Αριθμός 590/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη και Αικατερίνη Χονδρορίζου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 23 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." που εδρεύει στη …. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Μαλλιακούδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Κ. του Δ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Πανούση που ανακάλεσε την από 16/1/2023 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/11/2019 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 60/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9582/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4/10/2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη από 4-10-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφορών, υπ'αριθ. 9582/ 2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο δέχθηκε την από 27-7-2020 έφεση του ανακόπτοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της υπ'αριθ.60/2020 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, και αφού εξαφάνισε την απόφαση αυτή, ακολούθως δέχτηκε εν μέρει την από 11-11-2019 ανακοπή του αναιρεσιβλήτου, ακύρωσε εν μέρει την υπ'αριθ.1669/2019 διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, εκδοθείσα με βάση τιμολόγια πώλησης εμπορευμάτων, και την από 16-10-2019 επιταγή προς πληρωμή κάτωθι εκτελεστού απογράφου αυτής, κατά το ποσό των 8.422,41 ευρώ και επικύρωσε τη Διαταγή πληρωμής κατά το υπόλοιπο ποσό, ενώ με την πρωτοβάθμια απόφαση είχε απορριφθεί η ανακοπή και είχε επικυρωθεί η άνω Διαταγή πληρωμής. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 3 Β' αριθμ. 4, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ). Είναι, συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής, κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα. Κατά τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ. προβλέπεται ως λόγος αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται επί εφέσεων κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, η ευθεία παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο λόγος αυτός είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα και ιδρύεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.Α.Π. 1/2016, Ολ.Α.Π. 2/2013, Ολ.Α.Π. 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 466/2013, ΑΠ 382/2013, ΑΠ 349/2014). Η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή (ΑΠ 481/2012, ΑΠ 1097/2013). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 250 αριθμ. 1 ΑΚ σε πέντε χρόνια παραγράφονται οι αξιώσεις των εμπόρων για εμπορεύματα που χορήγησαν και επομένως και οι αξιώσεις αυτών για καταβολή του τιμήματος πωληθέντων εμπορευμάτων. Κατά δε τα άρθρα 251, 253, 260, 270 παρ.2 του Α.Κ., η παραγραφή των παραπάνω αξιώσεων αρχίζει από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκαν και κατέστη δυνατή η επιδίωξή τους, η παραγραφή αυτή διακόπτεται όταν ο υπόχρεος αναγνωρίσει την αξίωση με οποιονδήποτε τρόπο, η δε νέα παραγραφή αρχίζει μόλις λήξει το έτος εντός του οποίου περατώθηκε η διακοπή. Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 260 του Α.