Αριθμός 1755/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση-Εισηγητή, Αιμιλία Λίτινα, Βασίλειο Λυκούδη και Γεώργιο Γιαννούλη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Μαΐου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 57377/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με κατηγορούμενο τον Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Βγόντζα και πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1 που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Παπαδάκη. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 40/30-11-2006 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1893/2006. Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τη διάταξη του άρθρου 505 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 479 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε καταδικαστικής ή αθωωτικής αποφάσεως οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και εκείνος της από το άρθρο 93 παρ. 3 και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθώς και εκείνος της εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Ειδικά, προκειμένου για αθωωτική απόφαση, έλλειψη τέτοιας αιτιολογίας που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την ανυπαρξία των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε στην αθωωτική για τον κατηγορούμενο κρίση. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, ειδικότερα, αρκεί ο προσδιορισμός τους κατ' είδος, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά. Πρέπει όμως να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά, προκειμένου να μορφώσει την αθωωτική για τον κατηγορούμενο κρίση του. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε΄του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά, τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια την αιτιολογία, είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από το Άρειο Πάγο ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε ανεκκλήτως, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 57377/2005 απόφασή του, κήρυξε τον κατηγορούμενο, Χ1, αθώο ανθρωποκτονίας από αμέλεια, με την εξής αιτιολογία: "Από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπερασπίσεως, που νομότυπα εξετάστηκαν στο ακροατήριο, καθώς και από τα έγγραφα που αναγνώστηκαν σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου, προέκυψε ότι: Στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα από ........ έως ........., ο κατηγορούμενος, που ήταν ιατρός - χειρουργός στο Νοσοκομείο ΥΓΕΙΑ, ανέλαβε να χειρουργήσει την ασθενή, ..............., που έπασχε από κακοήθη όγκο (λειομυοσάρκωμα) των μαλακών μορίων του οπισθοπεριτοναϊκού χώρου, δεύτερου βαθμού, λίαν επιθετικής μορφής, μετά από δεύτερη υποτροπή, ο οποίος ήταν σε διασπορά, έχοντας διηθήσει υγιείς ιστούς και όργανα, όπως η αορτή. Η χειρουργική επέμβαση είχε οριστεί αρχικά για τις 13.11.2000, ακολούθως, για τις 16.11.2000 και τέλος, για τις 20.11.2000, χρονικό διάστημα, κατά το οποίο η διάμετρος του όγκου αυξήθηκε κατά 3,5 εκατοστά. Κατά τη χειρουργική επέμβαση που έγινε στις 20.11.2000, διαπιστώθηκε για πρώτη φορά, ότι το εν λόγω σάρκωμα ήταν αγγειοβριθές, πράγμα το οποίο καθιστούσε ανέφικτη την αφαίρεσή του, λόγω της μεγάλης πιθανότητας να αιμορραγήσει τούτο και του εξ αυτής κινδύνου για τη ζωή της ασθενούς. Η αύξηση του μεγέθους του όγκου που είχε διαπιστωθεί προεγχειρητικά με τις αξονικές τομογραφίες, δεν είχε καμιά επιρροή στη χειρουργησιμότητα ή μη αυτού, η οποία τελικώς προσδιορίστηκε και αποσαφηνίστηκε κατά τη διάρκεια της χειρουργικής επέμβασης από την αιμορραγικότητα και μόνον αυτού, λόγω της πληθώρας των αγγείων που τον τροφοδοτούσαν με αίμα. Συνεπώς, ο θάνατος της ασθενούς που επήλθε μετά 1 1/2 μήνα από την εγχείρηση, δεν οφείλεται σε αμελή συμπεριφορά του κατηγορουμένου, ο οποίος κατέβαλε κάθε προσοχή και ενήργησε, σύμφωνα με τους κοινώς αναγνωρισμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης και το καθήκον επιμέλειας που επιβάλλεται αντικειμενικά". Σύμφωνα με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, διέλαβε στην απόφασή του την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, τόσον, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, εφόσον βεβαιώνει στην απόφαση του, ότι, για το σχηματισμό της ανωτέρω κρίσεώς του έλαβε υπόψη, πλην των άλλων αποδεικτικών μέσων και "τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάσθηκαν νομότυπα στο ακροατήριο" και επομένως και την κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος που δόθηκε χωρίς όρκο, χωρίς να είναι αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας, να μνημονεύεται ειδικώς τούτο, ούτε να αναφέρεται, ποιοι μάρτυρες εξετάστηκαν χωρίς όρκο ή με όρκο, όσον και ως προς την αθωωτική του κρίση, αφού αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και "αποκλείουν την αμέλεια του κατηγορουμένου, ενώ δεν υπάρχει καμία αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού της απόφασης, σε σχέση με την αμέλεια του κατηγορουμένου, αφού η αμέλεια του τελευταίου, κατά μεν το διατακτικό της απόφασης (δηλαδή το κατηγορητήριο), συνίσταται στο ότι, λόγω της καθυστερήσεως υποβολής της ασθενούς σε εγχείρηση του λειομυοσαρκώματος μαλακών μορίων οπισθοπεριτοναϊκού χώρου, η οποία, ενώ αρχικώς είχε προγραμματισθεί από τον κατηγορούμενο για τις 13.11.2000, πραγματοποιήθηκε τελικώς στις 20.11.2000, υπερδιπλασιάστηκε τούτο και έτσι κατέστη ανέφικτη η αφαίρεση αυτού, με αποτέλεσμα να διηθηθεί το ήπαρ και η ασθενής να περιπέσει μετά 1 1/2 μήνα σε ηπατικό κώμα και να καταλήξει συνεπεία αυτού, κατά δε τις παραδοχές του σκεπτικού, παρατίθεται τα πραγματικά περιστατικά που αποκλείουν την αμέλεια του κατηγορουμένου, αφού, σύμφωνα με αυτές, ο όγκος δεν ήταν χειρουργήσιμος, όχι λόγω του μεγέθους αυτού, αλλά διότι έβριθε από αγγεία που τον τροφοδοτούσαν με αίμα, με συνέπεια η αφαίρεσή του να δημιουργεί μεγάλη πιθανότητα αιμορραγίας της ασθενούς και κίνδυνο από αυτήν για τη ζωή της. Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ του ΚΠΔ προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εκ πλαγίου παραβίαση των άρθρων 28 και 302 παρ. 1 ΠΚ, αντιστοίχως, είναι αβάσιμοι και, ως τέτοιοι, πρέπει να απορριφθούν και, επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί και η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 30 Νοεμβρίου 2006 αίτηση του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου για αναίρεση της υπ' αριθ. 57377/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31` Ιουλίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Σεπτεμβρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