Αριθμός 370/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου - Εισηγήτρια, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Καλλιόπη Πανά και Παναγιώτη Αθανασόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "E. S. S. Ι. Ε. Π. Υ. Α. Α. Ε." και τον διακριτικό τίτλο "E. S. S. S..A.." πρώην α)… Ανώνυμη Εταιρεία" με το διακριτικό τίτλο "… S.A", β) "… S.A", η οποία εδρεύει στην…, διατηρεί υποκατάστημα στο …και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Γάτσιο, που κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1)Ν. Μ. του Θ. και 2)Γ. Χ. του Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με αριθμό κατάθεσης 7509/2017 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 38/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 8126/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 7-10-2019 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα εταιρεία, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη της. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 37/2019, ΑΠ50/2019, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 1545/2017, ΑΠ 242/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 9624γ`/3.6.2020 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Λ. Κ. της περιφέρειας του Εφετείου με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, που προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση από 7.10.2019 αίτησης αναίρεσης κατά της 8126/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του Β2 πολιτικού τμήματος του Αρείου Πάγου και πράξη ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (29.9.2020), καθώς και κλήση της αναιρεσείουσας προς τους αναιρεσίβλητους για να παραστούν κατά την ανωτέρω δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προς τον παραστάντα κατά τη συζήτηση ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσίβλητων Δημήτριο Λάζο , ως αντίκλητο αυτών (ΚΠολΔ 143 παρ. 1, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο πρώτο παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, ΑΠ 532/2020,ΑΠ972/2018). Οι αναιρεσίβλητοι, όμως, δεν εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με τη σειρά της από το πινάκιο, ούτε κατέθεσαν κατ` άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως του πληρεξούσιου δικηγόρου τους κατά τη δικάσιμο αυτή. Επομένως, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία των αναιρεσίβλητων, σαν να ήταν παρόντες (ΚΠολΔ 568 παρ.4, 576 παρ.2). Με την από 7-10-2019 (με Γ.Α.Κ 19032/2019 και Ε.Α.Κ 2111/2019) αίτηση αναίρεσης της αναιρεσείουσας - εναγομένης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "E. S. S. Ι. Ε. Π. Υ. Α. Α. Ε." κατά των αναιρεσιβλήτων-εναγόντων Ν. Μ. και Γ. Χ., πλήττεται η 8126/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Η αναιρεσιβαλλόμενη εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων την 10-7-2019 επί της ασκηθείσης από 11-7-2018 (με Γ.Α.Κ 25570/2018 και Ε.Α.Κ 829/2018) εφέσεως των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, κατά της 38/2018 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, εκδοθείσης κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρο 614 παρ.1 και 3 ΚΠΟΛΔ), επί της από 20-6-2017 (με αριθμό κατάθεσης 7509/2017) αγωγής του εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων για εργατικές αξιώσεις. