Αριθμός 27/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε΄ Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη και Ηρακλή Κωνσταντινίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου. Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 17 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως του υπ' αριθ. 2076/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με κατηγορούμενο τον ..... . Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτό, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 28/18.9.2006 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1511/2006. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Καίσαρης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή με αριθμό 454/18.10.2006, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: 1-Εισάγω ενώπιόν σας, κατά το άρθρο 485 ΚΠΔ, την 28/06 αίτηση αναιρέσεως του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με την οποία ζητά την αναίρεση του 2076/06 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο παραπέμπει τους κατηγορουμένους 1) ..... και 2) ....., στο Τριμελές Εφετείο Αθηνών για σωματική βλάβη από αμέλεια, [άρθρο 314α ΠΚ], και προτείνω να γίνει τυπικά παραδεκτή και ουσιαστικά βάσιμη για τους λόγους που αναφέρονται στην εν λόγω αίτηση, στο περιεχόμενο της οποίας εξ ολοκλήρου αναφέρομαι. ΓΙΑ ΤΟΥΤΟ ΠΡΟΤΕΙΝΩ Α-Να γίνει τυπικά και ουσιαστικά δεκτή η 28/06 αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Β-Να αναιρεθεί το 2076/06 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, Και, Γ-Να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, προς νέα συζήτηση της υποθέσεως. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Φώτιος Μακρής Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Kατά το άρθρο 314 παρ. 1 εδ. α' του ΠΚ "όποιος από αμέλεια προκαλεί κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 28 του ιδίου Κώδικα, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από΄αμέλεια μη συνειδητή απαιτείται, αντικειμενικώς μεν να προκληθεί σωματική βλάβη σε άλλον, υποκειμενικώς δε να διαπιστωθεί, αφενός ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχήν την οποίαν κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει, κάτω από τις ίδιες περιστάσεις να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα και τη λογική και αφετέρου (να διαπιστωθεί) ότι είχε τη δυνατότητα με τις προσωπικές του ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικά αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή παράλειψή του. Όταν το εξ αμελείας έγκλημα είναι απότοκο συνδρομής αμέλειας πολλών προσώπων το καθένα από αυτά κρίνεται και ευθύνεται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως των άλλων, κατά το λόγο της αμέλειας που επιδείχθηκε από αυτό και εφόσον πάντως το επελθόν αποτέλεσμα τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς αυτή. Περαιτέρω, έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 εδ. ε' του ΚΠΔ, υπάρχει όταν στο βούλευμα του συμβουλίου εφετών, δεν εκτίθενται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό του προσβαλλόμενου βουλεύματος, κατά την ανέλεγκτη επί των πραγμάτων κρίση του, μετά την εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε τα εξής: Στις 3-11-02 οι κατηγορούμενοι ..... και ....., οδηγώντας τα ... και ... ΙΧΕ αυτοκίνητά τους, αντίστοιχα, ο μεν πρώτος επί της οδού Μαραθωνοδρόμων με κατεύθυνση προς τη Λεωφόρο Κηφισίας, ο δε δεύτερος επί της Λεωφόρου Κατεχάκη με κατεύθυνση προς την οδό Μουσών, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλαν και μπορούσαν να καταβάλουν προξένησαν σε άλλον σωματικές κακώσεις και βλάβη της υγείας του, χωρίς να προβλέψουν το αξιόποινο αποτέλεσμα των πράξεών τους. Συγκεκριμένα, ο μεν πρώτος δεν σταμάτησε την κίνηση του αυτοκινήτου του προ του επί της διασταυρώσεως σηματοδότη που έδειχνε ερυθρό φως για την πορεία του, ο δε δεύτερος δεν ασκούσε τον επιβαλλόμενο έλεγχο και εποπτεία του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς και είχε αναπτύξει αυξημένη ταχύτητα, παρότι εισερχόταν σε πολλαπλή διασταύρωση οδών με μεγάλη κίνηση πεζών και οχημάτων. Έτσι εξαιτίας της προαναφερθείσας συγκλίνουσας αμελούς συμπεριφοράς τους προκάλεσαν σύγκρουση των οχημάτων τους,[ στο σημείο που διασταυρώθηκαν οι πορείες τους],με αποτέλεσμα το αυτοκίνητο του πρώτου να εκτραπεί της πορείας του προς τα δεξιά και να επιπέσει με σφοδρότητα επί της ... δίκυκλης μοτοσικλέτας που βρισκόταν σε στάση, πλησίον του πεζοδρομίου, με επιβαίνοντα ως οδηγό τον ....., ο οποίος εκσφενδονίσθηκε στο οδόστρωμα