Αριθμός 1354/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως (κωλυομένου του Τακτικού Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Δημάδη), Ανδρέα Ξένο (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Νικόλαου Κωνσταντόπουλου) - Εισηγητή, Δήμητρα Μπουρνάκα, Χρυσούλα Παρασκευά και Πάνο Πετρόπουλο (κωλυομένης της Αρεοπαγίτου Αικατερίνης Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά), Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 31 Μαΐου 2013 με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Πλιώτα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων: 1. P. P. ή K. D. του K., κατοίκου ..., 2. S. B. ή K. του T., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Μπαλέρμπα και 3. Ε. Π. του Χ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την δικηγόρο Ευανθία Γιασματζή, η οποία ορίστηκε δικηγόρος αυτού με την υπ' αριθμ. 64/2013 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου για αναίρεση της υπ' αριθ. 1175/2012 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ε. Μ., κάτοικο ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 12 Φεβρουαρίου 2013 αιτήσεις των δύο πρώτων και στην από 8 Αυγούστου 2012 αίτηση του τρίτου μετά των από 30 Απριλίου 2013 προσθέτων λόγων αυτής, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 215/2013. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης του αναιρεσείοντος Ε. Π.. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η από 8/8/2012 (αριθμ. εκθέσεως 65/2012) αίτηση του αναιρεσείοντος Ε. Π., η από 12/2/2013 δήλωση - αίτηση του αναιρεσείοντος S. B. (ή K.) του T. και της A. και η από 12/2/2013 αίτηση του αναιρεσείοντος K. D. (ή P. P.) του T. (ή K.) και της N. (ή S.) έχουν ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, στρέφονται δε κατά της ιδίας 1175/2012 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και λόγω συνάφειας αυτών πρέπει να συνεκδικασθούν, μετ' αυτών δε να συνεκδικασθούν και οι από 30/4/2013 πρόσθετοι λόγοι του Ε. Π. νομίμως και εμπροθέσμως κατατεθέντες κατ' άρθρο 509 ΚΠΔ. Απορριπτομένου του αιτήματος για αναβολή της δίκης που υποβλήθηκε από τον δικηγόρο των δύο πρώτων από τους ανωτέρω αναιρεσείοντες καθόσον δεν συντρέχει κατά την κρίση του δικαστηρίου ιδιαιτέρως εξαιρετική περίπτωση προς τούτο. Κατά τη διάταξη του άρθρου 88 παρ.1 του Ν. 3386/2005, Πλοίαρχοι ή Κυβερνήτες πλοίου, πλωτού μέσου ... και οδηγοί κάθε είδους μεταφορικού μέσου που μεταφέρουν από το εξωτερικό στην Ελλάδα υπηκόους τρίτων χωρών, που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο Ελληνικό έδαφος ή στους οποίους έχει απαγορευθεί η είσοδος για οποιαδήποτε αιτία καθώς και αυτοί που τους προωθούν από τα σημεία εισόδου, τα εξωτερική ή εσωτερικά σύνορα, στην Ελληνική Επικράτεια και αντίστροφα προς το έδαφος του κράτους μέλους της Ε.Ε. ή τρίτης χώρας ή διευκολύνουν τη μεταφορά ή προώθησή τους ή εξασφαλίζουν σ' αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη τιμωρούνται: α) ... β) ... γ) με κάθειρξη και χρηματική ποινή τουλάχιστον εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κίνδυνος για τον άνθρωπο. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι θεσμοθετείται αδίκημα, υπαλλακτικώς μικτό τελούμενο με οποιονδήποτε από τους προβλεπόμενους τρόπους από τα πρόσωπα τα οποία αποδέχονται να μεταφέρουν στην Ελλάδα αλλοδαπούς που δεν έχουν δικαίωμα να εισέλθουν στο έδαφός της, ή τους προωθούν στο εσωτερικό της χώρας ή διευκολύνουν τη μεταφορά ή την προώθησή τους, γνωρίζοντας την αυθαίρετη είσοδο τούτων ως λαθρομεταναστών και για την τέλεση του εν λόγω εγκλήματος απαιτείται υποκειμενικά δόλος, είτε άμεσος είτε ενδεχόμενος, ενώ συνιστά επιβαρυντική περίσταση όταν από τον τρόπο και τις συνθήκες μεταφοράς μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για τους μεταφερόμενους ανθρώπους. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 εδάφ. α' του ΠΚ, κατά την οποία με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε, προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτείται αντικειμενικώς η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να τελέσει ορισμένη πράξη η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος την οποία και τέλεσε. Η πρόκληση της αποφάσεως αυτής μπορεί να γίνει, αφού ο νόμος δεν ορίζει, με οποιονδήποτε τρόπο, όπως με συμβουλές, εκμετάλλευση πλάνης πραγματικής ή νομικής, χορήγηση ή υπόσχεση αμοιβής, προτροπές, παραινέσεις, πειθώ και φορτικότητα ή με την εκμετάλλευση της επιβολής στον φυσικό αυτουργό, λόγω υπηρεσιακής εξαρτήσεως. Υποκειμενικώς δε απαιτείται δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της αποφάσεως για διάπραξη από τον άλλο της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος με τη θέληση και γνώση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξεως. