Αριθμός 1432/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Θεοδώρας Γκοΐνη), Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο Βασίλειο Καπελούζο και Πάνο Πετρόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Δασούλα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 15 Μαΐου 2013, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αιτούντων: 1) Κ. Τ. του Σ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Μήτση και 2) Ν. Ρ. του Χ., κατοίκου ... που παραστάθηκε στο ακροατήριο με τον ίδιο ως άνω δικηγόρο, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με τις υπ' αριθμ. 6143/2008 και 8183/2009 αποφάσεις του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με τις ως άνω αποφάσεις του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτές, και οι αιτούντες ζητούν τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Σεπτεμβρίου 2011 αίτησή τους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1096/2011. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος Δασούλας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου με αριθμό 147/20.6.2012, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, κατ' αρθρ. 527§§1-3, 528§1 Κ.Π.Δ., την από 15/23-9-11, δια πληρεξουσίου υποβληθείσα, (465§1 Κ.Π.Δ.-Α.Π. 598/94, Π.Χρ. ΜΔ' 654- Α.Π. 645/03), αίτηση επανάληψης της διαδικασίας, των καταδικασμένων α) Ν. Ρ. και β) Κ. Τ., κατά της υπ' αριθμ. 6143/24-9-08 αμετάκλητης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (πλημ/των) Αθηνών και εκθέτω τα εξής: α) Κατά το άρ. 525§1 ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, μόνο στις πέντε αναφερόμενες περιοριστικά περιπτώσεις, μεταξύ των οποίων και εκείνη του αρθρ. 525 §1 εδ. 2 ΚΠΔ, κατά την οποία, αν, ύστερα από την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα - άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν - γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους, ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως, κάνουν φανερό, ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος, ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, νέα γεγονότα ή αποδείξεις είναι εκείνα, που ήταν άγνωστα στο δικαστήριο που τον καταδίκασε, ώστε να μη μπορεί να τα προβάλει, γιατί αν ήταν στον κατ/νο γνωστά, έπρεπε να είχαν απ' αυτόν προβληθεί (Α.Π. 585/10) ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, ασχέτως αν υπήρχαν και πριν από την καταδίκη. Τέτοιες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις συμπληρωματικές, διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, καταθέσεις νέων μαρτύρων, νέα έγγραφα, ή δικαστικές αποφάσεις (Α.Π. 657/12), στις οποίες περιλαμβάνονται και αυτές των πολιτικών δικαστηρίων, (τελεσίδικες ή αμετάκλητες -Α.Π. 926/09, Α.Π. 1863/05) και πρακτικά, ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υπόθεσης, με την προϋπόθεση, ότι οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες, είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομιστεί στο δικαστήριο, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει τη βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος, ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε (Α.Π. 127/11). Περαιτέρω, δεν είναι άγνωστες οι αποδείξεις ή γεγονότα, που έχουν ερευνηθεί, ή υποβληθεί αμέσως ή εμμέσως στους δικάσαντες δικαστές και δεν ελήφθησαν υπόψιν από αυτούς, ή εκτιμήθηκαν και αξιολογήθηκαν εσφαλμένα, καθώς και εκείνες με τις οποίες επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της ορθότητας της προσβαλλομένης απόφασης, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδώσαντες αυτή δικαστές, εφόσον η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατά αμετάκλητης απόφασης, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. (Α.Π. 605/10, Π.Χρ. ΞΑ' 196 - Α.Π. 657/12). β) Επομένως, η υπό κρίση αίτηση με την οποία οι αιτούντες ζητούν την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 6143/24-9-08 αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (πλημ/των) Αθηνών, γιατί μετά την καταδίκη τους αποκαλύφθηκαν νέα γεγονότα ή νέες αποδείξεις, άγνωστα στους καταδικάσαντες αυτούς δικαστές, που καθιστούν φανερό, ότι αυτοί (αιτούντες) καταδικάσθηκαν για εγκλήματα που πράγματι δεν τέλεσαν και συνεπώς είναι αθώοι, είναι νόμιμη, σύμφωνα με την προμνησθείσα διάταξη, αρμοδίως δε και παραδεκτώς εισάγεται ενώπιον του (σε Συμβούλιο) Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω από ουσιαστική άποψη. (527 § 3 α', 528 §1 α' ΚΠΔ). γ) Στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία της δικογραφίας που επιτρεπτώς επισκοπούνται, προκύπτουν τα εξής: Με την υπ' αριθμ. 6143/24-9-08 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (πλημ/των) Αθηνών, η οποία έχει ήδη καταστεί ως προς την ενοχή τους αμετάκλητη, αφού η κατ' αυτής ασκηθείσα αίτηση αναίρεσης, απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 1711/23-7-09 απόφαση του Αρείου Πάγου, (η 8183/20-10-2009 απόφαση ίδιου δικαστηρίου, που αφορά την επιβληθείσα ποινή, κατέστη αμετάκλητη, της αναιρέσεως αυτών απορριφθείσας με την 1867/ 1-12-10 απόφαση του Αρείου Πάγου), οι αιτούντες Ν. Ρ. και Κ. Τ., κηρύχθηκαν ένοχοι κατ' έφεση, ο πρώτος ψευδούς καταμήνυσης κατ' εξακολούθηση, ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρος και απόπειρας απάτης σε δικαστήριο και η δεύτερη ψευδορκίας μάρτυρος και τους επιβλήθηκε ποινή, στον πρώτο (συνολική) 12 μηνών ανασταλείσα και στην δεύτερη 4 μηνών ανασταλείσα. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το διατακτικό της πιο πάνω απόφασης, οι κατηγορούμενοι κηρύχθηκαν ένοχοι του ότι: "Α. Ο πρώτος κατηγορούμενος Ν. Ρ. στις 8-5-2001 και 20-9-2002, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, εν γνώσει καταμήνυσε άλλον ψευδώς ενώπιον της αρχής, ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του γι' αυτήν. Ειδικότερα: α) στις 8-5-2001 κατέθεσε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών την από 7-5-2001 έγκληση, στην οποία ανέφερε για τον εγκαλούντα Ν. Σ., ότι με πειθώ και φορτικότητα παρότρυνε τους Δικαστικούς Επιμελητές Ν. Π. και Λ. Ν. να βεβαιώσουν ψευδώς, στην υπ' αριθμ. 598/25-7-1997 έκθεση προσωπικής κράτησης ο πρώτος, ότι προέβη στη σύλληψη και προσωπική κράτηση του Ν. Ρ. βάσει εκτελεστών τίτλων που είχε νομίμως στην κατοχή του προς εκτέλεση, και στις υπ' αριθμ. 3969β/21-7-1997, 3968β/21-7-1997 και 3967β/21-7-1997 εκθέσεις επιδόσεως ο δεύτερος, ότι προέβη στην επίδοση δικαστικών αποφάσεων στον Ν. Ρ. στην διεύθυνση ...- Αθήνα, καθώς επίσης με πειθώ και φορτικότητα παρότρυνε και τον Δικηγόρο Αθηνών Ν. Σ. να βεβαιώσει ψευδώς, ότι παρέδωσε προς επίδοση στον Δικαστικό Επιμελητή ακριβές αντίγραφο του πρώτου απογράφου της υπ' αριθμ. 951/1995 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, πλην όμως τα ανωτέρω ήσαν ψευδή και ο κατηγορούμενος τελούσε εν γνώσει της αναληθείας των, καθόσον οι προαναφερθέντες Δικαστικοί Επιμελητές Ν. Π. και Λ. Ν. και ο Δικηγόρος Αθηνών Ν. Σ., κατά την εκτέλεση της υπ' αριθμ. 