Αριθμός 1342/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Απριλίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ελληνικής ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "Ν. Α. - Ν. Π. Α.", που εδρεύει στο ……… και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Οικονόμου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Σ. του Σ., χας Θ. Μ., κατοίκου ..., το μεν ατομικά, το δε για λογαριασμό της ανήλικης θυγατέρας της Δ. - Μ. Μ. του Θ., επί της οποίας ασκεί μόνη της, κατά νόμο, τη γονική μέριμνα, 2) Μ. Μ. του Θ., κατοίκου ..., 3) Χ. Μ. του Θ., κατοίκου ..., το μεν ατομικά, το δε από κοινού με τον σύζυγό της Α. Π., ως συνασκούντων τη γονική μέριμνα και για λογαριασμό του ανηλίκου υιού τους Π. Π., 4) Α. Π., κατοίκου ..., ως συνασκούντος μετά της συζύγου του Χ. Μ. του Θ. τη γονική μέριμνα και για λογαριασμό του ανηλίκου υιού τους Π. Π., 5) Μ. Μ. του Δ., κατοίκου ... και 6) Α. Μ. του Μ., το γένος Μ. Μ., κατοίκου ..., εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Άσπρο, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι: α) ανακαλεί την από 5-4-2023 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται και β) η Δ. - Μ. Μ. του Θ., της οποίας ασκούσε τη γονική μέριμνα η μητέρα της και 1η αναιρεσείουσα Α. Σ. του Σ., ενηλικιώθηκε, συνεχίζει ατομικά τη δίκη και εκπροσωπείται από τον ίδιο, ενώ οι 2η, 3η, 4ος, 5η και 6η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Γεωργόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-1-2019 αγωγή των 2ης, 3ης, 4ου, 5ης και 6ης των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 28-2-2019 αγωγή της 1ης των ήδη αναιρεσιβλήτων (ατομικά και για λογαριασμό της ανήλικης τότε θυγατέρας της Δ. - Μ. Μ. του Θ.). Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 499/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1722/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19-7-2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της 1ης αναιρεσίβλητης και της ενηλικιωθείσας θυγατρός αυτής ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 63 του ΚΠολΔ όποιος είναι ικανός για οποιαδήποτε δικαιοπραξία μπορεί να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 64 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα όσοι είναι ανίκανοι να παρίστανται στο δικαστήριο με το δικό τους όνομα εκπροσωπούνται από τους νόμιμους αντιπροσώπους τους. Ικανός για κάθε δικαιοπραξία, σύμφωνα με το άρθρο 127 του ΑΚ, είναι όποιος έχει συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας του (ενήλικος). Άρα ο ανήλικος δεν έχει δικαίωμα να παρίσταται με το δικό του όνομα στο δικαστήριο, αλλά εκπροσωπείται σ` αυτό από τους δύο γονείς του, οι οποίοι από κοινού ασκούν τη γονική μέριμνά του (άρθρ. 1510 ΑΚ). Διάδικος όμως είναι το ανήλικο τέκνο και όχι οι γονείς του, οι οποίοι απλώς αναπληρώνουν την έλλειψη ικανότητας του τέκνου να παρίσταται το ίδιο στο δικαστήριο με το δικό του όνομα. Κατά συνέπεια, σε δίκη με διάδικο ανήλικο τέκνο που δεν έχει περατωθεί, μετά την ενηλικίωσή του, οπότε αυτό καθίσταται ικανό για κάθε δικαιοπραξία, επομένως και για να υπερασπίζεται τα δίκαιά του, παύει αυτοδικαίως η αντιπροσωπευτική εξουσία του νόμιμου αντιπροσώπου του και στο εξής, χωρίς να μεσολαβήσει διακοπή της δίκης κατά τα άρθρα 286 επ. ΚΠολΔ, συνεχίζεται πλέον η διαδικασία με τη συμμετοχή στη δίκη του τέκνου που ενηλικιώθηκε (ΑΠ 209/2020, ΑΠ 808/2017, ΑΠ 70/2017). Στην ερευνώμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από τη δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της πρώτης αναιρεσίβλητης, η οποία καταχωρήθηκε στα πρακτικά, μεταξύ των διαδίκων στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ήταν και η ανήλικη Δ.-Μ. Μ. του Θ. (εκκαλούσα-εφεσίβλητη), η οποία εκπροσωπήθηκε από την μητέρα της Α. Σ. χήρα Θ. Μ., που ασκούσε τη γονική μέριμνά της. Όμως, η ανωτέρω διάδικος ήδη, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, ενηλικιώθηκε και νομίμως παρίσταται ως αναιρεσίβλητη με το δικό όνομα, αφού μετά την ενηλικίωσή της κατέστη ικανή για να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό της όνομα και έπαυσε αυτοδικαίως η αντιπροσωπευτική εξουσία της νομίμου αντιπροσώπου της. Με την υπό κρίση, από 19-7-2021 (αριθμ. εκθ. κατάθ. 5975/769/2021), αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρ. 614 αριθ. 6 του ΚΠολΔ), με αριθ. 1722/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Η αίτηση είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, αφού από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Επομένως πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής: Με την, από 28-2-2019 (αριθ. έκθ. κατάθ. 23940/1289/2019), αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι ενάγουσες και ήδη πρώτες (αριθ. 1) των αναιρεσίβλητων (εκ των οποίων η Δ.-Μ. Μ. του Θ. και Α. τότε ανήλικη εκπροσωπήθηκε από την ασκούσα τη γονική της μέριμνα μητέρα της), εξέθεσαν ότι, κατά το χρόνο και τόπο που αναφέρονται σε αυτήν (αγωγή), ο πρώτος εναγόμενος Η. Λ. (μη διάδικος στη παρούσα δίκη), οδηγός του με αριθ. κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσης επιβατηγού αυτοκινήτου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο, για τις προς τρίτους ζημίες, στη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία και ήδη αναιρεσείουσα, προκάλεσε από υπαιτιότητά του τον θανάσιμο τραυματισμό του Θ. Μ., οδηγού της με αριθ. κυκλοφορίας ... δίκυκλης μοτοσικλέτας, συζύγου και πατέρα αυτών, αντίστοιχα. Ομοίως, με την, από 17-1-2019 (αριθ. έκθ. κατάθ. 