Αριθμός 40/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και από τον Προϊστάμενο της Κτηματικής Υπηρεσίας Ν.Αρκαδίας, το οποίο εκπροσωπήθηκε με τον πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, Γεώργιο Βαμβακίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Κ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-11-1998 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Τριπόλεως. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 188/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 120/2007 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρίπολης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 29-9-2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας ανέγνωσε την από 14-9-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1.- Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 576§2, 568§1 και 498§1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο Άρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως αν κλήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως ο μη εμφανισθείς αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και σε καταφατική περίπτωση να προχωρήσει στη συζήτηση παρά την απουσία του. Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από το αναιρεσείον, που επισπεύδει τη συζήτηση, υπ' αριθ. 97164/28-2-2012 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Τρίπολης ..., αποδεικνύεται, ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με τις πράξεις καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήσεως προς συζήτηση αυτής κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον αναιρεσίβλητο. Επομένως, αφού αυτός δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο κατά την προκείμενη δικάσιμο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως παρά την απουσία του, σαν να ήταν και αυτός παρών. 2.- Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρ. 686 επ. ΚΠολΔ) υπ' αριθ. 120/2007 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρίπολης, που δέχθηκε κατ' ουσίαν την από 23-2-2000 έφεση του ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της υπ' αριθ. 188/1999 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Τρίπολης και, αφού εξαφάνισε την απόφαση αυτή, η οποία είχε απορρίψει την από 27-4-1998 ανακοπή του κατά του υπ' αριθ. 25/2296/22-9-1998 πρωτοκόλλου αποζημιώσεως για αυθαίρετη χρήση δημόσιας εκτάσεως, που εξέδωσε σε βάρος του ο Προϊστάμενος της Κτηματικής Υπηρεσίας Ν. Αρκαδίας, δέχθηκε ακολούθως την ανακοπή αυτή και ακύρωσε το πρωτόκολλο. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ), σύμφωνα και με όσα παρακάτω εκτίθενται, και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του μοναδικού λόγου της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ). 3.- Επειδή, κατά τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 115 του από 11/12-11-1929 διατάγματος "περί διοικήσεως δημοσίων κτημάτων", το οποίο εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του Ν. 4266/1929 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του Ν. 5895/1933, όπως περαιτέρω τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τα άρθρα 20 Α.Ν. 1540/1938, 19 Α.Ν. 1919/1939, 2 Α.Ν. 1925/1951 και 5 παρ. 4 Α.Ν. 263/1968, "εις βάρος των οπωσδήποτε άνευ συμβατικής σχέσεως καρπουμένων ή ποιούμενων χρήσιν δημοσίων κτημάτων ή τοιούτων, των οποίων την νομήν ή την χρήσιν έχει δια συμβάσεως οπωσδήποτε το Δημόσιο ή η Δ.Δ.Κ., βεβαιούται αποζημίωσις δι' ό χρονικόν διάστημα εποιήσαντο χρήσιν. Η αποζημίωσις ορίζεται ... κατά την κρίσιν ανδρός αγαθού δια πρωτοκόλλου, όπερ ... κοινοποιείται δια δημοσίου εγγράφου εις τον κατά τα άνω καρπούμενον ή χρησιμοποιούντα το ακίνητον, όστις θεωρείται αποδεχθείς την καθορισθείσαν αποζημίωσιν αν εντός προθεσμίας ενός μηνός (άρθρο 10 Α.Ν. 1919/1935) από της κοινοποιήσεως του πρωτοκόλλου δεν ασκήσει ανακοπήν". Περαιτέρω, ορίζεται με τις ανωτέρω διατάξεις ότι η ανακοπή ασκείται, ανάλογα με το ποσό της αποζημιώσεως, ενώπιον του Ειρηνοδίκη ή του Προέδρου Πρωτοδικών, οι αποφάσεις των οποίων δεν προσβάλλονται με κανένα ένδικο μέσο, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά (άρθρο 115 παρ. 2 του δ/τος). Ήδη, μετά την εισαγωγή του ΚΠολΔ, αρμοδιότητα για την εκδίκαση της ανακοπής έχει, σύμφωνα με τα άρθρα 1 εδ.