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε τυπικά και κατ` ουσία την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη και αφού κράτησε την αγωγή και δίκασε κατ` ουσία την υπόθεση δέχθηκε εν μέρει κατ` ουσία την αγωγή ως προς την επικουρική βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Η αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα(άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 ΚΠολΔ). Συνεπώς είναι παραδεκτή(άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από την παραδεκτή επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Στην προκείμενη περίπτωση, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι Ν. Μ. και Γ. Χ. με την από 20-6-2017 (με αριθμό κατάθεσης 7509/2017) αγωγή τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, εξέθεσαν ότι προσλήφθηκαν από τη δικαιοπάροχο της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "E. S. S. Ι. Ε. Π. Υ. Α. Α. Ε.", η οποία δραστηριοποιείται στην παροχή υπηρεσιών ασφαλείας, στις 18-1-2002, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίες κατέστησαν αορίστου μετά τη λήξη τους, παρέχοντας τις υπηρεσίες τους ως φύλακες, στο χώρο του αγροκτήματος της κτηνιατρικής σχολής του ΑΠΘ στο Κολχικό του δήμου Λαγκαδά, με πενθήμερο εβδομαδιαίο και ημερήσιο οκτάωρο ωράριο εργασίας. Ότι αρχές Μαΐου του 2013 η εναγομένη τους ζήτησε να υπογράψουν συμβάσεις μερικής απασχόλησης αορίστου χρόνου, με δυνατότητα μεταβολής εκ μέρους της, του τόπου παροχής της εργασίας τους, ενώ ταυτόχρονα τους κάλεσε να προσκομίσουν και την απαιτούμενη από το ν. 2518/1997 επαγγελματική άδεια εργασίας τους. Ότι μετά την άρνηση τους να υπογράψουν τις νέες συμβάσεις εργασίας η εναγομένη τους κοινοποίησε στις 28-5-2013 εξώδικες δηλώσεις, με τις οποίες αυτή επικαλούμενη αναληθώς άρνησή τους να παρέχουν την εργασία που τους ζητήθηκε και έλλειψη από αυτούς της απαιτούμενης άδειας εργασίας, τους δήλωσε ότι η εργασιακή τους σχέση τελεί από υπαιτιότητά τους υπό αναστολή από 28-5-2013. Ότι αυτοί με το από 29-5-2013 εξώδικο τους προς την εναγομένη δήλωσαν ότι συνεχίζουν να παρέχουν την εργασία τους με τους ίδιους όρους και στον ίδιο τόπο που την παρέχουν από την αρχή της απασχόλησή τους στην εναγομένη. Ότι αν και μέχρι τον Δεκέμβριο του 2013 εργάστηκαν στην εναγομένη χωρίς η τελευταία (εναγομένη) να εμποδίσει την παροχή της εργασίας τους, την οποία αντίθετα αποδεχόταν, δεν τους έχει καταβάλει μέχρι σήμερα τους δεδουλευμένους μισθούς τους για το χρονικό διάστημα από τον Μάιο μέχρι και τον Δεκέμβριο του 2013, Με βάση τα ανωτέρω, ζήτησαν, να υποχρεωθεί η εναγομένη με βάση τις άνω συμβάσεις εργασίας τους, να τους καταβάλει για δεδουλευμένους μισθούς από το μήνα Μάιο έως και το μήνα Δεκέμβριο του 2013,σύμφωνα με τον μηνιαίο συμβατικό μισθό από 1221,93 ευρώ για τον πρώτο ενάγοντα και από 1118,78 ευρώ για το δεύτερο ενάγοντα: α) το συνολικό ποσό των 9.669,19 ευρώ στον πρώτο ενάγοντα και β) το συνολικό ποσό των 8.852,95 ευρώ στον δεύτερο ενάγοντα, όπως το κάθε επιμέρους ποσό περιγράφεται αναλυτικά στο δικόγραφο της αγωγής, νομιμότοκα από την ημέρα που το κάθε επιμέρους ποσό κατέστη απαιτητό, επικουρικά δε, σε περίπτωση που ήθελε κριθούν άκυρες οι συμβάσεις εργασίας τους, να υποχρεωθεί η εναγομένη να τους καταβάλει τα ανωτέρω ποσά, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού και να καταδικαστεί αυτή στη δικαστική τους δαπάνη. Επί της αγωγής αυτής, που συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε πρωτόδικα η υπ' αριθ. 38/2018 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία απέρριψε την αγωγή ως προς την κύρια βάση της, δεχόμενη ακυρότητα των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων, επειδή αυτοί δεν ήταν εφοδιασμένοι με την προβλεπόμενη από τον ν.2518/1997 άδεια εργασίας και συνεπώς η εναγομένη καταγγέλοντας τις (άκυρες) συμβάσεις εργασίας και μη αποδεχόμενη τις υπηρεσίες τους δεν κατέστη υπερήμερη και δεν υποχρεούται στην καταβολή μισθών υπερημερίας. Κατά της παραπάνω πρωτόδικης αποφάσεως οι ενάγοντες άσκησαν την από 11-7-2018 (με Γ.Α.Κ 25570/2018 και Ε.Α.