Αριθμός 379/2007 TΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοϊνη-Εισηγήτρια, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 14 Φεβρουαρίου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης: ...., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 44207/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί τώρα την αναίρεση της αποφάσεως αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Οκτωβρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1880/2006. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Καίσαρης, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής, με αριθμό 579/27-12-2006, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Ι) Το Η΄ τριμελές πλημμελειοδικείο Αθηνών με την υπ' αριθμ. 44207/2006 απόφασή του, η οποία εκδόθηκε κατ' έφεση κατά της υπ' αριθμ. 81069α/2004 απόφασης του μονομελούς πλημμελειοδικείου Αθηνών, καταδίκασε σε φυλάκιση 16 μηνών και χρηματική ποινή 2000 ευρώ, μετέτρεψε δε την πρώτη προς 4,40 ευρώ για κάθε ημέρα φυλάκισης, για παράβαση του άρθρου 79 ν.5960/33 και 98 Ποιν. Κ. την ..... Η απόφαση αυτή εκδόθηκε με την κατηγορουμένη να έχει εκπροσωπηθεί από τον δικηγόρο ....κατ' εφαρμογή των άρθρων 340 παρ. 2 και 501 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ. καταχωρήθηκε δε καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο, που τηρείται στη γραμματεία του πρωτοδικείου (=πλημμελειοδικείου) -473 παρ. 3 Κ.Ποιν.Δ.- στις 29-9-2006 (βλ. τη βεβαίωση του οικείου γραμματέα). Κατ' αυτής δε άσκησε δια πληρεξουσίου και δη του δικηγόρου ....δια δηλώσεως-επιδόσεως στον Εισαγγελέα Αρείου Πάγου -κατ' εφαρμογή του άρθρου 473 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ.- στις 30-10-2006 την από 26-10-2006 αναίρεση, προβάλλων εσφαλμένη ερμηνεία-εφαρμογή, της άνω διατάξεως και έλλειψη νόμιμης βάσης αφενός μεν και αφετέρου -για δικαιολόγηση του εκπροθέσμου ασκήσεώς της- ότι από 11-10-2006 τα δικαστήρια ήσαν κλειστά λόγω εκλογών (προφανώς δημοτικών κοινοτικών εκλογών). Να σημειωθεί εδώ ότι στην άνω δήλωση, την οποία, όπως ελέχθη, υπογράφει ο πληρεξούσιος δικηγόρος ....., δεν γίνεται καμία μνεία ότι την υποβάλλει ως πληρεξούσιος της καταδικασθείσης, ούτε γίνεται μνεία κάποιου πληρεξουσίου με βάση το οποίο ενεργεί ή υπογράφει, χωρίς ο ίδιος δικηγόρος να είναι ο παραστάς. ΙΙ) Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ. όταν το ένδικο μέσο ασκείται εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του είναι και πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτο διότι σε διαφορετική περίπτωση υπάρχει υπέρβαση εξουσίας -άρθρο 510 περ. η Κ.Ποιν.Δ.- ΄Ετσι αποφεύγεται και η άσκοπη παρέλκυση της δίκης και επιτυγχάνεται ο τερματισμός αυτής, με τις εντεύθεν συνέπειες. Μια από τις διατυπώσεις που απαιτούνται για την παραδεκτή άσκηση του ενδίκου μέσου, όπως είναι η αναίρεση (άρθρο 462 Κ.Ποιν.Δ.), είναι και αυτή που ορίζει η διάταξη του άρθρου 465 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ. και δη όταν τούτο (ένδικο μέσο) ασκείται δια αντιπροσώπου και ο κατηγορούμενος (καταδικασθεί) ήταν παρών κατά την απαγγελία της προσβαλλομένης απόφασης, πρέπει το σχετικό πληρεξούσιο ή επικυρωμένο αντίγραφό του να προσαρτάται απαραιτήτως στη δήλωση αναίρεσης, και δεν επιτρέπεται να προσκομισθεί τούτο (πληρεξούσιο) σε μεταγενέστερο χρόνο, ούτε εξετάζεται αν είχε δοθεί ή όχι σχετική εντολή και αν υπήρχε πληρεξούσιο (βλ. ΑΠ 398/2003, ΑΠ 2105/2003, ΑΠ 637/2002, ΑΠ 392/2003, ΑΠ 1441/2000 κ.