ΑΡΙΘΜΟΣ 50/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέτα Κυτέα, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά - Εισηγήτρια και Δήμητρα Λεοντάρη-Μπουρνάκα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Δ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Τζέλλη, περί αναιρέσεως της 1712/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά. Με πολιτικώς ενάγοντα: Κ. Κ. του Ε., κάτοικο ..., που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Μαρτίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 444/12. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 314 παρ. 1 εδ. α του ΠΚ "όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών". Από το συνδυασμό της διάταξης αυτής με εκείνη του άρθρου 28 του ΠΚ, κατά την οποία από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτείται να διαπιστωθεί αφενός ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνθήκες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, και αφετέρου ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικά αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα είδος της ευθύνης συνίσταται στην μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε μία παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε, για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται και η συνδρομή των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ, κατά το οποίο, όπου ο νόμος, για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτείται να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκληση του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης ( δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) υποχρεώσεως του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η ιδιαίτερη αυτή υποχρέωση μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη συμπεριφορά του υπαιτίου από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Στην περίπτωση αυτή πρέπει να αναφέρεται και αιτιολογείται στη δικαστική απόφαση η συνδρομή αυτής της υποχρεώσεως και να προσδιορίζεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου από τον οποίο πηγάζει. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 6 παρ. 1 του ΠΔ 70/1990 ο εργολάβος ή υπεργολάβος τμήματος του έργου έχει για το τμήμα που ανέλαβε να εκτελέσει, πέραν των γενικών υποχρεώσεων των εργοδοτών του άρθρου 32 του Ν. 1568/1985, και την υποχρέωση να οργανώνει, επιβλέπει και επιθεωρεί την εκτέλεση της εργασίας σε κάθε φάση, ώστε να εξασφαλίζεται η ύπαρξη ασφαλών συνθηκών εργασίας. Εξ άλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ι έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατ' είδος τους, αναφορά αυτών, χωρίς να προσαπαιτείται και η ιδιαίτερη μνεία καθενός εκ των αποδεικτικών μέσων και το προκύψαν εξ αυτού συγκεκριμένο πραγματικό περιστατικό. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, που δίκασε έφεση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 1712/2011 απόφασης του, τα οποία ως αποτελούντα ενιαίο σύνολο αλληλοσυμπληρώνονται, τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας που καταρτίσθηκε στις αρχές Νοεμβρίου του 2004 μεταξύ του κατηγορουμένου, ως νομίμου εκπροσώπου και διαχειριστή της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΝΑΥΣΚΚΟ-ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" και του πολιτικώς ενάγοντος Κ. Κ., ο τελευταίος προσλήφθηκε από την άνω εταιρία, ως βοηθός ελασματουργού και εντάχθηκε σε συνεργείο περίπου 50 περίπου εργαζομένων, που η ίδια διατηρούσε, για την εκτέλεση εργασιών επισκευής στο πλοίο Φ/Γ με την πρώην ονομασία "Α..." νηολογίου Πειραιά ... και νυν "J..." νηολογίου Παναμά ... . Την επισκευή του άνω πλοίου, πλοιοκτησίας της εταιρίας με την επωνυμία "ΝΑΜΑ MARITIME LIMITED", ευρισκόμενο στο μώλο της Δ.