Κ 829/2018) έφεσή τους παραπονούμενοι ότι η πρωτόδικη απόφαση μετά την απόρριψη της κύριας βάσης της αγωγής τους από σύμβαση εργασίας δεν ερεύνησε την επικουρική βάση της αγωγής τους, με την οποία ζητούσαν σε περίπτωση ακυρότητας των συμβάσεων εργασίας τους την επιδίκαση σε αυτούς των αιτουμένων ποσών για δεδουλευμένες αποδοχές από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και όχι για μισθούς υπερημερίας λόγω καταγγελίας από την εναγομένη της σύμβασης εργασίας τους. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη υπ` αριθ. 8126/2019 απόφασή του, όπως προαναφέρθηκε, δέχθηκε τυπικά και κατ` ουσία την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη και αφού κράτησε την αγωγή και δίκασε κατ` ουσία την υπόθεση δέχθηκε εν μέρει κατ` ουσία την αγωγή ως προς την επικουρική βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη υπ` αρ.8126/2019 απόφασή του κατά την ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του τα εξής: "Η εναγομένη δραστηριοποιείται στην παροχή υπηρεσιών ασφαλείας. Στις 18-1-2002 η δικαιοπάροχός της με την επωνυμία "A. securjty επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών ασφαλείας ανώνυμη εταιρεία", της οποίας με την από 7-9-2011 απόφαση της ΓΣ της τροποποιήθηκε η επωνυμία της σε "… ανώνυμη εταιρεία" και το διακριτικό Τίτλο "… SA", προσέλαβε τους ενάγοντες με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου έως την 31-12-2002, προκειμένου να παράσχουν τις υπηρεσίες τους ως φύλακες στο αγρόκτημα της κτηνιατρικής σχολής του ΑΠΘ στο δήμο Λαγκαδά. Μετά τη λήξη τους, οι ενάγοντες εξακολούθησαν να εργάζονται στον παραπάνω χώρο του ΑΠΘ με την ίδια ειδικότητα και τους ίδιους όρους και συνθήκες εργασίας των αρχικών τους συμβάσεων, συνεχώς και αδιάλειπτα μισθοδοτούμενοι από την ίδια εταιρία και τις καθολικές διαδόχους της, χωρίς οποιαδήποτε ρητή ή σιωπηρή εναντίωση των τελευταίων, οι οποίες, αντιθέτως, αποδέχθηκαν την παροχή των υπηρεσιών που αυτοί προσέφεραν σε εκτέλεση των ανατιθεμένων από αυτές εργασιακών καθηκόντων του φύλακα στον παραπάνω χώρο Α.Π.Θ., με συνέπεια οι συμβάσεις τους να ανανεωθούν σιωπηρά, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 671 ΑΚ, με την έννοια της παράτασης για αόριστο χρόνο. Με τις από 15-5-2013 εξώδικες δηλώσεις-προσκλήσεις της οι οποίες επιδόθηκαν νόμιμα στους ενάγοντες (βλ. τις με αριθ. 621 ΙΔ και 6212Δ/15-5-2013 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θες/νίκης Α. Κ.), η εναγομένη δήλωσε τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων από αορίστου σε ορισμένου χρόνου, ενώ ταυτόχρονα κάλεσε τους ενάγοντες να της προσκομίσουν την απαιτούμενη από το ν. 2518/1997 επαγγελματική άδεια, προκειμένου να παραλάβουν το νέο πρόγραμμα εργασίας τους, προσκόμιση η οποία δεν έγινε. Άρα, οι επίδικες συμβάσεις εργασίας παρέμειναν μέχρι τη λήξη τους άκυρες, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 3, 174 και 180 Α.Κ., όπως βάσιμα η εναγομένη υποστηρίζει, ως αντικείμενη στις απαγορευτικές διατάξεις του v. 2518/1997, που αφορούν τη δημόσια τάξη, λογιζόμενες ως μηδέποτε γενόμενες. Οι ενάγοντες όμως εξακολούθησαν να παρέχουν την εργασία τους στην εναγομένη με την ίδια ειδικότητα, τους ίδιους όρους και τις ίδιες συνθήκες, ενώ η εναγομένη αποδεχόταν την προσφερόμενη από αυτούς εργασία μέχρι και τον Δεκέμβριο του 2013, Σαφής προς τούτο είναι η κατάθεση του μάρτυρα που εξετάστηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ο οποίος κατέθεσε ρητά ότι οι ενάγοντες εξακολουθούσαν μέχρι και τον Δεκέμβριο του 2013 να εργάζονται με πλήρες ωράριο στην εναγομένη, o ίδιος δε, ως κάτοικος Κολχικού του Δήμου Λαγκαδά είχε άμεση γνώση για τις ώρες εργασίας τους, καθώς τους έβλεπε καθημερινά. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε την αγωγή ως προς την κύρια βάση της, δεχόμενο ότι, λόγω της έλλειψης της προβλεπόμενης από το άρθρο 3 του ν. 2518/1997 άδειας εργασίας των εναγόντων, η μεταξύ αυτών και της εναγομένης σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ήταν άκυρη, ορθά το νόμο ερμήνευσε, απορρπττομένου ως αβάσιμου του σχετικού λόγου έφεσης. Όμως, η επικουρική βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού, που σωρεύτηκε νόμιμα, κατά δικονομική επικουρικότητα στην αγωγή, (ΚΠολΔ 219, ΑΠ 2019/2007 Νόμος), ήτοι υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση απόρριψης της κύριας βάσης από τη σύμβαση εργασίας λόγω ακυρότητάς της για την πληρότητα δε αυτής, αρκεί, κατ' άρθρο 216 παρ. Ι ΚΠολΔ, πέρα από την παροχή της εργασίας και τον εξαιτίας της πλουτισμό του εργοδότη, να γίνεται απλή επίκληση της ακυρότητας της σύμβασης εργασίας, χωρίς να απαιτείται και ειδική έκθεση των γεγονότων που αποτελούν την αιτία της ακυρότητας (ΟλΑΠ 23/2003, ΟλΑΠ 2/1987, ΑΠ 904/2004, ΕφΑΘ 6565/2008, ΕφΑΘ 1064/2006 Νόμος), απορριπτομένου ως μη νόμιμου του αντίθετου ισχυρισμού της εναγομένης πρέπει να ερευνηθεί ως προς την ουσία της. Στην προκειμένη περίπτωση, οι ενάγοντες, των οποίων οι συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ήταν, κατά τα ανωτέρω, άκυρες, διατελούσαν με την εργοδότρια εταιρία τους σε απλή σχέση εργασίας και δεν μπορούν μεν να αξιώσουν, με βάση τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, που συνήψαν με την τελευταία, το νόμιμο μισθό τους, δικαιούνται όμως να απαιτήσουν, κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις (ΑΚ 904), την απόδοση της ωφέλειας που αυτή αποκόμισε από την παρασχεθείσα εργασία τους, αφού η παροχή της έγινε, στην προκειμένη περίπτωση, σε εκτέλεση άκυρης σύμβασης και επομένως δεν υφίσταται νόμιμη αιτία, που να δικαιολογεί τη διατήρηση της ωφέλειας στην εργοδότρια εταιρία (εναγομένη), στο βαθμό που αυτή έτσι καθίσταται πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας των εργαζομένων από αιτία μη αναγνωριζόμενη από το νόμο. H ωφέλεια δε της εργοδότριας εταιρίας, αποτιμώμενη, συνίσταται στο μισθό που αυτή θα κατέβαλλε, δυνάμει έγκυρης σύμβασης εργασίας, σε άλλο μισθωτό του Ιδίου επαγγέλματός και των αυτών προσόντων και ικανοτήτων, για την ίδια εργασία και υπό τις επικρατούσες στον τόπο της παροχής της συνθήκες, χωρίς όμως να λαμβάνονται υπόψη οι προσαυξήσεις, που δικαιούταν o ακύρως προσληφθείς, αν κατάρτιζε έγκυρη σύμβαση, λόγω των τυχόν συντρεχουσών στο πρόσωπό του ιδιαίτερων περιστάσεων (λόγω γάμου, τέκνων, πολυετούς υπηρεσίας και προϋπηρεσίας), εφόσον αυτές δεν θα συνέτρεχαν αναγκαία και στο πρόσωπο του άλλου εργαζόμενου, που θα μπορούσε να προσληφθεί εγκύρως. Συνεπώς, σύμφωνα με την από 7-12-2012 επιχειρησιακή ΣΣΕ της εναγομένης (Π,Κ. 56/14-12-2012), οι νόμιμες αποδοχές των εναγόντων ανέρχονταν για το χρονικό διάστημα από 1-5-2012 έως 31-12-2013, στο ποσό των 761,90 ευρώ μηνιαίως(βασικός μισθός άγαμου με 3 τριετίες συμπληρωμένες μέχρι 14-2-2012, οπότε με τον ν. 4046/2012 και την ΠΥΣ 6/2012 "πάγωσε" η προϋπηρεσία), και για χρονικό διάστημα από Μάιο του 2013 έως και Δεκέμβριο 2013, δικαιούται έκαστος εξ αυτών για μισθούς το συνολικό ποσό των (761,90 ευρώ Χ 8 μήνες) 6.095,20 ευρώ, νομιμότοκα για κάθε μισθό από την πρώτη επόμενου μήνα τον οποίο αφορά. Επομένως, το πρωτόδικο Δικαστήριο που απέρριψε σιγή την επικουρική βάση της αγωγής, έσφαλε και γιαυτό πρέπει κατά τον βάσιμο περί τούτου λόγο της ένδικης έφεσης, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση και στη συνέχεια, αφού διακρατηθεί η υπόθεση από το δικαστήριο τούτο και ερευνηθεί κατ' ουσίαν, να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η αγωγή και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει σε κάθε ενάγοντα το συνολικό ποσό των 6.095,20 ευρώ, νομιμότοκα για κάθε μισθό, από την πρώτη ημέρα του επόμενου μήνα τον οποίο αφορά...... Κατά τη διάταξη του άρθρου560 παρ.5 εδ.