ε' και στ', 3 παρ.1, 2 και 4 του ΕισΝΚΠολΔ, κατά τα οποία καταργούνται όλες οι διατάξεις που αφορούν θέματα που ρυθμίζει ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, εφόσον δεν συμβιβάζονται με τις διατάξεις αυτού ή καθιερώνουν ειδικές διαδικασίες ή ειδικούς κανόνες για ορισμένες κατηγορίες υποθέσεων, το Μονομελές Πρωτοδικείο, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου τέμνει οριστικά τη διαφορά σε σχέση με την οφειλή της αποζημιώσεως και το ύψος της και, παρά την ακολουθούμενη διαδικασία, δεν αφορά τη λήψη ασφαλιστικού ή ρυθμιστικού της καταστάσεως μέτρου. Για τον λόγο αυτόν υπόκειται στα προβλεπόμενα από τον ΚΠολΔ (άρθρα 511 και. 552 ΚΠολΔ) ένδικα μέσα της εφέσεως και της αναιρέσεως και δεν ισχύει γι' αυτήν η απαγόρευση του άρθρου 699 ΚΠολΔ, ενώ και η διάταξη του άρθρου 115 του από 11/12-11-1929 δ/τος, που απαγόρευε την άσκηση ενδίκων μέσων, θεωρείται ότι έχει καταργηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 24 παρ. 1 του ΕισΝΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 21, 22, 38/2002, ΑΠ 1945/2009). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 18 αριθ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στην αρμοδιότητα των Πολυμελών Πρωτοδικείων υπάγονται και οι εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων της περιφέρειάς τους. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 3 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση και αν το δικαστήριο είχε υπερβεί την δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα. Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον με τον μοναδικό λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτει στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τρίπολης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό επί εφέσεως του αναιρεσιβλήτου κατά της υπ' αριθ. 188/1999 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Τρίπολης, η οποία εκδόθηκε επί ανακοπής του τελευταίου κατά πρωτοκόλλου καθορισμού αποζημιώσεως για χρήση δημοσίου κτήματος, το οποίο εκδόθηκε σε βάρος του, την αιτίαση εκ του άρθρου 560 αριθ. 3 ΚΠολΔ, ότι δηλαδή εσφαλμένα δέχθηκε ότι ήταν καθ' ύλην αρμόδιο να δικάσει την άνω έφεση, ενώ αρμόδιο προς τούτο ήταν το Πολυμελές Πρωτοδικείο Τρίπολης. Ο λόγος αυτός, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην πρώτη (μείζονα) πρόταση αυτού του συλλογισμού, είναι βάσιμος. 4.- Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά την οποία, αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα, παραπέμπει την υπόθεση στο δικαστήριο που κρίνει αρμόδιο, ερμηνευόμενη βάσει της αρχής της οικονομίας της δίκης σε συνδυασμό με τη ρυθμιστική της καταστάσεως των διαδίκων, μετά την αναίρεση της αποφάσεως, διάταξη του άρθρου 579 παρ.1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι μαζί με την αναιρούμενη απόφαση του σε δεύτερο βαθμό αναρμοδίως καθ' ύλην δικάσαντος Δικαστηρίου συναναιρείται και η απόφασή του σε πρώτο βαθμό επίσης αναρμοδίως καθ' ύλην δικάσαντος δικαστηρίου, (όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση), έτσι ώστε να καταστεί εφικτή η παραπομπή της υποθέσεως στο δικαστήριο, που είναι αρμόδιο να τη δικάσει σε πρώτο βαθμό (Ολ.ΑΠ 566/1986). Επομένως, πρέπει να αναιρεθούν η 120/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρίπολης και η 188/1999 απόφαση του Ειρηνοδικείου Τρίπολης και να παραπεμφθεί για εκδίκαση η υπόθεση στο καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδιο για την εκδίκασή της σε πρώτο βαθμό Μονομελές Πρωτοδικείο Τρίπολης. Ο αναιρεσίβλητος πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), η αμοιβή όμως του πληρεξούσιου δικηγόρου του θα επιδικασθεί μειωμένη, όπως στο διατακτικό ειδικότερα, δηλαδή κατά τα οριζόμενα στο άρθρ. 22§§1 και 3 ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρ. 52§18 ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τα άρθρ. 5§12 ν.1738/1987 και 2 της υπ' αριθ. 134423/1992 απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την 120/2007 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρίπολης και την 188/1999 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Τρίπολης. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τρίπολης για εκδίκασή της απ' αυτό σε πρώτο βαθμό. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2012. Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Ιανουαρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