Αριθμός 582/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη-Εισηγήτρια, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 21η Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Α. Σ. του Γ. και της Α., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Κυριακάκη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ν. M. του Μ. και της Α., κατοίκου ... και ως κληρονόμου της Α. χήρας Μ. Μ. το γένος Ε. και Ε. Δ., κατοίκου εν ζωή ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χρυσούλα Πρατικάκη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-6-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 106/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 32/2020 του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3-7-2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη από 3-7-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 32/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση της ενάγουσας ήδη αναιρεσείουσας κατά της αριθμ. 106/2018 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, με την οποία απορρίφθηκε η ένδικη αγωγή περί μέμψεως αστόργου δωρεάς της ήδη αναιρεσείουσας. Η ανωτέρω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.571, 577§3 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 1835 ΑΚ κάθε δωρεά εν ζωή του κληρονομουμένου, η οποία κατά το άρθρο 1831 Α.Κ υπολογίζεται στην κληρονομία, μπορεί να ανατραπεί, εφόσον η κληρονομία που υπάρχει κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου δεν επαρκεί για να καλύψει τη νόμιμη μοίρα. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1836 ΑΚ την αγωγή (μέμψης άστοργης δωρεάς) ασκούν ο μεριδούχος ή οι διάδοχοί του μόνο κατά του δωρεοδόχου ή των κληρονόμων του, για να ανατραπεί η δωρεά κατά το μέρος που λείπει από τη νόμιμη μοίρα (Α.Π 700/2022). Κατά το άρθρο 1836 παρ. 2 ΑΚ, η κατά τα άρθρα 1835 και 1836 παρ. 1 ΑΚ αγωγή περί μέμψης άστοργης δωρεάς παραγράφεται δύο χρόνια μετά το θάνατο του κληρονομουμένου. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται διετής παραγραφή της αγωγής, με την οποία ο νόμιμος μεριδούχος διώκει από τον δωρεοδόχο την αυτούσια αποκατάσταση των δωρηθέντων που σώζονται κατά το χρόνο θανάτου του δωρητή στην περιουσία του δωρεοδόχου. Η παραγραφή αυτή διακόπτεται, μεταξύ άλλων, με την άσκηση της αγωγής, κατ' άρθρο 261 παρ. 1α' ΑΚ, δηλαδή, με την επίδοση αναγνωριστικής ή καταψηφιστικής αγωγής (ΑΠ 1052/2013, ΑΠ 953/2012). Ειδικότερα σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 261 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 101 παρ.1 Ν.4139/2013 την παραγραφή διακόπτει η άσκηση της αγωγής. Η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτόν αρχίζει και πάλι από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή την κατ` άλλον τρόπο περάτωση της δίκης." Εξάλλου, κατά το άρθρο 263 Κ.Πολ.Δ. 1. Κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής θεωρείται σαν να μη διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς. 2. Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή. Επίσης, οι διατάξεις των άρθρων 215 και 221 του Κ.Πολ.Δ. ορίζουν ότι η αγωγή ασκείται με κατάθεση δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται και με επίδοση αντιγράφου της στον εναγόμενο. Η επίδοσή της έχει ως συνέπεια τα αποτελέσματα που το ουσιαστικό δίκαιο ορίζει ότι επέρχονται από την έγερση της αγωγής (Α.Π 198/2021). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 277 ΑΚ το δικαστήριο δεν λαμβάνει αυτεπαγγέλτως υπόψη την παραγραφή που δεν έχει προταθεί ούτε και την αντένσταση περί αναστολής ή διακοπής αυτής (ΑΠ 1667/2014, 98/2015). Εάν όμως, προταθεί η ένσταση της παραγραφής, το Δικαστήριο εξετάζει εάν, όντως, επήλθε η συμπλήρωση του χρόνου της παραγραφής, με έρευνα των προϋποθέσεων που στοιχειοθετούν αυτή και αναφέρονται στο λόγο της ενστάσεως, σε συνδυασμό με τη θέση του καθ' ου η ένσταση, ο οποίος μπορεί να απαντήσει με αντένσταση, η οποία λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο κατόπιν επίκλησης από τον διάδικο που αποκρούει την παραγραφή (Α.