και τραυματίσθηκε σοβαρά, υποστάς συντριπτικά κατάγματα στο αριστερό μετατάρσιο και την αριστερή πτέρνα του. Επισημαίνεται ότι την ημέρα εκείνη διεξαγόταν αγώνας μαραθωνίου δρόμου στη Λεωφόρο Κηφισιάς και είχε αποκλεισθεί η κίνηση οχημάτων σ' αυτήν, με συνέπεια οι οδηγοί να χρησιμοποιούν τις παράπλευρες της λεωφόρου οδούς, στις οποίες είχαν δημιουργηθεί μεγάλα κυκλοφοριακά προβλήματα. Ιδιαίτερα μεγάλο κυκλοφοριακό πρόβλημα είχε μάλιστα δημιουργηθεί πάνω από τη γέφυρα της Λεωφόρου Κηφισιάς, στη συμβολή της με τη λεωφόρο Κατεχάκη, δηλ. στον τόπο που έλαβε χώρα το παρόν συμβάν. Βέβαιο είναι το γεγονός ότι οι σηματοδότες κατά τη στιγμή της συγκρούσεως των οχημάτων ήσαν σε πλήρη λειτουργία και επομένως ο οδηγός ενός εκ των δυο οχημάτων κινήθηκε παρότι ο σηματοδότης έδειχνε ερυθρό σταθερό φως για την πορεία του. Σε κάθε περίπτωση το πλέον κρίσιμο εν προκειμένω ζήτημα-ερώτημα αποτελεί το ποιός από τους δυο οδηγούς, αφού προδήλως αυτός έχει το μέγιστο μέρος της ευθύνης, παραβίασε τον ερυθρό σηματοδότη. Σημειώνεται ότι η οικεία προανάκριση από το Τμήμα Τροχαίας Κηφισιάς παρουσιάζει σημαντικές ελλείψεις και διεξήχθη με μεγάλη βραδύτητα, αφού δεν πραγματοποιήθηκε άμεση καταγραφή των αυτοπτών μαρτύρων, ούτε λήφθηκαν αυθημερόν η την επομένη έστω ημέρα μαρτυρικές καταθέσεις και απολογίες. Είναι χαρακτηριστικό ότι η απολογία του πρώτου κατηγορουμένου λήφθηκε μετά τρεις μήνες, ενώ του δευτέρου κατηγορουμένου μετά από πέντε μήνες από το ατύχημα. Υπέρ της άποψης ότι ο πρώτος κατηγορούμενος παραβίασε το ερυθρό φως τάσσονται οι μάρτυρες ..... και ..... καθώς και η σύζυγος του δευτέρου κατηγορουμένου ....., η κατάθεση της οποίας όμως είναι ήσσονος αποδεικτικής αξίας λόγω της συζυγικής σχέσεως με τον δεύτερο. Υπέρ της άποψης ότι ο δεύτερος παραβίασε το ερυθρό φως τάσσονται οι μάρτυρες Χ και Ψ, που προτάθηκαν από τον πρώτο κατηγορούμενο. Ωστόσο οι μαρτυρικές τους καταθέσεις ως απέχουσες χρονικά κατά δυο έτη από το ατύχημα κρίνονται ως σχετικά ήσσονος σημασίας. Επισημαίνεται ότι ενώ ο πρώτος κατηγορούμενος στην από 8-2-03 απολογία του αναφέρει ότι ο μάρτυρας Χ συνεπέβαινε στο όχημα που οδηγούσε ο Ψ, οι εν λόγω μάρτυρες αναφέρουν ότι ο καθένας οδηγούσε το δικό του όχημα. Ενόψει όλων αυτών δέχεται το Συμβούλιο Εφετών ότι προέκυψαν αποχρώσες ενδείξεις ενοχής του πρώτου κατηγορουμένου για την ανωτέρω αξιόποινη πράξη και κατ' ακολουθίαν έκρινε ότι το προσβαλλόμενο κλητήριο θέσπισμα ορθά εκδόθηκε και απέρριψε την κατ' εκείνου προσφυγή του κατηγορουμένου αυτού ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Με αυτά που δέχθηκε το ανωτέρω Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του, την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του προσφεύγοντα κατηγορουμένου για την ανωτέρω αξιόποινη πράξη και κατά συνέπεια ίδιες ενδείξεις βασιμότητας του προσβαλλομένου κλητηρίου θεσπίσματος", τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των άνω περιστατικών στις διατάξεις των άρθρων 28, 314 παρ. 1α, 315 εδ. δ ΠΚ τις οποίες ορθά εφάρμοσε. Ειδικότερα προσδιορίζεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα το είδος της επιδειχθείσης αμέλειας του κατηγορουμένου, που ήταν μη συνειδητή συντρέχουσα και των δύο οδηγών "από έλλειψη της προσοχής που όφειλαν κατά τις περιστάσεις ...... χωρίς να προβλέψουν το αξιόποινο αποτέλεσμα της πράξεώς των ...", ως και ο μεταξύ αυτής και του επελθόντος αποτελέσματος υπάρχων αιτιώδης σύνδεσμος" ..... εξαιτίας της προαναφερθείσας αμελούς συμπεριφοράς τους προκάλεσαν σύγκρουση των οχημάτων (στο σημείο που διασταυρώθηκαν οι πορείες τους) με αποτέλεσμα ......". Δεν ήταν δε απαραίτητο για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος να αναφέρεται σ' αυτό, το σημείο που βρισκόταν τα αυτοκίνητα κατά τον χρόνο αφής του ερυθρού σηματοδότη, οι διαστάσεις του οδοστρώματος, η μεταξύ τους απόσταση, η δυνατότητα ελιγμού και η ακριβής ταχύτητα αμφοτέρων των οχημάτων, αφού η ποινική ευθύνη του κατηγορουμένου τούτου δεν αίρεται από την συντρέχουσα αμέλεια του ετέρου οδηγού αυτοκινήτου με το οποίο συγκρούσθηκε. Επομένως, ο από το άρθρο 484 παρ. 1δ του ΚΠΔ μοναδικός λόγος αναιρέσεως με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά ταύτα πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 18 Σεπτεμβρίου 2006 αίτηση του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, για αναίρεση του υπ' αριθ. 2076/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Δεκεμβρίου 2006. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιανουαρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