Ε.Η στο λιμένα Κερατσινίου, είχε αναλάβει η άνω εργοδότρια, του πολιτικώς ενάγοντος-παθόντος, εταιρία, με νόμιμο εκπρόσωπο και υπεύθυνο έργου τον κατηγορούμενο, σύμφωνα με την από 26.10.2004 άδεια εκτέλεσης εργασιών με χρήση φλόγας που είχε δοθεί από το Λιμενική Αρχή στο Θ. Κ., πλοίαρχο. Στις 5.1.2005 και ενώ ο παθών ευρίσκετο επί του καταστρώματος του εν λόγω πλοίου, η κατασκευή του οποίου εκείνη την εποχή είχε καθυστερήσει, λόγω προβλημάτων που παρουσιάσθηκαν στο άνοιγμα των αμπαριών (καπάκια-hatch cover) και παρείχε τις εργασίες του ως βοηθός ελασματουργού, περί ώρα 10:00 περίπου, κλήθηκε από τον νόμιμο εκπρόσωπο της πλοιοκτήτριας εταιρίας Γ. Κ. μαζί με τον συνάδελφο του Π. Ρ., να μεταβούν στο αμπάρι No 1 του καταστρώματος του πλοίου να εκτελέσουν χειρισμούς με τα βίντζια προκειμένου να ανοίξουν τα αμπάρια. Αφού απευθύνθηκαν στον εργοδηγό του συνεργείου Δ. Κ., που ήταν στο πόδι του υπευθύνου του έργου κατηγορουμένου και αυτός ενέκρινε την άνω εργασία, ο παθών προέβη στην εκτέλεση της κόβοντας αρχικά το δεξιό μεταλλικό στοιχείο και στη συνέχεια προέβη στην κοπή και του αριστερού. Κατά την αφαίρεση αυτού, μοναδικού σημείου στήριξης, απελευθερώθηκε απότομα και εκτινάχθηκε με μεγάλη ταχύτητα το καπάκι, αφού βρισκόταν κάτω από τη συνεχή τάση-τράβηγμα του συρματόσχοινου και παρέσυρε το αριστερό του χέρι, με το οποίο κρατούσε το εργαλείο φλογοκοπής, το οποίο εγκλωβίστηκε και συνεθλίβη ανάμεσα στο καπάκι και το μεταλλικό ενισχυτικό (stopper), το οποίο συγκρατούσε το καπάκι στην τελική θέση ισορροπίας του, με αποτέλεσμα να υποστεί ακρωτηριασμό δείκτου αριστεράς χειρός λόγω συνθλίψεως δακτύλου και διατομής αμφοτέρων των αγγειονευρωδών δεματίων. Αυτό συνέβη διότι ο κατηγορούμενος ως εργοδότης του παθόντα και εργολάβος υπεύθυνος εκτέλεσης των άνω εργασιών, από αμέλεια ήτοι έλλειψη προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, προξένησε στον πολιτικώς ενάγοντα σωματική βλάβη χωρίς να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα, αφού δεν φρόντισε ώστε το μεταλλικό κάλυμμα του αμπαριού να βρίσκεται σε ασφαλή θέση ισορροπίας και μακριά από τα προς αποξήλωση μεταλλικά στοιχεία και όχι ασκώντας σ' αυτά συνεχή πίεση ώστε να αποφευχθεί το ατύχημα. Εξάλλου, η παραπάνω ευθύνη του κατηγορουμένου με την προαναφερόμενη ιδιότητα δεν αναιρείται από το γεγονός ότι την εντολή για την εκτέλεση των εργασιών έδωσε ο πλοιοκτήτης Γ. Κ. και ο εργοδηγός Ι. Κ., αφού ο ίδιος όφειλε να βρίσκεται στο κατάστρωμα του πλοίου, όπου εκτελούντο οι αναληφθείσες από αυτόν εργασίες, ενόψει και του ότι σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ.1 του ΠΔ/τος 70/1990 ο εργολάβος ή υπεργολάβος τμήματος του έργου έχει για το τμήμα του έργου που ανέλαβε να εκτελέσει πέραν των γενικών υποχρεώσεων εργοδοτών του άρθρου 32 του Ν. 1568/85, υποχρέωση να οργανώνει, επιβλέπει και επιθεωρεί την εκτέλεση της εργασίας σε κάθε φάση ώστε να εξασφαλίζεται η ύπαρξη ασφαλών συνθηκών εργασίας. Συνεπώς η εν λόγω συμπεριφορά του κατηγορουμένου, η οποία συνιστά περίπτωση μη συνειδητής αμέλειας, τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο και άμεση αιτιότητα ως προς το ως άνω επελθόν αποτέλεσμα. Αρκεί, δηλαδή, κατά την κρατούσα στο ποινικό δίκαιο θεωρία του ισοδυνάμου των όρων, το ότι η συμπεριφορά του κατηγορουμένου αυτού υπήρξε ένας από τους πολλούς παραγωγικούς του αποτελέσματος όρους, χωρίς τον