ά.), αφετέρου πρέπει να γίνεται μνεία ότι αυτός που υποβάλει τη δήλωση ενεργεί κατόπιν εντολής του διαδίκου (βλ. άρθρο 474 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ. και Μπουρόπουλο υπό 474 σελ. 168 Νο 2) διότι άλλως πρόκειται άσκηση υπό μη δικαιουμένου. Η επισύναψη του πληρεξουσίου αυτού δεν μπορεί με κανένα τρόπο να θεωρηθεί δυσανάλογο (υπέρμετρο) μέσο σε σχέση με τον σκοπό που επιδιώκεται με την τήρηση αυτού. Με την άνω διάταξη παρασχέθηκε η δυνατότητα ασκήσεως ενδίκου μέσου στον δικαιούμενο δια πληρεξουσίου, και προς διευκόλυνσή του, με την υποχρέωση προσαρτήσεως του σχετικού πληρεξουσίου στην έκθεση άσκησης του ενδίκου μέσου. Σκοπός της άνω υποχρέωσης, η οποία υφίσταται από της ισχύος του Κ.Ποιν.Δ., είναι η ασφάλεια δικαίου και οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση ενός ενδίκου μέσου στο όνομα κάποιου (επιβολή εξόδων, ψευδής καταμήνυση κ.λ.π.). Γι΄αυτόν ο οποίος είναι παρών στη δημοσίευση της απόφασης, την οποία και θέλει να προσβάλλει, η στοιχειώδης φροντίδα είναι η πρόνοια για σύνταξη ενός πληρεξουσίου το οποίο και θα δώσει στον πληρεξούσιό του και θα επισυναφθεί κατά την άσκηση του ενδίκου μέσου -όπως απαιτεί το άρθρο 465 παρ. 1 εδ. β Κ.Ποιν.Δ. -Τούτο αποτελεί πρόσφορο μέσο προς τήρηση του σκοπού που επιδιώκεται με αυτό. Πάντως εκείνο που είναι βέβαιο είναι ότι σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ισχύσει το αόριστο της προσκομίσεως του άνω πληρεξουσίου "και δη μέχρι συζητήσεως του ενδίκου μέσου" -κάτι τέτοιο δεν καθιερώνεται από καμία διάταξη νόμου, πολλώ μάλλον του Συντάγματος ή ΕυρΣΔΑ- αλλά σε "τελευταία ανάλυση" θα πρέπει να ισχύσει τουλάχιστον το 20ήμερο που ισχύει για τον απόντα κατά την απαγγελία της απόφασης διάδικο ή κατά βουλεύματος (465 παρ. 1 εδ. γ ΚΠΔ). Η αντίθετη άποψη όχι μόνο παραβλέπει τα' ανωτέρω αλλά και υποθάλπει την άσκηση ενδίκων μέσων χωρίς πληρεξούσιο και την σύνταξη εκ των υστέρων τέτοιου, την μη εφαρμογή του άρθρου 476 - σε συνδυασμό με το άρθρο 465 παρ. 1 - ΚΠοινΔ στις άνω περιπτώσεις (αφού ο Εισαγγελέας δεν γνωρίζει εάν θα προσαχθεί το πληρεξούσιο και θα πρέπει να περιμένει το χρόνο συζητήσεως του ενδίκου μέσου μήπως και προσαχθεί), προσπαθεί δε να ελέγξει αυτεπαγγέλτως την τήρηση ορισμένων προϋποθέσεων χωρίς να υφίσταται σχετικός λόγος προς τούτο. Επειδή, όταν ο κατηγορούμενος εκπροσωπηθεί από δικηγόρο στην υπόθεση-κατηγορία καθ' ην εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση θεωρείται ότι δικάστηκε ως παρών, δηλ. αντιμωλία (όχι "ωσεί παρών"-) -βλ. ΑΠ 1436/2000, ΑΠ 271/2002, ΑΠ 2135/2002, ΑΠ 295/2003, ΑΠ 299/2003, ΑΠ 146/2002 κ.ά.- και επομένως δεν απαιτείται επίδοση αυτής (απόφασης) για να αρχίσει η προθεσμία του ενδίκου μέσου και δη εδώ αναίρεσης κατά το άρθρο 473 παρ. 3 Κ.Ποιν.Δ. (βλ. ΑΠ 848/2005, ΑΠ 977/2002 κ.ά.) αλλ' αρκεί και μόνη η ανωτέρω καθαρογραφή αυτής (απόφασης). Εξ' άλλου η αναίρεση πρέπει να ασκηθεί μέσα στην προθεσμία του άρθρου 473 παρ. 1,2 Κ.Ποιν.