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 47 παρ. 1 ΠΚ, όποιος, εκτός της περιπτώσεως της παρ. 1 στοιχ. β' του προηγουμένου άρθρου, παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξεως που διέπραξε, τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83). Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων των άρθρων 46 παρ. 1α και 47 παρ. 1 ΠΚ προς εκείνες του άρθρου 88 παρ. 1 του Ν. 3386/2005, προκύπτει ότι ηθικός αυτουργός στην πράξη της παράνομης μεταφοράς από το εξωτερικό στην Ελλάδα υπηκόων τρίτων χωρών που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο Ελληνικό έδαφος είναι και το πρόσωπο που με πρόθεση προκαλεί στον αυτουργό της όπως και στον συνεργό του τελευταίου την απόφαση τελέσεως αυτής της αξιοποίνου πράξεως από τον φυσικό αυτουργό και της παροχής απλής συνδρομής στον τελευταίο από τον ενεργήσαντα ως απλό συνεργό του κατά την τέλεσή της, χρησιμοποιώντας οποιοδήποτε τρόπο, όπως την πειθώ, τη φορτικότητα, τη χορήγηση ή την υπόσχεση χρηματικού ανταλλάγματος, υπό τις περιστάσεις που διέπραξε αυτήν ο αυτουργός και παρείχε τη συνδρομή ο συνεργός, έχοντας αποφασίσει την τέλεσή της και την παροχή της συνδρομής αντίστοιχα με τον πιο πάνω τρόπο. Ακόμη προκύπτει ότι απλός συνεργός της πράξεως της μεταφοράς από τα σημεία εισόδου ή τα εξωτερικά σύνορα στην Ελληνική Επικράτεια λαθρομεταναστών είναι αυτός που παρέχει στον αυτουργό πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης αυτής πράξεως που διέπραξε, συνδρομή υλική ή ψυχική με θετική ή αποθετική ενέργεια και η οποία συνδρομή συντελεί στην τέλεση της πράξεως από τον αυτουργό. Ο δόλος του απλού συνεργού συνίσταται στη γνώση του για την τέλεση από τον αυτουργό της πιο πάνω αξιοποίνου πράξεως που αντικειμενικά συνιστά έγκλημα υπό τις περιστάσεις που διαπράχθηκε και τη θέλησή του να συμβάλει στην τέλεση αυτής από τον αυτουργό. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 372 παρ. 1 του Π.Κ., όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή μερικά) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με το σκοπό να το ιδιοποιηθεί παρανόμως, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν το αντικείμενο της κλοπής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της κλοπής απαιτείται να αφαιρέσει ο δράστης με θετική ενέργεια από την κατοχή άλλου, ξένο κινητό πράγμα, με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα. Η αφαίρεση συνίσταται στην άρση της ξένης κατοχής και τη θεμελίωση νέας κατοχής στο πράγμα από τον δράστη ή τρίτο, προς το σκοπό της παράνομης ιδιοποιήσεώς του. Ως κατοχή δε νοείται η πραγματική σχέση προσώπου προς το πράγμα, η οποία κατά την κοινή αντίληψη του επιτρέπει να το εξουσιάζει σύμφωνα με τη δική του βούληση. Ο προσδιορισμός της αξίας του πράγματος που είναι αντικείμενο κλοπής είναι αναγκαίος όταν αυτό χαρακτηρίζεται ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας. Ο προσδιορισμός της αξίας του αντικειμένου της κλοπής ως ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας είναι ζήτημα πραγματικό και αρκεί ο ποσοτικός σε χρήματα προσδιορισμός αντικειμενικά της αξίας του κλαπέντος στη συγκεκριμένη περίπτωση ανάλογα με τα πρόσωπα, τις συνθήκες της αγοράς κατά το χρόνο και τόπο τελέσεως του εγκλήματος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 5 παρ. 1 του ΠΚ οι Ελληνικοί Ποινικοί νόμοι εφαρμόζονται σε όλες τις πράξεις που τελέσθηκαν στο έδαφος της Ελληνικής Επικράτειας, ακόμη και από αλλοδαπούς. Έτσι, στην αποκλειστική κυριαρχία της Ελλάδος, εκτός από το χερσαίο έδαφος, τις νήσους, τους ποταμούς, τις λίμνες και κλειστές θάλασσες, ανήκουν και τα εσωτερικά ύδατα της Ελλάδος (κόλποι, όρμοι, λιμένες, αγκυροβόλια, εκβολές ποταμών) καθώς και η αιγιαλίτιδα ζώνη της Ελλάδος, η επιφάνεια της οποίας μαζί με τον υδάτινο όγκο της, το βυθό της και το υπέδαφος αυτού, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 22 του ΑΝ 2597/1940, αποτελεί τμήμα του Ελληνικού εδάφους. Η αιγιαλίτιδα αυτή ζώνη με το άρθρο μόνο του ΑΝ 230/1936 και το άρθρο 139 του Κώδικα Δημοσίου Ναυτικού Δικαίου (ν.