15586/854/2019), αγωγή, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι ενάγουσες και ήδη δεύτερη, τρίτη, τέταρτη (ατομικά για τον εαυτό της και από κοινού με τον σύζυγό της Α. Π., ως ασκούντες τη γονική μέριμνα του ανήλικου γιού τους Π. Π.), πέμπτη και έκτη των αναιρεσίβλητων, εξέθεσαν ότι ο πρώτος εναγόμενος Η. Λ. (μη διάδικος στη παρούσα δίκη), οδηγός του με αριθ. κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσης επιβατηγού αυτοκινήτου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο, για τις προς τρίτους ζημίες, στη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία και ήδη αναιρεσείουσα, προκάλεσε από υπαιτιότητά του τον θανάσιμο τραυματισμό του Θ. Μ., οδηγού της με αριθ. κυκλοφορίας ... δίκυκλης μοτοσικλέτας, πατέρα της πρώτης και δεύτερης, γιού της τρίτης, εγγονού του τέταρτου και αδελφού της πέμπτης αυτών. Ζήτησαν δε, οι ενάγοντες των ως άνω αγωγών, να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι σε αυτές, οφείλουν να καταβάλουν στον καθένα τους, εις ολόκληρο ο καθένας, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης που υπέστησαν εξαιτίας θανάτου του "οικείου τους", τα αναφερόμενα στις αγωγές ποσά. Επί των αγωγών αυτών, οι οποίες συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η με αριθ. 499/2020 οριστική απόφαση, με την οποία έγιναν εν μέρει δεκτές ως ουσιαστικά βάσιμες οι αγωγές. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν οι: α) από 6-4-2020 (αριθ. έκθ. κατάθ. 33990/2176/2020) έφεση των εναγουσών της από 28-2-2019 αγωγής (Α. Σ., ατομικά και για λογαριασμό της ανήλικης κόρης της), β) από 1-6-2020 (αριθ. έκθ. κατάθ. 36192/2466/2020) έφεση της δεύτερης εναγόμενης στις από 28-2-2019 και 17-1-2019 αγωγές ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "Ν. Α.-Ν. Π. Α..Ε..Α..Ε.." και ήδη αναιρεσείουσας και γ) από 1-9-2020 (αριθ. έκθ. κατάθ. 65409/5330/2020) έφεση των εναγόντων της από 17-1-2019 αγωγής (Μ. Μ., Χ. Μ., Μ. Μ., Χ. Μ. και Α. Π. για λογαριασμό του ανηλίκου υιού τους Π. Π. και Α. Μ.), με τις οποίες, επικαλούμενοι εσφαλμένη εφαρμογή συγκεκριμένων διατάξεων του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζήτησαν την εξαφάνιση της εκκαλούμενης και οι μεν εκκαλούντες στην πρώτη και τρίτη των ως άνω εφέσεων την καθ` ολοκληρία παραδοχή των αγωγών τους, η δε εκκαλούσα στη δεύτερη των ως άνω εφέσεων ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία την απόρριψη των αγωγών των αντιδίκων της. Επί των εφέσεων αυτών, οι οποίες συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η με αριθ. 1722/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγιναν τυπικά δεκτές οι εφέσεις, απορρίφθηκε κατ' ουσία η από 1-6-2020 (αριθ. έκθ. κατάθ. 36192/2466/2020) έφεση της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "Ν. Α.-Ν. Π. Α..Ε..Α..Ε.." και ήδη αναιρεσείουσας, έγιναν δεκτές κατ' ουσία οι εφέσεις των εναγόντων-εκκαλούντων, εξαφανίστηκε η με αριθ. 499/2020 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κρατήθηκαν και συνεκδικάστηκαν οι ως άνω, από 28-2-2019 και 17-1-2019, αγωγές των εναγόντων και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση με την οποία έγιναν αυτές εν μέρει δεκτές, και αναγνωρίσθηκε ότι η δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία οφείλει να καταβάλει σε καθένα των εναγόντων, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, τα αναφερόμενα σε αυτή ποσά. Ήδη, με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η ως άνω με αριθ. 1722/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 224/2023, ΑΠ 10/2020). Επίσης, κατά την έννοια του ίδιου άρθρου 559 αριθμ. 1 εδάφ. β` του ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ` αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ έννοια (Ολ.ΑΠ 8/2005). Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του εδ. β` του αριθ. 1 του άρθρου 559 του ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς. Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 8/2005, ΑΠ 224/2023, ΑΠ 1493/2022, ΑΠ 1053/2021, ΑΠ 551/2020). Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα. Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 164/2021, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 70/2020, ΑΠ 551/2020, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 70/2020). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ'αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ του (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 6/2006, ΑΠ 1217/2020). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 736/2019). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 1217/2020). Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 68/2020, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 1217/2020). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 224/2023, ΑΠ 162/2020, ΑΠ 169/2019, ΑΠ 1339/2017). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 224/2023, ΑΠ 68/2020, ΑΠ 262/2020, ΑΠ 551/2020). Έτι περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ.β` και 914 του ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του ΑΚ να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ` αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ` ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το πιο πάνω άρθρο 300 του ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 224/2023, ΑΠ 263/2022, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 551/2020). Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας. Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την, κατ` άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (ΑΠ 263/2022, ΑΠ 867/2020, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 85/2019, ΑΠ 88/2019). Τα προαναφερόμενα έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας, άρα, και από αδικοπραξία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. του ΑΚ, στις οποίες μπορεί να θεμελιωθεί και η ευθύνη για τη ζημία, που προκαλείται κατά τη λειτουργία του αυτοκινήτου, κατ` άρθρ. 4 του ν. ΓΠΝ/1911. Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθ`εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του ν. 2696/1999 "Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημιές σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες. Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή ... και να μην προκαλούν γενικά με την συμπεριφορά τους τρόμο, ανησυχία ή παρενόχληση στους λοιπούς χρήστες των οδών...". Κατά το άρθρο 16 παρ. 1 και 4 του ίδιου νόμου "1. Στο οδικό δίκτυο της χώρας ισχύει η δεξιά κατεύθυνση κυκλοφορίας. Ο οδηγός κάθε οχήματος υποχρεούται, τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1 και 17 παρ. 6 του παρόντος Κώδικα, να οδηγεί το όχημά του πλησίον του δεξιού άκρου του οδοστρώματος και αν ακόμη ολόκληρο το οδόστρωμα είναι ελεύθερο .... 4. Ο οδηγός δεν επιτρέπεται να κυκλοφορεί σε οδόστρωμα που προορίζεται για την αντίθετη προς την κατεύθυνσή του κυκλοφορία ...", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1, 2 και 3 του νόμου αυτού "1. Ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς. 2. Ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματός του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας, κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού. Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν. 3. Ιδιαίτερα, ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας, ως και σε κάθε άλλη ειδική περίπτωση, που επιβάλλεται μετριασμός ταχύτητας". Στην ερευνώμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), ως προς το ζήτημα των συνθηκών, υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο τροχαίο ατύχημα, ως προς την υπαιτιότητα του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου στην επέλευση του εν λόγω ατυχήματος και ως προς την ύπαρξη ή μη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της οδηγικής συμπεριφοράς του θανατωθέντος οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας, κατά το χρόνο του ατυχήματος, χωρίς άδεια ικανότητας οδήγησης και του επελθόντος επιζήμιου αποτελέσματος, τα ακόλουθα:'' ... στις 26-7-2017 και περί ώρα 11:00, ο Θ. Μ., οδηγώντας την υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα του, εργοστασίου κατασκευής Piaggio-Vespa εκινείτο στη περιοχή Γυάλας Σαλαμίνας, επί της οδού Ζωοδόχου Πηγής, με κατεύθυνση από Γυάλα προς Κακή Βίγλα και πλησίαζε στο ύψος της οδού, όπου βρίσκεται η "Πέτρινη Στάση Κωπήρου". Κατά τον ίδιο χρόνο, ο Η. Λ. (αρχικά πρώτος εναγόμενος ως προς τον οποίο έγινε παραίτηση από τα δικόγραφα των δύο συνεκδικαζόμενων αγωγών), οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο (εργοστασίου κατασκευής Citroen, τύπου Saxo, έτους πρώτης κυκλοφορίας 1997), που ανήκε στην ιδιοκτησία του και ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην εναγόμενη των δύο συνεκδικαζόμενων αγωγών ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία «Ν. Α.-Ν. Π. Α..Ε..Α..Ε.. εκινείτο στην ίδια οδό, με αντίθετη όμως, κατεύθυνση, δηλαδή από Κακή Βίγλα προς Γυάλα και πλησίαζε και αυτός στο ύψος της οδού, όπου βρίσκεται η "Πέτρινη Στάση Κωπήρου". Στο ανωτέρω σημείο, η ως άνω οδός, είναι διπλής κατευθύνσεως, έχει μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, χωρίς διαχωριστική των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας γραμμή, συνολικό πλάτος οδοστρώματος 6,00 μ., δεν έχει έρεισμα ή πεζοδρόμιο δεξιά και αριστερά, είναι ευθεία-οριζόντια και το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας είναι 50 χιλ/ώρα (ανώτατο όριο ταχύτητας εντός κατοικημένης περιοχής). Κατά τον ως άνω χρόνο, που ήταν ημέρα, οι καιρικές συνθήκες ήταν καλές, η κατάσταση του οδοστρώματος ξηρά και η κυκλοφορία οχημάτων και πεζών αραιή (...). Ενώ δε, η ορατότητα στην οδό δεν περιοριζόταν από σταθερά εμπόδια, στο ρεύμα πορείας προς Γυάλα, όπου εκινείτο ο Η. Λ. εκτεινόταν στο οδόστρωμα πυκνή βλάστηση, περιορίζοντας το πλάτος του ρεύματος του (...). Κατά το χρόνο που ο Η. Λ. πλησίασε στην "Πέτρινη Στάση Κωπήρου", προκειμένου να αποφύγει την εκτεινόμενη στο ρεύμα πορείας του πυκνή βλάστηση, εισήλθε, με τη μεγαλύτερη από την επιβαλλόμενη ταχύτητα που είχε των 55-60 χιλ/ώρα, στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της ως άνω οδού, καταλαμβάνοντας από το πλάτος αυτού, περίπου ένα (1) μέτρο. Όταν δε, αντιλήφθηκε τη δίκυκλη μοτοσικλέτα, που οδηγούσε ο Θ. Μ., κινούμενη στο μέσο περίπου του ρεύματος πορείας της, ενστικτωδώς επιχείρησε να ενεργήσει δεξιό αποφευκτικό ελιγμό, πλην όμως, η αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου του συγκρούστηκε με την αριστερή πλευρά της μοτοσικλέτας, με αποτέλεσμα ο οδηγός της να εκτιναχθεί από αυτήν, να προσκρούσει με το κεφάλι του στην αριστερή πλευρά του ανεμοθώρακα του αυτοκινήτου και ακολούθως, να επιπέσει βίαια στο οδόστρωμα και να τραυματισθεί, η δε μοτοσικλέτα του κινούμενη ανεξέλεγκτα να ανατραπεί και να συρθεί στο οδόστρωμα με τη δεξιά πλευρά της. Όπως προκύπτει από την έκθεση αυτοψίας του Τ.Τ. Σαλαμίνας, με το σχεδιάγραμμα, που τη συνοδεύει: Θραύσματα (γυαλιού και πλαστικών εξαρτημάτων), νερά-λάδια από τα οχήματα, χρώματα και χαραγές στο οδόστρωμα δεν βρέθηκαν, η τελική θέση των οχημάτων μετά τη σύγκρουση δεν διαπιστώθηκε καθόσον, προ της αφίξεως της Τροχαίας στο σημείο του ατυχήματος, τα οχήματα είχαν μετακινηθεί, ενώ κηλίδες αίματος αποτυπώνονται στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα στο κέντρο του οδοστρώματος. Στην ως άνω έκθεση αναφέρονται οι επιφάνειες των οχημάτων που συγκρούσθηκαν και υπέστησαν βλάβες, για το ΙΧΕ αυτοκίνητο, "η αριστερή του πλευρά και ο ανεμοθώρακας" και για τη δίκυκλη μοτοσικλέτα, "περιμετρικά". Ο μάρτυρας Ε. Κ. στην ένορκη προανακριτική κατάθεσή του ανέφερε ότι, αφού άκουσε το θόρυβο της συγκρούσεως των οχημάτων, βγήκε από την οικία του και πήγε στον τόπο του ατυχήματος, όπου είδε τον οδηγό της μοτοσικλέτας πεσμένο μπρούμυτα στο οδόστρωμα στο ύψος της "Πέτρινης Στάσης Κωπήρου". Ο ίδιος εξετασθείς ενώπιον της Ειρηνοδίκη Νίκαιας (...) κατέθεσε ότι είδε έναν άνδρα πεσμένο μπρούμυτα στο οδόστρωμα με το σώμα του να είναι ολόκληρο στο ρεύμα με κατεύθυνση από Γυάλα προς Κακή Βίγλα και συγκεκριμένα τα πόδια του βρίσκονταν κοντά στη στάση "Κωπήρου" και κοίταζαν προς αυτήν και το κεφάλι του βρισκόταν προς το μέσο των δύο ρευμάτων. Η κατάθεσή του αυτή επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι στο μέσο του