Αριθμός 1841/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 20 Μαΐου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Η. Κ. του Ι. και 2) Ν. Κ. του Η., κατοίκων ... οι οποίοι παραστάθηκαν στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βύρωνα Βοσκίδη, που ανακάλεσε την από 15-5-2013 δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών και εν προκειμένω από τον Προϊστάμενο της Κτηματικής Υπηρεσίας Νομού Θεσσαλονίκης, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Κωνσταντίνο Παπαγεωργίου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-12-2006 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9103/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 702/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22-6-2012 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε την από 10-5-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αναιρεσιβλήτου στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου 115 του π.δ. της 11/12-11-1929 "περί διοικήσεως δημοσίων κτημάτων", το οποίο εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 ν.4266/1929 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 ν.5895/1933, όπως περαιτέρω τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τα άρθρα 20 α.ν.1540/1938, 19 α.ν.1919/ 1939, 2 α.ν.1925/1951 και 5 παρ. 4 α.ν.263/1968, σε βάρος εκείνων που χωρίς συμβατική σχέση καρπώνονται ή κάνουν χρήση δημοσίων κτημάτων βεβαιώνεται αποζημίωση για το χρονικό διάστημα που έκαναν χρήση. Κατά την έννοια της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου η αποζημίωση ορίζεται κατά κρίση αγαθού ανδρός με πρωτόκολλο το οποίο κοινοποιείται σε αυτόν που καρπώνεται ή χρησιμοποιεί το ακίνητο, ο οποίος δικαιούται να ασκήσει ανακοπή κατά του πρωτοκόλλου κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην παράγραφο αυτή. Η αποζημίωση που καθορίζεται με το πρωτόκολλο συνίσταται στην ωφέλεια την οποία εκείνος που καρπούται ή κάνει αυθαίρετα χρήση του δημοσίου κτήματος αδικαιολογήτως απεκόμισε, ήτοι ό,τι θα κατέβαλλε οποιοσδήποτε τρίτος στο Δημόσιο ως αντάλλαγμα αν με έγκυρη σύμβαση χρησιμοποιούσε το αυθαιρέτως χρησιμοποιούμενο δημόσιο κτήμα. Από τα πιο πάνω σε συνδυασμό και με τις διατάξεις του άρθρου 23 παρ.1 ν.1539/1938, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ.2 α.ν.263/1968, με το οποίο ορίζεται ότι "ο αυτογνωμόνως επιλαμβανόμενος οιουδήποτε δημοσίου κτήματος ευρισκομένου αναμφισβητήτως υπό την κατοχήν του Δημοσίου, τιμωρείται....", προκύπτει ότι η καθοριζόμενη υπέρ του Δημοσίου με το πρωτόκολλο αποζημίωση εις βάρος εκείνου που καρπούται ή αυθαιρέτως χρησιμοποιεί δημόσιο κτήμα, έχει ως γενεσιουργό αιτία την αδικοπραξία (υπό την έννοια των άρθρων 914 επ. Α.Κ.), συνεπεία της οποίας καθίσταται αδικαιολογήτως πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία επί ζημία του Δημοσίου (Α.Π.2131/2007). Εξάλλου με το άρθρο 4 ν.3127/2003 (που αφορά τροποποίηση και συμπλήρωση των ν.2308/1995 και 2664/1998 για την κτηματογράφηση και το Εθνικό Κτηματολόγιο) ορίζονται τα εξής: "Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων που έχει οριοθετηθεί, ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου εφόσον: α) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ιδίου ή του δικαιοπαρόχου του, που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23.2.1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη ή β) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη. Στο χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α και β προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 του Α.Κ." (παρ.1). "Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2.000 τ.μ..." (παρ.2). Από τις πιο πάνω διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 1042 Α.Κ. προκύπτει ότι για να αποκτήσει κάποιος κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία σε ακίνητο του Δημοσίου επιφανείας μέχρι 2.000 τετραγωνικών μέτρων που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων που έχει οριοθετηθεί, απαιτούνται αδιατάρακτος νομή του ακινήτου επί τριάντα έτη και καλή πίστη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο που αποκτάται η νομή. Ειδικότερα ως προς το στοιχείο της καλής πίστεως, αυτό συντρέχει όταν ο χρησιδεσπόζων με βάση τα εκάστοτε συντρέχοντα περιστατικά έχει κατά την κτήση της νομής την πεποίθηση, η οποία δεν οφείλεται σε βαριά αμέλεια, ότι απέκτησε την κυριότητα. Ο Α.