β ΚΠολΔ, που ταυτίζεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 περ. β' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει ο ισχυρισμός να έχει προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, καθώς και να έχει επαναφερθεί νομότυπα στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, να είναι νόμιμος και να ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (λυσιτελής). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 1795/08). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΑΠ1099/2022), ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (Ολ. Α.Π. 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (Α.Π. 185/2002). Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. Α.Π. 12/1997) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ. Α.Π. 11/1996) ή παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, που δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ. Α.Π. 2/1989,ΑΠ 1557/2018, ΑΠ 1437/2017, ΑΠ 1143/15). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άνω άρθρο 560 αριθμ. 5 εδ. β' ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τους αυτοτελείς ισχυρισμούς της (ενστάσεις)που οδηγούν κατά νόμο στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων. Συγκεκριμένα παραπονείται ότι δεν έλαβε υπόψη του τις προταθείσες από αυτήν πρωτοδίκως, που επανέφερε η αναιρεσείουσα ως εφεσίβλητη νομίμως με τις από 25-2-2019 προτάσεις της στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο: 1)ένσταση έγκυρης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας των εναγόντων δυνάμει των από 28-5-2013 εξωδίκων δηλώσεων της εναγομένης-ανυπαρξία υπερημερίας της εναγομένης και 2) ένσταση απαραδέκτου της ένδικης αγωγής λόγω παρέλευσης της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ.1 του ν.3198/1955, καθόσον οι ενάγοντες όφειλαν να ασκήσουν αγωγή για ακυρότητα της από 28-5-2013 καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους μέχρι την 29-8-2013 αιτούμενοι να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας να τους επιδικασθούν μισθοί υπερημερίας, τις οποίες αν είχε λάβει υπόψη του θα είχε απορρίψει ως ουσία αβάσιμη την ένδικη αγωγή των εναγόντων και ως προς την επικουρική από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό βάση της. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι οι ενάγοντες με την ένδικη αγωγή ζητούν, όπως προαναφέρθηκε, την επιδίκαση σε αυτούς δεδουλευμένων αποδοχών και όχι μισθών υπερημερίας λόγω άκυρης καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους, όπως εσφαλμένα θεωρεί η εναγομένη -αναιρεσίβλητη και συνακόλουθα οι εν λόγω ισχυρισμοί- ενστάσεις δεν συνιστούν "πράγματα" υπό την εκτεθείσα έννοια του άρθρου 560 παρ.5 εδβ ΚΠολΔ, που οδηγούν στην κατάλυση του ασκουμένου με την ένδικη αγωγή δικαιώματος και το δικαστήριο πρωτίστως δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει. Επίσης ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, εφόσον το δευτεροβάθμιο δικαστήριο τα παραπάνω ποσά επιδίκασε στους ενάγοντες - αναιρεσίβλητους ως δεδουλευμένες αποδοχές και όχι ως μισθούς υπερημερίας. Σε κάθε περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς και τους απέρριψε εκ των πραγμάτων κατ` ουσία δεχθέν, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα από εκείνα που τους συγκροτούν, δηλαδή ότι με τις από 15-5-2013 εξώδικες δηλώσεις - προσκλήσεις της αναιρεσείουσας - εναγομένης δεν καταγγέλθηκαν οι άκυρες συμβάσεις εργασίας των αναιρεσιβλήτων - εναγόντων, οι οποίοι αντίθετα εξακολουθούσαν να εργάζονται μέχρι 31-12-2013,η δε εναγομένη- αναιρεσείουσα αποδεχόταν την προσφερόμενη από αυτούς εργασία. Επί παροχής εργασίας με άκυρη, για οποιονδήποτε λόγο, σύμβαση, υφίσταται απλή σχέση εργασίας και ο εργοδότης υποχρεούται, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 904 Α.