ΑΡΙΘΜΟΣ 1465/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Βασίλειο Καπελούζο και Πάνο Πετρόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 6 Νοεμβρίου 2013, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου T. V. του S., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 9303/2008 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Ιουλίου 2013 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 861/2013. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη με αριθμό 165/20.9.2013, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "- Εισάγοντας, ενώπιον Σας, κατά τα άρθρα 513 § 1 α' και 476 § 1 του ΚΠΔ, την αίτηση αναιρέσεως του T. V. του S. κατά της υπ' αριθμ.9303/20-3-2013 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, εκθέτουμε τ' ακόλουθα: -Κατά το άρθρο 476 §1 ΚΠΔ, όταν, μεταξύ των άλλων σ' αυτό αναφερομένων περιπτώσεων, το ένδικο μέσο ασκήθηκε εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκηση του, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. -Εξάλλου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 504 §1 ΚΠΔ, όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναίρεσης επιτρέπεται μόνο κατά της απόφασης που όπως απαγγέλθηκε δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της απόφασης του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου που εκδόθηκε, ύστερα από άσκηση εφέσεως, αν με τις αποφάσεις αυτές το Δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία ή έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη. -Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι οι αποφάσεις των πρωτοβαθμίων δικαστηρίων που, όπως απαγγέλθηκαν, είναι εκκλητές, δηλαδή υπόκεινται στο ένδικο μέσο της έφεσης, δεν υπόκεινται σε αναίρεση. Αυτό συμβαίνει και στην περίπτωση ακόμη που η απόφαση κατέστη τελεσίδικη, γιατί παρήλθε άπρακτη η προθεσμία για την άσκηση εφέσεως(ΑΠ 139/2009, ΑΠ724/2009). -Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσιβαλλομένη υπ' αριθ. 9303/20-3-2008 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης με την οποία ο αναιρεσειων καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης (3) μηνών και χρηματική ποινή 200€, για παράνομη οπλοφορία και άρνηση σε σήμα στάσεως που δόθηκε από αστυνομικό όργανο για έλεγχο,(άθρ.1§2β,10§§1-13 Ν 2168/93 και αρθρ. 45Ν 2696/99 "περί ΚΟΚ"). Η εν λόγω απόφαση επιδόθηκε στον καταδικασθέντα την 3/4/2009, (βλ. το αποδεικτικό επίδοσης του .., Επιμελητή της Εισαγγελίας Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης), εναντίον της οποίας ο παραπάνω μπορούσε τότε να ασκήσει έφεση, συμφώνως προς τη διάταξη του άρθρου 489 §1 στοιχ. β' ΚΠΔ, (όπως ίσχυε μετά την τροποποίηση του άρθρ.45 Ν2145/2003), σε έφεση, και ως εκ τούτου η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, ως στρεφόμενη κατά αποφάσεως, που όπως απαγγέλθηκε, υπόκειτο σε έφεση, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτη και να καταδικαστεί ο αναιρεσειων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ). -Εκτός όμως τούτου -και αν ακόμη ήθελε θεωρηθεί ότι η απόφαση δεν είναι εκκλητή, -όπως απαγγέλθηκε- η υπό κρίση αναίρεση ασκήθηκε εκπροθέσμως, δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρήθηκε στο Ειδικό Βιβλίο στις 7/5/2008, επιδόθηκε στον καταδικασθέντα την 3/4/2009, (βλ την από 16-7-2013 υπηρεσιακή βεβαίωση), και η υπό κρίση αναίρεση ασκήθηκε στις 4/7/2013, με Δήλωση του αναιρεσείοντος, χωρίς να προβάλεται κάποιος λόγος ανώτερης βίας. Επομένως θα πρέπει ν' απορριφθεί, ως απαράδεκτη. -Σημειωτέον ότι, επί του συνημμένου στην Δήλωση αναιρέσεως αποσπάσματος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, υπάρχει ψευδής "βεβαίωση", ότι η καταδικαστική απόφαση τάχα "επεδόθη την 21/6/2013", ώστε να θεωρηθεί, -ως εμπροθέσμως ασκηθείσα- η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, εκ πρώτης δε όψεως- από την σύγκριση της παραπάνω επισημειώσεως με αυτήν της βεβαιώσεως περί "του ακριβούς φωτοαντιγράφου", του πληρεξούσιου δικηγόρου του Βασιλείου Βασιλειάδη, σηματοδοτείται, η διάπραξη των αξιόποινων πράξεων της πλαστογραφίας μετά χρήσεως και ψευδούς αναφοράς στην Αρχή (άρθρο 38§1 του ΚΠΔ). - Κατά συνέπεια θα πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη, να επιβληθούν δε τα - εκ διακοσίων πενήντα (250)€-δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος (αρθ.476§1 και 583 §1 ΚΠΔ, σε συνδ. με το αρθρ. 3 §3 του Ν. 773/1977 και την 123827/23-12-2010 Απόφαση Υπουργών Οικονομικών& Δικαιοσύνης). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνουμε: 1) Να απορριφθεί η με Δήλωση ασκηθείσα αίτηση αναίρεσης του T. V. του S. κατά της υπ' αριθμ .9303/20-3-2013 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, και 2) Να επιβληθούν τα εκ διακοσίων είκοσι (250) € δικαστικά έξοδα, σε βάρος του ως άνω αναιρεσείοντος. 3) Να διαβιβασθεί αντίγραφο της εκδοθησομένης αποφάσεως στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης για τις δικές ενέργειες. Αθήνα 20-9-2012 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Μπόμπολης" Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 504 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠοινΔ όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναίρεσης επιτρέπεται μόνο κατά της αποφάσεως που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση εφέσεως, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία ή αν έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη. Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 489 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, όπως η παρ.1 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 44 του ν. 3160/2003, και ίσχυσε πριν από την αντικατάστασή της με το άρθρο 26 του ν. 3904/2010: "Εκείνος που καταδικάστηκε και ο εισαγγελέας ή ο δημόσιος κατήγορος έχουν δικαίωμα να ασκήσουν έφεση..... β) κατά της απόφασης του μονομελούς πλημμελειοδικείου αν με αυτήν καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος σε φυλάκιση πάνω από εξήντα ημέρες ή σε χρηματική ποινή πάνω από χίλια ευρώ ή αν επιδικάστηκε εναντίον του οποιαδήποτε αποζημίωση και ικανοποίηση πάνω από διακόσια πενήντα ευρώ συνολικά ή αν καταδικάστηκε σε οποιαδήποτε ποινή που συνεπάγεται τις στερήσεις και τις ανικανότητες που ορίζονται στην επόμενη περίπτωση (στοιχείο γ) ή ακόμα αν συνεπάγεται την έκτιση άλλης ποινής φυλάκισης που είχε ανασταλεί και είναι μεγαλύτερη από εξήντα ημέρες ή συνεπάγεται τα ίδια αποτελέσματα ..." Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 του ΚΠοινΔ: "Όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο". Από τις διατάξεις αυτές σαφώς προκύπτει ότι δεν υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου η οποία κατά το χρόνο της απαγγελίας της μπορούσε να προσβληθεί με έφεση, ανεξαρτήτως του εάν η επιτρεπομένη έφεση δεν ασκήθηκε και παρήλθε άπρακτη η οριζομένη προθεσμία για την άσκησή της ή εάν ασκήθηκε και απορρίφθηκε είτε για τυπικούς, είτε για ουσιαστικούς λόγους. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη υπ' 9303/20-3-2008 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, ο αναιρεσείων κατεδικάσθη με αυτήν για παράνομη οπλοφορία και άρνηση συμμορφώσεως σε σήμα στάσεως από αστυνομικό (παράβαση των διατάξεων των άρθρων 1 παρ 2β, 10 παρ. 1, 13β του ν. 2168/1993 και 45 του ν. 2145/2003) σε συνολική ποινή φυλακίσεως τριών (3) μηνών που μετετράπη σε χρηματική προς 5 ευρώ και χρηματική ποινή 200 ευρώ. Κατά της αποφάσεως αυτής επιτρέπεται έφεση κατά τη διάταξη του άρθρου 489 ΚΠοινΔ, αφού η επιβληθείσα στον αναιρεσείοντα για τα ανωτέρω πλημμελήματα συνολική ποινή υπερβαίνει το κατά την δημοσίευσή της ισχύον ελάχιστο όριο του εκκλητού των εξήντα ημερών. Επομένως, η προσβαλλομένη απόφαση, υποκειμένη κατά το χρόνο της εκδόσεώς της σε έφεση, δεν υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως. Συνακολούθως η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). Επειδή στο συνημμένο στη δικογραφία επικυρωμένο στις 2-7-2003 από τον δικηγόρο Θεσσαλονίκης Βασίλειο Βασιλειάδη αντίγραφο του από 7-5-2008 αποσπάσματος της αναιρεσιβαλλομένης υπάρχει ενυπόγραφη επισημείωση περί επιδόσεώς του στις 21-6-2013, ενώ από το στην δικογραφία ευρισκόμενο από 3-4-2009 αποδεικτικό επιδόσεως του …δικαστικού επιμελητή της Εισαγγελίας Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης προκύπτει ότι η επίδοση και μάλιστα ως αγνώστου διαμονής, έγινε στις 3-4-2009, πρέπει να σταλεί, με επιμέλεια του Γραμματέως, επικυρωμένο αντίγραφο της παρούσης στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, για την διερεύνηση της τελέσεως αξιοποίνων πράξεων, αυτεπαγγέλτως διωκομένων, κατά τη διάταξη του άρθρου 38 ΚΠοινΔ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 4-7-2013 υπ' αριθμ. 4911/4-7-2013 αίτηση - δήλωση αναιρέσεως του T. (επώνυμο) V. (όνομα) του S. κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 9303/20-3-2008 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Διατάσσει να σταλεί, με επιμέλεια του Γραμματέως του Δικαστηρίου τούτου, επικυρωμένο αντίγραφο της παρούσης στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Νοεμβρίου 2013. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 27 Νοεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