δ. 187/1973) καθορίζεται σε έξι ναυτικά μίλια από την ακτή. Από τις παραπάνω διατάξεις σε συνδυασμό με αυτές του άρθρου 88 του ν. 3386/2005 συνάγεται ότι το έγκλημα της παράνομης μεταφοράς με πλοίο ή πλωτό μέσο στην Ελλάδα από το εξωτερικό υπηκόων τρίτων χωρών που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο Ελληνικό έδαφος, στοιχειοθετείται και από την μεταφορά τους από το εξωτερικό στην αιγιαλίτιδα ζώνη με σκοπό την περαιτέρω προώθησή τους στη χώρα, εκτός αν πρόκειται για πλοίο με ξένη σημαία, το οποίο διέρχεται αβλαβώς από την αιγιαλίτιδα ζώνη οπότε δεν ασκείται η ελληνική ποινική δικαιοδοσία με βάση τους ορισμούς των άρθρων 17-19 της Συμβάσεως των Ηνωμένων Εθνών για το δίκαιο της θάλασσας, η οποία κυρώθηκε με τον ν. 2321/1995 από την Ελλάδα, πλην συνδρομής εξαιρέσεων από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 27 της ως άνω συμβάσεως, οπότε επεκτείνονται στην Ελλάδα ως παράκτιο κράτος οι συνέπειες του τελουμένου στο διερχόμενο ξένο πλοίο εγκλήματος, ή πρόκειται για έγκλημα από αυτά που εμπίπτουν στις διατάξεις του άρθρου 8 του ΠΚ. Εξάλλου κατά το άρθρο 16 του ΠΚ. τόπος τελέσεως της πράξεως (στοιχείο αποφασιστικής σημασίας για την εφαρμογή των κανόνων του διεθνούς ποινικού δικαίου που προσδιορίζουν εάν θα τύχουν εφαρμογής οι εθνικοί ποινικοί νόμοι ορισμένου κράτους), επί εγκλημάτων που τελούνται με θετική ενέργεια και το αποτέλεσμά τους επέρχεται και συμπίπτει με τη δράση αυτή είναι εκείνος όπου ο δράστης διέπραξε ολικά ή μερικά την αξιόποινη πράξη, δηλαδή την άρχισε ή τη συνέχισε, ενώ στα εγκλήματα όπου το αποτέλεσμα επέρχεται σε άλλο τόπο (εγκλήματα απόστασης) τόπος τελέσεως είναι τόσο ο τόπος όπου ο δράστης ενήργησε όσο και αυτός όπου επήλθε το αποτέλεσμα. Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως (αν δεν είναι άμεσος ή υπερχειλής) διότι ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σε αυτή. Επίσης η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει και ως προς τη συνδρομή ων επιβαρυντικών περιστάσεων υπό τις οποίες τελέσθηκε το έγκλημα με την αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν αυτές και δικαιολογούν τον βαρύτερο χαρακτηρισμό της πράξεως και επιτείνουν την ποινή με την οποία τιμωρείται καθώς και ως προς τους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δ. και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού όπως είναι ο ισχυρισμός για την αναγνώριση της υπάρξεως στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, εφ' όσον βέβαια αυτοί προτείνονται σαφώς και ορισμένως με τα απαιτούμενα προς θεμελίωσή τους περιστατικά. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Ποιν.Δ. ιδρύεται σε περίπτωση εσφαλμένης ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε τέτοια διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει αυτή και σε περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής που υφίσταται σε περίπτωση που το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε καθώς και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό σκεπτικού προς το διατακτικό έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες ή αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών μετά από συνεκτίμηση των κατ' είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα εξής: Κατά το πρώτο δεκαήμερο του μηνός Ιανουαρίου 2006 ο αλλοδαπός M. S. συμφώνησε με τον 5ο κατηγορούμενο Ε. Π. να μεταφέρει έναντι αμοιβής 4.000 ευρώ ανά άτομο περίπου, 54 λαθρομετανάστες από λιμάνι της Τουρκίας στην Ελλάδα με δύο φουσκωτά σκάφη που ο ίδιος ο πέμπτος κατηγορούμενος θα διέθετε. Μετά την παραπάνω συμφωνία ο Ε. Π. ήλθε σε συνεννόηση με τους λοιπούς κατηγορουμένους A. L. ή A. L., S. K., S. B. και K. D. καθώς και με ένα άγνωστο άτομο υπό στοιχεία "Σ." και με συνεχείς προτροπές και παραινέσεις και ακόμη με υπόσχεση οικονομικών ανταλλαγμάτων συνισταμένων στην καταβολή στον καθένα 1.500 ευρώ, να παραλάβουν από το λιμάνι Αλ Τσαντίρ της Τουρκίας τους 54 αλλοδαπούς που δεν είχαν άδεια εισόδου στο ελληνικό έδαφος και στη συνέχεια να τους προωθήσουν δια της θαλασσίας οδού στο εσωτερικό της Ελλάδας. Για την επίτευξη του σκοπού αυτού ο Ε. Π. στις 15/1/2006 με τη βοήθεια άλλων αγνώστων ατόμων αφαίρεσε με σκοπό παράνομης ιδιοποιήσεως ένα φουσκωτό σκάφος με το όνομα "E..." μήκους 7,5 μέτρων και δυνατότητα μεταφοράς 6 ατόμων, ιδιοκτησίας Ε. Μ., κατοίκου ..., από το πρατήριο υγρών καυσίμων του Κ. Μ. που βρίσκεται στην ... και επί της ... αριθμ. 