951/1995 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ενήργησαν σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, εκτέλεσαν νομίμως τα καθήκοντα τους και ουδέν ψευδές περιστατικό βεβαίωσαν στις εκθέσεις που συνέταξαν. Ο κατηγορούμενος όμως καταμήνυσε εν γνώσει του ψευδώς τον εγκαλούντα, προκειμένου να επιτύχει την καταδίωξη του για την αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας στην πράξη της ψευδούς βεβαιώσεως, β) την 20-9-2002 κατέθεσε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών την με ίδια ημερομηνία έγκληση, στην οποία ανέφερε για τον εγκαλούντα Ν. Σ., ότι με πειθώ και φορτικότητα παρότρυνε τον γιό του Φ. Σ. και τον Δικαστικό Επιμελητή Ν. Π., κατά την ένορκη εξέταση τους ως μαρτύρων ενώπιον του Εισηγητού Δικαστή του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στις 15-3-2002 και 31-5-2002 αντίστοιχα, να καταθέσουν εν γνώσει τους ψευδή γεγονότα σαν αληθινά, τελούντες εν γνώσει της αναληθείας τους και συγκεκριμένα να καταθέσουν ψευδώς, ότι η κατοικία του Ν. Ρ. ήταν στην οδό ... στην Αθήνα, ενώ γνώριζαν ότι η κατοικία αυτού ήταν στην οδό ... 6 στην Αθήνα. Τα ανωτέρω ήσαν ψευδή και ο κατηγορούμενος Ν. Ρ. τελούσε εν γνώσει της αναληθείας των, καθόσον οι προαναφερθέντες Φ. Σ. και Ν. Π. ουδέν ψευδές κατέθεσαν περί της διευθύνσεως κατοικίας του Ν. Ρ. (ήδη κατηγορουμένου) και μάλιστα κατόπιν προτροπής του εγκαλούντος Ν. Σ.. Ο κατηγορούμενος όμως κατεμήνυσε εν γνώσει του ψευδώς τον εγκαλούντα, προκειμένου να επιτύχει την καταδίωξη του για την αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας στην πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα. Β) Η δεύτερη κατηγορουμένη Κ. Τ. στις (5-10-2001 και) 9-11-2001, εξεταζόμενη ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, εν γνώσει της κατέθεσε ψέματα. Συγκεκριμένα, εξεταζόμενη ενόρκως ως μάρτυρας απόδειξης ενώπιον του Εισηγητή Δικαστή του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο οποίος ορίστηκε για να διεξάγει τις αποδείξεις, δυνάμει της υπ' αριθμ. 1923/2001 απόφασης του ανωτέρω Δικαστηρίου, επί της από 21-8-1997 ανακοπής του Ν. Ρ. κατά του Ν. Σ., εν γνώσει της κατέθεσε, μεταξύ άλλων, ψευδώς: α) στις 5-10-2001: [Έχω προσωπική αντίληψη για την όλη υπόθεση γιατί είμαι υπάλληλος του κ. Ρ. από το 1993...Ο κ. Σ. κοινοποίησε το δεύτερο απόγραφο, αντίγραφο του πρώτου δηλαδή, στην οδό ... στην Αθήνα, που γνώριζε ότι ο κ. Ρ. έχει ιδιόκτητο διαμέρισμα, στο οποίο δεν διέμενε... Νομίζω ότι οι κοινοποιήσεις αυτές των απογράφων έγιναν εσκεμμένα σε άλλες διευθύνσεις, για να μην λάβει γνώση ο Ρ. και να μην προβεί στις νόμιμες ενέργειες ... . Ο Ρ. αρνήθηκε να καταβάλει το ποσό αυτό, διότι είχε προηγηθεί πλειστηριασμός ακινήτου του στην οδό ... αριθ. 6 και από το εκπλειστηρίασμα είχε ικανοποιηθεί ο επισπεύδων ...] και β) στις 9-11-2001: [Ο κ. Ρ. υπέστη ηθική βλάβη από όλη αυτή τη διαδικασία, επειδή πλήρωσε δύο φορές το επιτασσόμενο ποσό και επειδή συνελήφθη ... Στις συναλλαγές του ο κ. Ρ. με τράπεζες και'" οτιδήποτε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, χρησιμοποιεί- την ... αριθμ. 6. Στην οδό ... στην Αθήνα έχει διαμέρισμα στον τρίτο όροφο, το οποίο είναι κενό, κλειστό. Εδώ και χρόνια είναι κενό. Ο κ. Ρ. δεν το χρησιμοποιεί ποτέ έστω και για λίγο...και το διαμέρισμα μέσα είναι κενό]. Η αλήθεια όμως, την οποία η κατηγορουμένη γνώριζε αλλά απέκρυψε, ήταν ότι η κατοικία του Ν. Ρ. ήταν στην οδό ... στην Αθήνα και ότι ο εγκαλών ουδέν είχε εισπράξει από τον πλειστηριασμό ακινήτου του κατηγορουμένου. Γ) Ο πρώτος κατηγορούμενος Ν. Ρ. με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να τελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε και ειδικότερα να καταθέσει εν γνώσει του ψευδή γεγονότα κατά την ένορκη εξέταση του ως μάρτυρας ενώπιον αρμόδιας για ένορκη εξέταση αρχής. Συγκεκριμένα, προκειμένου να ευδοκιμήσει η από 21-8-1997 ανακοπή του κατά του εγκαλούντα Ν. Σ., με πειθώ, φορτικότητα, συνεχείς προτροπές και παραινέσεις έπεισε την συγκατηγορούμενή του Κ. Τ., κατά την ένορκη κατάθεση της ενώπιον του Εισηγητή Δικαστή του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, να καταθέσει τα αναφερόμενα στο υπό στοιχείο (Β) του παρόντος ψευδή γεγονότα, παρότι τελούσε εν γνώσει της αναληθείας αυτών. Δ) Ο πρώτος κατηγορούμενος Ν. Ρ. στις 5-10-2001 και 9-11-2001, αφού αποφάσισε να εκτελέσει πλημμέλημα, επιχείρησε πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως αυτού και ειδικότερα, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, επιχείρησε να βλάψει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών. Συγκεκριμένα, με το σκοπό να επιτύχει την ακύρωση της διαδικασίας συλλήψεως και προσωπικής κράτησης του, δυνάμει της υπ' αριθμ. 951/1995 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, για την ικανοποίηση απαίτησης του εγκαλούντα Ν. Σ. σε βάρος του, ποσού 1.500.000 δραχμών με το νόμιμο τόκο, άσκησε την από 21-8-1997 ανακοπή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στην οποία διέλαβε ψευδώς ότι ο εγκαλών, καταχρηστικά και παρότι γνώριζε τη διεύθυνση του κατηγορουμένου, προέβη σε επίδοση αντιγράφου εξ απογράφου της ως άνω αποφάσεως μετ' επιταγής προς εκτέλεση, σε διεύθυνση που δεν είχε ούτε κατοικία ούτε γραφείο, με σκοπό να μην πληροφορηθεί αυτή ο οφειλέτης (νυν κατηγορούμενος), κατά την διεξαγωγή δε των αποδείξεων, που διατάχθηκαν με την υπ' αριθμ. 1923/2001 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εξετάσθηκε στις 5-10-2001 και 9-11-2001 ενόρκως ως μάρτυρας απόδειξης ενώπιον του Εισηγητή Δικαστή η Κ. Τ., η οποία κατέθεσε τα ανωτέρω υπό το στοιχείο (Β) του παρόντος ψευδή πραγματικά περιστατικά, πλην όμως δεν επήλθε το επιδιωκόμενο από τον κατηγορούμενο αποτέλεσμα, όχι από δική του βούληση, αλλά από εμπόδια εξωτερικά, καθόσον το Δικαστήριο δεν πείστηκε και με την υπ' αριθμ. 1299/2004 απόφαση απέρριψε την ανακοπή". Το Δικαστήριο για την κρίση του περί της ενοχής, διέλαβε στο σκεπτικό του τα εξής, όπως αυτά προέκυψαν από τα σ' αυτό αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα: "Ο μηνυτής, Ν. Σ., άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 27-10-1993 αγωγή του κατά του εναγομένου και ήδη πρώτου των κατηγορουμένων Ν. Ρ., με την οποία ζήτησε την καταψήφιση του στο ποσό των 1.500.000 δρχ. Η αγωγή δε αυτή έγινε δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη, με την υπ' αριθμ. 951/1995 οριστική απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, νομίμως, εντόκως από την επίδοση της, με την οποία, σημειωτέον, διατάχθηκε και η προσωπική του κράτηση διάρκειας τριών μηνών. Ακολούθως, ο δικηγόρος του μηνυτή Ν. Σ., ο οποίος χειριζόταν την ως άνω αστική υπόθεση, έλαβε ακριβές αντίγραφο του πρώτου απογράφου της ανωτέρω υπ' αριθμ. 951/1995 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο παρέδωσε προς εκτέλεση. Ο δανειστής και ήδη μηνυτής Ν. Σ., ανέθεσε στους αρμόδιους δικαστικούς επιμελητές Ν. Π. και Λ. Ν., να προβούν στην επίδοση στην διεύθυνση ... αριθ. 2 των Αθηνών, όπως και πράγματι έγινε. Έτσι, επακολούθησε η σύλληψη και προσωπική κράτηση του οφειλέτη και ήδη κατηγορουμένου Ν. Ρ., για την οποία συντάχθηκε η υπ' αριθμ. 598/25-7-1997 έκθεση προσωπικής κράτησης από τον πρώτο δικαστικό επιμελητή, ότι προέβη δηλαδή στη σύλληψη και προσωπική κράτηση του Ν. Ρ., βάσει εκτελεστών τίτλων που είχε νομίμως στην κατοχή του προς εκτέλεση και στις υπ' αριθμ. 