Π 792/2021). Τέλος, λόγοι αναστολής της παραγραφής είναι, κατ` άρθρο 255 ΑΚ, το δικαιοστάσιο, η ανωτέρα βία και ο δόλος του υποχρέου. Ανώτερη δε βία, κατά τη διάρκεια της οποίας αναστέλλεται η παραγραφή των αξιώσεων, αποτελεί κάθε γεγονός απρόβλεπτο, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορούσε να αποτραπεί ούτε με άκρα επιμέλεια και σύνεση και εξ αιτίας του οποίου καθίσταται ανέφικτο στον δικαιούχο να προβεί ο ίδιος ή με τη συνδρομή άλλου προσώπου στην επιβαλλόμενη σε αυτόν ενέργεια (Α.Π 157/2021,ΑΠ 1387/2015, ΑΠ 1544/2012, ΑΠ 1284/2010). Περαιτέρω, η παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθ. 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού κατά την έννοια των άρθρ. 339 και 432 - 449 ΚΠολΔ εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενο του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή, ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης για να είναι ορισμένος θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζεται α) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, β) το περιεχόμενο που προσέδωσε σ' αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα της, γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξ αιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου (Α.Π 1081/2020, ΑΠ 1563/2014, 194/2005). Από αυτό σαφώς προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως προϋποθέτει την από το δικαστήριο συναγωγή αποδεικτικού πορίσματος και συνεπώς δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δεν προβαίνει σε ουσιαστική εκτίμηση αποδείξεων, ως προς το σχετικό κρίσιμο ισχυρισμό και όχι αν τον απέρριψε ως μη νόμιμο (Α.Π 925/2017, Α.Π 606/2017 ΑΠ 149/2016, 53/2015, 143/2014, 1611/2008). Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.19 Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους οι αιτιολογίες (αντιφατική αιτιολογία) (ΑΠ619/2014). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει: α) την συγκεκριμένη διάταξη ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε και μάλιστα ενάριθμα (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 261/2016, 113/2011), αφού παγίως γίνεται δεκτό ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί στην αυτεπάγγελτη θεμελίωση του σχετικού λόγου, βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία ( ΑΠ 120/2017), β) τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, (ΑΠ 328/2008), γ) τον ουσιώδη αυτοτελή ισχυρισμό (αγωγικό, ένσταση κλπ) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη ή ανεπάρκεια και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, καθώς και ότι ο εν λόγω νόμιμος και ουσιώδης ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την απόφαση και δ) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή τη μνεία ότι δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ ΑΠ 20/2005, ΑΠ 261/2016, 200/2013). Διαφορετικά, αν τα προαναφερόμενα δεν περιλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα στο αναιρετήριο, ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, η οποία δεν αίρεται με συμπλήρωση στις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (αγωγή ή έφεση) του αναιρεσείοντος (Ολ.ΑΠ 57/90, Α.Π 621/2020). Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει επίσης σαφώς ότι, για την ίδρυση τούτου του λόγου αναίρεσης, ο οποίος αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, απαραίτητη προϋπόθεση είναι να υπάρχει κρίση του δικαστηρίου επί της ουσίας της υπόθεσης, οπότε και μόνο η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ουσιαστικές παραδοχές, από την ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των οποίων, ή από την παντελή έλλειψη τούτων, γεννάται η, από την ως άνω διάταξη, πλημμέλεια. Ο λόγος, όμως, αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, χωρίς να εισέλθει στην ουσία της διαφοράς και να διατυπώσει αποδεικτικό πόρισμα, απέρριψε την αγωγή, την ανακοπή ή την ένσταση ως μη νόμιμη ή για κάποιο τυπικό λόγο (ΟλΑΠ 3/1997, 1155/2021, ΑΠ 1419/2019, ΑΠ 1284/2017, ΑΠ 295/2017, ΑΠ 701/2011, ΑΠ 121/2009, ΑΠ 1821/2008, ΑΠ 893/2008). Επίσης, σε περίπτωση κατά την οποία οι λόγοι αναίρεσης είναι αντιφατικοί, ο δεύτερος από αυτούς απορρίπτεται ως απαράδεκτος, ενώ ο προτασσόμενος αυτού λόγος ερευνάται (Α.