Κ., συνάγεται ότι για τη διακοπή της παραγραφής αρκεί οποιαδήποτε ενέργεια ή συμπεριφορά του οφειλέτη έναντι του δανειστή, από την οποία να προκύπτει σαφώς ότι αυτός (οφειλέτης), γνωρίζοντας την εναντίον του αξίωση του δικαιούχου, θεωρεί ότι αυτή υφίσταται, κατά το χρόνο της ενεργείας ή της συμπεριφοράς του, κατά τρόπο που να μη θεωρείται αναγκαία η έγερση της σχετικής αγωγής από το δανειστή. Ενέργειες δε, που συνιστούν αναγνώριση (εκτός βεβαίως από την ρητή τοιαύτη) είναι, μεταξύ των άλλων, η πληρωμή τόκων, η παροχή ασφαλείας της αξιώσεως, η μερική καταβολή και η μερική προσφορά του χρέους (ΑΠ 1491/2017, ΑΠ 997/2015). Δεν εξετάζεται αν η ενέργεια του οφειλέτη έχει δικαιοπρακτικό χαρακτήρα, ούτε αν συνιστά συμβατική ή μονομερή αναγνώριση της αξιώσεως ή σύμβαση αναγνωρίσεως χρέους, κατά την έννοια του άρθρου 873 Α.Κ., ούτε απαιτείται η ενέργεια αυτή να υποβληθεί σε κάποιον τύπο ή να γίνει δεκτή από τον δανειστή (Α.Π.824/2022). Συνεπώς, αρκεί κάθε ενέργεια του υπόχρεου έναντι του δικαιούχου, αναγνωριστική του υποστατού της υποχρεώσεώς του είτε ρητή είτε σιωπηρή, η οποία πρέπει να επιδεικνύεται πριν από την συμπλήρωση της παραγραφής, έναντι του δανειστού και όχι έναντι τρίτου προσώπου, δηλαδή, η τέτοια ενέργεια του οφειλέτη πρέπει να απευθύνεται προς τον δανειστή και να περιέρχεται σ` αυτόν και όχι σε τρίτο (Α.Π.824/2022). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 262 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ. η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι, για την πληρότητα της ένστασης, όπως και της αντένστασης, που προβάλλεται προς κατάλυση της ένστασης, πρέπει να περιέχονται σ` αυτήν όλα τα θεμελιωτικά της γεγονότα, που επιφέρουν ως έννομη συνέπεια την παρακώλυση της γέννησης ή άσκησης ή κατάλυσης του ένδικου δικαιώματος σε μεταγενέστερο χρόνο, ταυτόχρονα δε πρέπει να διατυπώνεται και αίτημα απόρριψης της αγωγής ή της ένστασης για το συγκεκριμένο λόγο (Ολ ΑΠ 472/1983). Ειδικότερα δε η αντένσταση διακοπής της παραγραφής πρέπει να περιέχει σαφώς το διακοπτικό της παραγραφής γεγονός και να καταλήγει σε συγκεκριμένο αίτημα για απόρριψη της ένστασης παραγραφής (Α.Π.824/2022). Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ. επικαλούμενη ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 250, 260 και 270 του Α.Κ., με την αιτίαση ότι αξίωσε περισσότερα από όσα οι διατάξεις αυτές απαιτούν και απέρριψε ως μη νόμιμο τον προβληθέντα, παραδεκτώς- πρωτοδίκως και στο Εφετείο- κατ'αντένσταση, προς απόκρουση της ένστασης του αντιδίκου της περί παραγραφής των αξιώσεών της για καταβολή του τιμήματος από τα πωληθέντα σε αυτόν εμπορεύματα, ισχυρισμό της, ενώ αυτός διαλάμβανε όλα τα αναγκαία προς θεμελίωσή του πραγματικά περιστατικά και το Εφετείο, κατ'ορθή εφαρμογή των ανωτέρω κανόνων δικαίου, έπρεπε να τον κρίνει ως νόμω βάσιμο. Από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και δη του ενδιαφέροντος τον αναιρετικό έλεγχο μέρους αυτής προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "....Με το δεύτερο λόγο της ανακοπής που επαναλαμβάνεται με το δεύτερο λόγο της έφεσης ο ανακόπτων ισχυρίζεται ότι μέρος των αξιώσεων της καθ'ης η ανακοπή για καταβολή του ληξιπρόθεσμου τιμήματος από τα πωληθέντα σε αυτόν εμπορεύματα με τις ένδικες διαδοχικές συμβάσεις πώλησης για τις οποίες εκδόθηκαν αντίστοιχα τα ένδικα τιμολόγια με βάση τα οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη διαταγή πληρωμής και δη αυτών που εκδόθηκαν εντός των ετών 2011, 2012 και 2013, έχουν παραγραφεί και ειδικότερα ότι α) οι αξιώσεις που πηγάζουν από τα αναφερόμενα στην ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής τιμολόγια, υπό στοιχ. 