42 όπου ήταν προς φύλαξη, αξίας ιδιαίτερα μεγάλης και συγκεκριμένα 60.000 περίπου ευρώ. Το φουσκωτό αυτό σκάφος μαζί με ένα άλλο φουσκωτό σκάφος, μήκους επίσης 7,5 μέτρων, προωθήθηκε από τον ανωτέρω κατηγορούμενο σε λιμάνι της Τουρκίας. Και τα δύο άνω σκάφη έριξε στη θάλασσα καθ' υπόδειξη του Ε. Π. ο αλλοδαπός A. I. στην περιοχή του ... ως εργαζόμενος σε επιχείρηση στάθμευσης σκαφών στην εν λόγω περιοχή. Τα σκάφη μετέφεραν στον πιο πάνω χώρο ένας Έλληνας και τρεις Αλβανοί και αφού επιβιβάσθηκαν σ' αυτά οι τέσσερις πρώτοι κατηγορούμενοι απέπλευσαν με προορισμό το λιμάνι Αλ Τσαντίρ της Τουρκίας. Συγχρόνως με τρίτο σκάφος απέπλευσε και ο κατηγορούμενος Ε. Π., ο οποίος έπλεε εμπρός από τα άλλα δύο και έφθασαν στις Τουρκικές ακτές περί την 6η ώρα το απόγευμα. Ο κατηγορούμενος Ε. Π. πριν τον απόπλου από το Μαραθώνα έδειξε τον χειρισμό των σκαφών στους κατηγορούμενους A. L. και S. K., ο πρώτος από τους οποίους κυβερνούσε το σκάφος "E..." και ο δεύτερος το άλλο φουσκωτό (κλειστό) με πλήρωμα αντίστοιχα τον τέταρτο και τρίτο κατηγορούμενο. Κατά την άφιξη στο Τουρκικό λιμάνι, ο Ε. Π. τους υπέδειξε το σημείο που θα παραλάμβαναν τους λαθρομετανάστες και αφού τους έδωσε οδηγίες, αποχώρησε. Τη νύκτα της 20ης προς 21η Ιανουαρίου 2006 στα δύο φουσκωτά σκάφη επιβιβάσθηκαν 54 αλλοδαποί, 41 από το Πακιστάν και 13 από το Μπαγκλαντές, οι οποίοι δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στην Ελληνική Επικράτεια, στερούμενοι των νομίμων ταξιδιωτικών εγγράφων. Οι 54 λαθρομετανάστες είναι οι εξής (ακολουθεί η παράθεση των ονοματεπωνύμων και πατρωνύμων 41 υπηκόων Πακιστάν και 13 υπηκόων Μπαγκλαντές). Κυβερνήτες των σκαφών ήταν οι ίδιοι ανωτέρω αναφερόμενοι με πλήρωμα τους άλλους δύο κατηγορούμενους (από παραδρομή αναφερόμενους δεύτερο και τρίτο). Η επιβίβαση των λαθρομεταναστών έγινε κατόπιν τηλεφωνικής συνεννοήσεως των δύο πρώτων κατηγορουμένων με τον συγκατηγορούμενό τους Ε. Π. και αφού απέπλευσαν τα δύο σκάφη με κυβερνήτες και πλήρωμα όπως ανωτέρω και με επιβαίνοντες 27 λαθρομετανάστες σε καθένα, μεταφέρθηκαν από την Τουρκία στην Ελληνική Επικράτεια δια της Ελληνοτουρκικής θαλασσίας μεθορίου και προωθήθηκαν μέχρι τη θαλάσσια περιοχή των τριών ναυτικών μιλίων βόρεια της νήσου Άνδρου λόγω δυσμενών καιρικών συνθηκών και εισροής υδάτων σε αυτά. Παραπλέον τουρκικό πλοίο ειδοποίησε τις λιμενικές αρχές και τα πλωτά σκάφη του λιμεναρχείου Λαυρίου υπ' αριθμ. ΠΛΣ 605 και ΠΛΣ 609 εντόπισαν τις νυκτερινές ώρες της 20/21.1.2006 τα δύο φουσκωτά σκάφη που ήταν εν τω μεταξύ ακυβέρνητα λόγω των δυσμενών καιρικών συνθηκών σε απόσταση 6 ναυτικών μιλίων βόρεια της Άνδρου. Η μεταφορά των λαθρομεταναστών έγινε καίτοι οι κατηγορούμενοι γνώριζαν ότι από αυτή μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για ανθρώπους λόγω των δυσμενών καιρικών συνθηκών και ακόμη τα δύο φουσκωτά σκάφη δεν ήταν αξιόπλοα, ο αριθμός των επιβαινόντων σε αυτά ήταν μεγάλος σε σχέση με τη χωρητικότητά τους, δεν υπήρχαν σωσίβια για όλους τους επιβαίνοντες αλλά και χειρολαβές για να συγκρατούνται οι αλλοδαποί κατά τη διάρκεια του ταξιδιού. Ακόμη δεν υπήρχε θέρμανση, τροφή και νερό, ενώ οι δύο κυβερνήτες είχαν αναπτύξει ταχύτητα υπό συνθήκες επικίνδυνες για θαλάσσια μεταφορά ανθρώπων. Τόσο ο πρώτος όσο και ο δεύτερος κατηγορούμενος επικοινώνησαν τηλεφωνικά με το κινητό τηλέφωνο του τελευταίου με τον 5ο κατηγορούμενο για τη λήψη οδηγιών και να του ζητήσουν βοήθεια αυτός, όμως, παρά την υπόσχεση που έδωσε ότι θα μεταβεί στην περιοχή δεν μετέβη. Στη συνέχεια, ο δεύτερος κατηγορούμενος πέταξε το κινητό του τηλέφωνο στη θάλασσα προκειμένου να αποφύγει τις διαμαρτυρίες των λαθρομεταναστών οι οποίοι μόλις αντελήφθησαν τον κίνδυνο που διέτρεχαν ζήτησαν από τους δύο κυβερνήτες και τους βοηθούς τους να καλέσουν βοήθεια. Τελικά οι αλλοδαποί εντοπίσθηκαν από τα δύο σκάφη του λιμενικού τα οποία αφού παρέλαβαν τους 51 λαθρομετανάστες και τους 4 πρώτους κατηγορούμενους τους μετέφεραν περί ώρα 01.15' της 21/1/2006 στο λιμάνι του Λαυρίου, ενώ περί ώρα 06.00 της ίδιας ημέρας έφθασε στο λιμάνι το ΠΛΣ 603 σκάφος του λιμενικού σώματος μεταφέροντας τις σορούς 3 νεκρών μεταναστών ήτοι των υπηκόων Πακιστάν