3969β' /21-7-1997, 3968β'/21-7-1997 και 3967β'/21-7-1997 εκθέσεις επιδόσεως ο δεύτερος δικαστικός επιμελητής Λ. Ν., ότι προέβη στην επίδοση δικαστικών αποφάσεων στον Ν. Ρ. στη διεύθυνση ... -Αθήνα. Ο οφειλέτης και ήδη κατηγορούμενος ισχυρίζεται, ότι ουδέποτε διέμενε στην ως άνω διεύθυνση και προσκομίζει προς ενίσχυση του ισχυρισμού του τούτου σχετική βεβαίωση της ΔΕΗ, σύμφωνα με την οποία ακίνητο, το οποίο βρίσκεται στην οδό ... αριθ. 2, με παροχή ..., κατά τη χρονική διάρκεια από 10-1-1997 έως 9-1-1998 δεν ηλεκτροδοτείτο. Τούτο δεν έχει καμία σημασία, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, και αξίζει να σημειωθεί, ότι ο ίδιος προβαίνοντας σε γονική παροχή περιουσιακού του στοιχείου στο ανήλικο τέκνο του Χ. Ρ., δυνάμει του υπ' αριθμ. .../6-3-2007 συμβολαιογραφικού εγγράφου της συμβολαιογράφου Αθηνών Καλλιόπης θυγ. Αντων. Βαχαβιόλου, δήλωσε ως διεύθυνση κατοικίας του την ανωτέρω οδό ... αριθ. 2. Περαιτέρω, αποδεικνύεται, ότι ο οφειλέτης και ήδη πρώτος κατηγορούμενος, θέλοντας να επιτύχει την ακύρωση της διαδικασίας συλλήψεως και προσωπικής κράτησης του, άσκησε την από 21-8-1997 ανακοπή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στην οποία διέλαβε ψευδώς, ότι ο εγκαλών προέβη σ' επίδοση αντιγράφου εξ απογράφου της ως άνω αποφάσεως μετ' επιταγής προς εκτέλεση, σε διεύθυνση που δεν είχε ούτε κατοικία ούτε γραφείο, με σκοπό να μην την πληροφορηθεί αυτός. Κατά τη διεξαγωγή δε των σχετικών αποδείξεων, οι οποίες διατάχθηκαν με την υπ' αριθμ. 1923/2001 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προσήγαγε και εξέτασε στις 5-10-2001 και 9-11-2001 ενόρκως ως μάρτυρα απόδειξης ενώπιον του Εισηγητή Δικαστή, τη συγκατηγορουμένη του Κ. Τ., η οποία κατέθεσε τα ακόλουθα: α) στις 5-10-2001: [Έχω προσωπική αντίληψη για την όλη υπόθεση, γιατί είμαι υπάλληλος του κ. Ρ. από το 1993 ... Ο κ. Σ. κοινοποίησε το δεύτερο απόγραφο, αντίγραφο του πρώτου δηλαδή, στην οδό ... στην Αθήνα, που γνώριζε ότι ο κ. Ρ. έχει ιδιόκτητο διαμέρισμα, στο οποίο δεν διέμενε ... Νομίζω ότι οι κοινοποιήσεις αυτές των απογράφων έγιναν εσκεμμένα σε άλλες διευθύνσεις, για να μην λάβει γνώση ο Ρ. και να μην προβεί στις νόμιμες ενέργειες ... .Ο Ρ. αρνήθηκε να καταβάλει το ποσό αυτό, διότι είχε προηγηθεί πλειστηριασμός ακινήτου του στην οδό ... αριθ. 6 και από το εκπλειστηρίασμα είχε ικανοποιηθεί ο επισπεύδων ...] και β) στις 9-11-2001: [Ο κ. Ρ. υπέστη ηθική βλάβη από όλη αυτή τη διαδικασία, επειδή πλήρωσε δύο φορές το επιτασσόμενο ποσό και επειδή συνελήφθη ... . Στις συναλλαγές του ο κ. Ρ. με Τράπεζες και οτιδήποτε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, χρησιμοποιεί την ... αριθ. 6. Στην οδό ... αριθμ. 2 στην Αθήνα έχει διαμέρισμα στον τρίτο όροφο, το οποίο είναι κενό, κλειστό. Εδώ και χρόνια είναι κενό. Ο κ. Ρ. δεν το χρησιμοποιεί ποτέ έστω και για λίγο....και το διαμέρισμα μέσα είναι κενό]. Η αλήθεια, όμως, την οποία η κατηγορούμενη γνώριζε, αλλά απέκρυψε, ήταν ότι η κατοικία του Ν. Ρ. ήταν πράγματι στην οδό ... αριθ. 2 στην Αθήνα και ότι ο μηνυτής ουδέν είχε εισπράξει από τον πλειστηριασμό ακινήτου του κατηγορουμένου. Οι μάρτυρες κατηγορίας αποδίδουν πρόθεση στην εν λόγω κατηγορουμένη, την οποία, όπως καταθέτουν, την χρησιμοποιεί ο συγκατηγορούμενός της σε όλες τις δίκες, στις οποίες αυτός εμπλέκεται. Αποδεικνύεται δε στη συνέχεια, ότι, προκειμένου να ευδοκιμήσει η από 21-8-1997 ανακοπή του κατά του μηνυτή Ν. Σ., ο πρώτος των κατηγορουμένων Ν. Ρ., με πειθώ, φορτικότητα, συνεχείς προτροπές και παραινέσεις, έπεισε την ως άνω συγκατηγορουμένη του Κ. Τ. κατά την ένορκη κατάθεση της ενώπιον του Εισηγητή Δικαστή του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, να καταθέσει τα προαναφερόμενα ψευδή γεγονότα, παρότι τελούσε εν γνώσει της αναληθείας αυτών. Εξάλλου, με την άσκηση της ανακοπής του αυτής προσπάθησε να εξαπατήσει το Δικαστήριο, επιχειρώντας προς τούτο πράξη, η οποία περιείχε τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως πλημμεληματικής πράξεως, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, αφού με τον τρόπο αυτό και κάνοντας δεκτή την ανακοπή του, θα ακύρωνε την προσωπική του κράτηση, βλάπτοντας ξένη περιουσία και συγκεκριμένα τα συμφέροντα του δανειστή του, αρκούσης ακόμη και της δικονομικής βλάβης, την οποία ο τελευταίος θα υφίστατο. Δεν επήλθε, όμως, το επιδιωκόμενο από τον κατηγορούμενο αποτέλεσμα, όχι από δική του βούληση, αλλά από εμπόδια εξωτερικά, καθόσον το Δικαστήριο δεν πείσθηκε και με την εκδοθείσα υπ' αριθμ. 1299/2004 απόφαση απέρριψε την ανακοπή του ως αβάσιμη. Στη συνέχεια, ο πρώτος κατηγορούμενος 1) στις 8-5-2001 κατέθεσε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών την από 7-5-2001 έγκληση, στην οποία ανέφερε για τον εγκαλούντα Ν. Σ., ότι με πειθώ και φορτικότητα παρότρυνε τους Δικαστικούς Επιμελητές Ν. Π. και Λ. Ν. να βεβαιώσουν ψευδώς, στην υπ' αριθμ. 598/25-7-1997 έκθεση προσωπικής κράτησης ο πρώτος, ότι προέβη στη σύλληψη και προσωπική κράτηση του Ν. Ρ. βάσει εκτελεστών τίτλων που είχε νομίμως στην κατοχή του προς εκτέλεση, και στις υπ' αριθμ. 3969β/21-7-1997, 3968β/21-7-1 997 και 3967β/21-7-1 997 εκθέσεις επιδόσεως ο δεύτερος, ότι προέβη στην επίδοση δικαστικών αποφάσεων στον Ν. Ρ. στην διεύθυνση ...- Αθήνα, καθώς επίσης με πειθώ και φορτικότητα παρότρυνε και τον Δικηγόρο Αθηνών Ν. Σ. να βεβαιώσει ψευδώς, ότι παρέδωσε προς επίδοση στον Δικαστικό Επιμελητή ακριβές αντίγραφο του πρώτου απογράφου της υπ' αριθμ. 951/1995 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, πλην όμως τα ανωτέρω ήσαν ψευδή και ο κατηγορούμενος τελούσε εν γνώσει της αναληθείας των, καθόσον οι προαναφερθέντες Δικαστικοί Επιμελητές Ν. Π. και Λ. Ν. και ο Δικηγόρος Αθηνών Ν. Σ., κατά την εκτέλεση της υπ' αριθμ. 951/1995 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ενήργησαν σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, εκτέλεσαν νομίμως τα καθήκοντα τους και ουδέν ψευδές περιστατικό βεβαίωσαν στις εκθέσεις που συνέταξαν. Ο κατηγορούμενος όμως καταμήνυσε εν γνώσει του ψευδώς τον εγκαλούντα, προκειμένου να επιτύχει την καταδίωξη του για την αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας στην πράξη της ψευδούς βεβαιώσεως. 2) Την 20-9-2002 κατέθεσε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών την με ίδια ημερομηνία έγκληση, στην οποία ανέφερε για τον εγκαλούντα Ν. Σ., ότι με πειθώ και φορτικότητα παρότρυνε τον γιό του Φ. Σ. και τον Δικαστικό Επιμελητή Ν. Π., κατά την ένορκη εξέταση τους ως μαρτύρων ενώπιον του Εισηγητού Δικαστή του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στις 15-3-2002 και 31-5-2002 αντίστοιχα, να καταθέσουν εν γνώσει τους ψευδή γεγονότα σαν αληθινά, τελούντες εν γνώσει της αναληθείας τους και συγκεκριμένα να καταθέσουν ψευδώς, ότι η κατοικία του Ν. Ρ. ήταν στην οδό ... στην Αθήνα, ενώ γνώριζαν ότι η κατοικία αυτού ήταν στην οδό ... 6 στην Αθήνα. Τα ανωτέρω ήσαν ψευδή και ο κατηγορούμενος Ν. Ρ. τελούσε εν γνώσει της αναληθείας των, καθόσον οι προαναφερθέντες Φ. Σ. και Ν. Π., ουδέν ψευδές κατέθεσαν περί της διευθύνσεως κατοικίας του Ν. Ρ. (ήδη κατηγορουμένου) και μάλιστα κατόπιν προτροπής του εγκαλούντος Ν. Σ.. Ο κατηγορούμενος όμως κατεμήνυσε εν γνώσει του ψευδώς τον εγκαλούντα, προκειμένου να επιτύχει την καταδίωξη του για την αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας στην πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα. Με βάση τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προεκτέθηκαν, το Δικαστήριο κρίνει, πως πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι των αξιοποίνων πράξεων, οι οποίες τους αποδίδονται με το κατηγορητήριο". δ) Με την κρινόμενη αίτηση τους, ως λόγους επανάληψης της διαδικασίας προβάλλουν τους εξής: Ότι, με την υπ' αριθμ. 