Δ., ήτοι κατά κανόνα εντός δέκα ημερών (παρ. 1) ή είκοσι ημερών (παρ. 2). Και ναι μεν επιτρέπεται η εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου κατ' εφαρμογή του αξιώματος-αρχής ότι ουδείς υποχρεούται στα αδύνατα (άρθρο 255 ΑΚ) πλην όμως πρέπει να συντρέχει όντως λόγος ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος (για την έννοια αυτών βλ. ΑΠ 15/87 ολ. ΑΠ 848/2005, ΑΠ 763/87 -ολ) προς τούτο. Τέτοιον λόγον όμως δεν συνιστά η αναστολή των συνεδριάσεων των δικαστηρίων λόγω εκλογών, αφού και τότε λειτουργούν οι οικείες υπηρεσίες για την άσκηση των ενδίκων μέσων (βλ. ad hoc ΑΠ 1644/2000, ΑΠ 974/2004, ΑΠ 44/97, ΑΠ 1899/94, ΑΠ 470/94 κ.ά.). Πάντως όμως για να κριθεί ένα εκπροθέσμως ασκηθέν ένδικο μέσο ως εμπρόθεσμο πρέπει να έχει τούτο ασκηθεί νομότυπα (βλ. ΑΠ 1555/2003). Ενόψει των ανωτέρω η υπό κρίση αναίρεση είναι απαράδεκτη αφενός μεν διότι ασκήθηκε χωρίς την τήρηση των νομίμων προϋποθέσεων και αφετέρου εκπρόθεσμα. ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Προτείνω όπως κηρυχθεί απαράδεκτη η από 26-10-2006 δήλωση αναίρεσης της ..... κατά της 44207/2006 απόφασης του Τριμελούς πλημμελειοδικείου Αθηνών, να επιβληθούν τα έξοδα σε βάρος του .....(αναιρεσείοντος). Αθήνα 6 Δεκεμβρίου 2006 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ότι ειδοποιήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος της αναιρεσείουσας. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τις διατάξεις των άρθρων 465 και 473 παρ. 1 και 2 Κ.Ποιν.Δ., ο δικαιούμενος στην άσκηση του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως διάδικος μπορεί να ασκήσει τούτο είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω αντιπροσώπου που έχει τη σχετική εντολή κατά το άρθρο 96 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα. Για να είναι παραδεκτό, όμως, το ένδικο αυτό μέσο που ασκείται από αντιπρόσωπο του κατηγορουμένου δικηγόρο, ο οποίος δεν είχε παραστεί κατά τη συζήτηση, κατά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, πρέπει το σχετικό πληρεξούσιο ή αντίγραφό του να προσαρτάται απαραιτήτως στην έκθεση ή στη δήλωση το8υ άρθρου 47342 ΚΠοινΔ που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Διαφορετικά η αναίρεση απορρίπτεται, αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη, σύμφωνα με τα άρθρα 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 ΚΠοινΔ, ως ασκηθείσα χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή της. Στην προκειμένη περίπτωση η κρινόμενη από 26.10.2006 αίτηση αναιρέσεως κατά της 44207/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ασκήθηκε με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την οποία υπογράφει ο δικηγόρος ...... Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι στη συζήτηση κατά την οποία αυτή εκδόθηκε, την 27.6.2006, η αναιρεσείουσα είχε αντιπροσωπευθεί από άλλο δικηγόρο, τον ..... Εν τούτοις, στην ανωτέρω δήλωση δεν έχει προσαρτηθεί πληρεξούσιο ή επικυρωμένο αντίγραφό του, που να παρέχει την εντολή στον ανωτέρω δικηγόρο, που την υπογράφει, για την άσκηση της αναιρέσεως. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει, μετά και την ειδοποίηση και μη εμφάνιση του αντικλήτου της αναιρεσείουσας, κατά την επί του φακέλου σημείωση του αρμοδίου γραμματέα, να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 26 Οκτωβρίου 2006 αίτηση της .... περί αναιρέσεως της 44207/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Ιανουαρίου 2007. Εκδόθηκε στην Αθήνα την 22 Φεβρουαρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