Αριθμός 1470/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως (κωλυομένου του Τακτικού Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Δημάδη), Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Νικόλαου Κωνσταντόπουλου), Δήμητρα Μπουρνάκα - Εισηγήτρια, Χρυσούλα Παρασκευά και Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου (κωλυομένης της Αρεοπαγίτου Αικατερίνης Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά), Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Μαΐου 2013 με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Γ. Α. του Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Μαραγκάκη, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1961/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σερρών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Σερρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Δεκεμβρίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 17/2012. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 71 παρ. 3 του Ν. 998/1979 "περί προστασίας των δασών και των βασικών εν γένει εκτάσεων της χώρας", όπως (η παρ. 3) αντικαταστάθηκε με το άρθρο 46 παρ. 2 Ν. 2145/1993, "όποιος εκχερσώνει παράνομα δάσος ή δασική έκταση, όποιος καλλιεργεί έκταση που έχει εκχερσωθεί παράνομα ή παραβλάπτει καθ' οιονδήποτε τρόπο την κατά προορισμό χρήση του δάσους ή δασικής εκτάσεως, καθώς και όποιος ενεργεί επί εκχερσωθείσης παράνομα εκτάσεως πράξεις διακατοχής, τιμωρείται με τις ποινές της παρ. 1 του παρόντος άρθρου (φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή από πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) μέχρι πέντε εκατομμύρια (5.000.000 δραχμές). Κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του ιδίου ν. 998/1979, "ως δάσος νοείται πάσα έκτασις της επιφανείας του εδάφους, η οποία καλύπτεται εν όλω ή σποραδικώς υπό αγρίων ξυλωδών φυτών οιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας αποτελούντων, ως εκ της μεταξύ των αποστάσεως και αλληλεπιδράσεων, οργανικήν ενότητα και η οποία δύναται να προσφέρει προϊόντα εκ των ως άνω φυτών εξαγόμενα ή να συμβάλλει εις την διατήρησιν της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας ή να εξυπηρετήσει την διαβίωσιν του ανθρώπου εντός του φυσικού περιβάλλοντος" και κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου "ως δασική έκτασις νοείται πόσα έκτασις καλυπτόμενη υπό αραιάς ή πενιχράς υψηλής ή θαμνώδους, ξυλώδους βλαστήσεως και δυναμένη να εξυπηρετήσει μίαν ή περισσότερος των εν προηγουμένη παραγράφω λειτουργιών". Οι παρ. 1, 2, 3, 4, 5 του ν. 998/1979 αντικαταστάθηκαν από το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3208/2003/ΦΕΚ Α 303/24.12.2003, όπως παρακάτω: "1. Ως δάσος ή δασικό οικοσύστημα νοείται το οργανικό σύνολο άγριων φυτών με ξυλώδη κορμό πάνω στην αναγκαία επιφάνεια του εδάφους, τα οποία, μαζί με την εκεί συνυπάρχουσα χλωρίδα και πανίδα, αποτελούν μέσω της αμοιβαίας αλληλεξάρτησης και αλληλοεπίδρασης τους, ιδιαίτερη βιοκοινότητα (δασοβιοκοινότητα) και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον (δασογενές). 2. Δασική έκταση υπάρχει όταν στο παραπάνω σύνολο η άγρια ξυλώδης βλάστηση, υψηλή ή θαμνώδης, είναι αραιά (3. Παραλείπεται ως μη ισχύουσα). 4. Ως δασικές εκτάσεις νοούνται και οι οποιασδήποτε φύσεως ασκεπείς εκτάσεις, (φρυγανώδεις ή χορτολιβαδικές εκτάσεις, βραχώδεις εξάρσεις και γενικά ακάλυπτοι χώροι) που περικλείονται από δάση ή δασικές εκτάσεις, καθώς και οι υπεράνω των δασών ή δασικών εκτάσεων ασκεπείς κορυφές η αλπικές ζώνες των ορέων. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος που προβλέπεται και τιμωρείται από την πρώτη από αυτές και που είναι υπαλλακτικώς μικτό, αφού προσδιορίζονται περισσότεροι τρόποι πραγματοποιήσεώς του, απαιτείται η ύπαρξη δάσους ή δασικής εκτάσεως, όπως οι έννοιες τους προσδιορίζονται στις παρ. 1, 2 και 3 του άρθρου 3 του ως άνω Ν. 998/1979,όπως τροποποιήθηκε, και ενέργεια του υπαιτίου επί της εκτάσεως από τις ως άνω αναφερόμενες. Προκύπτει, επίσης, ότι ο νόμος διαχωρίζει εννοιολογικώς το δάσος από τη δασική έκταση και προϋποθέτει για την ύπαρξη κάθε μορφής τη βεβαίωση ορισμένου είδους φυτών επί της επιφανείας του εδάφους. Το δικαστήριο, συνεπώς, που επιλαμβάνεται της κατηγορίας για παράνομη εκχέρσωση δάσους ή δασικής εκτάσεως ή της πρόκλησης βλάβης καθ' οιονδήποτε τρόπο της κατά προορισμό χρήσης του δάσους ή της δασικής έκτασης, οφείλει να ερευνήσει τη συνδρομή των ως άνω όρων, αφού, εάν ελλείπει έστω και ένας, αποκλείεται η στοιχειοθέτηση του πιο πάνω εγκλήματος, γιατί στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεώς του είναι η παράνομη εκχέρσωση δάσους ή δασικής εκτάσεως, όπως οι έννοιές τους προσδιορίζονται στις παρ. 1 και 2 του άρθρου 3 του ίδιου νόμου, η καλλιέργεια της εκτάσεως που εκχερσώθηκε παράνομα, η πρόκληση βλάβης καθ" οιονδήποτε τρόπο της κατά προορισμό χρήσης του δάσους ή της δασικής εκτάσεως και η ενέργεια σε εκχερσωθείσα έκταση πράξεων διακατοχής. Στοιχείο της έννοιας του δάσους και της δασικής εκτάσεως δεν αποτελεί το ότι μπορεί να προσφέρει προϊόντα εξαγόμενα από τα αναφερόμενα ανωτέρω φυτά ή ότι αποτελεί ιδιαίτερη δασοβιοκοινότητα και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον ή ότι μπορεί να συμβάλει στη διατήρηση της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας ή να εξυπηρετηθεί τη διαβίωση του ανθρώπου μέσα στο φυσικό περιβάλλον. Οι ανάγκες αυτές, που είναι αυτονόητες υπό τις σημερινές συνθήκες διαβιώσεως του ανθρώπου, αποτέλεσαν το νομοθετικό λόγο προστασίας του δάσους και της δασικής εκτάσεως και είναι, ακριβώς, το αποτέλεσμα της προστασίας αυτής, μιας ισορροπίας που εντάσσεται στη γενικότερη προσπάθεια διατηρήσεως του φυσικού περιβάλλοντος, όπως είναι οι λίμνες και τα ποτάμια, οι παράκτιες περιοχές και η θάλασσα γενικότερα και η αποφυγή της ρυπάνσεως του ατμοσφαιρικού αέρα. Κατ' ακολουθίαν, τα στοιχεία αυτά δεν είναι από εκείνα που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση στερείτε της απαιτουμένης από το άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν κα; οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφάρμοσε αλλά και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 1961/2011 απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Σερρών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα της αξιόποινης πράξης της παράνομης εκχέρσωσης δημόσιας δασικής έκτασης, και τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών την οποία ανέστειλε επί τριετίαν. Στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά λέξη, τα εξής, τα αυτά δε αναφέρει και στο διατακτικό: "Επειδή από την κύρια αποδεικτική διαδικασία γενικά, τα έγγραφα που διαβάστηκαν στο ακροατήριο, την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας και της μάρτυρα υπεράσπισης που εξετάσθηκαν ένορκα στο ακροατήριο, αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι στη δασική θέση "….", εντός των διοικητικών ορίων του δήμου Σιδηροκάστρου Ν. Σερρών, την 29η-5-2007, τέλεσε τις πράξεις για τις οποίες κατηγορείται, όπως τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης αυτών αναφέρονται στο κατηγορητήριο και στο διατακτικό της παρούσας και συγκεκριμένα, ο 1ος κατηγορούμενος Γ. Α. του Κ., ως προϊστάμενος, από 27-11-2006, του εργοταξιακού γραφείου για το έργο "ΚΑΘΕΤΟΙ ΑΞΟΝΕΣ ΕΓΝΑΤΙΑΣ ΟΔΟΥ ΔΕΡΒΕΝΙ-ΣΕΡΡΕΣ-ΠΡΟΜΑΧΩΝΑΣ: ΤΜΗΜΑ ΚΑΤΩ ΑΜΠΕΛΑ - Α/Κ ΠΕΤΡΙΤΣΙΟΥ (60.3.3)" του οποίου ανάδοχος είναι η εταιρεία ΜΗΧΑΝΙΚΗ Α.Ε. που εδρεύει στο … (συμβολή οδών …αρ… και …) και ως νόμιμος εκπρόσωπος της προαναφερόμενης εταιρείας σε όλα τα θέματα του ανωτέρω εργοταξίου, εκχέρσωσε παράνομα δημόσια δασική έκταση παραβλάπτοντας την κατά προορισμό χρήση αυτής. Ειδικότερα, στον πιο πάνω τόπο και χρόνο, ενεργώντας χωρίς άδεια από την αρμόδια δασική αρχή, έδωσε εντολή στο 2ο κατηγορούμενο Κ. Κ., χειριστή μηχανήματος έργων (μπουλντόζα CATERPILLAR D9) με κωδικό αριθμό 225, ιδιοκτησίας της παραπάνω εταιρείας, ο οποίος προέβη, υπό την επίβλεψη του 1ου κατηγορούμενου και κατόπιν οδηγιών του, στην εκχέρσωση δημόσιας δασικής έκτασης τριάντα (30) περίπου δεκαδικών στρεμμάτων, που βρίσκονταν υπό συνεχή, αδιάλειπτη και αναμφισβήτητη κατοχή του