1236/6-3-09 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που κατέστη αμετάκλητη και την οποία δεν είχαν υπόψη τους οι δικαστές που εξέδωσαν την 6143/24-9-08 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (πλημ/των) Αθηνών, κρίθηκε αμετάκλητα, ότι στην οδό ... - Αθήνα, δεν είχε κατοικία ο καθού η προσωποκράτηση και εκτέλεση Ν. Ρ., αλλά στην οδό ... 6. Συνεπώς η σύλληψη του και προσωποκράτηση του (25-7-97), ως και η επίδοση επιταγής προς εκτέλεση (21-7-97) είναι άκυρες. Και αφού αυτές είναι άκυρες, αληθώς καταμήνυσε κατ' εξακολούθηση τον εγκαλούντα Ν. Σ., δεν αποπειράθηκε να εξαπατήσει το Δικαστήριο, δεν ήταν ηθικός αυτουργός στην ψευδορκία της δεύτερης αιτούσας Κ. Τ., αφού καταθέτοντας αυτή, ότι το διαμέρισμα του καθού η εκτέλεση στην οδό ... ήταν το 1997 κλειστό, κενό και δεν κατοικούνταν, κατέθεσε την αλήθεια. Άρα και οι δύο αιτούντες είναι αθώοι των πράξεων, που καταδικάσθηκαν αμετάκλητα με την προσβαλλομένη απόφαση. ε) Όλοι οι προταθέντες με την αίτηση επανάληψης της διαδικασίας λόγοι, πρέπει ν' απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι. Και τούτο διότι: 1) Ο Ν. Ρ. κατεμήνυσε (8-5-01) τον Ν. Σ., τον Ν. Π., τον Λ. Ν. και τον Ν. Σ., για ψευδή βεβαίωση, ηθική αυτουργία στην πράξη αυτή κατά συρροή και άμεση συνεργεία στην ψευδή βεβαίωση, που έλαβαν χώρα την 21-7-97 και 25-7-97 στην Αθήνα, σχετικά με την σύλληψη και προσωποκράτηση του Ν. Ρ.. Το Συμβούλιο Πλημ/κών Αθηνών με το 5471/01 βούλευμα του, αποφάνθηκε να μην γίνει κατηγορία για τις παραπάνω πράξεις κατά των κατ/νων, δεχθέν, ότι η κατοικία του καθ' ου η εκτέλεση ήταν το διαμέρισμα στην οδό .... Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το 1206/02 βούλευμα του, απέρριψε την έφεση του Ν. Ρ. κατά του 5471/01 ανωτέρω βουλεύματος, δεχθέν ως κατοικία του καθ'ου η εκτέλεση το διαμέρισμα αυτού, στην οδό ... Αθήνα, με την σκέψη ότι: Ο δικαστικός επιμελητής δεν ήταν υποχρεωμένος να επιδώσει τα έγγραφα στην διεύθυνση όπου ο εγκαλών είχε το γραφείο του επί της οδού ... 6, καθόσον από τις διατάξεις των άρθρων 124, 128, 129 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι η επίδοση μπορεί να γίνει, είτε στην κατοικία του εναγομένου, είτε στην διεύθυνση εργασίας του ... η διεύθυνση αυτή (... 6) ήταν ήδη γνωστή στον επισπεύδοντα ως διεύθυνση της επαγγελματικής στέγης του εγκαλούντος, σ' αυτήν νόμιμα επιδόθηκε η αγωγή (27-10-93) και δεν γνωστοποιήθηκε αυτή (μεταβολή - 119 §3 Κ.Πολ.Δ.) και ως κατοικία.... 2) Στη συνέχεια ο Ν. Ρ. κατεμήνυσε (20-9-02) τον Ν. Σ., τον Φ. Σ. και τον Ν. Π., για ψευδορκία μάρτυρα και ηθική αυτουργία σ' αυτή, που έλαβε χώρα στην Αθήνα, την 15-3-02 και 31-5-02, σχετικά με την διεύθυνση κατοικίας του καθ'ου η εκτέλεση. Το Συμβούλιο Πλημ/κών Αθηνών με το 1599/05 βούλευμα του, εδέχθη ως κατοικία του Ν. Ρ. το διαμέρισμα του στην οδό ... - Αθήνα και αποφάνθηκε να μην γίνει κατηγορία κατά των ανωτέρω κατ/νων για τις προαναφερόμενες πράξεις. 3) Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την 1299/15-3-04 απόφαση του, απέρριψε την ανακοπή κατά των πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης του Ν. Ρ., δεχθέν, ότι οι σχετικές επιδόσεις των δικαστικών επιμελητών ορθά έγιναν στην κατοικία αυτού, δηλαδή στο διαμέρισμα του στην οδό ...- Αθήνα, την 21-7-97 και 25-7-97, διότι δεν έγινε νομότυπη δήλωση μεταβολής της κατοικίας του (119 § 3 Κ.Πολ.Δ.), αλλά και διότι τούτο προκύπτει, μεταξύ άλλων αποδεικτικών μέσων και από τις από 30-6-97 και 31-12-97 βεβαιώσεις της Εμπορικής Τράπεζας. Η δε κατάθεση της μάρτυρος Κ. Τ., δεν κρίνεται επαρκής για τον σχηματισμό πλήρους αντίθετης δικανικής πεποίθησης. Το Εφετείο Αθηνών με την 1236/6-3-09 απόφαση του, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση (1299/04), αφού δέχθηκε, ότι στην οδό ... - Αθήνα δεν κατοικούσε κατά το έτος 1997 ο Ν. Ρ., αλλά στην οδό ... 6-Αθήνα, έστω και αν αυτός (Ρ.) δεν γνωστοποίησε την μεταβολή της κατοικίας του, αφού τούτο, (μεταξύ άλλων αποδείξεων), προέκυπτε και από την από 28-3-97 ανακοπή του κατά του 3743/17-3-97 πίνακα κατάταξης δανειστών, που κοινοποιήθηκε σ' αυτόν την 8-4-97, ως και από την 3744/17-3-97 πρόσκληση δανειστών κατά της αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου (31-5-95), που εκπλειστηριάσθηκε την 15-1-97. Η δε κατάθεση της μάρτυρος Κ. Τ., κρίθηκε από το Εφετείο Αθηνών πειστική (δηλαδή αληθής). 4) Μετά την έκδοση των ανωτέρω βουλευμάτων, ο Ν. Σ. κατεμήνυσε (21-12-05) τον Ν. Ρ. και την Κ. Τ., για ψευδή καταμήνυση κατ'εξακολούθηση, για απόπειρα απάτης στο δικαστήριο και για ηθική αυτουργία στην ψευδορκία της Κ. Τ. και αυτή για ψευδορκία μάρτυρα. Με κλητήριο θέσπισμα παραπέμφθηκαν οι ανωτέρω στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, το οποίο με την 72836/06 απόφαση του, κήρυξε ενόχους αυτούς, επιβάλλοντας τις σ' αυτή αναφερόμενες ποινές, δηλαδή κήρυξε ενόχους αυτούς, ψευδορκίας μάρτυρα (Τ.), διότι καταθέτοντας αυτή ότι ο Ν. Ρ. δεν είχε κατοικία στην οδό ..., εψευδόρκισε, με ηθικό αυτουργό τον Ν. Ρ., ο οποίος με την κατάθεση αυτή αποπειράθηκε να εξαπατήσει το δικαστήριο, οι δε μηνύσεις που κατέθεσε αρμοδίως σε βάρος του Ν. Σ. και λοιπών κατ/νων, ήταν για τις επιδόσεις των σχετικών με την εκτέλεση εγγράφων, ως προς την διεύθυνση κατοικίας του, (ότι δεν κατοικούσε στην ...), ψευδείς. Το κατ' έφεση δίκασαν Τριμελές Εφετείο (πλημν/των) Αθηνών, κήρυξε και πάλι ενόχους τους κατ/νους για τις παραπάνω πράξεις, με την 6143/24-9-08 απόφαση του, που κατέστη αμετάκλητη, εκδοθεισών των ΑΠ 1711/09, Τριμελούς Εφετείου (πλημ/των) Αθηνών 8183/09 και ΑΠ 1867/10 αποφάσεων, σύμφωνα με το σκεπτικό και διατακτικό αυτής (6143/08), ως αυτά ανωτέρω αναφέρονται. 5) Το ποινικό Εφετείο, για την κήρυξη της ενοχής αυτών (6143/08), ως και για το ότι η κατοικία του Ν. Ρ. ήταν το διαμέρισμα του στην οδό ...- Αθήνα και όχι αυτό στην οδό ... 6- Αθήνα, έλαβε υπόψη , όπως προκύπτει από τα αναγνωστέα έγγραφα, μεταξύ άλλων εγγράφων, όλα τα προαναφερθέντα βουλεύματα και όλες τις προαναφερθείσες πολιτικές αποφάσεις, πλην της 1236/09 του Εφετείου Αθηνών, που δεν είχε, ούτε μπορούσε να την είχε υπόψη του. Επίσης έλαβε υπόψη του την από 28-3-97 ανακοπή και αντιρρήσεις του Ν. Ρ. κατά του Ν. Σ., (με διεύθυνση ... 6), τον 3743/17-3-97 και 3744/17-3-97 πίνακα κατάταξης δανειστών και πρόσκληση αυτών αντίστοιχα, ως και τις βεβαιώσεις ΔΕΗ και ΕΥΔΑΠ, που πιστοποιούν, ότι στο διαμέρισμα (...) δεν σημειώθηκε κατά το έτος 1997 κατανάλωση ρεύματος και νερού. Μάλιστα ως προς την μη ηλεκτροδότηση έκρινε, ότι τούτο δεν έχει καμία σημασία. 6) Αντίθετα, το Εφετείο Αθηνών με την 1236/09 απόφαση του έκρινε, ότι στην οδό ... δεν κατοικούσε ο Ν. Ρ., αλλά στην οδό ... 6. Μετά ταύτα ακύρωσε την σύλληψη και την 598/25-7-97 έκθεση προσωπικής κράτησης, την επίδοση απογράφου της 951/95 απόφασης, την επιταγή προς εκτέλεση και την συνταχθείσα γι' αυτά έκθεση επίδοσης 3969β/21-7-97. Για την κρίση του αυτή το Εφετείο έλαβε υπόψη του και την από 28-3-97 ανακοπή και τον 3743/17-3-97 και 3744/17-3-97 πίνακα κατάταξης και πρόσκληση, ως και τις βεβαιώσεις ΔΕΗ και ΕΥΔΑΠ. Τέλος έλαβε ως πειστική και την κατάθεση της κατηγορουμένης Κ. Τ.. Δηλαδή έλαβε υπόψη του, αποδεικτικά μέσα, τα οποία και στο ποινικό Εφετείο είχαν προσκομισθεί. 7) Με βάση αυτά, το μεν ποινικό Εφετείο έκρινε, ότι ο Ρ. κατοικούσε στην οδό ... και όχι στην οδό ... 6, το δε πολιτικό Εφετείο, ότι ο Ρ. δεν κατοικούσε στην οδό ..., αλλά στην οδό ... 