N. M. M. και N. A. ή M. A. και του υπηκόου Μπαγκλαντές με το όνομα "R." αγνώστων λοιπών στοιχείων, χωρίς να προκύψει ότι ο θάνατος των ανωτέρων επήλθε κατά τη μεταφορά με τα δύο φουσκωτά σκάφη και οφειλόταν σε αμέλεια των πρώτων κατηγορουμένων συνειδητή ή ασυνείδητη δοθέντος και ότι η επιχείρηση διάσωσης της λιμενικής αρχής διήρκεσε 8-10 ώρες. Με βάση τα ανωτέρω περιστατικά αποδεικνύεται ότι οι κατηγορούμενοι συμμετείχαν στη μεταφορά των 54 αλλοδαπών από την Τουρκία στην Ελλάδα εν γνώσει τους ότι αυτοί δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στην Ελληνική Επικράτεια, απαιτείτο δε η σύμπραξη πολλών προσώπων για την επίτευξη της μεταφοράς αυτής. Γνώριζαν επίσης οι κατηγορούμενοι ότι η θαλάσσια μεταφορά τους υπό τις προαναφερόμενες συνθήκες εγκυμονούσε κινδύνους για τη ζωή των μεταφερομένων προσώπων. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι Α) οι πρώτος και δεύτερος κατηγορούμενοι της μεταφοράς από το εξωτερικό και της προώθησης στο εσωτερικό της χώρας υπηκόων τρίτων χωρών που δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στο Ελληνικό έδαφος, από δε την πράξη του αυτή μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για ανθρώπους. Β) οι τρίτος και τέταρτος των κατηγορουμένων, ενεργούντες από κοινού με πρόθεση παρείχαν έμμεση συνδρομή στους ανωτέρω δύο δράστες κατά την έννοια του άρθρου 47 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα και κατ' ορθότερο χαρακτηρισμό της πράξης τους και με βούληση να συμβάλλουν με τη συνδρομή τους στην πραγμάτωση του εγκλήματος, συνισταμένης της συνδρομής τους στο να βοηθήσουν να παραληφθούν από το λιμάνι της Τουρκίας και να μεταφερθούν στην Ελληνική Επικράτεια οι 54 αλλοδαποί μετανάστες, παρέχοντας έτσι την προσωπική τους εργασίας κατά την επιβίβαση των μεταναστών στα φουσκωτά σκάφη και ακολουθούντες αυτούς κατά τον πλου επιτηρούντες την μεταφορά και ευρισκόμενοι σε ετοιμότητα για την παροχή βοήθειας προς επίτευξη του ως άνω σκοπού, εν γνώσει τελούντες των συνθηκών μεταφοράς και του εξ αυτής κινδύνου για ανθρώπους. Γ) ο 5ος κατηγορούμενος με πρόθεση και με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα και ειδικότερα 1) με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος προκάλεσε σε άλλους την απόφαση να τελέσουν τις άδικες πράξεις της μεταφοράς και προωθήσεως στην Ελληνική Επικράτεια και συγκεκριμένα με πειθώ, φορτικότητα και υπόσχεση οικονομικών ανταλλαγμάτων, έπεισε τους λοιπούς συγκατηγορουμένους τους να τελέσουν οι μεν δύο πρώτοι ως αυτουργοί, οι δε λοιποί ως απλοί συνεργοί τις άδικες πράξεις που διέπραξαν τελώντας εν γνώσει όλων των συνθηκών μεταφοράς και 2) αφαίρεσε από την κατοχή άλλου ξένο ολικά κινητό πράγμα με σκοπό παράνομης ιδιοποίησης και συγκεκριμένα το προαναφερόμενο φουσκωτό σκάφος του Ε. Μ., όπως όλες οι πιο πάνω πράξεις αναφέρονται στο διατακτικό. Ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων περί του ότι δεν έχουν εν προκειμένω εφαρμογή οι ελληνικοί ποινικοί νόμοι είναι απορριπτέος, αφού οι πράξεις τους κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα τελέσθηκαν επί του εδάφους της Ελληνικής Επικράτειας, κατά την έννοια του άρθρου 5 παρ. 1 του Π.Κ., περιλαμβάνοντος και την αιγιαλίτιδα ζώνη. Κατ' ακολουθίαν του σκεπτικού αυτού το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες S. B. (ή S. K.) του T. και K. D. του T. (ή P. P.) του ότι από κοινού ενεργώντας, μετά από συναπόφαση και με κοινό δόλο τέλεσης, την 20.1.2006 και την 21.1.2006, στην ελληνοτουρκική μεθόριο και εντός της Ελληνικής Επικράτειας με πρόθεση παρείχαν απλή συνδρομή στους δράστες κατά τη διάρκεια της τέλεσης της αξιόποινης πράξης, ήτοι ηθελημένα και με γνώση τους ότι αυτή παρέχεται κατά την εκτέλεση της άδικης πράξης και δη της μεταφοράς από το εξωτερικό στην Ελλάδα και της προώθησης στο εσωτερικό της χώρας υπηκόων τρίτων χωρών που δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος, πράξη από την οποία μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο. Ειδικότερα την 20.1.2006 και τη νύχτα της 20ης προς 21.1.2006 ανέλαβαν ως βοηθοί κυβερνήτη δύο φουσκωτών σκαφών που κυβερνούσαν οι A. L. του V. και S. K. του Z. (ή Η. Λ.) και βοήθησαν αυτούς με την προσωπική τους εργασία να παραλάβουν από το λιμάνι Αλ Τσαντίρ της Τουρκίας και να μεταφέρουν δια της Ελληνοτουρκικής μεθορίου εντός της Ελληνικής Επικράτειας συνολικά πενήντα