Κ. για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, που εφαρμόζεται και όταν εργοδότης είναι το Δημόσιο ή Ο.Τ.Α,. στην απόδοση της ωφέλειας που αποκόμισε, η οποία συνίσταται στο μισθό και γενικά στις αποδοχές που αυτός (εργοδότης) θα κατέβαλλε στα πλαίσια και σε εκτέλεση έγκυρης σύμβασης, για την ίδια εργασία, σε πρόσωπο με τις ίδιες ικανότητες και τα προσόντα του ακύρως απασχοληθέντος, χωρίς να υπολογίζονται, στην περίπτωση αυτή, τα χρονοεπιδόματα και οικογενειακά επιδόματα, δηλαδή επιδόματα που προσιδιάζουν στην προσωπική κατάσταση του μισθωτού, εφόσον αυτά δεν θα συνέτρεχαν αναγκαίως στο πρόσωπο εκείνου που μπορεί να απασχοληθεί εγκύρως (ΑΠ 670/2016, ΑΠ 1321/2015, ΑΠ 2066/2013, ΑΠ 82/2013). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ ,που ταυτίζεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου(ημεδαπού ή αλλοδαπού) στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005). Με τον άνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή αν αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απερρίφθη ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 1388/2015, ΑΠ 1318/2015). Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠΟΛΔ πλημμέλεια. Ειδικότερα αιτιάται ότι το ως εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 904 ΑΚ , του άρθρου 2 της με Π.Κ 56/14-12-2012 επιχειρησιακής ΣΣΕ και της υποπαρ.ΙΑ.11 του άρθρου πρώτου του Ν.4093/2012, λόγω συνυπολογισμού, κατά την έρευνα της επικουρικής βάσης της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, στις αποδοχές των εναγόντων, που συνδέονταν με άκυρη σύμβαση εργασίας με την εναγομένη, και του επιδόματος προϋπηρεσίας. Σύμφωνα με την Υποπαράγραφο ΙΑ.11 ΤΟΥ Ν.4093/2012.- ΝΕΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗΣ ΝΟΜΙΜΟΥ ΚΑΤΩΤΑΤΟΥ ΜΙΣΘΟΥ ΚΑΙ ΚΑΤΩΤΑΤΟΥ ΗΜΕΡΟΜΙΣΘΙΟΥ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΥΣ ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΟΛΗΣ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ (ΔΙΑΤΑΞΗ ΠΛΑΙΣΙΟ), ΚΑΤΩΤΑΤΟΣ ΝΟΜΙΜΟΣ ΜΙΣΘΟΣ ΚΑΙ ΗΜΕΡΟΜΙΣΘΙΟ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΥΣ ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΟΛΗΣ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ- Με την παρούσα διάταξη θεσπίζεται νέο σύστημα καθορισμού νόμιμου κατωτάτου μισθού υπαλλήλων και ημερομισθίου εργατοτεχνιτών, το οποίο τίθεται σε ισχύ την 1.4.2013. Εντός του πρώτου τριμήνου του 2013 θεσπίζεται με πράξη υπουργικού συμβουλίου η διαδικασία διαμόρφωσης νομοθετικώς καθορισμένου νόμιμου κατώτατου μισθού και κατώτατου ημερομισθίου για τους εργαζόμενους ιδιωτικού δικαίου όλης της χώρας, λαμβάνοντας υπόψη την κατάσταση και τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας, της αγοράς εργασίας (ιδίως ως προς τα ποσοστά ανεργίας και απασχόλησης) και τη διαβούλευση της κυβέρνησης με εκπροσώπους κοινωνικών εταίρων, εξειδικευμένους επιστημονικούς, ερευνητικούς και λοιπούς φορείς. Κατά το Α` τρίμηνο του 2014 το σύστημα αυτό αξιολογείται ως προς την απλότητα και αποτελεσματικότητα της εφαρμογής, τη μείωση της ανεργίας, την αύξηση της απασχόλησης και τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας. 2.α. Το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 8 του ν. 1876/1990 αντικαθίσταται ως εξής: "Οι εθνικές γενικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας καθορίζουν τους ελάχιστους μη μισθολογικούς όρους εργασίας, που ισχύουν για τους εργαζόμενους όλης της χώρας. Βασικοί μισθοί, βασικά ημερομίσθια, κάθε είδους προσαυξήσεις αυτών και γενικά κάθε άλλος μισθολογικός όρος, ισχύουν μόνο για τους εργαζόμενους που απασχολούνται από εργοδότες των συμβαλλομένων εργοδοτικών οργανώσεων και δεν επιτρέπεται να υπολείπονται του νόμιμου νομοθετημένου κατώτατου μισθού και ημερομισθίου." β. Στο τέλος της παραγράφου 2 του άρθρου 3 του ν. 1876/1990 προστίθενται οι λέξεις ",σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις της παρ. 1 του άρθρου 8 του νόμου." 