6. 8) Από τα ανωτέρω εκτεθέντα προκύπτει, ότι και τα δύο διαφορετικά κατά δικαιοδοσία δικαστήρια, έκριναν επί του αυτού πραγματικού περιστατικού, με τα ίδια αποδεικτικά μέσα, κατά διάφορο τρόπο, έχοντας αντίθετες εκτιμήσεις, ως προς το ίδιο ουσιαστικό μέρος (γεγονός - κατοικία ... ή όχι), της ίδιας υπόθεσης. Όμως, καίτοι η απόφαση του πολιτικού Εφετείου Αθηνών (1236/09) είναι νέα απόδειξη, που δεν είχαν υπόψη τους οι δικάσαντες δικαστές, όταν κήρυξαν ενόχους τους κατ/νους, το γεγονός που περιλαμβάνεται σ' αυτή, δεν είναι νέο (κατοικία ή μη στην ...), διότι τούτο είχε προβληθεί στο, και εξετασθεί από το ποινικό Εφετείο Αθηνών, που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση. Τα ίδια έγγραφα προσκομίσθηκαν και εκεί (1236/09), τα ίδια έγγραφα προσκομίσθηκαν και αναγνώσθηκαν και εδώ (6143/08). Συνεπώς, καίτοι η πολιτική απόφαση είναι ως απόδειξη νέα, το γεγονός που αναφέρεται σ' αυτή (κατοικία ... ή όχι), δεν ήταν άγνωστο στους δικάσαντες δικαστές του ποινικού Εφετείου Αθηνών, αφού είχε ερευνηθεί από αυτούς. 9) Το αν τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία δεν εκτιμήθηκαν, ή αξιολογήθηκαν εσφαλμένα, ή δεν λήφθησαν υπόψη από τους ποινικούς δικαστές, τούτο δεν αποτελεί λόγο επανάληψης της διαδικασίας. 10) Επίσης, δια της επικλήσεως του πολιτικού δεδικασμένου έναντι του αντιθέτου ποινικού, επί του αυτού γεγονότος, επιδιώκεται ο από ουσιαστικής πλευράς έλεγχος της ορθότητας ή μη της προσβαλλομένης ποινικής αμετάκλητης απόφασης, καθόσον η επανάληψη της διαδικασίας δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. 11) Εξ' άλλου, η αμετάκλητη 1236/09 απόφαση του Εφετείου Αθηνών είναι, ως απόδειξη πράγματι νέα, αυτή όμως, ως απόφαση πολιτικού δικαστηρίου, για ζήτημα (γεγονός) που έχει σχέση με την ποινική δίκη, δεν δεσμεύει, κατ' αρθρ. 62 ΚΠΔ, το ποινικό δικαστήριο, ακόμα και αν αυτή αποτελεί πολιτικό δεδικασμένο, ως τούτο συνάγεται από το αρθρ. 57 ΚΠΔ (ΑΠ 1914/01 Π.Χρ. ΝΒ' 653). Τοσούτω μάλλον, καθόσον, ναι μεν το πολιτικό εφετείο έλαβε υπόψη του την από 28-3-97 ανακοπή μετά των άλλων εγγράφων και έκρινε, ότι ο Ρ. το 1997 δεν κατοικούσε στην οδό ..., όμως, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της 1299/04 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αυτός, κατά το ίδιο έτος 1997, ταυτόχρονα δήλωνε στην Εμπορική Τράπεζα διεύθυνση κατοικίας του την οδό ..., όπως τούτο προκύπτει από τις από 30-6-97 και 31-12-97 βεβαιώσεις αυτής (Τράπεζας). Δηλαδή, δήλωνε διευθύνσεις κατοικίας του κατά το δοκούν και όπως τον συνέφερε. Έτσι, με βάση τα προεκτεθέντα και αν ακόμη η ανωτέρω απόφαση του πολιτικού εφετείου, ως προς το γεγονός της κατοικίας του Ν. Ρ. ήταν στους δικάσαντες ποινικούς δικαστές (εφέτες) γνωστή, συνεκτιμώμενη μετά των άλλων τότε προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δεν καθίσταται φανερό, δηλαδή σε σημείο που να αγγίζει την βεβαιότητα, ότι αυτός και η συγκατηγορουμένη του -αιτούσα Κ. Τ., θα κηρύσσονταν αθώοι από το ποινικό εφετείο Αθηνών, για τις αξιόποινες πράξεις για τις οποίες καταδικάσθηκαν. στ) Εν όψει των ανωτέρω εκτεθέντων νομικών και πραγματικών περιστατικών, πρέπει η υπό κρίση αίτηση επανάληψης της διαδικασίας ν' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, αφού ακουσθούν και οι αιτούντες (528 §1 εδ. α' ΚΠΔ), να επιβληθούν δε σ' αυτούς τα έξοδα και τέλη της ποινικής διαδικασίας. (583 §1 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ - ΠΡΟΤΕΙΝΩ Α) Να γίνει τυπικά δεκτή και ν' απορριφθεί στην ουσία της, η από 15/23-9-11 αίτηση επανάληψης της διαδικασίας, των καταδικασμένων α) Ν. Ρ. του Χ. και της Ά. και β) Κ. Τ. του Σ. και της Ε., κατοίκων ..., κατά της υπ' αριθμ. 6143/24-9-08 (8183/20-10-09) αμετάκλητης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (πλημ/των) Αθηνών. Β) Να επιβληθούν τα έξοδα και τέλη της ποινικής διαδικασίας, στους ανωτέρω αιτούντες. Αθήνα 19-6-2012 Ο Αντεισαγγελεας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Χατζίκος" Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο των αιτούντων. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 περιπτ. 2 ΚΠοινΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός των άλλων περιπτώσεων που αναφέρονται στο άρθρο αυτό περιοριστικά, και όταν, μετά την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής "νέα γεγονότα ή αποδείξεις" είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και έτσι ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, ανεξαρτήτως αν υπήρχαν πριν από την καταδίκη ή προέκυψαν μεταγενέστερα. Τέτοιες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, αλλά και ήδη εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή τροποποιητικές ή διευκρινιστικές εκείνων που είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Εξάλλου, σύμφωνα με τα άρθρα 528 παρ. 1 εδ. α' και 527 παρ. 3 ΚΠοινΔ, αρμόδιο να αποφασίσει για την αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας είναι το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου, αν η αμετάκλητη καταδίκη απαγγέλθηκε από Εφετείο. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση, με την οποία οι αιτούντες Ν. Ρ. και Κ. Τ. επιδιώκουν την επανάληψη της διαδικασίας, που περατώθηκε με την ήδη αμετάκλητη, καταδικαστική γι' αυτούς για πλημμελήματα υπ' αριθ. 6143/24-9-08 και 8183/2009 αποφάσεις του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την πρώτη των οποίων καταδικάστηκαν, ο πρώτος για ψευδή καταμήνυση κατ' εξακολούθηση, ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρος και απόπειρα απάτης στο δικαστήριο και η δεύτερη για ψευδορκία μάρτυρος, για το λόγο ότι, από τη αναφερόμενη στην αίτηση νέα και άγνωστη στους δικαστές που τους καταδίκασαν απόδειξη, γίνεται φανερό, όπως διατείνονται, ότι είναι αθώοι των πράξεων για τις οποίες καταδικάσθηκαν, είναι νόμιμη, αρμοδίως εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (σε Συμβούλιο) κατά τις προπαρατεθείσες διατάξεις και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν. Από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την υπ' αριθμ. 6143/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, κηρύχθηκαν ένοχοι κατ' έφεση ο πρώτος αιτών Ν. Ρ. ψευδούς καταμηνύσεως κατ' εξακολούθηση, ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα και απόπειρα απάτης στο δικαστήριο και η δεύτερη αιτούσα Κ. Τ. ένοχη ψευδορκίας μάρτυρα και τους επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης στον πρώτο 13 μηνών στον πρώτο και 7 μηνών στην δεύτερη. Η εν λόγω απόφαση κατέστη αμετάκλητη ως προς την ενοχή των αιτούντων για τις ανωτέρω πράξεις, αφού με την υπ' αριθμ. 1711/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, κατά μερική παραδοχή της αναιρέσεως των αιτούντων, αναιρέθηκε αυτή μόνον ως προς την παραδοχή της ότι η ψευδορκία της δεύτερης αιτούσας και η ηθική αυτουργία στην πράξη αυτή του πρώτου αιτούντος τελέσθηκαν κατ' εξακολούθηση και επιπλέον (αναιρέθηκε)ως προς την επιβληθείσα στους αιτούντες ποινή για τις πράξεις αυτές ποινές και συνακόλουθα ως προς την επιβληθείσα στον πρώτο αιτούντα συνολική ποινή. Αμετάκλητη κατέστη επίσης και η μετ' αναίρεση εκδοθείσα ακολούθως 8183/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών που αφορά τις επιβληθείσες ποινές (12 και 4 μηνών αντίστοιχα), αφού η κατ' αυτής ασκηθείσα αναίρεση απορρίφθηκε με την 1867/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το διατακτικό της πιο πάνω 6143/2008 απόφασης, οι αιτούντες κηρύχθηκαν ένοχοι του ότι: Α)Ο πρώτος αιτών Ν. Ρ. στις 8-5-2001 και 20-9-2002, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, εν γνώσει καταμήνυσε άλλον ψευδώς ενώπιον της αρχής, ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του γι αυτήν. Ειδικότερα: α) στις 8-5-2001 κατέθεσε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών την από 7-5-2001 έγκληση, στην οποία ανέφερε για τον εγκαλούντα Ν. Σ., ότι με πειθώ και φορτικότητα παρότρυνε τους δικαστικούς επιμελητές Ν. Π. και Λ. Ν. να βεβαιώσουν ψευδώς, στην υπ' αριθμ. 