τέσσερις (54) υπηκόους τρίτων χωρών, δηλαδή σαράντα ένα (41) υπηκόους Πακιστάν και δεκατρείς (13) υπηκόους Μπαγκλαντές, τα ονοματεπώνυμα και πατρώνυμα και η υπηκοότητα των οποίων παρατίθενται στη συνέχεια, οι οποίοι δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στην Ελλάδα, καθώς στερούνταν ταξιδιωτικών εγγράφων, στη συνέχεια δε βοήθησαν τους ανωτέρω (κατηγορούμενους) να προωθήσουν τους παραπάνω αλλοδαπούς στο Ελληνικό έδαφος έως τη θαλάσσια περιοχή τριών ναυτικών μιλίων βόρεια της νήσου Άνδρου. Από την πράξη τους αυτή μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για ανθρώπους καθώς οι καιρικές συνθήκες ήταν δυσμενείς (ψύχος και θαλασσοταραχή). Τα δύο φουσκωτά σκάφη που μετέφεραν τους αλλοδαπούς δεν ήταν αξιόπλοα, αφού εισήλθαν σε αυτά νερά, ο αριθμός των επιβαινόντων ήταν μεγάλος σε σχέση με τη χωρητικότητά τους, δεν υπήρχαν σε αυτά σωσίβια, χειρολαβές, θέρμανση, τροφή και νερό, ανέπτυξαν δε υπερβολική ταχύτητα και έτσι δεν ήταν δυνατό να παραμείνουν οι επιβαίνοντες ασφαλείς πάνω σε αυτά. Επίσης το Πενταμελές Εφετείο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα Ε. Π. του ότι Α) κατά το διάστημα 15.1.2006 έως 21.1.2006 στην Αθήνα και εντός της Ελληνικής Επικράτειας με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, με πρόθεση προκάλεσε με πειθώ, φορτικότητα και οικονομικά ανταλλάγματα στους εκ των κατηγορουμένων A. L. του V. και S. K. του Z. (ή Η. Λ.) στην απόφαση να τελέσουν την άδικη πράξη που διέπραξαν ήτοι να μεταφέρουν ως κυβερνήτες πλωτών σκαφών από το εξωτερικό και να προωθήσουν στο εσωτερικό της χώρας έναντι αγνώστου χρηματικής αμοιβής υπηκόους τρίτων χωρών που δεν είχαν άδεια εισόδου στο Ελληνικό έδαφος καθώς και στους εκ των κατηγορουμένων S. B. του T. (ή S. K.) και K. D. του T. (ή P. P.) να συνδράμουν τους προηγούμενους (κατηγορούμενους) έναντι του ποσού των 1500 ευρώ, ενώ γνώριζαν ότι από την πράξη τους αυτή, μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για ανθρώπους. Ειδικότερα, έπεισε αυτούς να παραλάβουν από το λιμάνι Αλ Τσαντίρ της Τουρκίας και να μεταφέρουν δια της Ελληνοτουρκικής μεθορίου εντός της Ελληνικής Επικράτειας συνολικά πενήντα τέσσερις (54) υπηκόους τρίτων χωρών δηλαδή τους αναφερόμενους στη συνέχεια με τα στοιχεία ονοματεπωνύμου, πατρωνύμου και υπηκοότητας αυτών σαράντα ένα υπηκόους Πακιστάν και δεκατρείς υπηκόους Μπαγκλαντές οι οποίοι δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στην Ελλάδα, καθώς στερούντα ταξιδιωτικών εγγράφων, στη συνέχεια δε να τους προωθήσουν στο Ελληνικό έδαφος έως τη θαλάσσια περιοχή τριών ναυτικών μιλίων βόρεια της νήσου Άνδρου. Προέβη δε στην πράξη αυτή αν και γνώριζε (από παραδρομή χρησιμοποιείται πληθυντικός αριθμός) ότι από τη μεταφορά αυτή μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για ανθρώπους, καθώς οι καιρικές συνθήκες ήταν δυσμενείς (ψύχος και θαλασσοταραχή) τα δύο φουσκωτά σκάφη που μετέφεραν τους αλλοδαπούς δεν ήταν αξιόπλοα, αφού εισήλθαν σε αυτά νερά, ο αριθμός των επιβαινόντων ήταν μεγάλος σε σχέση με τη χωρητικότητά τους, δεν υπήρχαν σε αυτά σωσίβια, χειρολαβές, θέρμανση, τροφή και νερό, ανέπτυξαν δε υπερβολική ταχύτητα και έτσι δεν ήταν δυνατόν να παραμείνουν οι επιβαίνοντες ασφαλείς πάνω σε αυτά, Β) την 15.1.2006 αφαίρεσε από την κατοχή άλλου ξένο ολικά κινητό πράγμα με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα, το αντικείμενο δε της κλοπής αυτής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και ειδικότερα κατά τον ως άνω τόπο και χρόνο αφαίρεσε ένα φουσκωτό σκάφος τύπου "E..." μήκους 7,5 μέτρων ιδιοκτησίας Ε. Μ. το οποίο βρισκόταν προς φύλαξη στο πρατήριο υγρών καυσίμων του Κ. Μ., με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα η αξία δε του αντικειμένου της κλοπής είναι ιδιαίτερα μεγάλη. Μετά την αναγνώριση δε της συνδρομής της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2α Π.