3. Μέχρι τη λήξη της περιόδου οικονομικής προσαρμογής που προβλέπουν τα Μνημόνια που προσαρτώνται στο ν. 4046/2012 και οι επακολουθούσες τροποποιήσεις αυτών καθορίζεται ο νόμιμος κατώτατος μισθός υπαλλήλων και το ημερομίσθιο εργατοτεχνιτών ως εξής: (α) Για τους υπάλληλους άνω των 25 ετών ο κατώτατος μισθός ορίζεται 586,08 ευρώ και για τους εργατοτεχνίτες άνω των 25 ετών το κατώτατο ημερομίσθιο ορίζεται σε 26,18 ευρώ. (β) Για τους υπάλληλους κάτω των 25 ετών ο κατώτατος μισθός ορίζεται 510,95 ευρώ και για τους εργατοτεχνίτες κάτω των 25 ετών το κατώτατο ημερομίσθιο ορίζεται σε 22,83 ευρώ. (γ) ί) Ο κατά τα άνω κατώτατος μισθός των υπαλλήλων άνω των 25 ετών προσαυξάνεται με ποσοστό 10% για κάθε τριετία προϋπηρεσίας και έως τρεις τριετίες και συνολικά 30% για προϋπηρεσία 9 ετών και άνω...........".Εξ άλλου σύμφωνα με το άρθρο 2 της από 7-12-2012 Επιχειρησιακής ΣΣΕ της εναγομένης ως προς τις αποδοχές του συνόλου του απασχολουμένου με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας προσωπικού αυτής συμφωνήθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, για όλη την χρονική περίοδο ισχύος αυτής, η εφαρμογή από 1-4-2013 του νομοθετικώς καθοριζόμενου νομίμου κατωτάτου μισθού για τους εργαζομένους ιδιωτικού δικαίου όλης της χώρας σύμφωνα με την περ.1και 3 της υποπαραγράφου ΙΑ.11 του άρθρου πρώτου του ν.4093/2012. Το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές του, κατά τον προσδιορισμό των από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό δεδουλευμένων αποδοχών των αναιρεσιβλήτων- εναγόντων κατά την έρευνα της επικουρικής βάσης της αγωγής, προσαύξησε τον ως άνω βασικό μισθό αυτών από 586,08 ευρώ (από προφανή παραδρομή αναγράφεται στην προσβαλλόμενη το ποσό των 590,08 ευρώ) με ποσοστό 30% επί του βασικού μισθού για προϋπηρεσία τριών τριετιών δηλαδή κατά το ποσό των 175,82 ευρώ, επιδικάζοντας ως μηνιαίες αποδοχές το ποσό των 761,90 ευρώ. Με την παραπάνω κρίση του το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 904 ΑΚ, του άρθρου 2 της με Π.Κ 56/14-12-2012 επιχειρησιακής ΣΣΕ της αναιρεσείουσας- εναγομένης και της υποπαρ.ΙΑ.11 του άρθρου πρώτου του Ν.4093/201, εφόσον, σύμφωνα με την παραπάνω νομική σκέψη, κατά τον προσδιορισμό των αποδοχών κατά τον αδικαιολόγητο πλουτισμό δεν λαμβάνονται υπόψη επιδόματα που προσιδιάζουν στην προσωπική κατάσταση του μισθωτού, όπως το χρονοεπίδομα, εφόσον αυτά δεν θα συνέτρεχαν αναγκαίως στο πρόσωπο εκείνου που μπορεί να απασχοληθεί εγκύρως . Συνεπώς είναι βάσιμος ο δεύτερος λόγος αναίρεσης για την αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 560 αρ.1 ΚΠολΔ . Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο στην έκταση που καθορίζεται με τον δεύτερο από τους λόγους της αιτήσεως και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνο που δίκασε προηγουμένως, είναι εφικτή (ΚΠολΔ 580 παρ.3). Από τις διατάξεις του άρθρου 579 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την αναιρεθείσα απόφαση, αν δε αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης αυτής, ο Άρειος Πάγος, εφόσον υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση. Αν η εκτέλεση είχε γίνει με βάση την αναιρεθείσα απόφαση του εφετείου και το αίτημα επαναφοράς δεν υποβλήθηκε στον Άρειο Πάγο, μπορεί να υποβληθεί στο εφετείο, στο οποίο παραπέμφθηκε μετ` αναίρεση η υπόθεση (ΑΠ 1298/10, ΑΠ 138/1985). Το δικαίωμα του διαδίκου να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που βρισκόταν πριν εκτελεστεί η απόφαση που αναιρέθηκε στην περίπτωση του άρθρου 579 παρ. 2 