1 έως 16, που εκδόθηκαν εντός του έτους 2011 έχουν παραγραφεί, καθώς από τη λήξη του έτους αυτού (2011) εντός του οποίου πραγματοποιήθηκαν οι ως άνω πωλήσεις - και γεννήθηκαν οι αξιώσεις για τα ληξιπρόθεσμα τιμήματα πωλήσεως- έως την επίδοση σ'αυτόν της ανακοπτομένης διαταγής πληρωμής που έλαβε χώρα την 18-20-2019 έχει παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας, β)οι αξιώσεις που πηγάζουν από τα αναφερόμενα στην ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής υπό στοιχ. 17 έως 24, που εκδόθηκαν εντός του έτους 2012 έχουν παραγραφεί, καθώς από τη λήξη του έτους αυτού (2012) εντός του οποίου πραγματοποιήθηκαν οι ως άνω πωλήσεις έως την επίδοση σ'αυτόν της ανακοπτομένης διαταγής πληρωμής που έλαβε χώρα την 18-10-2019 έχει παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας και γ)οι αξιώσεις που πηγάζουν από τα αναφερόμενα στην ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής υπό στοιχ. 25 έως και 27, που εκδόθηκαν εντός του έτους 2013 έχουν παραγραφεί, καθώς από τη λήξη του έτους αυτού (2013) εντός του οποίου πραγματοποιήθηκαν οι ως άνω πωλήσεις έως την επίδοση σ'αυτόν της ανακοπτομένης διαταγής πληρωμής που έλαβε χώρα την 18-10-2019 έχει παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας. Ο λόγος αυτός της ανακοπής, με τον οποίο προβάλλεται ένσταση παραγραφής των ανωτέρω αξιώσεων της καθ'ης η ανακοπή, είναι νόμιμος, στηριζόμενος στις διατάξεις των άρθρων 250, 251 και 253 Α.Κ. ....Η καθ'ης η ανακοπή, προς απόκρουση του λόγου αυτού της ανακοπής, προέβαλε παραδεκτά με δήλωση της πληρεξουσίας δικηγόρου της και με τις προτάσεις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, την αντένσταση περί διακοπής της παραγραφής των αξιώσεών της που πηγάζουν από τις προαναφερόμενες ένδικες συμβάσεις πώλησης για τις οποίες εκδόθηκαν τα προαναφερόμενα υπό στοιχε.1 έως 27 τιμολόγια, αφενός μεν τόσο με σχετικές προφορικές δηλώσεις του απευθυνόμενες προς την υπεύθυνη υπάλληλο του λογιστηρίου της (καθ'ης η ανακοπή), με τις οποίες αφού αναγνώριζε τη συνολική οφειλή του από τα ένδικα τιμολόγια προς αυτήν, υποσχόταν τη σταδιακή εξόφλησή της, οι δε δηλώσεις αυτές του ανακόπτοντος έλαβαν χώρα το Δεκέμβριο του έτους 2015, οπότε ξεκίνησε νέα πενταετής παραγραφή, η οποία διακόπηκε εκ νέου τον Δεκέμβριο του έτους 2017 που αναγνώρισε και πάλι τη συνολική οφειλή του, οπότε ξεκίνησε νέα πενταετής παραγραφή, η οποία διακόπηκε εκ νέου το Δεκέμβριο του έτους 2018 που αναγνώρισε και πάλι τη συνολική οφειλή του, οπότε ξεκίνησε νέα πενταετής παραγραφή, η οποία δεν συμπληρώθηκε μέχρι την επίδοση της ανακοπτομένης διαταγής πληρωμής προς αυτόν, αφετέρου με μερικές καταβολές έναντι των αξιώσεών της αυτών...με αποτέλεσμα μετά από κάθε καταβολή να διακόπτεται η παραγραφή των ενδίκων αξιώσεων και να αρχίζει νέα παραγραφή. Η εν λόγω αντένσταση είναι ορισμένη και νόμιμη μόνον κατά το δεύτερο σκέλος της, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 260 και 270 Α.Κ., ενώ ως προς το πρώτο σκέλος της είναι απορριπτέα ως αόριστη, καθ'όσον δεν προσδιορίζεται συγκεκριμένη ημέρα εντός των μηνών Δεκεμβρίου των ετών 2015, 2016, 2017 και 2018 κατά την οποία να έλαβε χώρα η αναγνώριση εκ μέρους του ανακόπτοντος της οφειλής του και συνακόλουθα διακοπή της παραγραφής εκάστου των ενδίκων αξιώσεων της καθής, για τα οποία εκδόθηκαν τα ένδικα τιμολόγια των ετών 2011, 2012 και 2013. ..Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο δέχθηκε ως νόμιμη και ουσία βάσιμη την ως άνω αντένσταση και απέρριψε το σχετικό δεύτερο λόγο της ανακοπής περί παραγραφής των ένδικων υπό στοιχ.2 έως 27 τιμολογίων, εσφαλμένα ερμήνευσε τις διατάξεις και εκτίμησε τις αποδείξεις κατά τον εν μέρει βάσιμο περί αυτού δεύτερο λόγο της έφεσης, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη κατά το κεφάλαιο αυτό, να κρατηθεί η υπόθεση κατά τούτο, να ερευνηθεί κατ'ουσίαν ο δεύτερος λόγος της ανακοπής και να γίνει εν μέρει δεκτός κατ'ουσίαν, και μετά ταύτα να ακυρωθεί η διαταγή πληρωμής κατά το ποσό των 8.422,41 ευρώ, που αντιστοιχεί στα υπό στοιχεία 2 έως και 27 τιμολόγια καθώς και (να ακυρωθεί) η από 16-10-2019 επιταγή προς πληρωμή κάτωθι εκτελεστού απογράφου αυτής ως προς το ίδιο ποσό των 8.422,41 ευρώ..". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, έκρινε ως νόμω αβάσιμο και απέρριψε για το λόγο αυτό τον προβληθέντα παραδεκτά κατ'αντένσταση ισχυρισμό της εφεσίβλητης καθ'ής η ανακοπή ήδη αναιρεσείουσας περί διακοπής της παραγραφής των ως άνω αξιώσεών της και κατά παραδοχή της εκ των άρθρων 250, 251, 253 Α.Κ. ένστασης του ανακόπτοντος-εκκαλούντος περί παραγραφής των αξιώσεων της καθής η ανακοπή ήδη αναιρεσείουσας, που πηγάζουν από τις πωλήσεις εμπορευμάτων για τις οποίες εκδόθηκαν τα υπό στοιχεία 2 έως και 27 τιμολόγια, συνολικού ύψους 8.422,41 ευρώ- εκ των οποίων τα υπό στοιχεία 2 έως και 16 εκδόθηκαν εντός του έτους 2011 για πωλήσεις εντός του ιδίου έτους, τα υπό στοιχεία 17 έως και 24 εκδόθηκαν εντός του έτους 2012 για πωλήσεις εντός του ιδίου έτους, τα υπό στοιχεία 25 έως και 27 εντός του έτους 2013 για πωλήσεις εντός του ιδίου έτους- έκανε δεκτό ως κατ'ουσίαν βάσιμο το σχετικό λόγο της έφεσης του ανακόπτοντος και την έφεσή του και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, κράτησε και δίκασε επί της ανακοπής και την έκανε εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη και ακύρωσε μερικώς την ανακοπτομένη υπ'αριθ.1669/2019 διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, καθώς και την από 16-10-2019 επιταγή προς πληρωμή που συντάχθηκε κάτω από αντίγραφο του πρώτου απογράφου εκτελεστού της παραπάνω διαταγής πληρωμής, ως προς το ποσό των 8.422,41 ευρώ. Έτσι που έκρινε το Εφετείο για τον προβληθέντα κατ'αντένσταση ισχυρισμό της καθ'ης η ανακοπή ήδη αναιρεσείουσας περί διακοπής της παραγραφής των αξιώσεών της έναντι του αντιδίκου της για καταβολή τιμημάτων πωλήσεως, των υπό στοιχεία 2 έως και 27 ως άνω ένδικων τιμολογίων, εσφαλμένως εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 250, 260 και 270 Α.Κ. τις οποίες παραβίασε ευθέως, αξιώνοντας περισσότερα στοιχεία από όσα οι διατάξεις αυτές απαιτούν, καθ'όσον τα επικαλούμενα από την καθ'ής η ανακοπή-εφεσίβλητη πραγματικά περιστατικά πληρούσαν το πραγματικό των διατάξεων αυτών και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους και την παραδοχή ως νόμω βάσιμης της ως άνω αντένστασης της αναιρεσείουσας-καθ'ης η ανακοπή. Ειδικότερα, η επίκληση εκ μέρους της τελευταίας (της καθ'ης η ανακοπή-εφεσίβλητης) ότι επήλθε διακοπή της παραγραφής για τις άνω αξιώσεις της καταβολής τιμημάτων πωλήσεως των υπό στοιχεία 2 έως και 27 ενδίκων τιμολογίων- εκ των οποίων τα υπό στοιχεία 2 έως και 16 εκδόθηκαν εντός του έτους 2011 για πωλήσεις εντός του ιδίου έτους, τα υπό στοιχεία 17 έως και 24 εκδόθηκαν εντός του έτους 2012 για πωλήσεις εντός του ιδίου έτους, τα υπό στοιχεία 25 έως και 27 εντός του έτους 2013 για πωλήσεις εντός του ιδίου έτους- με την προφορική και έγγραφη αναγνώριση των αξιώσεών της αυτών εκ μέρους του αντιδίκου της κατά τον μήνα Δεκέμβριο ενός εκάστου των ετών 2015, 2016, 2017 και 2018, αρκούσε για την