οδοστρώματος της οδού βρέθηκε κηλίδα αίματος, όπως αυτή αποτυπώνεται στο σχεδιάγραμμα της τροχαίας. Υπό τις αποδειχθείσες ανωτέρω συνθήκες του ενδίκου ατυχήματος, η πρόκληση αυτού και η επέλευση του θανατηφόρου τραυματισμού του οδηγού της μοτοσικλέτας οφείλονται στην αποκλειστική υπαιτιότητα του Η. Λ., οδηγού του ασφαλισμένου στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία ΙΧΕ αυτοκινήτου, ο οποίος, από αμέλειά του, ήτοι λόγω ελλείψεως της προσήκουσας σε κάθε συνετό οδηγό προσοχής, την οποία όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση του αυτοκινήτου του, δεν ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία αυτού, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, ούτε ρύθμισε την ταχύτητά του, λαμβάνοντας υπόψη τις επικρατούσες συνθήκες, ήτοι ότι η εκτεινόμενη στο ρεύμα του πυκνή βλάστηση, περιόριζε στο εν λόγω σημείο το μέχρι εκεί ελεύθερο πλάτος του και εφόσον συνέχιζε την πορεία του, θα αναγκαζόταν να εισέλθει περί το ένα (1) μέτρο στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, γεγονός που έπρεπε να τον καθιστά ιδιαίτερα προσεκτικό και να τον κάνει να κινείται με πολύ μικρή ταχύτητα, έτσι ώστε να μπορεί να ελέγχει τα αντιθέτως κινούμενα οχήματα και να διακόπτει ακόμη την πορεία του, εάν ήταν αναγκαίο, για να διέλθουν με ασφάλεια τα οχήματα αυτά. Ο οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου δεν διέκοψε την πορεία του ούτε κυρίως, μείωσε την ταχύτητά του, όπως όφειλε, ώστε να διέλθει με ασφάλεια η αντιθέτως κινούμενη μοτοσικλέτα του Θ. Μ., αλλά συνέχισε την κίνησή του, καταλαμβάνοντας περίπου ένα (1) μέτρο από το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, με αποτέλεσμα να προκληθεί, στο ρεύμα κυκλοφορίας του Θ. Μ., η σύγκρουση που περιγράφηκε ανωτέρω (άρθρα 12 παρ. 1, 16 παρ. 1, 4, 19 παρ. 1, 2 Κ.Ο.Κ.). Η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία για να αποκρούσει τον ισχυρισμό των εναγόντων των δύο αγωγών ότι το ΙΧΕ αυτοκίνητο εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, όπου εκινείτο η δίκυκλη μοτοσικλέτα, διατείνεται ότι, εάν είχε συμβεί αυτό, το αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο ασφαλισμένος της, θα είχε προσκρούσει με το εμπρόσθιο αριστερό μέρος του στη μοτοσικλέτα και ο οδηγός της θα είχε εκτιναχθεί, λόγω της σύγκρουσης, στο δεξιό άκρο του ρεύματος πορείας του. Όμως, από τις ζημίες που προκλήθηκαν στις συγκρουσθείσες επιφάνειες των οχημάτων, σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι το σώμα του Θ. Μ. βρέθηκε κάθετα στο οδόστρωμα του ρεύματος πορείας του, προκύπτει ότι ο οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου Η. Λ., ενώ είχε εισέλθει στο αντίθετο, με την πορεία του, ρεύμα κυκλοφορίας, για να αποφύγει τη σύγκρουση με την κινούμενη σ' αυτό μοτοσικλέτα, επιχείρησε αποφευκτικό προς τα δεξιά, ελιγμό, επανόδου στο ρεύμα του και για το λόγο αυτό η μη αποτραπείσα εν τέλει σύγκρουση των δύο οχημάτων ήταν πλευρική-εφαπτομενική, το δε σώμα του οδηγού της μηχανής μετά την πρόσκρουσή του στον ανεμοθώρακα του αυτοκινήτου, όπου αποσβέστηκε μέρος της από τη σύγκρουση ορμής του, κατέπεσε στο οδόστρωμα του ρεύματος, στο οποίο πριν εκινείτο η μοτοσικλέτα του. Αντίθετα, από το προσκομιζόμενο αποδεικτικό υλικό, δεν αποδείχθηκε ότι βαρύνει οποιαδήποτε συνυπαιτιότητα στη πρόκληση του ατυχήματος, το Θ. Μ., οδηγό της μοτοσικλέτας καθόσον αυτός εκινείτο κανονικά εντός του ρεύματος πορείας του, λόγω δε, της αιφνίδιας εισόδου στο ρεύμα αυτό του άνω ΙΧΕ αυτοκινήτου, δεν είχε τα χρονικά περιθώρια να πράξει κάτι προς αποφυγή της σύγκρουσης. Πρέπει να σημειωθεί ότι το γεγονός ότι ο Θ. Μ. δεν οδηγούσε τη δίκυκλη μοτοσικλέτα του πλησίον του δεξιού άκρου του οδοστρώματος του ρεύματος πορείας που ακολουθούσε, όπως ορίζει το άρθρο 16 παρ. 1 του ΚΟΚ, αφού απείχε ένα περίπου μέτρο από τον άξονα της οδού και περίπου δύο μέτρα από το προς τα δεξιά του άκρο του οδοστρώματος, δεν μπορεί να θεμελιώσει, αυτοτελώς, την οποιαδήποτε συνυπαιτιότητά του στην πρόκληση του ατυχήματος. Ειδικότερα, η εκ μέρους του παράβαση της προαναφερόμενης διάταξης του ΚΟΚ είναι γεγονός που, αυτό καθεαυτό, δεν είναι ικανό και δεν μπορούσε, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να συντελέσει στην επέλευση της ένδικης σύγκρουσης των δύο εμπλεκομένων οχημάτων και ως εκ τούτου δεν συνδέεται αιτιωδώς με την επέλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος του θανάσιμου τραυματισμού του Θ. Μ.. Και τούτο, διότι η παράβαση του άρθρου 16 παρ. 1 του ΚΟΚ θεσπίσθηκε για την εξασφάλιση της ακώλυτης κυκλοφορίας των κινουμένων στο ίδιο ρεύμα οχημάτων και όχι νια την αποφυγή σύγκρουσης με αντιθέτως κινούμενα οχήματα. Περαιτέρω, στην προκειμένη περίπτωση, η κίνηση του οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας πλησιέστερα προς τον άξονα της οδού απ' ότι προς το δεξιό, κατά την πορεία του, άκρο του οδοστρώματος, δεν αναιρεί το γεγονός της επίδειξης εκ μέρους του, της προσήκουσας επιμέλειας και προσοχής στην οδήγηση, αφού, όπως προαναφέρθηκε, δεν μπορούσε να προβλέψει, ως πιθανή, την τόσο αιφνίδια και αντικανονική είσοδο του αυτοκινήτου του Η. Λ. στο δικό του ρεύμα πορείας, σε χρόνο μάλιστα, που λόγω της μηδαμινής απόστασης, που χώριζε τα δύο οχήματά τους, δεν είχε τη δυνατότητα επιλογής κανενός απολύτως αποφευκτικού ελιγμού (...). Επίσης, η μη κατοχή εκ μέρους του Θ. Μ. αδείας ικανότητας οδηγήσεως της δίκυκλης μοτοσικλέτας δεν αποδεικνύεται ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση συνετέλεσε αιτιωδώς στη πρόκληση του επιδίκου τροχαίου ατυχήματος. Ειδικότερα, ο ως άνω οδηγός οδηγούσε τη μοτοσικλέτα επί έξι και πλέον έτη πριν το χρόνο το ατυχήματος (...), ο τόσος δε, χρόνος οδηγήσεως συνηγορεί στο ότι είχε αποκτήσει εμπειρία επαρκούς χειρισμού της κατά την οδήγηση. Επιπλέον, πρέπει να ληφθεί υπόψη και το ότι αρμοδίως είχε εγκριθεί η ικανότητά του να οδηγεί μοτοποδήλατο από το έτος 1974 αλλά και ΙΧΕ αυτοκίνητο από το 1981. Σε κάθε περίπτωση, λόγω της αιφνίδιας και απρόβλεπτης εισόδου του ΙΧΕ αυτοκινήτου στο ρεύμα πορείας της δίκυκλης μηχανής, που οδηγούσε ο Θ. Μ., ο μέσος συνετός και ικανός οδηγός δίκυκλης μηχανής δεν θα είχε τη δυνατότητα να αποφύγει με οδηγική αντίδραση (ελιγμού ή τροχοπεδήσεως) την επίδικη σύγκρουση. Στην ανωτέρω κρίση του, περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου Η. Λ., άγεται το Δικαστήριο από την προσήκουσα εκτίμηση του προσκομιζομένου αποδεικτικού υλικού και ιδίως, από τις προανακριτικές καταθέσεις των αυτοπτών μαρτύρων (σύμφωνα με την έκθεση αυτοψίας), ενώπιον του Τ.