Κ. δεν ορίζει την έννοια της βαριάς αμέλειας ούτε παρέχει κριτήρια για τον προσδιορισμό της. Γενικώς βαριά χαρακτηρίζεται η αμέλεια όταν η παρέκκλιση από τη συμπεριφορά του μέσου επιμελούς ανθρώπου είναι σημαντική, ασυνήθης, ιδιαιτέρως μεγάλη που φανερώνει πλήρη αδιαφορία του δράστη για τα παράνομα σε βάρος τρίτων αποτελέσματά της. Η έννοια της βαριάς αμέλειας είναι αόριστη νομική και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι βαριάς αμέλειας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το αν τα περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα συγκροτούν την έννοια αυτή (Α.Π.865/2011). Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: "Στον ανταλλαγέντα μουσουλμάνο Α. Ρ. εφέντη, υιό Ι. Α., ανήκε κατά κυριότητα δυνάμει των υπ' αριθμ. 91, 92 και 93 τουρκικών τίτλων ιδιοκτησίας (ταπίων) βιβλίων μηνός Οκτωβρίου του τουρκικού έτους 1324 (για μας 1908) του Τουρκικού Κτηματολογίου Θεσσαλονίκης ένας αμπελότοπος συνολικής έκτασης 13.000,20 τετραγωνικών μέτρων, κείμενος στην ... της περιοχής … στη θέση ... ή ... . Με το υπ' αριθμ.... /30-8-1948 πρωτόκολλο καταλήψεως του γραφείου της Διαχείρισης Ανταλλάξιμης Περιουσίας (ΔΑΠ) Θεσσαλονίκης, υπαγομένης στην υπηρεσία Διαχειρίσεως Ανταλλαξίμων Μουσουλμανικών Κτημάτων (ΔΑΜΚ) του Υπουργείου Οικονομικών, το Ελληνικό Δημόσιο [ήδη αναιρεσίβλητο] κατέλαβε από τον άνω αμπελότοπο, ήδη οικόπεδο, κατά το 1948, συνολική έκταση 12.058 τετραγωνικών μέτρων... Η άνω έκταση των 12.058 τ.μ., όταν κατελήφθη από το Δημόσιο δια του γραφείου ΔΑΠ Θεσσαλονίκης, δεν κατείχετο από κανέναν, ήταν κενή. Από τον αμπελότοπο των 13.000,20 τ.μ. του ως άνω ανταλλαγέντος μουσουλμάνου Α. Ρ. δεν κατελήφθη από το Δημόσιο κατά την 30-8-1948 συνολική έκταση 942,20 τ.μ., διότι αυτή κατείχετο από τρεις ιδιώτες που είχαν κτίσει οικίες εντός αυτής. Συγκεκριμένα δεν κατελήφθη από το Δημόσιο: α) έκταση 395 τετραγωνικών μέτρων με οικία επ' αυτής διότι κατείχετο από τον Φ. Γ. , ο οποίος και διεκδικούσε την έκταση αυτή ως δική του, β) έκταση 187 τετραγωνικών μέτρων με οικία επ' αυτής διότι κατείχετο από την Κ. Γ. , η οποία διεκδικούσε την έκταση αυτή ως δική της και γ) έκταση 360 τετραγωνικών μέτρων με οικία επ' αυτής διότι κατείχετο από την Α. Ν. , η οποία διεκδικούσε την έκταση αυτή ως δική της. Οι τρεις ως άνω εδαφικές εκτάσεις, συνολικής έκτασης 942,20 τετραγωνικών μέτρων μετά των επ' αυτών αντίστοιχων τριών οικιών εξαιρέθηκαν από την κατάληψη μέχρι να ολοκληρωθεί η έρευνα για την εξακρίβωση των προβαλλόμενων δικαιωμάτων των κατόχων τους... Το καταληφθέν κτήμα έκτασης 12.058 τ.μ. απεικονιζόταν πριν από την κατάληψη στο από 5-6-1948 τοπογραφικό διάγραμμα της τεχνικής υπηρεσίας του γραφείου ΔΑΠ Θεσσαλονίκης με αύξοντα αριθμό 33 και με στοιχεία Α.Β.Γ.Δ.Ε.Ζ.Η.Α. Βάσει των ανωτέρω, το άνω αστικό κατά την κατάληψη ακίνητο των 12.058 τ.μ. περιήλθε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου ως ανταλλάξιμη περιουσία δυνάμει της από 30-1-1923 σύμβασης της Λωζάνης "Περί ανταλλαγής ελληνοτουρκικού πληθυσμού" που κυρώθηκε με το ν.δ.23/25-8-1923 και με βάση την κυρωθείσα με το ν.4793/1930 σύμβαση της Άγκυρας μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Το προαναφερθέν πρωτόκολλο καταλήψεως των 12.058 τ.μ. συντάχθηκε εις διπλούν και το ένα απ' αυτά επιδόθηκε στο Δήμαρχο Θεσσαλονίκης (μη υπάρχοντος κατόχου του οικοπέδου αυτού πλην των άνω τριών) για να γνωστοποιηθεί στο κοινό και να λάβει γνώση κάθε τρίτος τυχόν ενδιαφερόμενος, ο οποίος μπορούσε σε προθεσμία τριάντα ημερών να προβάλει ένσταση κατά του πρωτοκόλλου αυτού για τυχόν κυριότητά του, προσκομίζοντας και τα απαραίτητα έγγραφα στα οποία θα στήριζε την κυριότητά του. Από το εν λόγω πρωτόκολλο καταλήψεως προκύπτει πέρα από κάθε αμφιβολία ότι ούτε ο πρώτος ανακόπτων [ήδη πρώτος αναιρεσείων] Η. Κ. , ηλικίας τότε (1948) δεκαεννέα ετών, ως γεννηθείς το 1929... βρέθηκε να κατέχει οποιοδήποτε τμήμα του ως άνω ανταλλαξίμου ακινήτου ούτε και ο πατριός του Ν. Μ. Ο δεύτερος ανακόπτων [ήδη δεύτερος αναιρεσείων], γιος του πρώτου τούτων, κατά την εν λόγω κατάληψη (1948) δεν είχε καν γεννηθεί (γεννήθηκε το 1957...). Γι' αυτό άλλωστε οι προαναφερθέντες Ν. Μ. και Η. Κ. δεν άσκησαν και ένσταση κατά του εν λόγω πρωτοκόλλου καταλήψεως. Αφότου κατά τα ανωτέρω το εν λόγω αστικό ακίνητο (οικόπεδο) περιήλθε στην κυριότητα του Δημοσίου, το τελευταίο θεωρείται έκτοτε και νομέας αυτού, έστω και αν δεν ενήργησε καμία πράξη νομής σ' αυτό, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ.1 του α.ν.1539/1938 "Περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων". Το άνω καταληφθέν ακίνητο των 12.058 τ.μ. διαχωρίστηκε στη συνέχεια δυνάμει της υπ' αριθμ. 