δημοσίου, αν και ο ίδιος γνώριζε ότι δεν είχε κανένα δικαίωμα στην έκταση, καλυπτόμενη από πουρνάρια, πρίνο και χαμηλή βλάστηση θαμνώδη, παραβλάπτοντας έτσι την κατά προορισμό χρήση του παραπάνω τμήματος δασικής έκτασης, προκαλώντας ζημιά στο Ελληνικό Δημόσιο ύψους είκοσι χιλιάδων (20.000,00) ευρώ. Η έκταση καλυπτόταν από πουρνάρια, πρίνο και χαμηλή βλάστηση και βοηθούσε με την βλάστηση της αυτή τη διατήρηση της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας και την εξυπηρέτηση του ανθρώπου εντός του φυσικού περιβάλλοντος, την εκχέρσωσε δε ο πρώτος κατηγορούμενος με το μηχάνημα έργων εκριζώνοντας και καταστρέφοντας την βλάστηση". Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 71 παρ. 1, 3 του ν.998/1979 όπως αντικαταστάθηκε από το ν.3208/2003, που εφάρμοσε, τις οποίες, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές ή με άλλον τρόπο παραβίασε. Διαλαμβάνει επίσης και τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και στα οποία στήριξε την ανέλεγκτη για τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά κρίση του, δεν ήταν δε απαραίτητο να προβεί η προσβαλλόμενη απόφαση σε συγκριτική εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, ούτε να παραθέσει τι προκύπτει από το καθένα απ' αυτά ξεχωριστά. Όσον αφορά τις ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι δεν αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια ότι η επίδικη έκταση είχε τα χαρακτηριστικά της δασικής εκτάσεως είναι αβάσιμες διότι όπως συνάγεται από το σύνολο των παραδοχών το δικαστήριο σαφώς δέχθηκε ότι ο κατηγορούμενος στις 29-5-2007 στη δασική θέση "Αγία Βαρβάρα" προέβη στην εκχέρσωση δημόσιας δασικής εκτάσεως, εμβαδού 30 δεκαδικών στρεμμάτων με μηχάνημα έργων παραβλάπτοντας την κατά προορισμό χρήση αυτής, αφού εκρίζωσε και κατέστρεψε τη δασική βλάστηση που αποτελείτο από πουρνάρια (πρίνους) και χαμηλή θαμνώδη βλάστηση, ήτοι αναφέρει συγκεκριμένα περιστατικά (είδος δένδρων, βλάστησης κλπ), αιτιολογώντας δε επαρκώς την κρίση του αυτή, σαφώς δέχθηκε ότι η επίδικη έκταση αποτελεί δασική έκταση. Άλλωστε για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρεται ότι η δασική έκταση που προαναφέρθηκε μπορεί να προσφέρει προϊόντα εξαγόμενα από τα αναφερόμενα ανωτέρω φυτά ή ότι αποτελεί ιδιαίτερη δασοβιοκοινότητα και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον, ή ότι μπορεί να συμβάλλει στη διατήρησης της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας ή να εξυπηρετήσει τη διαβίωση του ανθρώπου μέσα στο φυσικό περιβάλλον, όπως ανεφέρθη στη μείζονα σκέψη και όντως και ο ίδιος ο αναιρεσείων δέχεται, ως εκ περισσού δε αναφέρεται ότι η έκταση αυτή εξυπηρετούσε την τελευταία από τις προαναφερόμενες λειτουργίες, ενώ και κατά τις παρ. 2, 3 του άρθρου 3 του ν.998/1979, όπως τροποποιήθηκε με το ν.3208/2003 δασική έκταση υπάρχει και όταν η καταστραφείσα άγρια ξυλώδης βλάστηση, υψηλή ή θαμνώδης, είναι αραιά. Τέλος, η ειδικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε, διότι η επίδικη έκταση, ως μη καλυπτομένη από δασοπονικά είδη της παρ. 1 του άρθρου 15 του ν.1734/1987 δεν έχει το χαρακτήρα της δασικής εκτάσεως, είναι αβάσιμα διότι στηρίζεται επί της εσφαλμένης προϋπόθεσης ότι η εκχερσωθείσα έκταση είναι αποικιστική, τέτοια όμως παραδοχή δεν προκύπτει από το αιτιολογικό ούτε από το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, η δε αναφορά στην απόφαση, πέραν των άλλων νόμων, και του ν.1734/1987, ο οποίος αναφέρεται στις εποικιστικές εκτάσεις, έγινε ως εκ περισσού. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠοινΔ λόγοι της κρινομένης αιτήσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Μετά από αυτά και ενόψει του ότι δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 19-12-2011 αίτηση του Γ. Α. του Κ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1961/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σερρών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Σεπτεμβρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Νοεμβρίου 2013. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