Τ Πειραιώς, της Κ. Σ. και του Π. Κ. που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, σε συνδυασμό με τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Ε. Κ. και Κ. Μ. ενώπιον της Ειρηνοδίκη Νίκαιας, την εκτιμώμενη ελεύθερα (άρθρο 390 ΚΠολΔ) από 13-9-2019 τεχνική έκθεση του μηχανολόγου-μηχανικού Π. Κ., που συντάχθηκε μετά από αίτηση των εναγόντων της από 17-1-2019 (υπό στοιχ. II) αγωγής, τα ευρήματα της Τροχαίας, που αποτυπώνονται στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα του τόπου του ατυχήματος του Τ.Τ. Σαλαμίνας και αναλύονται στην έκθεση αυτοψίας. Κατόπιν τούτων, αφού αποδείχθηκε ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος ήταν ο οδηγός του ασφαλισμένου στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία ΙΧΕ αυτοκινήτου Η. Λ., οι ισχυρισμοί περί αποκλειστικής υπαιτιότητας (άρθρο 5 Ν. ΓΠΝ/1911) και επικουρικά περί συνυπαιτιότητας του θανόντος Θ. Μ., κατά ποσοστό 95% (άρθρο 300 ΑΚ), στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος και στην επέλευση του θανάσιμου τραυματισμού του, που προβλήθηκαν πρωτοδίκως, προβάλλονται δε και τώρα, στην κατ' έφεση δίκη από την εκκαλούσα-εναγόμενη, ασφαλιστική εταιρεία, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι κατ' ουσία...''. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσία την έφεση της αναιρεσείουσας ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση, δεν παραβίασε ούτε ευθέως είτε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή είτε με εσφαλμένη υπαγωγή, είτε με παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914 του ΑΚ, καθώς και αυτές των άρθρων 12 παρ. 1, 16 παρ. 1 και 4, 19 παρ. 1 και 2 του Κ.Ο.Κ. (ν. 2696/1999) και διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και, συνεπώς, δεν στερείται νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προδιαληφθείσες διατάξεις και διέλαβε πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία τόσο ως προς την αποκλειστική υπαιτιότητα του Η. Λ., οδηγού του με αριθ. κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσης επιβατηγού αυτοκινήτου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο, για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη, στην ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία, για την πρόκληση του ένδικου τροχαίου ατυχήματος, όσο και ως προς την έλλειψη οποιασδήποτε συντρέχουσας αμέλειας του Θ. Μ., οδηγού της με αριθ. κυκλοφορίας ... δίκυκλης μοτοσικλέτας. Πιο συγκεκριμένα, διέλαβε στην απόφασή του με σαφήνεια και πληρότητα τα συγκροτούντα την έννοια της αμέλειας περιστατικά, τα οποία επέδειξε ο υπαίτιος οδηγός του ιδιωτικής χρήσης επιβατηγού αυτοκινήτου σε συνδυασμό με τις παραβάσεις διατάξεων του Κ.Ο.Κ., οι οποίες βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα και δη ότι ο εν λόγω οδηγός, οδηγώντας το προαναφερόμενο όχημά του και κινούμενος με αυτό επί της διπλής κατεύθυνσης οδού Ζωοδόχου Πηγής, στη περιοχή Γυάλα Σαλαμίνας, με κατεύθυνση από Κακή Βίγλα προς Γυάλα, έχοντας αναπτύξει ταχύτητα 55-60 χλμ/ώρα, δηλαδή ταχύτητα υπερβαίνουσα το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας των 50 χλμ/ώρα, αν και στη πορεία του (προς Γυάλα) υπήρχε στο οδόστρωμα πυκνή βλάστηση, η οποία περιόριζε, στο εν λόγω σημείο, το μέχρι εκεί ελεύθερο πλάτος του οδοστρώματος του ρεύματος πορείας του, δεν είχε διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση του οχήματός του και εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της ως άνω οδού, καταλαμβάνοντας από το πλάτος αυτού, περίπου ένα μέτρο, με άμεση συνέπεια η αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου του να συγκρουσθεί με την αριστερή πλευρά της κινούμενης στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορία,ς δηλαδή προς Κακή Βίγλα, δίκυκλης μοτοσικλέτας που οδηγούσε ο Θ. Μ., με αποτέλεσμα ο τελευταίος να εκτιναχθεί από αυτήν, να προσκρούσει με το κεφάλι του στην αριστερή πλευρά του ανεμοθώρακα του αυτοκινήτου και στη συνέχεια να επιπέσει βίαια στο οδόστρωμα και να τραυματισθεί θανάσιμα, η δε μοτοσικλέτα του κινούμενη ανεξέλεγκτα να ανατραπεί και να συρθεί στο οδόστρωμα με τη δεξιά πλευρά της. Ως προς τη συμπεριφορά του τελευταίου οδηγού Θ. Μ., το Δικαστήριο με σαφήνεια προσδιόρισε ότι αυτός κινείτο με το όχημά του σύννομα στο ρεύμα πορείας του απέχοντας ένα περίπου μέτρο από τον άξονα της οδού και περίπου δύο μέτρα από το δεξιό, σε σχέση με την πορεία του, άκρο του οδοστρώματος, όταν το συνολικό πλάτος του οδοστρώματος ήταν έξι μέτρα, αιτιολόγησε δε ότι: α) η παράβαση από αυτόν της διάταξης του άρθρου 16 παρ. 1 του Κ.Ο.