259314/2633/20-10-1949 διαταγής του Υπουργού Οικονομικών σε δύο τμήματα, το ένα έκτασης 5.479,20 τ.μ. και το άλλο έκτασης 6.578,80 τ.μ. Στη συνέχεια δυνάμει της 12828/361/20-12-1966 απόφασης της Επιτροπής Διαχείρισης Ανταλλάξιμης Περιουσίας του γραφείου της ΔΑΠ Θεσσαλονίκης το πρώτο ως άνω τμήμα των 5.479,20 τ.μ. διαχωρίστηκε σε δύο τμήματα, το ένα έκτασης 530 τ.μ. και έλαβε αριθμό ΑΚ 22305 και το άλλο έκτασης 4.949,20 τ.μ. και έλαβε ΑΚ 12833, κείμενο (το δεύτερο) επί των οδών …,. και ….. Στη συνέχεια, δυνάμει της υπ' αριθμ. 398/29-11-1969 απόφασης της Επιτροπής Διαχείρισης Ανταλλάξιμης Περιουσίας του γραφείου της ΔΑΠ Θεσσαλονίκης το εν λόγω ανταλλάξιμο κτήμα 12833 (ΑΚ 12833) διαχωρίστηκε σε δύο τμήματα, το ένα έκτασης 952,50 τ.μ. (οικοδομήσιμη έκταση 417,70 τ.μ. και ρυμοτομούμενη έκταση 534,70 τ.μ.) και έλαβε αριθμό ανταλλαξίμου κτήματος ΑΚ 22735 και το άλλο έκτασης 3.996,80 τ.μ. και διατήρησε τον ίδιο αριθμό ανταλλαξίμου κτήματος (ΑΚ 12833). Ο διαχωρισμός αυτός δεν έγινε τυχαία αλλά με σκοπό να διευκολυνθεί η εκποίηση του πρώτου τμήματος κατά την οικοδομήσιμη επιφάνεια των 417,70 τ.μ. στον Η. Κ. (πρώτο των ανακοπτόντων), ο οποίος είχε καταλάβει αυθαιρέτως την έκταση αυτή μετά την 30-8-1948 (ημερομηνία που είχε βρεθεί κενή και καταληφθεί και η έκταση αυτή από το Δημόσιο με το ως άνω ... /30-8-1948 πρωτόκολλο καταλήψεως), την είχε περιφράξει και είχε ανεγείρει εντός αυτής έναν οικίσκο 30 τ.μ. περίπου, μετά το γάμο του και στέγασε σ' αυτόν την οικογένειά του, αλλά και δεύτερο κτίσμα από τσιμεντολίθους, εμβαδού (4 μ. Χ 5 μ. =) 20 τ.μ., αργότερα σε χρόνο που δεν εξακριβώθηκε αλλά πριν την 9-2-1963 και στέγασε σ' αυτό την ατομική του επιχείρηση που ήταν εργαστήριο σιδηροκατασκευών, για το οποίο έλαβε ηλεκτρικό ρεύμα στις 21-2-1963 (μετά από την 9-2-1963 αίτησή του προς την ΔΕΗ) και την ίδια ημέρα (21-2-1963) δήλωσε την εγκατάσταση του άνω εργαστηρίου του στην εν Θεσσαλονίκη Διεύθυνση του Υπουργείου Βιομηχανίας. Η Υπηρεσία Κοινωνικής Πρόνοιας, που ακίνητό της ήταν δίπλα στο εν λόγω ανταλλάξιμο ακίνητο, την άνοιξη του 1996 [το ορθό με βάση τα κατωτέρω: 1966] έλαβε γνώση της δια του ανωτέρω τρόπου καταπάτηση της εν λόγω έκτασης και θεωρώντας ότι είναι δική της κοινοποίησε το υπ' αριθμ. ΝΠ 1176/23-4-1966 έγγραφο στον πρώτο των ανακοπτόντων, με το οποίο του ζήτησε την αποξήλωση της περίφραξης που ο εν λόγω ανακόπτων είχε προσφάτως τοποθετήσει. Ο πρώτος των ανακοπτόντων θορυβήθηκε από την εν λόγω ειδοποίηση και απευθύνθηκε στην Υπηρεσία Διαχείρισης Ανταλλαξίμων Μουσουλμανικών Κτημάτων (ΥΔΑΜΚ) Θεσσαλονίκης. Υπέβαλε στην υπηρεσία αυτή την από 20-7-1966 αίτησή του που καταχωρήθηκε στο πρωτόκολλο εισερχομένων με ημερομηνία 21-7-1966, με την οποία αίτηση ισχυρίστηκε "ότι ο πατριός του Μ. Ν. κατείχε έκταση, που καλλιεργούσε, από το 1922 μέχρι και σήμερον (20-7-1966) στη θέση ... , νυν παραπλεύρως του τένις επί της οδού προς …και νυν ... και επί αμφοτέρων των πλευρών της οδού αυτής. Ότι από την έκταση αυτή του παραχώρησε το έτος 1940 (δηλαδή όταν ήταν 11 ετών!) ένα οικόπεδο επί του οποίου έκτισε οικίσκο 30 Μ2 περίπου και το υπόλοιπο το περιέφραξε έκτοτε... Ότι το οικόπεδο αυτό είχε χαρακτηριστεί ως ανταλλάξιμο από την ΥΔΑΜΚ ως τμήμα του μεγαλυτέρας εκτάσεως υπ' αριθμ. ΑΚ 12833. Ότι παραλλήλως, και επειδή το οικόπεδο αυτό βρισκόταν στις παρυφές της απαλλοτριώσεως Προνοίας, αναμείχθηκε και η Υπηρεσία Προνοίας, η οποία του κοινοποίησε το υπ' αριθμ. ΝΠ 1176/23-4-1966 έγγραφο περί αποξήλωσης της δήθεν προσφάτου περίφραξης. Ότι αφορμήν για την ενέργεια αυτή, της οποίας είχε λάβει γνώση και η ΥΔΑΜΚ, απετέλεσε η καταγγελία γείτονος... Ότι η περίφραξή του ήταν παλαιά από το 1940, ότι, επειδή είχε υποβάλει στην Υπηρεσία (ΥΔΑΜΚ) την με αριθμ. πρωτ. 3905/1966 αίτηση, για απευθείας εξαγορά του οικοπέδου αυτού... η δε καθυστέρηση υποβολής της αίτησης οφείλετο στο γεγονός ότι δεν είχε εκκαθαριστεί αν αυτό ανήκει εις Υμάς (ΥΔΑΜΚ) ή ενέπιπτε στην απαλλοτρίωση του Υπουργείου Προνοίας και επειδή η υπόθεση αυτή ήταν παλαιά και δεν επρόκειτο περί προσφάτου, η δε τυχόν επιδιόρθωση φθαρέντος τυχόν πασάλου δεν σήμαινε και νέα κατ' ανάγκη περίφραξη και από αυτή την ενέργειά του καμία ζημία το Δημόσιο θα υποστεί". Και ζήτησε με την αίτησή του αυτή, με βάση τους ανωτέρω ισχυρισμούς, να διερευνήσει το θέμα η ΥΔΑΜΚ Θεσσαλονίκης με σκοπό να ανακληθεί το υπ' αριθμ. ΝΠ 1176/23-4-1966 έγγραφο περί αποξήλωσης της περίφραξης και να ανασταλεί κάθε επί του προκειμένου ενέργεια. Ο εν λόγω ανακόπτων υπέβαλε στην ίδια υπηρεσία (ΥΔΑΜΚ Θεσσαλονίκης), εκτός από την ανωτέρω αίτηση, άλλες δύο αιτήσεις, στις 21-6-1966 και αργότερα στις 19-7-1969, με τις οποίες ζήτησε την απ' ευθείας εξαγορά του άνω κατεχόμενου υπ' αυτού οικοπεδικού τμήματος. Οι άνω τρεις αιτήσεις λήφθηκαν υπόψη για να παρθεί η προαναφερθείσα 398/29-11-1969 απόφαση της Επιτροπής Διαχείρισης Ανταλλάξιμης Περιουσίας του γραφείου της ΔΑΠ Θεσσαλονίκης, δυνάμει της οποίας το ΑΚ 12833 διαχωρίστηκε σε δύο τμήματα, το ένα έκτασης 952,50 τ.