οποίο αυτό δεν θα επερχόταν, αδιάφορα αν συνέβαλαν σ' αυτό και άλλοι όροι (βλ. σχ. ΑΠ 1269/2006, ΑΠ 831/2006, ΑΠ 1441/2002 Δημοσίευση ΤΝΠ Νόμος). Επομένως, απορριπτόμενων ως ουσία αβασίμων, των περί αντιθέτου ισχυρισμών του κατηγορουμένου, όπως αυτοί εκτίθενται στο υποβληθέν σημείωμα του που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και ανέπτυξε και προφορικά ο συνήγορος του και στοιχειοθετουμένης κατά τις σχετικώς προεκτεθείσες διατάξεις κατά την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση και μάλιστα υπό τις προαναφερόμενες περιστάσεις της αξιόποινης πράξης που αποδίδεται στον κατηγορούμενο με το κατηγορητήριο, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτής κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας. Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική της αξιόποινης πράξεως της σωματικής βλάβης από αμέλεια παρ' υπόχρεου, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων- κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τις σκέψεις και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 14,15, 26 παρ. 1β, 28 και 314 παρ. 1α, 315 παρ. 1 του ΠΚ, και άρθρο 6 παρ. 1 του ΠΔ 70/1990, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές. Ειδικότερα, αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι συνθήκες επελεύσεως του ενδίκου ατυχήματος, το είδος της αμέλειας του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου ( άνευ συνειδήσεως αμέλεια) και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς του εν λόγω κατηγορουμένου και του επελθόντος αποτελέσματος του τραυματισμού του εργαζόμενου Κ. Κ.. Με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως θεμελιώνεται η υπό του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, ο οποίος γίνεται δεκτό ότι ήταν νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας "ΝΑΥΣΚΚΟ ΕΠΕ", τέλεση με παράλειψη οφειλόμενης από το νόμο ενέργειας της αξιόποινης πράξεως για την οποία καταδικάστηκε και παρατίθενται οι διατάξεις του νόμου από τις οποίες απορρέει η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση τούτου για τη λήψη των αναφερόμενων στην απόφαση μέτρων προς διασφάλιση ασφαλών συνθηκών εργασίας στους εργαζόμενους και αποτροπή εργατικού ατυχήματος. Επίσης εκτίθενται με πληρότητα όλα τα συγκροτούντα την αμέλεια του αναιρεσείοντος πραγματικά περιστατικά, καθώς επίσης και οι πραγματικές περιστάσεις κάτω από τις οποίες αυτός ενεργούσε και οι προσωπικές του ιδιότητες, που προσδιόριζαν τα καθήκοντα του. Περαιτέρω, με πλήρη και σαφή αιτιολογία η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται την ύπαρξη αρρήκτου αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος και του τελικώς επελθόντος αποτελέσματος, αφού, σύμφωνα με τις παραδοχές της, οι οποίες ως προς το σημείο αυτό προκύπτουν από το συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό, που επιτρεπτώς αλληλοσυμπληρώνονται, ο αναιρεσείων δεν φρόντισε ώστε το μεταλλικό κάλυμμα του αμπαριού να βρίσκεται σε ασφαλή θέση ισορροπίας και μακριά από τα προς αποξήλωση μεταλλικά στοιχεία και όχι ασκώντας σ' αυτά συνεχή πίεση, ώστε να αποφευχθεί το ατύχημα. Συνεπώς είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ μοναδικός λόγος αναιρέσεως για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης με την οποία κηρύχθηκε ένοχος και καταδικάστηκε ο αναιρεσείων. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 15/3/2012 αίτηση του Δ. Κ. του Σ., για αναίρεση της 1712/2011 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Νοεμβρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