ΚΠολΔ, έχει ως μόνο γενεσιουργό λόγο την αναίρεση της αποφάσεως που εκτελέστηκε και δεν στηρίζεται σε άλλη αιτία, όπως ο αδικαιολόγητος πλουτισμός του αντιδίκου του (ΑΠ 1175/2017), ενώ εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των παρ. 1 και 2 του άρθρου 579 και 581 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι με την αίτηση επαναφοράς ζητείται η απόδοση των καταβληθέντων σε εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε από τον αναιρεσείοντα προς τον αναιρεσίβλητο χρηματικών ποσών του κεφαλαίου των τόκων και των δικαστικών εξόδων και η επί του αθροίσματος αυτών καταβολή νόμιμων τόκων, οι οποίοι οφείλονται μόνο από την επίδοση της αναιρετικής απόφασης, γιατί από το χρόνο της επίδοσης αυτής καθίσταται υπερήμερος ο αναιρεσίβλητος, κατά το άρθρο 340 ΑΚ (Ολ.ΑΠ 5/2001). Εξάλλου, αν η απόφαση αναιρέθηκε, εν μέρει, πρέπει να αναγράφεται στην αίτηση, για να είναι ορισμένη, το επί πλέον ποσό που κατέβαλε ο αναιρεσείων σε εκτέλεση του αναιρούμενου μέρους της αποφάσεως (ΑΠ 1694/2009, ΑΠ 1206/1992). Τούτο δε γιατί στην περίπτωση που η προσβαλλόμενη απόφαση αναιρείται μόνο εν μέρει, η αξίωση του αναιρεσείοντος να του επιστραφεί ό,τι κατέβαλε στους αναιρεσίβλητους σε εκτέλεση της αποφάσεως αυτής, στηρίζεται στο νόμο μόνο αναφορικώς προς τα ποσά που κατέβαλε σε εκτέλεση του αναιρούμενου μέρους της αποφάσεως και τα οποία θα πρέπει να μνημονεύονται στην αίτηση για να είναι ορισμένη (ΑΠ1392/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με την υποβαλλόμενη με τις προτάσεις της αίτηση, που κατέθεσε την 28.9.2020, ισχυρίζεται ότι, σε εκτέλεση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, συμμορφούμενη εκουσίως με το διατακτικό της, κατέβαλε σε καθένα των αναιρεσιβλήτων, το καθαρό πληρωτέο ποσό των 5.742,15 ευρώ σύμφωνα με την προσκομιζόμενη από 17-12-2019 εξοφλητική απόδειξη, και συγκεκριμένα 4.071,59 για καθαρό ποσό κεφαλαίου,1.520,55 ευρώ για καθαρό ποσό τόκων υπερημερίας και ποσό 150 ευρώ για δικαστική δαπάνη, αποδίδοντας στους τρίτους(ΦΜΥ και ΙΚΑ-ΕΦΚΑ) τις σχετικές κρατήσεις. Ζητεί, στη συνέχεια, την επαναφορά των πραγμάτων στην πριν την εκτέλεση της απόφασης κατάσταση, με την απόδοση εκ μέρους καθενός των αναιρεσιβλήτων του ως άνω χρηματικού ποσού. Η αίτηση επαναφοράς είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας εφόσον η αναιρεσείουσα- εναγομένη εταιρία δεν προσδιορίζει, όπως είναι αναγκαίο, για το ορισμένο αυτής, τα επί πλέον καταβληθέντα ποσά κεφαλαίου και τόκων που αντιστοιχούν στο αναιρεθέν μέρος της απόφασης, που εκτελέστηκε, ενόψει του ότι η προαναφερόμενη υπ` αριθμ. 8126/2019 απόφαση του δικάσαντος ως Εφετείο Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης αναιρέθηκε εν μέρει και δη κατά το μέρος που επιδίκασε στους αναιρεσίβλητους - ενάγοντες επίδομα προϋπηρεσίας, του οποίου(επιδόματος) δικαιούται να ζητεί την επιστροφή κατά κεφάλαιο και τόκους. Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι σε ανάλογο προς την ήττα τους μέρος από τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (ΚΠολΔ 178 παρ.1,180 παρ.1, 183 και 191 παρ.2). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 8126/2019 απόφαση του ως Εφετείο δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό. Παραπέμπει την υπόθεση προς εκδίκαση, κατά το μέρος που αναιρέθηκε, στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή είναι εφικτή. Απορρίπτει την αίτηση της αναιρεσείουσας εταιρείας περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσίβλητους σε ένα μέρος από τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, από εξακόσια (600) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Απριλίου 2022. ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 10 Μαρτίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