μ. (με οικοδομήσιμη έκταση 417,70 τ.μ. και ρυμοτομούμενη έκταση 534,70 τ.μ.) και έλαβε αριθμό ανταλλαξίμου κτήματος ΑΚ 22735 και το άλλο έκτασης 3.996,80 τ.μ. και έλαβε αριθμό ανταλλαξίμου κτήματος ΑΚ 12833 (δηλαδή διατήρησε τον αρχικό). Μετά το διαχωρισμό αυτό η παραπάνω οικοδομήσιμη έκταση των 417,70 τ.μ. του ΑΚ 22735 εκποιήθηκε προς τον κατέχοντα αυτήν Η. Κ. (πρώτο των ανακοπτόντων) στις 6-7-1970 αντί 439.470 δραχμών και εκδόθηκε προς τούτο το με αριθμό 3828/6-7-1970 παραχωρητήριο του γραφείου της ΔΑΠ Θεσσαλονίκης. Όμως ο εν λόγω ανακόπτων δεν ικανοποιήθηκε από την απόκτηση του άνω μεγάλης έκτασης οικοπέδου, πολλαπλάσιας αξίας εκείνης που το εξαγόρασε, αρτίου και οικοδομήσιμου, κειμένου εντός σχεδίου πόλεως. Έτσι, ενώ γνώριζε από 20-7-1966, όταν είχε υποβάλει την προαναφερθείσα αίτηση στην Υπηρεσία Διαχείρισης Ανταλλαξίμων Μουσουλμανικών Κτημάτων Θεσσαλονίκης, ότι το ΑΚ 12833 ανήκε στην κυριότητα του Δημοσίου και τεμαχίστηκε για χάρη του, για να διευκολυνθεί η απ' αυτόν εξαγορά του ως άνω τμήματός του που έλαβε αριθμό ΑΚ 22735, παρά ταύτα κατέλαβε αυθαιρέτως στη συνέχεια, όπως θα αναφερθεί κατωτέρω, και άλλα τμήματα από το εν λόγω 12833 ανταλλάξιμο κτήμα. Αυτό είχε διαχωριστεί, όπως προεκτέθηκε, σε δύο τμήματα, το ένα έκτασης 952,50 τ.μ. (οικοδομήσιμη έκταση 417,70 τ.μ. που εκποιήθηκε στον πρώτο ανακόπτοντα και ρυμοτομούμενη έκταση 534,70 τ.μ.) και έλαβε αριθμό ανταλλαξίμου κτήματος ΑΚ 22735 και το άλλο έκτασης 3.996,80 τ.μ. που διατήρησε τον ίδιο αριθμό ως ανταλλάξιμο κτήμα, δηλαδή ΑΚ 12833. Το δεύτερο αυτό τμήμα του ΑΚ 12833, έκτασης των 3.996,80 τ.μ., διαχωρίστηκε δυνάμει της 20501/28-6-1979 απόφασης της ΕΔΑΠ, σε 16 μερικότερα τμήματα (ανταλλάξιμα ακίνητα), ήτοι τα ΑΚ 12833 (έκτασης 282 μ2), ΑΚ 8780/Α, ΑΚ 8781/Α, 8782/Α, 8783/Α, 8784/Α, 8785/Α, 8786/Α, 8787/Α, 8788/Α, 8789/Α, 8790/Α, 8791/Α, 8792/Α, 8793/Α και 8794/Α. Την 1η Αυγούστου 2005 υπάλληλοι της Κτηματικής Υπηρεσίας Θεσσαλονίκης... πραγματοποίησαν αυτοψία στα ΑΚ 12833, ΑΚ 8780/Α, ΑΚ 8783/Α ανταλλαξιμα ακίνητα και διαπίστωσαν τα ακόλουθα: 1) Από το ΑΚ 12833, κείμενο στη διασταύρωση των οδών ... και ... ήταν περιφραγμένη με συρματόπλεγμα έκταση 45 τ.μ., συνορεύουσα ανατολικά με υπόλοιπο ΑΚ 12833, δυτικά με ΑΚ 8781/Α και 8782/Α, βόρεια με υπόλοιπο ΑΚ 12833 και νότια με ΑΚ 8780/Α. Την έκταση αυτή είχε καταλάβει και περιφράξει ο πρώτος των ανακοπτόντων Η. Κ. αυθαίρετα κατά το έτος 1972, εν γνώσει του ότι αυτό ήταν ανταλλάξιμο ακίνητο και ανήκε στην κυριότητα του Δημοσίου που το είχε καταλάβει από 30-8-1948 δυνάμει του προαναφερθέντος υπ' αριθμ. ... /30-8-1948 πρωτοκόλλου καταλήψεως, όπως άλλωστε αυτός αναφέρθηκε στην προμνησθείσα από 20-7-1966 αίτησή του προς την Υπηρεσία Διαχείρισης Ανταλλαξίμων Μουσουλμανικών Κτημάτων (ΥΔΑΜΚ) Θεσσαλονίκης και έλαβε σαφή περί τούτου γνώση στις 6-7-1970, όταν εξαγόρασε από το ανταλλάξιμο αυτό ακίνητο τα 417,70 τ.μ. μετά τον τεμαχισμό του ακινήτου αυτού. Συνεπώς όταν ο πρώτος των ανακοπτόντων κατέλαβε από το ΑΚ 12833 την έκταση 45 τ.μ. το 1972, βρισκόταν σε κακή πίστη. 2) Το ΑΚ 8780/Α ανταλλάξιμο ακίνητο έκτασης 430 τ.μ., που είχε προέλθει κατά τα προαναφερθέντα από τον τεμαχισμό (σε 16 τμήματα) του ΑΚ 12833 ανταλλαξίμου ακινήτου, το είχε καταλάβει και περιφράξει ολόκληρο επίσης ο πρώτος των ανακοπτόντων Η. Κ. αυθαίρετα κατά το έτος 1972, εν γνώσει του ότι αυτό ήταν ανταλλάξιμο ακίνητο και ανήκε στην κυριότητα του Δημοσίου που το είχε καταλάβει από 30-8-1948 δυνάμει του προαναφερθέντος υπ' αριθμ. ... /30-8-1948 πρωτοκόλλου καταλήψεως, όπως άλλωστε αυτός αναφέρθηκε στην προμνησθείσα από 20-7-1966 αίτησή του προς την Υπηρεσία Διαχείρισης Ανταλλαξίμων Μουσουλμανικών Κτημάτων (ΥΔΑΜΚ) Θεσσαλονίκης και έλαβε σαφή περί τούτου γνώση στις 6-7-1970, όταν εξαγόρασε από το ανταλλάξιμο αυτό ακίνητο (ΑΚ 12833) τα 417,70 τ.