Κ. υπέρ των αναιρεσειόντων S. B. και K. D. το ως άνω Πενταμελές Εφετείο καταδίκασε καθένα από τους δύο αυτούς αναιρεσείοντες κατηγορουμένους σε κάθειρξη οκτώ ετών και χρηματική ποινή 30.000 ευρώ ενώ καταδίκασε τον αναιρεσείοντα Ε. Π. σε συνολική ποινή καθείρξεως δεκατεσσάρων (14) ετών και χρηματική ποινή 100.000 ευρώ. Με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του ότι από τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα προέκυψαν πραγματικά περιστατικά από τα οποία συνήγαγε ότι σε σχέση με την πράξη της μεταφοράς από την Τουρκία στην Ελλάδα δια της Ελληνοτουρκικής θαλασσίας μεθορίου και προωθήσεως στην Ελληνική Επικράτεια των 41 Πακιστανικής υπηκοότητας και 13 υπηκόων Μπαγκλαντές οι οποίοι δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στην Ελλάδα ως στερούμενοι των νομίμων ταξιδιωτικών εγγράφων συμμετείχαν σ' αυτήν από τους αναιρεσείοντες S. B. του T. και K. D. του T. ως απλοί συνεργοί και ο αναιρεσείων Ε. Π. ως ηθικός αυτουργός, κατ' εξακολούθηση ότι τόπος τελέσεως του εγκλήματος αυτού με την επιβαρυντική περίσταση της δυνατότητας να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο ήταν εντός της Ελληνικής Επικράτειας και αναφορικά με καθένα από τους αναιρεσείοντες που κηρύχθηκαν ένοχοι ως απλοί συνεργοί ήταν εντός της Ελληνικής αιγιαλίτιδας ζώνης των έξι μιλίων βορείως της νήσου Άνδρου καθώς και ότι τόπος της ενεργείας του ηθικού αυτουργού προς πρόκληση της αποφάσεως στους δράστες προς τέλεση της εν λόγω πράξεως ήταν επίσης εντός του Ελληνικού εδάφους. Αιτιολογείται επαρκώς από τις ανωτέρω παραδοχές και από εκείνες ότι τα δύο πλωτά φουσκωτά σκάφη που μετέφεραν τους παραπάνω 54 υπηκόους τρίτων χωρών που δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στην Ελλάδα, με κυβερνήτες τους αναφερομένους εκ των κατηγορουμένων A. L. και S. K. που δεν είναι εδώ διάδικοι και με βοηθούς αυτών τους εκ των αναιρεσειόντων S. B. και K. D. προωθήθηκαν εντός της Ελληνικής Επικράτειας έως τη θαλάσσια περιοχή τριών ναυτικών μιλίων βόρεια της νήσου Άνδρου ότι σε αυτά τα σκάφη εισέρρευσαν ύδατα, ότι επακολούθησε στη συνέχεια ειδοποίηση από παραπλέον τουρκικό πλοίο των Λιμενικών Αρχών και ότι μετά πάροδο κατάλληλου χρονικού διαστήματος από της ειδοποιήσεως αυτής εντοπίσθηκαν από τα αναφερόμενα πλωτά σκάφη του Λιμενικού τα δύο αυτά φουσκωτά σκάφη με τους μεταφερόμενους ανωτέρω αλλοδαπούς, ακυβέρνητα λόγω των δυσμενών συνθηκών σε άλλο σημείο σε πιο απομακρυσμένη απόσταση βόρεια της νήσου Άνδρου το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικάσαν Εφετείο ότι εισήλθαν εντός της Ελληνικής αιγιαλίτιδας ζώνης τα δύο αυτά σκάφη με τους παραπάνω αλλοδαπούς με σκοπό περαιτέρω προώθησής τους στο Ελληνικό έδαφος. Επομένως ως εκ του τόπου τελέσεως της ανωτέρω αξιοποίνου πράξεως της παράνομης μεταφοράς λαθρομεταναστών εντός της αιγιαλίτιδος ζώνης της Ελλάδος ως παράκτιου κράτους είχαν δικαιοδοσία οι Ελληνικές αρχές για να επιληφθούν για το έγκλημα αυτό που διαπράχθηκε κατά την διέλευση των σκαφών αυτών από τμήμα του εδάφους της και είναι εφαρμοστέοι οι Ελληνικοί ποινικοί νόμοι κατά την άσκηση ποινικής δίωξης και την εκδίκαση από τα Ελληνικά δικαστήρια της προβλεπομένης και τιμωρούμενης από τον ν. 3386/2005 ανωτέρω πράξεως της μεταφοράς και προωθήσεως στο Ελληνικό έδαφος υπηκόων τρίτων χωρών μη δικαιούμενων εισόδου, χωρίς να συνάγεται το αντίθετο από το ότι ο εντοπισμός των σκαφών με τους λαθρομετανάστες έγινε αργότερα από τις λιμενικές Αρχές και ενώ τα ακυβέρνητα ανωτέρω δύο φουσκωτά σκάφη είχαν παρασυρθεί λόγω των καιρικών συνθηκών σε σημείο προς το όριο της Ελληνικής αιγιαλίτιδας ζώνης. Με το να δεχθεί το παραπάνω δικάσαν Πενταμελές Εφετείο και ότι θεμελιωνόταν η ποινική δικαιοδοσία του σε σχέση με την πιο πάνω αξιόποινη κατά τους Ελληνικούς νόμους πράξη στην αρχή της εδαφικότητας ως εκ της τελέσεως της εντός της Ελληνικής αιγιαλίτιδας ζώνης χωρίς να δεχθεί ότι συνέτρεχε περίπτωση αβλαβούς διελεύσεως ως πλοίου υπό ξένη σημαία κάποιου από τα δύο αυτά φουσκωτά σκάφη που μετέφεραν παράνομα τους προαναφερθέντες υπηκόους τρίτων χωρών δεν παραβίασε ούτε τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 1 ΠΚ ούτε εκείνες του άρθρου μόνου του Α.Ν. 230/1936 και του άρθρου 139 του Κώδικα Δημοσίου Ναυτικού Δικαίου ούτε αυτές του άρθρου 22 του Α.Ν. 2597/1940 αλλά ούτε και τις διατάξεις της κυρωθείσης με το Ν. 2321/1995 Συμβάσεως των Ηνωμένων Εθνών για το δίκαιο της θάλασσας και δεν υπερέβη την εξουσία του με το να επιληφθεί της εκδικάσεως της πράξεως της παράνομης μεταφοράς προς την Ελλάδα από την αλλοδαπή των προαναφερθέντων λαθρομεταναστών. Οι απορριφθείσες από το Πενταμελές Εφετείο με επαρκή αιτιολογία αναφερόμενη στο σκεπτικό της αποφάσεώς του αντίθετες αιτιάσεις που είχαν προβάλει κατ' ένσταση δια των συνηγόρων υπεράσπισής του και κατά την έναρξη της δίκης στο Πενταμελές Εφετείο και επαναφέρονται από καθέναν από τους δύο πρώτους των αναιρεσειόντων με τις κρινόμενες αιτήσεις των και σχετικοί επίσης απορριφθέντες ισχυρισμοί που ομοίως είχαν προβληθεί στο ακροατήριο του ως άνω Εφετείου από τον συνήγορο υπεράσπισης του αναιρεσείοντος Ε. Π. και εμπεριέχονται και στο κύριο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως αλλά και στο δικόγραφο την κατ' άρθρο 509 Κ.