληθείας υποχρεώνει να δηλώσουν υπευθύνως και να αποδείξουν ότι μέχρι το χρονικό όριο όπου ερείδεται η αγωγή τους δε είχαν εξεύρει άλλη ...". Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την ως άνω υπ' αριθ. 1097/2004 απόφαση του(αναιρεθείσα), δεχόμενο εν μέρει την ένδικη αγωγή για επιδίκαση μισθών υπερημερίας από 21-2-1989 έως 8-8-1996,απέρριψε τον ανωτέρω ισχυρισμό περί καταχρηστικής άσκησης της αγωγής κατά το ως άνω χρονικό διάστημα ως αβάσιμο κατ' ουσία, ακολούθως μετά την αναίρεση της ως άνω απόφασης κατά το κεφάλαιο της ένδικης αγωγής της επιδίκασης στις αναιρεσίβλητες μισθών υπερημερίας για το από 8-8-1996 έως 31-12-1996 χρονικό διάστημα, το ίδιο δικαστήριο (Εφετείο) δικάζοντας ως το δικαστήριο της παραπομπής την ανωτέρω αγωγή ως προς το αναιρεθέν κεφάλαιό της και εξετάζον τας την προεκτεθείσα ένσταση της ΑΚ 281, και κατά το μη κριθέν μέρος αυτής που αφορούσε τη καταχρηστική άσκηση της αγωγής για τις αξιώσεις τους για μισθούς υπερημερίας από 8-8-1996 έως 31-12-1996, με συνέπεια να μη τίθεται ζήτημα παραγωγής δεδικασμένου ως προς την ένσταση αυτή από την προεκτεθείσα απορριπτική κρίση της άνω απόφασης (1097/2004) αυτού (Εφετείου), δέχθηκε την ένδικη αγωγή και ως προς τις ως άνω αξιώσεις του εκτεθέντος χρονικού διαστήματος και απέρριψε κατ' ουσίαν την ανωτέρω ένσταση. Συγκεκριμένα το Εφετείο σε σχέση με την προλεχθείσα ένσταση της ΑΚ 281 δέχθηκε ανελέγκτως με τη προσβαλλομένη απόφασή του, τα εξής: "... Περαιτέρω από τα ίδια αποδεικτικά μέσα ουδόλως αποδείχθηκε ότι κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα από 9-8-1996 μέχρι 31-12-1996 οι ενάγουσες επέδειξαν οκνηρία παραλείποντας την εξεύρεση εργασίας, την οποία ευχερώς θα μπορούσαν να εξεύρουν. Αντίθετα προσπάθησαν να εξεύρουν κατάλληλη εργασία στο πλαίσιο της γενικής δυσχέρειας εξεύρεσης εργασίας στην ευρύτερη περιοχή των Πατρών, μετά τη διακοπή της λειτουργίας μεγάλων επιχειρήσεων (όπως οι εταιρείες Λ., ΒΕΣΟ και άλλες), αποτέλεσμα δε των προσπαθειών τους αυτών ήταν η τοποθέτηση στις 16-12-1996 της δεύτερης ενάγου σας με την ιδιότητα της τραπεζοκόμου στο Γενικό Νοσοκομείο Πατρών "Ο ΑΓΙΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ", ενώ εξάλλου η τέταρτη ενάγουσα εργάστηκε περιστασιακά σε άλλες επιχειρήσεις, αφαιρώντας η ίδια την ωφέλειά της από την εν λόγω παροχή εργασίας με την ένδικη αγωγή της, και οι πρώτη και τρίτη ενάγουσες δεν κατάφεραν να εξεύρουν εργασία." Ακολούθως το Εφετείο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η άσκηση των ενδίκων αξιώσεων των αναιρεσιβλήτων για επιδίκαση μισθών υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 9-8-1996 έως 31-12-1996 δεν υπερέβαινε τα όρια που επιβάλλονται από το άρθρο 281 ΑΚ και απέρριψε ως αβάσιμο τον προεκτεθέντα αυτοτελή ισχυρισμό. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα της παρά το νόμο μη λήψης υπόψη "πράγματος" και ειδικότερα της παρά το νόμο μη λήψης υπόψη στο σύνολό τους, αλλά μόνο εν μέρει, όλων των προαναφερθέντων πραγματικών περιστατικών που η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε για τη θεμελίωση της ανωτέρω ένστασης της και ιδίως του ότι αγνόησε τα ουσιώδη, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.8β ΚΠολΔ πραγματικά περιστατικά, που επίσης επικαλέστηκε μεν η αναιρεσείουσα με την έφεσή της, όχι όμως και με τις προτάσεις που κατέθεσε αυτή ενώπιον του Εφετείου κατά τη μετ' αναίρεση συζήτηση της υπόθεσης και μόνο ως προς την έφεση των αναιρεσιβλήτων, αμυνόμενη κατ' αυτής, όπως προκύπτει από την επισκόπησή τους, ότι η επιδίκαση των αξιώσεων των αναιρεσιβλήτων θα έχει λίαν δυσμενείς συνέπειες σε βάρος αυτής (αναιρεσείουσας), η οποία λόγω και των δυσβάστακτων χρεών της αναγκάσθηκε να μειώσει το προσωπικό της κατά 30% και να εκποιήσει μεγάλο μέρος της περιουσίας της, με συνέπεια να οδηγηθεί αυτή στη κατάρρευση και τη πτώχευση και το προσωπικό της στην ανεργία, που από μόνα τους είναι ικανά, αληθή υποτιθέμενα, να θεμελιώσουν το πραγματικό της ένστασης του άρθρου 281 ΑΚ. Επομένως, πρέπει, και αφού ληφθεί υπόψη ότι δεν ασκεί επιρροή το γεγονός ότι τα προεκτεθέντα περιστατικά διαλαμβάνονταν στην έφεση της αναιρεσείουσας, ενόψει του ότι, όπως προλέχθηκε, δεν δικάσθηκε αυτή με τη προσβαλλομένη απόφαση, αφού η επ' αυτής απορριπτική κρίση με την αναιρεθείσα 1097/2004 απόφαση του Εφετείου κατέστη αμετάκλητη, λόγω μη άσκησης κατ' αυτής αναίρεσης εκ μέρους της (αναιρεσείουσας) όχι όμως και στις προτάσεις που κατέθεσε η τελευταία κατά τη μετ' αναίρεση συζήτηση της υπόθεσης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, να απορριφθεί ο μοναδικός λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως απαράδεκτος και συνακόλουθα και το δια των προτάσεων της αναιρεσείουσας υποβληθέν αίτημα περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, ως αβάσιμο. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 25-10-2012 αίτηση για αναίρεση της 309/2012 απόφασης του Εφετείου Πατρών. Απορρίπτει το αίτημα για επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαρτίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Απριλίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