598/25-7-1997 έκθεση προσωπικής κράτησης ο πρώτος, ότι προέβη στη σύλληψη και προσωπική κράτηση του Ν. Ρ. βάσει εκτελεστών τίτλων που είχε νομίμως στην κατοχή του προς εκτέλεση, και στις υπ' αριθμ. 3969β/21-7-1997, 3968β/21-7-1997 και 3967β/21-7-1997 εκθέσεις επιδόσεως ο δεύτερος, ότι προέβη στην επίδοση δικαστικών αποφάσεων στον Ν. Ρ. στην διεύθυνση ...- Αθήνα, καθώς επίσης με πειθώ και φορτικότητα παρότρυνε και τον δικηγόρο Αθηνών Ν. Σ. να βεβαιώσει ψευδώς, ότι παρέδωσε προς επίδοση στον δικαστικό επιμελητή ακριβές αντίγραφο του πρώτου απογράφου της υπ' αριθμ. 951/1995 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, πλην όμως τα ανωτέρω ήσαν ψευδή και ο κατηγορούμενος τελούσε εν γνώσει της αναληθείας των, καθόσον οι προαναφερθέντες δικαστικοί επιμελητές Ν. Π. και Λ. Ν. και ο δικηγόρος Αθηνών Ν. Σ., κατά την εκτέλεση της υπ' αριθμ. 951/1995 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ενήργησαν σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, εκτέλεσαν νομίμως τα καθήκοντα τους και ουδέν ψευδές περιστατικό βεβαίωσαν στις εκθέσεις που συνέταξαν. Ο κατηγορούμενος όμως καταμήνυσε εν γνώσει του ψευδώς τον εγκαλούντα, προκειμένου να επιτύχει την καταδίωξη του για την αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας στην πράξη της ψευδούς βεβαιώσεως, β) την 20-9-2002 κατέθεσε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών την με ίδια ημερομηνία έγκληση, στην οποία ανέφερε για τον εγκαλούντα Ν. Σ., ότι με πειθώ και φορτικότητα παρότρυνε τον γιό του Φ. Σ. και τον δικαστικό επιμελητή Ν. Π., κατά την ένορκη εξέταση τους ως μαρτύρων ενώπιον του Εισηγητού Δικαστή του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στις 15-3-2002 και 31-5-2002 αντίστοιχα, να καταθέσουν εν γνώσει τους ψευδή γεγονότα σαν αληθινά, τελούντες εν γνώσει της αναληθείας τους και συγκεκριμένα να καταθέσουν ψευδώς, ότι η κατοικία του Ν. Ρ. ήταν στην οδό ... στην Αθήνα, ενώ γνώριζαν ότι η κατοικία αυτού ήταν στην οδό ... 6 στην Αθήνα. Τα ανωτέρω ήσαν ψευδή και ο κατηγορούμενος Ν. Ρ. τελούσε εν γνώσει της αναληθείας των. Ο κατηγορούμενος όμως κατεμήνυσε εν γνώσει του ψευδώς τον εγκαλούντα, προκειμένου να επιτύχει την καταδίωξη του για την αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας στην πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα. Β) Η δεύτερη αιτούσα Κ. Τ. στις (5-10-1991 και) 9-11-2001, εξεταζόμενη ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, εν γνώσει της κατέθεσε ψέματα. Συγκεκριμένα, εξεταζόμενη ενόρκως ως μάρτυρας απόδειξης ενώπιον του Εισηγητή Δικαστή του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο οποίος ορίστηκε για να διεξάγει τις αποδείξεις, δυνάμει της υπ' αριθμ. 1923/2001 απόφασης του ανωτέρω Δικαστηρίου, επί της από 21-8-1997 ανακοπής του Ν. Ρ. κατά του Ν. Σ., εν γνώσει της κατέθεσε, μεταξύ άλλων, ψευδώς: α) στις 5-10-2001: [Έχω προσωπική αντίληψη για την όλη υπόθεση γιατί είμαι υπάλληλος του κ. Ρ. από το 1993 ... Ο κ. Σ. κοινοποίησε το δεύτερο απόγραφο, αντίγραφο του πρώτου δηλαδή, στην οδό ... στην Αθήνα, που γνώριζε ότι ο κ. Ρ. έχει ιδιόκτητο διαμέρισμα, στο οποίο δεν διέμενε ... Νομίζω ότι οι κοινοποιήσεις αυτές των απογράφων έγιναν εσκεμμένα σε άλλες διευθύνσεις, για να μην λάβει γνώση ο Ρ. και να μην προβεί στις νόμιμες ενέργειες .... Ο Ρ. αρνήθηκε να καταβάλει το ποσό αυτό, διότι είχε προηγηθεί πλειστηριασμός ακινήτου του στην οδό ... αριθ. 6 και από το εκπλειστηρίασμα είχε ικανοποιηθεί ο επισπεύδων ... ] και β) στις 9-11-2001: [ο κ. Ρ. υπέστη ηθική βλάβη από όλη αυτή τη διαδικασία, επειδή πλήρωσε δύο φορές το επιτασσόμενο ποσό και επειδή συνελήφθη ... Στις συναλλαγές του ο κ. Ρ. με τράπεζες και1 οτιδήποτε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, χρησιμοποιεί, την ... αριθμ. 6. Στην οδό ... στην Αθήνα έχει διαμέρισμα στον τρίτο όροφο, το οποίο είναι κενό, κλειστό. Εδώ και χρόνια είναι κενό. Ο κ. Ρ. δεν το χρησιμοποιεί , ποτέ έστω και για λίγο ... και το διαμέρισμα μέσα είναι κενό]. Η αλήθεια όμως, την οποία η κατηγορουμένη γνώριζε αλλά απέκρυψε, ήταν ότι η κατοικία του Ν. Ρ. ήταν στην οδό ... στην Αθήνα και ότι ο εγκαλών ουδέν είχε εισπράξει από τον πλειστηριασμό ακινήτου του κατηγορουμένου. Γ) Ο πρώτος αιτών Ν. Ρ. με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να τελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε και ειδικότερα να καταθέσει εν γνώσει του ψευδή γεγονότα κατά την ένορκη εξέταση του ως μάρτυρας ενώπιον αρμόδιας για ένορκη εξέταση αρχής. Συγκεκριμένα, προκειμένου να ευδοκιμήσει η από 21-8-1997 ανακοπή του κατά του εγκαλούντα Ν. Σ., με πειθώ, φορτικότητα, συνεχείς προτροπές και παραινέσεις έπεισε την συγκατηγορουμένη του Κ. Τ., κατά την ένορκη κατάθεση της ενώπιον του Εισηγητή Δικαστή του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, να καταθέσει τα αναφερόμενα στο υπό στοιχείο (Β) του παρόντος ψευδή γεγονότα, παρότι τελούσε εν γνώσει της αναληθείας αυτών. Δ) Ο πρώτος κατηγορούμενος Ν. Ρ. στις 5-10-2001 και 9-11-2001,αφού αποφάσισε να εκτελέσει πλημμέλημα, επιχείρησε πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως αυτού και ειδικότερα, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, επιχείρησε να βλάψει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών. Συγκεκριμένα, με το σκοπό να επιτύχει την ακύρωση της διαδικασίας συλλήψεως και προσωπικής κράτησης του, δυνάμει της υπ' αριθμ. 951/1995 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, για την ικανοποίηση απαίτησης του εγκαλούντα Ν. Σ. σε βάρος του, ποσού 1.500.000 δραχμών με το νόμιμο τόκο, άσκησε την από 21-8-1997 ανακοπή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στην οποία διέλαβε ψευδώς ότι ο εγκαλών, καταχρηστικά και παρότι γνώριζε τη διεύθυνση του κατηγορουμένου, προέβη σε επίδοση αντιγράφου εξ απογράφου της ως άνω αποφάσεως μετ' επιταγής προς εκτέλεση, σε διεύθυνση που δεν είχε ούτε κατοικία ούτε γραφείο, με σκοπό να μην πληροφορηθεί αυτή ο οφειλέτης (νυν κατηγορούμενος), κατά την διεξαγωγή δε των αποδείξεων, που διατάχθηκαν με την υπ' αριθμ. 1923/2001 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εξετάσθηκε στις 5-10-2001 και 9- 11-2001 ενόρκως ως μάρτυρας απόδειξης ενώπιον του Εισηγητή Δικαστή η Κ. Τ., η οποία κατέθεσε τα ανωτέρω υπό το στοιχείο (Β) ψευδή πραγματικά περιστατικά, πλην όμως δεν επήλθε το επιδιωκόμενο από τον κατηγορούμενο αποτέλεσμα, όχι από δική του βούληση, αλλά από εμπόδια εξωτερικά, καθόσον το Δικαστήριο δεν πείστηκε και με την υπ' αριθμ. 1299/2004 απόφαση απέρριψε την ανακοπή". Ήδη οι αιτούντες με την κρινόμενη αίτηση τους, επικαλούνται ως νέα απόδειξη την υπ' αριθμ. 