μ. μετά τον τεμαχισμό του ακινήτου αυτού (ΑΚ 12833). Συνεπώς όταν ο πρώτος των ανακοπτόντων κατέλαβε το άνω ΑΚ 8780/Α ανταλλάξιμο ακίνητο το 1972, βρισκόταν σε κακή πίστη. Εντός των παραπάνω δύο αυθαιρέτως κατεχόμενων ανταλλάξιμων ακινήτων ο πρώτος των ανακοπτόντων Η. Κ. διατηρούσε και εκμεταλλευόταν ατομική επιχείρηση εμπορίας ανταλλακτικών αυτοκινήτων και συνεργείου εξατμίσεων από το 1972 έως και 30-10-1978. Από την 1-11-1978 και μέχρι την 8-5-1996 ασκούσε εντός των ακινήτων αυτών την ίδια επαγγελματική δραστηριότητα, με εταιρική όμως μορφή, έχοντας συστήσει με το υπ' αριθμ.... /3-11-1978 ιδιωτικό συμφωνητικό την ομόρρυθμη εταιρεία με το γιο του Ν. (δεύτερο των ανακοπτόντων) [ήδη δεύτερο αναιρεσείοντα], με την επωνυμία " ….". Τη χρήση των ανωτέρω δύο ανταλλάξιμων ακινήτων μετά της εγκαταστημένης σ' αυτά ανωτέρω επιχείρησης εμπορίας ανταλλακτικών αυτοκινήτων και συνεργείου εξατμίσεων παραχώρησε από 15-5-1996, με μισθωτήριο συμβόλαιο, στον δεύτερο των ανακοπτόντων, γιο του, ο οποίος έκτοτε τα χρησιμοποιεί για την άσκηση της επαγγελματικής του δραστηριότητας, που είναι η εμπορία ανταλλακτικών αυτοκινήτων και συνεργείο εξατμίσεων. 3) Από το ΑΚ 8783/Α ανταλλάξιμο ακίνητο που είχε προέλθει κατά τα προαναφερθέντα από τον τεμαχισμό (σε 16 τμήματα) του ΑΚ 12833 ανταλλάξιμου ακινήτου, είχε καταλάβει και κατείχε έκταση 210 τ.μ., συνορεύουσα ανατολικά με ΑΚ 8780/Α, δηλαδή με το ανωτέρω υπό στοιχείο 2 επίσης αυθαιρέτως κατεχόμενο ακίνητο, καθώς και με ΑΚ 8783/Α, δυτικά με ΑΚ 8783/Α, βόρεια με υπόλοιπο ΑΚ 8780/Α και νότια με ΑΚ 8783/Α, επίσης ο πρώτος των ανακοπτόντων Η. Κ. αυθαίρετα κατά το έτος 1972, εν γνώσει του ότι αυτό ήταν ανταλλάξιμο ακίνητο και ανήκε στην κυριότητα του Δημοσίου που το είχε καταλάβει από 30-8-1948 δυνάμει του προαναφερθέντος υπ' αριθμ. ... /30-8-1948 πρωτοκόλλου καταλήψεως, όπως άλλωστε αυτός αναφέρθηκε στην προμνησθείσα από 20-7-1966 αίτησή του προς την Υπηρεσία Διαχείρισης Ανταλλαξίμων Μουσουλμανικών Κτημάτων (ΥΔΑΜΚ) Θεσσαλονίκης και έλαβε σαφή περί τούτου γνώση στις 6-7-1970, όταν εξαγόρασε από το ανταλλάξιμο ακίνητο ΑΚ 12833 τα 417,70 τ.μ. μετά τον τεμαχισμό του ακινήτου αυτού (ΑΚ 12833). Συνεπώς όταν ο πρώτος των ανακοπτόντων κατέλαβε την έκταση των 210 τ.μ. από το άνω ΑΚ 8780/Α ανταλλάξιμο ακίνητο το 1972, βρισκόταν σε κακή πίστη. Το ακίνητο αυτό έκτασης 210 μ2 ο ανωτέρω το παραχώρησε κατά χρήση στο γιο του Ν. (δεύτερο των ανακοπτόντων) στις 15-5-1996 και έκτοτε ο τελευταίος το χρησιμοποιεί για την άσκηση της επαγγελματικής του δραστηριότητας, που είναι η εμπορία ανταλλακτικών αυτοκινήτων και συνεργείο εξατμίσεων. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο πρώτος των ανακοπτόντων κατέλαβε αυθαιρέτως τις ανωτέρω τρεις όμορες ανταλλάξιμες εκτάσεις το έτος 1972 με κακή κατά τα προαναφερθέντα πίστη κατά το χρόνο της κατάληψης, προκειμένου να δημιουργήσει ένα οικόπεδο συνολικής έκτασης (45 + 430 + 210 =) 685 τ.μ., με απώτερο σκοπό να το εξαγοράσει από την Υπηρεσία Διαχείρισης Ανταλλαξίμων Μουσουλμανικών Κτημάτων Θεσσαλονίκης, όπως είχε εξαγοράσει τα 417,70 τ.μ. (ΑΚ 22735) στις 6-7-1970, δεδομένου ότι δεν μπορούσε να αναγνωριστεί κύριος της εν λόγω έκτασης 685 τ.μ. με έκτακτη χρησικτησία, αφού η έκταση αυτή προερχόταν από ανταλλάξιμα κτήματα, ανήκοντα στην κυριότητα του Δημοσίου, τουλάχιστον έως την 19-3-2003, δηλαδή από της ισχύος του ν.3127/2003, κατά τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 4 του οποίου νόμου κατέστη δυνατή η απόκητηση κυριότητας και σε ακίνητο του Δημοσίου με έκτακτη χρησικτησία. Ενόσω ο πρώτος των ανακοπτόντων κατείχε αυθαιρέτως (από το 1972) τα ως άνω τρία ανταλλάξιμα κτήματα συνολικής έκτασης (45 + 430 + 210 =) 685 τ.μ., εκδόθηκε η με αριθμό ... /16-3-1973 πράξη τακτοποιήσεως και αναλογισμού αποζημίωσης οικοπέδων του Γραφείου Απαλλοτριώσεων, κειμένων επί της οδού …του Δήμου ….υπό του Τμήματος Πολεοδομικών Εφαρμογών της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης. Στην πράξη αυτή αναφέρεται και η ιδιοκτησία με αριθμό (665Α) (1), εμβαδού 431,20 τ.μ., που φέρεται να κατέχεται και διεκδικείται από τον Η. Κ. (πρώτο των ανακοπτόντων). Πρόκειται για μέρος των ανωτέρω 685 τ.