Π 619/2020,Α.Π579/2007). Τέτοια αντίφαση υπάρχει και όταν προβάλλεται ότι το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε αφενός στην πλημμέλεια από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι δηλαδή το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται σ' αυτό και αφετέρου στην πλημμέλεια από τον αρ. 11 περ. γ' του ίδιου άρθρου, ότι δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη το ίδιο έγγραφο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος (ΑΠ 579/2007). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση νοείται κάθε αυτοτελές αίτημα των διαδίκων, με το οποίο ζητείται η παροχή δικαστικής προστασίας σε οποιαδήποτε νόμιμη μορφή της π.χ. αγωγής, ανταγωγής, κύριας παρέμβασης, αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ενδίκων μέσων, ανακοπών, τριτανακοπής, όχι όμως και ενστάσεων, αντενστάσεων, προτάσεων, πραγματικών ισχυρισμών, αποδεικτικών μέσων ή λόγω εφέσεων (Α.Π 448/2018, 1935/2017, 1264//2017). Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β του ΚΠολΔ ορίζεται ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 8/2005). Ακόμη, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα. Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος ( Α.Π 109/2020, ΑΠ 860/2018, ΑΠ 208/2018, ΑΠ 1226/2014, ΑΠ 2146/2014, ΑΠ 574/2010, ΑΠ 737/2008, ΑΠ 1300/2006, ΑΠ 1207/2005, ΑΠ 320/2003). Στην περίπτωση δε που η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε επί της ουσίας, πρέπει να παρατίθενται και οι σχετικές παραδοχές αυτής, όπου η επικαλούμενη ως άνω παράβαση (Α.Π 109/2020). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), δέχθηκε, ότι από την επισκόπηση του φακέλου της δικογραφίας προέκυψαν τα ακόλουθα: "Αποβιωσάσης της Α. Σ., χήρας Γ., το γένος Ε. και Ε. Δ., στις 26-11-2007, ασκήθηκε η από 29- 2-2008, (υπ' αρ. κατ. 122/2008) αγωγή της ενάγουσας ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, επί της οποίας εξεδόθη η υπ' αρ. 12/2014 απόφαση του άνω δικαστηρίου, με την οποία απερρίφθη ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας (για τυπικούς λόγους). Η άνω απόφαση επεδόθη στην ενάγουσα στις 24-2-2014 (βλ. υπ' αρ. 5553Ε/24-2-2014 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Χανίων, Μ. Μ.), μη ασκηθείσας έφεσης κατ' αυτής (βλ. υπ' αρ 1136/17-2-2015 πιστοποιητικό της Γραμματείας Πρωτοδικείου Χανίων), κατάστασης τελεσίδικης στις 27-3-2014 (άρθ. 518 ΚΠολΔ). Εν συνεχεία, η ενάγουσα άσκησε την ένδικη αγωγή της από 20-6-2014, με αρ. κατ. 163/2014, επιδοθείσης στον εναγόμενο την 2-12- 2014 (βλ. την υπ' αρ. 1455 Ε/2-12-2014 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Χανίων, Ε. Σ.). Η άνω αγωγή, όμως, ασκήθηκε μετά την παρέλευση του εξαμήνου - κατά τα ως άνω εκτεθέντα (άρθ. 263 παρ.2 ΑΚ), συνεπώς, η αξίωση της ενάγουσας το διάστημα από 1-2007 ως 2-12-2014, υπέπεσε στην διετή παραγραφή του άρθρου 1836 παρ. 2 ΑΚ. Η επαναφερθείσα, με τον μοναδικό λόγο έφεσης, αντένσταση αναστολής παραγραφής, που σιγή απερρίφθη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κρίνεται απορριπτέα ως μη νόμιμη, καθόσον παρά τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από την ενάγουσα, ουδόλως συντρέχει περίπτωση συνδρομής αναστολής της παραγραφής λόγω ανωτέρας βίας και δη αδυναμίας της ενάγουσας επιδίωξης της αξίωσής της, λόγω της επικαλούμενης από αυτήν ασθενείας της δικαστικής επιμελήτριας (και της εντεύθεν μη επίδοσης της αγωγής εντός του κατά τα ως άνω προβλεπόμενού εξαμήνου προς επανέγερση της μετά την τελεσίδικη απόρριψη της αρχικώς ασκηθείσης για λόγους μη ουσιαστικούς), διότι αυτή