1236/6-3-2009, αμετάκλητη ήδη, απόφαση του Εφετείου Αθηνών, το περιεχόμενο της οποίας αναφέρεται κατωτέρω και την οποία αν είχαν υπόψη τους οι δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική γι' αυτούς 6143/24-9-2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλη μ/των) Αθηνών, θα κατέληγαν σε απαλλακτική κρίση. Από τις προαναφερθείσα ως άνω νέα απόδειξη, εκτιμώμενη καθεαυτή και σε συνδυασμό με εκείνες που έλαβε υπόψη του το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, το οποίο εξέδωσε την ανωτέρω απόφαση, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο μηνυτής Ν. Σ., άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 27-10-1993 αγωγή του κατά του αιτούντος Ν. Ρ., με την οποία ζήτησε την καταψήφιση του τελευταίου στην καταβολή ποσού 1.500.000 δραχμών. Η αγωγή αυτή έγινε δεκτή με την υπ' αριθμ. 951/1995 οριστική απόφαση του ως άνω δικαστηρίου και διατάχθηκε ως μέσο εκτελέσεως και η προσωπική κράτηση του αιτούντος, διάρκειας τριών μηνών. Ο δικηγόρος του μηνυτή Ν. Σ., ο οποίος χειριζόταν την ως άνω αστική υπόθεση, έλαβε αντίγραφο του πρώτου απογράφου της ανωτέρω 951/1995 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο παρέδωσε προς εκτέλεση. Ο Ν. Σ., έδωσε εντολή στον δικαστικό επιμελητή Λ. Ν., να προβεί σε επίδοση στον αιτούντα Ν. Ρ., στη διεύθυνση ... αριθ. 2, στην Αθήνα, όπως και πράγματι έγινε. Με βάση τις υπ' αριθμ. 3969β, 3968β και 3697β/21-7-1997 εκθέσεις επιδόσεως, που συνετάγησαν από τον δικαστικό επιμελητή Λ. Ν., στις οποίες βεβαιώνεται ότι προέβη σε επίδοση στον αιτούντα, στη διεύθυνση ... στην Αθηνά, επακολούθησε η σύλληψη και η προσωπική κράτηση του ήδη αιτούντος οφειλέτη Ν. Ρ. από το δικαστικό επιμελητή Ν. Π., για την οποία συντάχθηκε η υπ' αριθμ. 598/25-7-1997 έκθεση προσωπικής κρατήσεως. Ο τελευταίος προέβη στη σύλληψη και προσωπική κράτηση του Ν. Ρ., με βάση τους εκτελεστούς τίτλους που είχε στην κατοχή του προς εκτέλεση και την ως άνω υπ' αριθ. 3969β/21-7-1997 έκθεση επιδόσεως δια θυροκολλήσεως παρουσία του μάρτυρα Κ. Ζ.. Ο αιτών, θέλοντας να επιτύχει την ακύρωση της διαδικασίας σύλληψης και προσωπικής του κράτησης, άσκησε την από 21-8-1997 ανακοπή και πρόσθετους λόγους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στην οποία διέλαβε ότι ο εγκαλών Ν. Σ. προέβη στην επίδοση της ανωτέρω αποφάσεως σε διεύθυνση που δεν είχε κατοικία ούτε γραφείο με σκοπό να μην το πληροφορηθεί αυτός, ώστε να ζητήσει την αναστολή εκτελέσεως της αποφάσεως, και να επιτύχει έτσι τη σύλληψη του. Κατά τη διεξαγωγή των αποδείξεων που διατάχθηκαν επί της ανακοπής με την 1923/2001 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, εξετάσθηκε ενόρκως ως μάρτυρας η δεύτερη αιτούσα Κ. Τ. η οποία και κατέθεσε τα ως ψευδή αναφερόμενα στο προαναφερθέν διατακτικό της 6143/2008 αποφάσεως και για τα οποία κηρύχθηκε ένοχη ψευδορκίας αυτή και ένοχος ηθικής αυτουργίας στην πράξη αυτή ο συγκατηγορούμενός της πρώτος αιτών, κύριος άξονας των οποίων ήταν ότι ο αιτών Ν. Ρ. κατά τον επίδικο χρόνο δεν διατηρούσε γραφείο ή κατοικία επί της οδού ... . Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την υπ' αριθμ. 1299/2004 απόφαση του, απέρριψε την ανακοπή του αιτούντος, δεχθέν ότι οι σχετικές επιδόσεις των δικαστικών επιμελητών ορθά έγιναν στην κατοικία αυτού, δηλαδή στην οδό ..., στην Αθήνα, την 21-7-1997 και την 25-7-1997. Ασκηθείσης εφέσεως κατά της ως άνω οριστικής αποφάσεως εκδόθηκε (μετά την έκδοση της πληττόμενης αποφάσεως του ποινικού δικαστηρίου) η, αμετάκλητη ήδη, υπ' αριθμ. 1236/6-3-2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών με την οποία εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση και κατ' αποδοχή της ανακοπής και των προσθέτων λόγων αυτής, ακυρώθηκε η γενόμενη στις 25-9-1997 στην Αθήνα σύλληψη του αιτούντος και η διαδικασία αναγκαστικής εκτελέσεως που άρχισε με την επίδοση αντιγράφου εξ απογράφου της 951/1995 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με επιταγή προς εκτέλεση και τη συνταχθείσα γι' αυτήν 3969β/21-7-1997 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Λ. Ν.. Είναι σαφές, ότι το κρίσιμο εν προκειμένω και εριζόμενο ζήτημα, που αποτέλεσε και την αιτία της ενάρξεως της παρούσης ποινικής διαδικασίας με την υποβολή εκατέρωθεν μηνύσεων, είναι το κατά πόσον ο αιτών στις 21-7-1997 είχε κατοικία στην οδό ... αριθ. 2 στην Αθήνα ή στην οδό ... αριθμ. 6 όπως ο ίδιος διατείνετο με την ανακοπή του. Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της 1236/2009 αποφάσεως, το Εφετείο δέχθηκε ότι ο αιτών κατά τον χρόνο της επίδοσης δεν διατηρούσε στη διεύθυνση ... στην Αθήνα, ούτε κατοικία ούτε γραφείο αλλά αντίθετα είχε κατοικία και γραφείο στην οδό ... 6, στον 5° όροφο πολυκατοικίας, γεγονός που ήταν γνωστό στον εγκαλούντα Ν. Σ., από τα έγγραφα που αναφέρονται στην απόφαση, ότι οι επιδόσεις που έγιναν στην ως άνω διεύθυνση δεν ήταν έγκυρες και ότι τα όσα κατέθεσε ενώπιον του δικαστηρίου η δεύτερη αιτούσα Κ. Τ. (για τα οποία κρίθηκε αυτή με την πληττόμενη απόφαση ένοχη ψευδορκίας και ό πρώτος αιτών ένοχος για ηθική αυτουργία στην πράξη αυτή), ήταν αληθή. Την κρίση της αυτή η ως άνω απόφαση στήριξε πλην των άλλων αποδεικτικών μέσων και στο από 7-2-2008 έγγραφο της ΔΟΥ Α' Αθηνών με το οποίο απαντώντας σε σχετική αίτηση του αιτούντος του γνωστοποιεί ότι από 27-4-1995 "παραμένει επιτηδευματίας με δηλωμένη διεύθυνση στην υπηρεσία την οδό ... 6". Ανεξαρτήτως του ότι το εκ της άνω αποφάσεως απορρέον πολιτικό δεδικασμένο δεν δεσμεύει το ποινικό δικαστήριο, το Συμβούλιο κρίνει ότι αν η ανωτέρω υπ' αριθμ. 1236/2009 απόφαση του πολιτικού Εφετείου Αθηνών, ήταν γνωστή στους δικάσαντες ποινικούς δικαστές (εφέτες), ως προς την παραδοχή της σε σχέση με το κρίσιμο εν προκειμένω γεγονός ότι ο τόπος κατοικίας του αιτούντος Ν. Ρ. στις 21-7-1997 ήταν στην οδό ... 6 και όχι στην οδό ..., συνεκτιμώμενη μετά των άλλων τότε προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, είναι φανερό ότι τόσον αυτός όσο και η αιτούσα Κ. Τ. θα κηρύσσονταν αθώοι από το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών για τις αξιόποινες πράξεις για τις οποίες καταδικάσθηκαν. Επομένως πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση ως βάσιμη και στην ουσία της και να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 528 παρ. 1 ΚΠοινΔ). Δεν κρίνεται όμως αναγκαία η επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης στο ακροατήριο και πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής (άρθρο 370 περ. β ΚΠοινΔ), διότι έχει εξαλειφθεί το αξιόποινο των ως άνω πράξεων για τις οποίες καταδικάσθηκαν οι αιτούντες, αφού φέρουν χαρακτήρα πλημμελήματος και από τους χρόνους που φέρονται ότι τελέσθηκαν αυτά (8-5-2001, 20-9-2002, 5-10-2001 και 9-11-2001) μέχρι τη συζήτηση της παρούσας έχει συμπληρωθεί ο από το νόμο καθοριζόμενος συνολικός, από οκτώ έτη, χρόνος παραγραφής, στον οποίο συνυπολογίζεται και ο τριετούς διάρκειας χρόνος αναστολής της παραγραφής σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 1 και 3, 112 και 113 παρ. 2 και 3 του ΠΚ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δέχεται την από 15.9.2011 (ημερομηνία καταθέσεως 23.9.2011) αίτηση των Ν. Ρ. και Κ. Τ., κατοίκων ... . Ακυρώνει τις υπ' αριθ. 6143/24-9-08 και 8183/20-10-2009 αποφάσεις του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Παύει οριστικά την ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά των αιτούντων Ν. Ρ. και Κ. Τ. κατοίκων ..., για το ότι: "Α. Ο πρώτος κατηγορούμενος Ν. Ρ. στις 8-5-2001 και 20-9-2002, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, εν γνώσει καταμήνυσε άλλον ψευδώς ενώπιον της αρχής, ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του γι αυτήν. Ειδικότερα: α) στις 8-5-2001 κατέθεσε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών την από 7-5-2001 έγκληση, στην οποία ανέφερε για τον εγκαλούντα Ν. Σ., ότι με πειθώ και φορτικότητα παρότρυνε τους δικαστικούς επιμελητές Ν. Π. και Λ. Ν. να βεβαιώσουν ψευδώς, στην υπ' αριθμ. 