νομιμότητα και την παραδοχή της ως νόμω βάσιμης της ανωτέρω αντενστάσεώς της. Τούτο διότι, η αντένσταση αυτή, ως θεμελιωτικά της γεγονότα, που επιφέρουν ως έννομη συνέπεια την παρακώλυση της γέννησης του ένδικου δικαιώματος του ανακόπτοντος περί παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων της καθ'ης η ανακοπή, περιλάμβανε τα αναγκαία κατά νόμο στοιχεία και δη το διακοπτικό της παραγραφής γεγονός και αίτημα για απόρριψη της ένστασης παραγραφής. Για το διακοπτικό, της παραγραφής, γεγονός αρκούσαν τα αναφερόμενα περιστατικά, δηλαδή η αναγνώριση των επίδικων ως άνω απαιτήσεων της καθ'ης η ανακοπή εκ μέρους του ανακόπτοντος και η χρονική περίοδος κατά την οποία έλαβε χώρα η αναγνώριση αυτή, χωρίς να είναι αναγκαίο στοιχείο για τη θεμελίωσή της η συγκεκριμένη ημέρα του μηνός Δεκεμβρίου των ετών 2015 έως και 2018 κατά την οποία έλαβε χώρα το γεγονός της αναγνώρισης και ταυτόχρονα της διακοπής για το λόγο αυτό της παραγραφής των αξιώσεών της. Και τούτο, διότι, σε περίπτωση διακοπής της παραγραφής αξιώσεων του άρθρου 250 Α.Κ., όπως είναι οι επίδικες, η έναρξη της νέας πενταετούς παραγραφής τοποθετείται στη λήξη του έτους μέσα στο οποίο περατώθηκε η διακοπή, με συνέπεια οποιαδήποτε ημέρα του μηνός Δεκεμβρίου καθενός των ετών 2015 έως και 2018 και εάν έλαβε χώρα το εκ του άρθρου 260 Α.Κ. διακοπτικό της παραγραφής γεγονός, η νέα παραγραφή αρχίζει, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 270 εδ.β' του Α.Κ., μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο περατώθηκε η παραγραφή. Έτσι στερείται οποιασδήποτε νομικής σημασίας η αναφορά της συγκεκριμένης ημέρας του μηνός Δεκεμβρίου που έλαβε χώρα το γεγονός της αναγνώρισης. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια είναι βάσιμος. Κατόπιν αυτού, χωρίς να ερευνηθεί ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης που αναφέρεται στην διακοπή της παραγραφής των ίδιων, επικαδικαζόμενων με την ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής, αξιώσεων της καθής η ανακοπή, η εξέταση του οποίου παρέλκει γιατί καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού, που κρίθηκε βάσιμος, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, κατά το προεκτεθέν μέρος της κατά το οποίο έγινε δεκτός ως βάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό, για το οποίο χρειάζεται και άλλη διευκρίνηση, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 Κ. Πολ. Δ.). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου, που κατέθεσε για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 4, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012) και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος, που ηττήθηκε στα δικαστικά έξοδα της αντιδίκου του αναιρεσείουσας, που δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού, υποβαλλομένου με το δικόγραφο της αναίρεσης, αιτήματός της (άρθρα 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ'αριθ.9582/2021 απόφαση Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (δικάζοντος ως Εφετείου) κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που κατέθεσε για την άσκηση της αναίρεσης. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό προς περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης (δικάζοντος ως Εφετείο), συγκροτούμενο από διαφορετικό από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση δικαστή. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Απριλίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