δεν αποτελεί ανώτερα βία με την προεκτεθείσα έννοια, αφού η ενάγουσα μπορούσε σε κάθε περίπτωση να ενεργήσει με άλλον δικαστικό επιμελητή. Κατόπιν τούτων, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που ομοίως έκρινε και απέρριψε την αγωγή ως παραγεγραμμένη, με την ως άνω αιτιολογία, απορρίπτοντας σιγή έστω την προβληθείσα αντένσταση αναστολής της παραγραφής, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφήρμοσε, και η υπό κρίση έφεση πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη." Δέχθηκε, δηλαδή το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, με την οποία επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ότι η από 20-6-2014 αγωγή μέμψης άστοργης δωρεάς, που ασκήθηκε από την ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, υπέκυψε στην διετή παραγραφή του άρθρου 1836 παρ.2 Α.Κ σε συνδυασμό με την διάταξη του άρθρου 263 παρ. 2 του ίδιου κώδικα, κατ' αποδοχή ως κατ'ουσία βάσιμης της σχετικής ένστασης του εναγομένου περί παραγραφής της ως άνω αγωγής και απορριπτομένης της αντένστασης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας περί διακοπής της παραγραφής ως μη νόμιμης. Τούτο δε, διότι η τελευταία αυτή αγωγή, ασκήθηκε μετά την παρέλευση της εξάμηνης προθεσμίας από την τελεσιδικία της υπ'αριθμ. 12/2014 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων με την οποία απορρίφθηκε ως αόριστη η από 29-2-2008 προηγούμενη αγωγή μέμψης άστοργης δωρεάς της ενάγουσας κατά του εναγομένου Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσής της, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της παραβίασης του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, η οποία συνίσταται στο ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο των αναφερομένων εγγράφων, με το ν' απορρίψει εσφαλμένα την αγωγή της και τους λόγους της έφεσης της. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος. Τούτο δε διότι, η αναιρεσείουσα δεν προσδιορίζει το περιεχόμενο που προσέδωσε στα αναφερόμενα έγγραφα η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση με το αληθές περιεχόμενο αυτών να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα της, ούτε αναφέρει την επιρροή που άσκησε η λανθασμένη ανάγνωση στο αποδεικτικό πόρισμα. Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν προέβη σε ουσιαστική εκτίμηση της αντένστασης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας περί διακοπής της παραγραφής την οποία απέρριψε ως μη νόμιμη, ώστε ως προς τον ισχυρισμό αυτό δεν ήταν δυνατόν να προβεί σε παραμόρφωση των αναφερομένων εγγράφων. Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται στο Εφετείο η από το άρθρο 559 αριθμ.19 Κ.Πολ.Δ. αιτίαση για έλλειψη νόμιμης βάσης, με την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει οποιαδήποτε αιτιολογία άλλως αποδίδεται η πλημμέλεια των ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, σχετικά με την απόρριψη της αγωγής και των λόγων έφεσης. Και ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην μείζονα πρόταση, απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο και μάλιστα ενάριθμα ο φερόμενος ή οι φερόμενοι ως παραβιασθέντες κανόνες του ουσιαστικού δικαίου ούτε ο ουσιώδης αυτοτελής ισχυρισμός και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη ή ανεπάρκεια και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης. Περαιτέρω δε, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, ως προς την απόρριψη της προβαλλόμενης από την ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα αντένστασης περί διακοπής της παραγραφής, ως μη νόμιμης, από το Εφετείο το οποίο δεν εισήλθε στην ουσία της διαφοράς ως προς την παραπάνω αντένσταση και δεν διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα. Τέλος, ο ίδιος, αναιρετικός λόγος, κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδονται πλημμέλειες στην προσβαλλομένη απόφαση, με αναφορά στους αριθμούς 1 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, χωρίς περαιτέρω εξειδίκευση της καθεμιάς από τις αποδιδόμενες αντίστοιχα πλημμέλειες, είναι αόριστος, διότι δεν αρκεί η απλή μνεία του αριθμού του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ που τον προβλέπει (Α.