Κ., με την οποία επιβάλλεται η οδήγηση των οχημάτων στο άκρο δεξιό του οδοστρώματος, ακόμη και αν ολόκληρο το οδόστρωμα είναι ελεύθερο, θεσπισθείσα για την εξασφάλιση της ακώλυτης κυκλοφορίας των κινούμενων στο ίδιο ρεύμα κυκλοφορίας οχημάτων και όχι για την αποφυγή σύγκρουσης με αντιθέτως κινούμενα οχήματα, δεν συνδέεται στην προκειμένη περίπτωση με την επέλευση της ένδικης σύγκρουσης, αφού από μόνη της δεν ήταν πρόσφορη να την προκαλέσει, καθώς επίσης και ότι η τοιαύτη κίνηση δεν αναιρεί το γεγονός της εκ μέρους του επίδειξης της προσήκουσας επιμέλειας και προσοχής στην οδήγηση, αφού δεν μπορούσε να προβλέψει, ως πιθανή, την τόσο αιφνίδια και αντικανονική είσοδο του αντιθέτως κινουμένου οχήματος στο δικό του ρεύμα πορείας (ΑΠ 70/2017, ΑΠ 809/2017, ΑΠ 959/2015) και β) η μη διενέργεια τροχοπέδησης ή άλλου αποφευκτικού ελιγμού από αυτόν δεν μπορεί να αποδοθεί σε συνυπαιτιότητά του, δοθέντος ότι η αιφνίδια είσοδος του επιβατηγού αυτοκινήτου στο ρεύμα πορείας του, του απέκλεισε κάθε δυνατότητα έγκαιρης αντίδρασης, διότι έλαβε χώρα, όταν η απόσταση που χώριζε τα δύο οχήματα ήταν μηδαμινή. Περαιτέρω και καθ' όσον αφορά τις αιτιάσεις περί δήθεν ελλείψεων και ασαφειών που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση από την αναιρεσείουσα σχετικά: α) τον προσδιορισμό της έκτασης που καταλάμβανε η πυκνή βλάστηση από το δεξιό τμήμα του ρεύματος πορείας προς Γυάλα, στο οποίο κινείτο το επιβατηγό αυτοκίνητο, ώστε να προκύψει η παραδοχή της εισόδου του στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, β) το λόγο για τον οποίο ο οδηγός του επιβατηγού αυτοκινήτου δεν αντιλήφθηκε πριν εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας την κίνηση της δίκυκλης μοτοσικλέτας στο ρεύμα αυτό, ενώ η οδός ήταν ευθεία και γ) τον προσδιορισμό της απόστασης που χώριζε τη μοτοσικλέτα από το επιβατηγό αυτοκίνητο όταν αυτό εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και τον προσδιορισμό του σημείου της αριστερής πλευράς του επιβατηγού αυτοκινήτου στο οποίο προσέκρουσε η μοτοσικλέτα, αυτές (αιτιάσεις) απαραδέκτως προβάλλονται, εφόσον οι φερόμενες ως ελλείψεις και ασάφειες στην αιτιολογία της απόφασης ανάγονται σε επιχειρήματα της αναιρεσείουσας προς επιστήριξη της προβληθείσας από αυτήν εκδοχής περί των συνθηκών της σύγκρουσης, η οποία δεν έγινε δεκτή από το Εφετείο, το οποίο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ως ορθό, με τις παραπάνω δε αιτιάσεις και υπό το πρόσχημα της προβαλλόμενης πλημμέλειας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση αποδεικτικό πόρισμα ότι η ένδικη σύγκρουση προκλήθηκε από αποκλειστική υπαιτιότητα του Η. Λ., οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα με αριθ. κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσης επιβατηγού αυτοκινήτου, ο οποίος δεν διέκοψε την πορεία του ούτε κυρίως, μείωσε την ταχύτητά του, όπως όφειλε, ενόψει της πυκνής βλάστησης που κάλυπτε μέρος του οδοστρώματος του δεξιού ρεύματος κυκλοφορίας στο οποίο κινείτο, γεγονός που έπρεπε να τον καθιστά ιδιαίτερα προσεκτικό ώστε να κινείται με πολύ μικρή ταχύτητα, έτσι ώστε να μπορεί να ελέγχει τα αντιθέτως κινούμενα οχήματα και να διακόπτει ακόμη την πορεία του, εάν ήταν αναγκαίο, για να διέλθουν με ασφάλεια τα αντιθέτως κινούμενα οχήματα, αλλά συνέχισε την κίνησή του, καταλαμβάνοντας περίπου ένα μέτρο από το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, με αποτέλεσμα να προκληθεί, στο ρεύμα κυκλοφορίας που κινείτο η δίκυκλη μοτοσικλέτα, η σύγκρουση. Δεν υπάρχει δε αντίφαση μεταξύ των παραδοχών του Εφετείου ότι λόγω της μηδενικής απόστασης που χώριζε τα δύο οχήματα ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσικλέτας δεν είχε τα χρονικά περιθώρια να πράξει κάτι προς αποφυγή της σύγκρουσης και της παραδοχής του ότι η σύγκρουση των δύο οχημάτων ήταν πλευρική-εφαπτομενική, διότι σαφώς εκτίθεται ότι ο οδηγός του επιβατηγού αυτοκινήτου, εισερχόμενος στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της οδού κατά ένα περίπου μέτρο και αντιλαμβανόμενος την δίκυκλη μοτοσικλέτα, ενστικτωδώς επιχείρησε να ενεργήσει δεξιό αποφευκτικό ελιγμό πλην όμως η αριστερή πλευρά του (αυτοκινήτου) συγκρούσθηκε με την αριστερή πλευρά της μοτοσικλέτας και εκ του λόγου αυτού η σύγκρουση δεν ήταν μετωπική. Τέλος τα υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα περί έλλειψης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την κρίση της ότι δεν συντρέχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της οδήγησης της με αριθ. κυκλοφορίας ... δίκυκλης μοτοσικλέτας από τον οδηγό της Θ. Μ. χωρίς άδειας ικανότητας οδήγησης και της πρόκλησης της ένδικης σύγκρουσης, αβασίμως προβάλλονται, ενόψει του σαφώς εκτιθέμενου, κατά τα ανωτέρω, αποδεικτικού πορίσματος της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η ένδικη σύγκρουση προκλήθηκε αποκλειστικά από υπαιτιότητα του οδηγού του με αριθ. κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσης επιβατηγού αυτοκινήτου και ότι αντιθέτως ουδεμία αμελής οδηγική συμπεριφορά του οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας με την οποία να συνδέεται καθ' οιονδήποτε τρόπο η πρόκληση του ατυχήματος, αποδείχθηκε αφού, ενόψει της αιφνίδιας εισόδου του οδηγού του επιβατηγού αυτοκινήτου στο αντίθετο ρεύμα πορείας του και της παρεμβολής του στην πορεία κίνησης της δίκυκλης μοτοσικλέτας, δεν ήταν δυνατό ακόμη και σε εμπειρότερο και κατέχοντα άδεια οδήγησης μέσο οδηγό μοτοσικλέτας να κατορθώσει να αποφύγει την σύγκρουση των οχημάτων. Περαιτέρω, η εμπεριεχόμενη στο δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί, εσφαλμένα, ότι "η σύγκρουση έλαβε δήθεν χώρα εντός του ρεύματος κυκλοφορίας προς "Κακή Βίγλα" (ρεύμα της μηχανής) και μάλιστα σε απόσταση ενός μέτρου εντός τούτου σε σχέση με το νοητό άξονα της οδού, διότι, βάσει όσων εκτέθηκαν, δεν δικαιολογείται η τελική θέση του σώματος του αναβάτη της μηχανής στον άξονα του οδοστρώματος, εκεί δηλαδή όπου εντοπίστηκε η κηλίδα αίματος, προερχόμενη από την κεφαλή του, αφού άλλωστε η κεφαλή του είχε προσκρούσει στον ανεμοθώρακα του αυτοκινήτου, στο σημείο ακριβώς μπροστά από τον οδηγό του τελευταίου, ενώ αν η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση είχε, ως όφειλε, χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, θα έπρεπε να είχε δεχθεί το απολύτως αυτονόητο, ότι δηλαδή η δίκυκλη μηχανή υπήρξε εκείνη που σε φάση απώλειας ελέγχου από τον οδηγό της εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, με συνέπεια να λάβει χώρα πλευρική - εφαπτομενική σύγκρουση των οχημάτων, κατά την οποία η πλάγια αριστερή πλευρά της μηχανής προσέκρουσε και σύρθηκε κατά μήκος της αριστερής πλευράς του ΙΧΕ αυτοκινήτου, με φορά αντίθετη ως προς την κίνηση του τελευταίου, δηλαδή με σημείο