μ. που αυτός κατείχε αυθαιρέτως από το 1972. Δηλαδή από την πράξη αυτή δεν συνάγεται ούτε αμέσως ούτε εμμέσως ότι ο πρώτος των ανακοπτόντων ήταν κύριος της εν λόγω έκτασης και ότι το Δημόσιο του αναγνώρισε την κυριότητα αυτή δια της εν λόγω πράξης τακτοποιήσεως και αναλογισμού αποζημιώσεως, όπως αβασίμως αυτός ισχυρίζεται. Επίσης, για την αποζημίωση των ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν λόγω ρυμοτομίας και προς διάνοιξη της οδού ... με την εν λόγω πράξη τακτοποιήσεως που κυρώθηκε με την ΤΥ 24709/29-6-1973 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, κατατέθηκε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων το ποσό της αποζημίωσης εκ 4.783.900 δραχμών και συντάχθηκε προς τούτο το με Νο 19346/19-12-1974 γραμμάτιο συστάσεως παρακαταθήκης. Το Υπουργείο Δημοσίων Έργων κοινοποίησε στον πρώτο των ανακοπτόντων το με αριθμό πρωτ. 22547/οικ/12-4-1975 έγγραφο, με το οποίο καθιστά γνωστό σ' αυτόν ότι παρακατατέθηκε στο Ταμείο Παρακαταθηκών με το εν λόγω γραμμάτιο η κατά το νόμο καθορισθείσα αποζημίωση που αφορούσε και τη δική του ιδιοκτησία και τον παρακάλεσε να επιτρέψει στα συνεργεία της αναδόχου εταιρείας να κατεδαφίσουν τα επ' αυτής κτίσματα. Είναι προφανές ότι ούτε με το έγγραφο αυτό το Ελληνικό Δημόσιο αναγνωρίζει τον πρώτο ανακόπτοντα ως κύριο των άνω υπ' αυτού κατεχόμενων αυθαιρέτως δημοσίων κτημάτων, όπως ο εν λόγω ανακόπτων αβασίμως ισχυρίζεται. Το Υπουργείο Δημοσίων Έργων δεν έχει αρμοδιότητα να αναγνωρίσει την κυριότητα οποιουδήποτε επί ακινήτων. Αν ο πρώτος των ανακοπτόντων δικαιούταν κάποιο ποσό αποζημίωσης για την απαλλοτριωθείσα έκταση της ιδιοκτησίας με αριθμό (665Α) (1), εμβαδού 431,20 μ2, έπρεπε να αναγνωριστεί ως δικαιούχος της όποιας αποζημίωσης από το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης κατόπιν ασκήσεως σχετικής αιτήσεώς του αλλά τέτοια αίτηση δεν αποτόλμησε να ασκήσει διότι γνώριζε ότι τα ανωτέρω 431,20 μ2 αποτελούσαν τμήμα των αυθαιρέτως κατεχόμενων κατά τα ανωτέρω τριών ανταλλάξιμων κτημάτων συνολικής έκτασης (45 + 430 + 210 =) 685 τ.μ., ανήκουσας κατά κυριότητα στο Δημόσιο. Από όλα τα ανωτέρω εκτενώς αναφερόμενα περιστατικά πιθανολογήθηκε ότι ο πρώτος των ανακοπτόντων Η. Κ. κατέλαβε με κακή πίστη κατά το έτος 1972: α) από το ΑΚ 12833 ανταλλάξιμο ακίνητο 45 τ.μ., β) το ΑΚ 8780/Α ανταλλάξιμο ακίνητο έκτασης 430 τ.μ. και γ) από το ΑΚ 8783/Α ανταλλάξιμο ακίνητο έκταση 210 τ.μ. και έκτοτε κατείχε αυτά αυθαιρέτως έως και την 1-8-2005 είτε ο ίδιος είτε δια του γιου του Ν. (δευτέρου των ανακοπτόντων) με τη διατήρηση και εκμετάλλευση επί των ακινήτων αυτών επιχείρησης εμπορίας ανταλλακτικών αυτοκινήτων και συνεργείου εξατμίσεων, επιχείρηση που εκμεταλλεύτηκε ατομικά από το 1972 έως και 30-8-1978, μέσω ομόρρυθμης εταιρείας που είχε συστήσει με το γιο του Ν. (δεύτερο των ανακοπτόντων) με την επωνυμία " …." από 1-11-1978 έως 8-5-1996 και τέλος δια του εν λόγω γιου του από 15-5-1996 έως 1-8-2005, προς τον οποίο παραχώρησε για το διάστημα αυτό την εκμετάλλευση της άνω επιχείρησης εμπορίας ανταλλακτικών και συνεργείου εξατμίσεων. Κατέλαβε τα άνω ακίνητα κατά το έτος 1972, εν γνώσει του ότι αυτά ήταν ανταλλάξιμα και ανήκαν στην κυριότητα του Δημοσίου που τα είχε καταλάβει από 30-8-1948 δυνάμει του υπ' αριθμ. ... /30-8-1948 πρωτοκόλλου καταλήψεως, όπως άλλωστε αυτός αναφέρθηκε στην προμνησθείσα από 20-7-1966 αίτησή του προς την Υπηρεσία Διαχείρισης Ανταλλαξίμων Μουσουλμανικών Κτημάτων (ΥΔΑΜΚ) Θεσσαλονίκης και έλαβε σαφή περί τούτου γνώση στις 6-7-1970, όταν εξαγόρασε από το ανταλλάξιμο αυτό ακίνητο (ΑΚ 12833) τα 417,70 τ.μ. μετά τον τεμαχισμό του ακινήτου αυτού (ΑΚ 12833), και άρα τα κατέλαβε με κακή πίστη. Τα εν λόγω ακίνητα, κείμενα εντός του σχεδίου του Δήμου …, είχε στην αδιάλειπτη φυσική εξουσία του, όχι με διάνοια κυρίου (χωρίς να είναι νομέας), από το 1972 έως και την 1-8-2005, δηλαδή τα είχε στην κατοχή του 30 και πλέον έτη από το 1972 έως και 17-3-2003 που άρχισε η ισχύς του ν.3127/2003. Τα κατείχε ολόκληρο το χρονικό αυτό διάστημα, όχι ως νομέας με καλή πίστη διότι δεν είχε την πεποίθηση ότι απέκτησε την κυριότητα αυτών, αφού γνώριζε κατά τα προαναφερθέντα ότι αυτά ήταν ανταλλάξιμα κτήματα, ανήκοντα στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, τόσο κατά την κατάληψή τους όσο και κατά τη διάρκεια της υπερτριακονταετούς κατοχής τους. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του πρώτου ανακόπτοντος... οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του άρθρου 4 παρ.1β του ν.3127/2003 για να θεωρηθεί ο πρώτος των ανακοπτόντων κύριος έναντι του Δημοσίου των άνω τριών επίδικων ανταλλάξιμων ακινήτων". Με βάση αυτές τις παραδοχές και τις επί πλέον παραδοχές περί του ύψους της οφειλόμενης αποζημιώσεως για τις οποίες η προσβαλλομένη δεν πλήττεται με λόγο αναιρέσεως, το εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων και δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η ανακοπή ως προς το επικουρικό αίτημά της για περιορισμό της καθορισθείσης αποζημιώσεως, είχε μεταρρυθμισθεί το προσβαλλόμενο πρωτόκολλο και είχε καθορισθεί η αποζημίωση για την αυθαίρετη