Π 724/2020, Α.Π 402/2019). Η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 11γ Κ.Πολ.Δ, με την επίκληση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα έγγραφα τα οποία αναφέρονται στον πρώτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης τα οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε, προκειμένου να καταλήξει στην απόρριψη της αγωγής και των λόγων της έφεσης της. Ο λόγος αυτός προβαλλόμενος σωρευτικά, χωρίς διατύπωση επικουρικότητας, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, γιατί είναι αντιφατικός έναντι του πρώτου λόγου αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται, όπως ήδη προαναφέρθηκε, η από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ προβλεπόμενη πλημμέλεια της παραμόρφωσης από το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του των ίδιων εγγράφων. Με τον τέταρτο λόγο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, με την επίκληση ότι το Εφετείο δέχθηκε τους ισχυρισμούς του εναγομένου - αναιρεσίβλητου ότι δεν έγινε νόμιμη επίδοση (της αγωγής) και απέρριψε πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης δηλαδή την αγωγή και την έφεση της, αγνοώντας τον ισχυρισμό της, ότι η παντελής παράλειψη της επίδοσης της αγωγής δεν δημιουργεί ακυρότητα παρά μόνο όταν προκληθεί στον εναγόμενο δικονομική βλάβη που δεν μπορεί να επανορθωθεί αλλιώς παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας, τέτοια δε βλάβη δεν υπήρξε ούτε επικαλέσθηκε ο εναγόμενος. Με το παραπάνω περιεχόμενο, δεν ιδρύεται ο λόγος από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, και ο σχετικός λόγος πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι οι επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα αιτιάσεις δεν υπάγονται στην έννοια των παραπάνω διατάξεων (άρθρο 559 αριθμ. 9 του Κ.Πολ.Δ) όπως στο οικείο τμήμα της νομικής σκέψης αναφέρεται. Με τον πέμπτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο την πλημμέλεια από τον αριθμό 1β του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, συνισταμένη στο ότι παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας τα οποία εάν το δικαστήριο της ουσίας ελάμβανε υπόψη του θα κατέληγε στην αποδοχή της αγωγής και όχι στην απόρριψη αυτής και των λόγων έφεσης του. Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, εφόσον δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ποια διδάγματα κοινής πείρας εσφαλμένα δεν εφαρμόσθηκαν από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και ποιος είναι ο αντίστοιχος κανόνας ουσιαστικού δικαίου, για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου δεν έγινε χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας για την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας στον κανόνα αυτό. Κατ' ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει ν' απορριφθεί η από 3-7-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 32/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολ.Δ, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και επισυνάφθηκε στη σχετική έκθεση κατάθεσης του Γραμματέα του Εφετείου Κρήτης. Τέλος, στην αναιρεσείουσα που ηττήθηκε πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος του, το οποίο ο τελευταίος νόμιμα και βάσιμα υπέβαλε με τις προτάσεις του (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 3-7-2021 αίτηση της Α. Σ. του Γ., για αναίρεση της 32/2020 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης . ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο. ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου εις βάρος της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Μαρτίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Απριλίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