εκκίνησης (ως προς το ΙΧΕ) το εμπρόσθιο αριστερό φτερό και τον καθρέπτη του αυτοκινήτου και σημείο εκφύλισης το οπίσθιο αριστερό τμήμα του ΙΧΕ, κατά δε την αρχική φάση της σύγκρουσης, όταν δηλαδή η αριστερή πλευρά της μηχανής προσέκρουσε στο εμπρόσθιο αριστερό φτερό και καθρέπτη του αυτοκινήτου, η κεφαλή του Θ. Μ. προσέκρουσε και έθραυσε τον ανεμοθώρακα του αυτοκινήτου, στο σημείο που βρίσκεται ακριβώς μπροστά από τον οδηγό, με αποτέλεσμα ο Θ. Μ. να καταπέσει επί τόπου στο οδόστρωμα, σε αντίθεση με τη μηχανή του, η οποία, αφού σύρθηκε ανεξέλεγκτη μέχρι το οπίσθιο πλάγιο αριστερό τμήμα του αυτοκινήτου, ανετράπη προς την πλευρά του ρεύματος κυκλοφορίας προς Κακή Βίγλα" παραβίασε και τα ως άνω διδάγματα της κοινής πείρας σχετικά με την πλευρική-εφαπτομενική σύγκρουση, είναι απαράδεκτος, προεχόντως διότι τα αναφερόμενα σε αυτόν, ως διδάγματα κοινής πείρας, πραγματικά περιστατικά, παρεκτός του ότι δεν συγκροτούν την έννοια τέτοιων διδαγμάτων, δεν αφορούν την υπαγωγή πραγματικών περιστατικών στους ως άνω επικαλούμενους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914, 300 και 330 του ΑΚ και αυτών του Κ.Ο.Κ., αλλά, οι επικαλούμενες αιτιάσεις, κατά το οικείο μέρος του αναιρετικού λόγου, αναφέρονται αποκλειστικά στην απόδειξη κρίσιμων γεγονότων και στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α', β' και 19 του ΚΠολΔ, προβλεπόμενες πλημμέλειες, οι οποίες αποδίδονται με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και συνακολούθα οι λόγοι αυτοί, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι και απαράδεκτοι, κατά τις διακρίσεις που προαναφέρθηκαν. Σύμφωνα με το άρθρο 932 του ΑΚ "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών, χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (ΑΠ 272/2020, ΑΠ 65/2019, ΑΠ 1361/2013). Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης. Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 9/2015, ΑΠ 301/2021, ΑΠ 2/2020). Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΑΠ 301/2021, ΑΠ 184/2021, ΑΠ 525/2021, ΑΠ 398/2020). Ενόψει όλων αυτών η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 του ΚΠολΔ) αναλόγως από τους αριθ. 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας. Στην ερευνώμενη υπόθεση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 1722/2021 απόφασή του, σχετικά με το κεφάλαιο, που ενδιαφέρει στο παρόντα αναιρετικό λόγο, χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης κατ' άρθρα 932 του ΑΚ, που επιδικάστηκε στους αναιρεσίβλητους, δέχθηκε, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπησή της, τα εξής: ''... όσον αφορά την από 28-2-2019 αγωγή αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα Α. Σ. ήταν ηλικίας 46 ετών, κατά το χρόνο του θανάτου του συζύγου της Θ. Μ., με τον οποίο βρισκόταν σε έγγαμη συμβίωση από το έτος 2004. Από το γάμο τους απέκτησαν την εκπροσωπούμενη από την ως άνω ενάγουσα, Δ.-Μ. Μ., η οποία ήταν 13 ετών, κατά το χρόνο του θανάτου του πατέρα της. Μέχρι τότε, ζούσαν όλοι μαζί, ήταν μια δεμένη με αγάπη και αισθήματα στοργής οικογένεια και τόσο η σύζυγος του θανόντος όσο και η ανήλικη θυγατέρα του, απολάμβαναν την αμέριστη αγάπη, συμπαράσταση και φροντίδα του. Ο αιφνίδιος και βίαιος θάνατος του συζύγου και πατέρα τους, προκάλεσε σ' αυτές βαριά θλίψη και οδύνη, έκτοτε δε, βιώνουν μοναξιά και την έλλειψη του στηρίγματος, που αυτός τους πρόσφερε. Για την ανήλικη Δ.-Μ. είναι ιδιαίτερα οδυνηρή η απώλεια του πατέρα της, καθόσον αυτή βρίσκεται στο στάδιο της εφηβικής ηλικίας της και βιώνει την απώλεια αυτή με έντονη θλίψη, πλήττεται δε, η ομαλή ψυχοσωματική της ανάπτυξη, αφού τα παιδιά της ηλικίας της έχουν ιδιαίτερη ανάγκη τη στήριξη και των δύο γονέων τους. Για την άμβλυνση των συναισθημάτων αυτών, για την ηθική παρηγοριά και ψυχική ανακούφισή τους, δεδομένων των συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα η ένδικη σύγκρουση, της αποκλειστικής υπαιτιότητας στην πρόκληση του επιδίκου ατυχήματος του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος και του συντρέχοντος πταίσματος του θανόντος στην έκταση του θανάσιμου τραυματισμού του, της ηλικίας του θανόντος και της καλής κατάστασης της υγείας του, της ηλικίας της ενάγουσας και του ανηλίκου τέκνου της, του βαθμού συγγένειας, του συναισθηματικού δεσμού με τον θανόντα, του ψυχικού πόνου, που δοκίμασαν και δοκιμάζουν από τον πρόωρο και αδόκητο θάνατο του, τη θλίψη και τον κλονισμό που υπέστησαν από την αιτία αυτή, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης της ενάγουσας και του ανηλίκου τέκνου (η οικονομική κατάσταση της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας δεν λαμβάνεται υπόψη, διότι η ευθύνη της είναι εγγυητική), δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, η ενάγουσα το ποσό των 65.000 ευρώ και η ανήλικη θυγατέρα της το ποσό των 70.000 ευρώ, ποσά που, μετά τη στάθμιση των κατά νόμο στοιχείων, κρίνονται εύλογα και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητα ... Όσον αφορά την από 17-1-2019 αγωγή, αποδείχθηκε ότι η πρώτη και η δεύτερη των εναγόντων Μ. Μ. και Χ. Μ. αντίστοιχα, θυγατέρες του θανόντος από τον πρώτο γάμο του, κατά το χρόνο του θανάτου του πατέρα τους ήταν ηλικίας 29 και 24 ετών αντίστοιχα. Η τρίτη και η πέμπτη των εναγόντων Μ. Μ. του Δ. και Α. Μ., το γένος Μ. Μ., μητέρα και αδελφή του θανόντος αντίστοιχα, ήταν, κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο, ηλικίας 85 και 66 ετών αντίστοιχα, ενώ ο τέταρτος των εναγόντων, Π. Π., που εκπροσωπείται νόμιμα από τους γονείς του, ήταν εγγονός του θανόντος από την ενήλικη θυγατέρα του Χ. Μ., ηλικίας μόλις 8,5 μηνών, κατά το χρόνο του θανάτου του παππού του Ο αιφνίδιος και βίαιος θάνατος του προσφιλούς συγγενικού τους προσώπου, υπό τις προεκτεθείσες συνθήκες, προκάλεσε σε όλους τους παραπάνω ενάγοντες, με τους οποίους τον συνέδεαν αισθήματα αγάπης και στοργής, έντονο ψυχικό πόνο, θλίψη και οδύνη, αφού έχασαν βίαια και απροσδόκητα τον πατέρα, γιο, παππού και