εκ μέρους των ανακοπτόντων χρήση των προαναφερθέντων δημοσίων κτημάτων στα αναφερόμενα ποσά) και αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και κράτησε την υπόθεση, απέρριψε στο σύνολό της την ανακοπή. Έτσι που έκρινε το εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νομίμου βάσεως αφού διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της μη αποκτήσεως της κυριότητας των επιδίκων δημοσίων κτημάτων εκ μέρους του πρώτου αναιρεσείοντος λόγω της κακής πίστεως αυτού κατά το χρόνο καταλήψεως αυτών (και εφεξής). Δεν δέχθηκε δε το εφετείο αντιφατικώς ότι ο πρώτος αναιρεσείων κατέλαβε τα επίδικα αφενός προ της 9-2-1963 και αφετέρου κατά το έτος 1972 αλλά δέχθηκε ότι αυτός κατέλαβε προ της 9-2-1963 άλλη δημόσια έκταση επιφανείας 417,70 τετραγωνικών μέτρων, την οποία στη συνέχεια εξαγόρασε και του παραχωρήθηκε κατά το 1970, καθώς και ότι μετά ταύτα, το έτος 1972, κατέλαβε τα επίδικα δημόσια κτήματα συνολικής επιφανείας (45 + 430 + 210 =) 685 τετραγωνικών μέτρων. Συνεπώς οι πρώτος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ., υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.8 περ.α Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι έλαβε υπόψη ισχυρισμό του αναιρεσιβλήτου ότι ο πρώτος από αυτούς κατά το χρόνο καταλήψεως των επίδικων ακινήτων τελούσε σε κακή πίστη, χωρίς το αναιρεσίβλητο να έχει προβάλει τέτοιο ισχυρισμό. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι από την επισκόπηση των από 11-1-2007 και από 11-11-2011 εγγράφων προτάσεων τις οποίες είχε υποβάλει το αναιρεσίβλητο ενώπιον του πρωτοβάθμιου και του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου αντίστοιχα, προκύπτει ότι το τελευταίο είχε προτείνει τον ανωτέρω ισχυρισμό στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και τον είχε επαναφέρει στο εφετείο με τις προτάσεις του προς αντίκρουση της εφέσεως των αναιρεσειόντων. Με τις έγγραφες προτάσεις τους ενώπιον του Αρείου Πάγου οι αναιρεσείοντες διορθώνουν τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως ισχυριζόμενοι ότι η ένσταση του αναιρεσιβλήτου για κακή πίστη του πρώτου από αυτούς προβλήθηκε απαραδέκτως διότι οι έγγραφες προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με τις οποίες τον προέβαλε, είχαν κατατεθεί μετά τη συζήτηση της ανακοπής. Η επιχειρούμενη όμως με τον τρόπο αυτό διόρθωση του προαναφερθέντος λόγου αναιρέσεως είναι απαράδεκτη. Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Εξάλλου κατά το άρθρο 281 Α.Κ. η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου πριν από την άσκησή του καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο διάστημα που μεσολάβησε δεν δικαιολογούν τη μεταγενέστερη άσκησή του και καθιστούν αυτή μη ανεκτή κατά τις περί δικαίου αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Μόνη η αδράνεια του δικαιούχου και η καλόπιστη πεποίθηση του υποχρέου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί κατ' αυτού, δεν αρκεί κατ' αρχήν να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος. Αν όμως η αδράνεια συνοδεύεται από ειδικές περιστάσεις που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος, μεταβάλλοντας τη στάση του, επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της καταστάσεως που έχει διαμορφωθεί και παγιωθεί, με αποτέλεσμα να επέρχονται δυσμενείς για τα συμφέροντα του υποχρέου επιπτώσεις, η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη (Ολ.Α.Π.7/ 2002). Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της από 26-3-2007 εφέσεως των αναιρεσειόντων προκύπτει ότι αυτοί δεν επανέφεραν ενώπιον του εφετείου τον ισχυρισμό τους (λόγο ανακοπής) περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος, σημειωτέον, σε κάθε περίπτωση ήταν απορριπτέος ως μη νόμιμος αφού για τη θεμελίωσή του αυτοί επικαλούνταν μόνο την πάροδο μεγάλου χρονικού διαστήματος κατά το οποίο το αναιρεσίβλητο δεν άσκησε το δικαίωμά του, δημιουργώντας τους έτσι την πεποίθηση ότι δεν θα το ασκήσει. Με βάση τ' ανωτέρω ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι το άρθρο 559 αριθ.1 (εδ.α) Κ.Πολ.Δ., αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι κατά παράβαση του άρθρου 281 Α.