598/25-7-1997 έκθεση προσωπικής κράτησης ο πρώτος, ότι προέβη στη σύλληψη και προσωπική κράτηση του Ν. Ρ. βάσει εκτελεστών τίτλων που είχε νομίμως στην κατοχή του προς εκτέλεση, και στις υπ' αριθμ. 3969β/21-7-1997, 3968β/21-7-1997 και 3967β/21-7-1997 εκθέσεις επιδόσεως ο δεύτερος, ότι προέβη στην επίδοση δικαστικών αποφάσεων στον Ν. Ρ. στην διεύθυνση ..., καθώς επίσης με πειθώ και φορτικότητα παρότρυνε και τον Δικηγόρο Αθηνών Ν. Σ. να βεβαιώσει ψευδώς, ότι παρέδωσε προς επίδοση στον δικαστικό επιμελητή ακριβές αντίγραφο του πρώτου απογράφου της υπ' αριθμ. 951/1995 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, πλην όμως τα ανωτέρω ήσαν ψευδή και ο κατηγορούμενος τελούσε εν γνώσει της αναληθείας των, καθόσον οι προαναφερθέντες δικαστικοί επιμελητές Ν. Π. και Λ. Ν. και ο δικηγόρος Αθηνών Ν. Σ., κατά την εκτέλεση της υπ' αριθμ. 951/1995 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ενήργησαν σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, εκτέλεσαν νομίμως τα καθήκοντα τους και ουδέν ψευδές περιστατικό βεβαίωσαν στις εκθέσεις που συνέταξαν. Ο κατηγορούμενος όμως καταμήνυσε εν γνώσει του ψευδώς τον εγκαλούντα, προκειμένου να επιτύχει την καταδίωξη του για την αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας στην πράξη της ψευδούς βεβαιώσεως, β) την 20-9-2002 κατέθεσε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών την με ίδια ημερομηνία έγκληση, στην οποία ανέφερε για τον εγκαλούντα Ν. Σ., ότι με πειθώ και φορτικότητα παρότρυνε τον γιο του Φ. Σ. και τον Δικαστικό Επιμελητή Ν. Π., κατά την ένορκη εξέταση τους ως μαρτύρων ενώπιον του Εισηγητού Δικαστή του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στις 15-3-2002 και 31-5-2002 αντίστοιχα, να καταθέσουν εν γνώσει τους ψευδή γεγονότα σαν αληθινά, τελούντες εν γνώσει της αναληθείας τους και συγκεκριμένα να καταθέσουν ψευδώς, ότι η κατοικία του Ν. Ρ. ήταν στην οδό ... στην Αθήνα, ενώ γνώριζαν ότι η κατοικία αυτού ήταν στην οδό ... 6 στην Αθήνα. Τα ανωτέρω ήσαν ψευδή και ο κατηγορούμενος Ν. Ρ. τελούσε εν γνώσει της αναληθείας των, καθόσον οι προαναφερθέντες Φ. Σ. και Ν. Π. ουδέν ψευδές κατέθεσαν περί της διευθύνσεως κατοικίας του Ν. Ρ. (ήδη κατηγορουμένου) και μάλιστα κατόπιν προτροπής του εγκαλούντος Ν. Σ.. Ο κατηγορούμενος όμως κατεμήνυσε εν γνώσει του ψευδώς τον εγκαλούντα, προκειμένου να επιτύχει την καταδίωξη του για την αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας στην πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα. Β) Η δεύτερη κατηγορουμένη Κ. Τ. στις (5-10-2001 και) 9-11-2001, εξεταζόμενη ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, εν γνώσει της κατέθεσε ψέματα. Συγκεκριμένα, εξεταζόμενη ενόρκως ως μάρτυρας απόδειξης ενώπιον του Εισηγητή Δικαστή του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο οποίος ορίστηκε για να διεξάγει τις αποδείξεις, δυνάμει της υπ' αριθμ. 1923/2001 απόφασης του ανωτέρω Δικαστηρίου, επί της από 21-8-1997 ανακοπής του Ν. Ρ. κατά του Ν. Σ., εν γνώσει της κατέθεσε, μεταξύ άλλων, ψευδώς: α) στις 5-10-2001: "Έχω προσωπική αντίληψη για την όλη υπόθεση γιατί είμαι υπάλληλος του κ. Ρ. από το 1993 ... Ο κ. Σ. κοινοποίησε το δεύτερο απόγραφο, αντίγραφο του πρώτου δηλαδή, στην οδό ... στην Αθήνα, που γνώριζε ότι ο κ. Ρ. έχει ιδιόκτητο διαμέρισμα, στο οποίο δεν διέμενε... Νομίζω ότι οι κοινοποιήσεις αυτές των απογράφων έγιναν εσκεμμένα σε άλλες διευθύνσεις, για να μην λάβει γνώση ο Ρ. και να μην προβεί στις νόμιμες ενέργειες....Ο Ρ. αρνήθηκε να καταβάλει το ποσό αυτό, διότι είχε προηγηθεί πλειστηριασμός ακινήτου του στην οδό ... αριθ. 6 και από το εκπλειστηρίασμα είχε ικανοποιηθεί ο επισπεύδων..." και β) στις 9-11-2001: "Ο κ. Ρ. υπέστη ηθική βλάβη από όλη αυτή τη διαδικασία, επειδή πλήρωσε δύο φορές το επιτασσόμενο ποσό και επειδή συνελήφθη... Στις συναλλαγές του ο κ. Ρ. με τράπεζες και οτιδήποτε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, χρησιμοποιεί την ... αριθμ. 6. Στην οδό ... στην Αθήνα έχει διαμέρισμα στον τρίτο όροφο, το οποίο είναι κενό, κλειστό. Εδώ και χρόνια είναι κενό. Ο κ. Ρ. δεν το χρησιμοποιεί ποτέ έστω και για λίγο...και το διαμέρισμα μέσα είναι κενό". Η αλήθεια όμως, την οποία η κατηγορουμένη γνώριζε αλλά απέκρυψε, ήταν ότι η κατοικία του Ν. Ρ. ήταν στην οδό ... στην Αθήνα και ότι ο εγκαλών ουδέν είχε εισπράξει από τον πλειστηριασμό ακινήτου του κατηγορουμένου. Γ) Ο πρώτος κατηγορούμενος Ν. Ρ. με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να τελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε και ειδικότερα να καταθέσει εν γνώσει του ψευδή γεγονότα κατά την ένορκη εξέταση του ως μάρτυρας ενώπιον αρμόδιας για ένορκη εξέταση αρχής. Συγκεκριμένα, προκειμένου να ευδοκιμήσει η από 21-8-1997 ανακοπή του κατά του εγκαλούντα Ν. Σ., με πειθώ, φορτικότητα, συνεχείς προτροπές και παραινέσεις έπεισε την συγκατηγορούμενή του Κ. Τ., κατά την ένορκη κατάθεση της ενώπιον του Εισηγητή Δικαστή του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, να καταθέσει τα αναφερόμενα στο υπό στοιχείο (Β) του παρόντος ψευδή γεγονότα, παρότι τελούσε εν γνώσει της αναληθείας αυτών. Δ) Ο πρώτος κατηγορούμενος Ν. Ρ. στις 5-10-2001 και 9-11-2001, αφού αποφάσισε να εκτελέσει πλημμέλημα, επιχείρησε πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως αυτού και ειδικότερα, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, επιχείρησε να βλάψει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών. Συγκεκριμένα, με το σκοπό να επιτύχει την ακύρωση της διαδικασίας συλλήψεως και προσωπικής κράτησης του, δυνάμει της υπ' αριθμ. 951/1995 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, για την ικανοποίηση απαίτησης του εγκαλούντα Ν. Σ. σε βάρος του, ποσού 1.500.000 δραχμών με το νόμιμο τόκο, άσκησε την από 21-8-1997 ανακοπή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στην οποία διέλαβε ψευδώς ότι ο εγκαλών, καταχρηστικά και παρότι γνώριζε τη διεύθυνση του κατηγορουμένου, προέβη σε επίδοση αντιγράφου εξ απογράφου της ως άνω αποφάσεως μετ' επιταγής προς εκτέλεση, σε διεύθυνση που δεν είχε ούτε κατοικία ούτε γραφείο, με σκοπό να μην πληροφορηθεί αυτή ο οφειλέτης (νυν κατηγορούμενος), κατά την διεξαγωγή δε των αποδείξεων, που διατάχθηκαν με την υπ' αριθμ. 1923/2001 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εξετάσθηκε στις 5-10-2001 και 9-11-2001 ενόρκως ως μάρτυρας απόδειξης ενώπιον του Εισηγητή Δικαστή η Κ. Τ., η οποία κατέθεσε τα ανωτέρω υπό το στοιχείο (Β) του παρόντος ψευδή πραγματικά περιστατικά, πλην όμως δεν επήλθε το επιδιωκόμενο από τον κατηγορούμενο αποτέλεσμα, όχι από δική του βούληση, αλλά από εμπόδια εξωτερικά, καθόσον το Δικαστήριο δεν πείστηκε και με την υπ' αριθμ. 1299/2004 απόφαση απέρριψε την ανακοπή". Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Ιουνίου 2013. Και Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2013. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