αδελφό τους, αντίστοιχα, βιώνοντας έκτοτε τη μοναξιά και την απώλεια ενός ενεργού μέλους της οικογένειάς τους, με το οποίο τους συνέδεαν στενές σχέσεις ενδιαφέροντος και στοργής. Για την άμβλυνση των συναισθημάτων αυτών, για την ηθική παρηγοριά και ψυχική ανακούφισή τους, δεδομένων των συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα η ένδικη σύγκρουση, της αποκλειστικής υπαιτιότητας στην πρόκληση του επιδίκου ατυχήματος του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος και του συντρέχοντος πταίσματος του θανόντος στην έκταση του θανάσιμου τραυματισμού του, της ηλικίας του θανόντος και της καλής κατάστασης της υγείας του, της ηλικίας των ανωτέρω συγγενών, του βαθμού συγγένειας εκάστου των εναγόντων με τον θανόντα, του συναισθηματικού δεσμού που τους συνέδεε με αυτόν, του ψυχικού πόνου, που δοκίμασαν και δοκιμάζουν από τον πρόωρο και αδόκητο θάνατο του συγγενούς τους, τη θλίψη και τον κλονισμό, που υπέστησαν από την αιτία αυτή, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των εναγόντων (η οικονομική κατάσταση της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας δεν λαμβάνεται υπόψη, διότι η ευθύνη της είναι εγγυητική), δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, οι τρεις πρώτες ενάγουσες το ποσό των 50.000 ευρώ, η καθεμία, ο τέταρτος των εναγόντων, όπως νόμιμα εκπροσωπείται από τους γονείς του, το ποσό των 5.000 ευρώ και η πέμπτη εξ αυτών, το ποσό των 25.000 ευρώ, ποσά που, μετά τη στάθμιση των κατά νόμο στοιχείων, κρίνονται εύλογα και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας ...''. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού έκρινε απορριπτέα την ένσταση της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας περί συνυπαιτιότητας του θανόντος, οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας Θ. Μ., στη πρόκληση του ένδικου τροχαίου ατυχήματος και συνυπαίτιο στην έκταση του τραυματισμού του (άρθρ. 300 του ΑΚ), με την πληττόμενη απόφασή του, κατά το μέρος που ενδιαφέρει την παρούσα αναιρετική δίκη, δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμες τις από 6-4-2020 και 1-9-2020 εφέσεις των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων και αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη με αριθ. 1722/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε κρίνει διαφορετικά, ως προς το ύψος των εύλογων χρηματικών ποσών της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, κράτησε και δίκασε κατ' ουσία τις ένδικες από 28-2-2019 και 17-1-2019 αγωγές, ως προς την εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, τις οποίες και δέχθηκε κατά ένα μέρος και αναγνώρισε ότι η αναιρεσείουσα έχει υποχρέωση να καταβάλει, για την προαναφερόμενη αιτία, σε καθένα των αναιρεσίβλητων τα ως άνω (μεγαλύτερα) ποσά. Με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή των διατάξεων, ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 932 του ΑΚ και της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, αναγνώρισε ότι οι ενάγοντες-αναιρεσίβλητοι δικαιούνται ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης από τον θανάσιμο τραυματισμό του "οικείου τους" (συζύγου, πατέρα, γιού, παππού και αδελφού) τα ανωτέρω ποσά, τα οποία όμως είναι δυσανάλογα μεγάλα σε σχέση με αυτά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει τη χρηματική ικανοποίηση των εναγόντων - αναιρεσίβλητων λόγω ψυχικής οδύνης στα ανωτέρω ποσά, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι τα ποσά αυτά, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπερβαίνουν και μάλιστα καταφανώς, εκείνα που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης. Επομένως, είναι αβάσιμος ο τέταρτος, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγος του αναιρετηρίου. Περαιτέρω, με τον ίδιο (τέταρτο) λόγο του αναιρετηρίου, η αναιρεσείουσα εταιρία προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι, το Εφετείο, προέβη στον καθορισμό της οφειλόμενης, εκ του άρθρου 932 του ΑΚ, εύλογης αποζημίωσης των αναιρεσιβλήτων, λόγω ψυχικής οδύνης, χωρίς να αξιολογήσει και αιτιολογήσει την κοινωνική και οικονομική κατάσταση αυτών (δικαιούχων-αναιρεσίβλητων). Ο λόγος αυτός, κατά το ως άνω σκέλος του, είναι αβάσιμος, αφού ρητώς, η προσβαλλόμενη απόφαση, προκειμένου να καθορίσει, στα ως άνω ποσά, το ύψος της οφειλόμενης στους αναιρεσίβλητους χρηματικής ικανοποίησης για την ψυχική οδύνη που υπέστησαν από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία οδηγού του ζημιογόνου οχήματος, αναφέρεται και στην κοινωνική και οικονομική θέση και κατάστασή τους, ως στοιχεία τα οποία συνεκτίμησε για τον καθορισμό της οφειλόμενης σε αυτούς εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, ενώ εξ άλλου, στο πλαίσιο της ελεύθερης από μέρους του Εφετείου εκτίμησης όλων των στοιχείων που προσδιορίζουν το ύψος της οφειλόμενης χρηματικής ικανοποίησης, δεν είχε υποχρέωση, να αιτιολογήσει ειδικότερα την απόφασή του ως προς κάθε ένα από τα στοιχεία αυτά. Μετά από αυτά, η ένδικη αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο ταμείο για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ` άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1-1-2016 ένδικα μέσα) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παριστάμενων, κατά ομάδας, με διαφορετικό πληρεξούσιο δικηγόρο, αναιρεσίβλητων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό (ΑΠ 301/2021). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 19-7-2021 (αριθ. έκθ. κατάθ. 5975/769/2021), αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 1722/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο ταμείο. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων κάθε ομάδας των παριστάμενων αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για καθεμιά ομάδα από αυτές. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουνίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 31 Αυγούστου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