Κ. απέρριψε τον ανωτέρω ισχυρισμό τους, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, προεχόντως διότι ο ισχυρισμός για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου που προτάθηκε επικουρικά με τον τέταρτο λόγο της ανακοπής τους, δεν είχε επαναφεθεί ενώπιον του εφετείου, σε κάθε δε περίπτωση διότι ήταν μη νόμιμος. Η αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως, για να δημιουργήσει λόγο αναιρέσεως, πρέπει να έχει προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας, διότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να έχουν προταθεί σ' αυτό, ειδικότερα δε δεν αφορά τη δημόσια τάξη. Ο ισχυρισμός για αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως, προτεινόμενος ή επαναφερόμενος ενώπιον του εφετείου, δεν αρκεί να αναφέρει ότι η αγωγή ή η ένσταση είναι αόριστη, αλλά πρέπει να αναφέρει τις συγκεκριμένες αοριστίες σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά που είναι απαραίτητα για τη θεμελίωση του σχετικού δικαιώματος, εξαιτίας των οποίων δεν παρέχεται η δυνατότητα στον εναγόμενο ή στον ενάγοντα αντίστοιχα να αμυνθεί (Α.Π.1255/ 2010). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι το άρθρο 559 αριθ.14 Κ.Πολ.Δ., αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο και συγκεκριμένα ότι παρά το νόμο δεν απέρριψε την ένσταση του αναιρεσιβλήτου περί κακής πίστεως του πρώτου από αυτούς: α) ως αόριστη διότι το αναιρεσίβλητο δεν επικαλέστηκε ότι κατά το έτος 1950, οπότε ο πρώτος από αυτούς απέκτησε τη νομή των επιδίκων ακινήτων, ήταν κακής πίστεως ούτε ανέφερε τις ειδικότερες συνθήκες κτήσεως της νομής των επιδίκων και β) ως απαράδεκτη λόγω αντιφατικότητάς της προς προγενέστερο εξώδικο ισχυρισμό του, περιεχόμενο στο 22547/1975 έγγραφο του Υπουργείου Δημοσίων Έργων, με το οποίο ο πρώτος από αυτούς αποκαλείται κύριος των επιδίκων. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι από την επισκόπηση των από 11-11-2011 εγγράφων προτάσεων των αναιρεσειόντων ενώπιον του εφετείου και των από 14-11-2011, 15-11-2011, 16-11-2011, 16-11-2011 και 17-11-2011 προσθηκών τους προκύπτει ότι αυτοί δεν προέβαλαν ισχυρισμό περί αοριστίας της πιο πάνω ενστάσεως του αναιρεσιβλήτου με την επίκληση των ανωτέρω ελλείψεων αλλά άλλων, καθώς και ότι αυτοί δεν προέβαλαν ισχυρισμό περί απαραδέκτου της ενστάσεως αυτής για τους τώρα αναφερόμενους λόγους. Τούτο δε ανεξαρτήτως του ότι για το ορισμένο της πιο πάνω ενστάσεως του αναιρεσιβλήτου δεν ήταν αναγκαία τα αναφερόμενα στο λόγο αναιρέσεως στοιχεία (ήτοι επίκληση κακής πίστεως του πρώτου αναιρεσιβλήτου κατά το έτος 1950, αφού το αναιρεσίβλητο δεν ισχυρίστηκε ότι ο πρώτος αναιρεσείων κατέλαβε τα επίδικα από το έτος αυτό αλλά μετά το έτος 1970) ούτε καθίσταται κατά νόμο απαράδεκτη η προβολή ενστάσεως λόγω αντιφατικότητάς της με προηγούμενη εξώδικη ομολογία του διαδίκου. Σε κάθε περίπτωση από το περιεχόμενο του ανωτέρω εγγράφου, που έχει ενσωματωθεί στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, δεν προκύπτει εξώδικη ομολογία του αναιρεσιβλήτου ότι ο πρώτος αναιρεσείων είναι κύριος των επιδίκων. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 περ.γ Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως παρέχεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα νομίμως προσκομισθέντα με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα (Α.Π.295/2011). Στην προκειμένη περίπτωση με τον έκτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που αυτοί επικαλέστηκαν και προσκόμισαν για την απόδειξη της καλής πίστεως του πρώτου από αυτούς κατά την κτήση της νομής των επιδίκων και συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε υπόψη τα έγγραφα που αυτοί επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα ενώπιον του εφετείου για την απόδειξη της βασιμότητας του σχετικού ισχυρισμού τους, μεταξύ των οποίων και το 25547/1975 (το ορθό: 22547/1975) έγγραφο του Υπουργείου Δημοσίων Έργων. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας όσον αφορά τα μη ειδικώς αναφερόμενα έγγραφα. Όσον αφορά το ειδικώς αναφερόμενο έγγραφο (22547/1975) ο ίδιος λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος αφού από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι, εκτός από τη γενική μνεία ότι το εφετείο για το σχηματισμό της κρίσεώς του έλαβε υπόψη και "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα", γίνεται και ειδική αναφορά και αξιολόγηση του προαναφερθέντος εγγράφου. Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, να μην καταδικασθούν όμως οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου ελλείψει σχετικού αιτήματος του τελευταίου. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 22-6-2012 αίτηση των Η. Κ. και Ν. Κ. για αναίρεση της 702/2012 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιουλίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Σεπτεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