Ποιν.Δ. κατατεθέντων προσθέτων λόγων αναιρέσεως αυτού, στηρίζονται στο διαφορετικό συμπέρασμα στο οποίο οι αναιρεσείοντες καταλήγουν ότι τόπος τελέσεως της εν λόγω πράξεως είναι στα διεθνή ύδατα εντός των οποίων υποστηρίζουν ότι έγιναν αντιληπτά τα δύο φουσκωτά σκάφη με τους μεταφερόμενους λαθρομετανάστες ακινητοποιημένα από τα παραπλέοντα πλοία που ειδοποίησαν τις λιμενικές Αρχές και όπου αργότερα εντοπίσθηκαν από τα πλωτά σκάφη του λιμενικού και τα οποία σημεία, κατά τις απόψεις των, και με βάση τις εγγραφές στο ημερολόγιο του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας (ΕΚΣΕΔ) και τα αναφερόμενα σε έγγραφα του ενός από τα πλοία του Λιμενικού που προσέγγισαν και παρέλαβαν τους λαθρομετανάστες και σε έγγραφο του Λιμεναρχείου Λαυρίου ναυτικά στίγματα καθώς και κατά την άποψη του εξετασθέντος στο ακροατήριο ως μάρτυρα με ειδικές γνώσεις (Κ.Ποιν.Δ. 203) αξιωματικού του Πολεμικού Ναυτικού ήταν όχι εντός της αιγιαλίτιδας ζώνης της Ελλάδος αλλά στα διεθνή ύδατα. Κατ' ακολουθίαν ο επί των ως άνω αιτιάσεων στηριζόμενος σχετικός λόγος αναιρέσεως καθενός των ως άνω αναιρεσειόντων από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' Κ.Ποιν.Δ. με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για θετική υπέρβαση της εξουσίας του δικάσαντος δευτεροβάθμιου δικαστηρίου καθώς και ο λόγος αναιρέσεως που προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα Ε. Π., για υπέρβαση εξουσίας ομοίως και κατ' εκτίμηση και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 88 παρ. 1 ν. 3386/2005 ως εκ της εφαρμογής εν προκειμένω των διατάξεων της κυρωθείσης με το ν. 2321/1995 Συμβάσεως για το δίκαιο της θάλασσας, είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω όσον αφορά τον έτερο λόγο των αιτήσεων των αναιρεσειόντων S. B. (ή S. K.) και K. D. (ή P. P.) που αφορά τις αιτιάσεις των για την άνευ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας απόρριψη από το δικαστήριο της ουσίας του ισχυρισμού τους για συνδρομή στο πρόσωπο καθενός αυτών της ελαφρυντικής περιστάσεως της έμπρακτης μετάνοιας παρατηρείται τα εξής: Για να στοιχειοθετηθεί η ελαφρυντική περίσταση του προβλεπομένου από τη διάταξη του εδαφίου δ' της παρ. 2 του άρθρου 84 Π.Κ. ελαφρυντικού της ειλικρινούς μεταμελείας, πρέπει η μεταμέλεια του υπαιτίου όχι μόνο να είναι ειλικρινής αλλά και να εκδηλώνεται εμπράκτως, δηλαδή να συνδυάζεται με συγκεκριμένα περιστατικά, τα οποία δείχνουν ότι αυτός μεταμελήθηκε για το λόγο αυτό επιζήτησε ειλικρινά και όχι προσχηματικά να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες των πράξεών του χωρίς να αρκεί η απλή έκφραση θλίψεως ή ότι έχει μετανοήσει. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών μετά την κήρυξη των αναιρεσειόντων ως ενόχων για απλή συνέργεια στην τελεσθείσα από τους ετέρους δύο αναφερόμενους συγκατηγορούμενους των πράξη της παραβάσεως του άρθρου 88 παρ. 1γ του ν. 3386/2005 με την μεταφορά από την Τουρκία στην Ελλάδα με τα παραπάνω φουσκωτά σκάφη των 54 υπηκόων τρίτων χωρών που δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στη χώρα και υπό περιστάσεις υπό τις οποίες μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για τους μεταφερόμενους ανθρώπους και με γνώση τους για την πράξη που επρόκειτο να τελέσουν ως αυτουργοί οι συγκατηγορούμενοί τους, στην οποία από πρόθεση τους βοήθησαν κατά τον αναφερόμενο στην απόφαση τρόπο, από τον συνήγορο υπερασπίσεως του αναιρεσείοντος S. B. ζητήθηκε να αναγνωρισθούν υπέρ του άνω εντολέα του κατηγορουμένου οι ελαφρυντικές περιστάσεις από τα άρθρο 84 παρ. 2 εδάφ. α' και δ' Π.Κ. Σε σχέση με την αναγνώριση του δεύτερου από τα πιο πάνω ελαφρυντικά είχε προβληθεί από τον συνήγορο του ως άνω κατηγορουμένου κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας ο κατατεθείς εγγράφως προς καταχώρηση στα πρακτικά και αναπτυχθείς και προφορικώς αυτοτελής ισχυρισμός με το εξής περιεχόμενο: "... Στην περίπτωσή μου επιπλέον τυγχάνει αναγνωρίσεως και η ελαφρυντική περίσταση της ειλικρινούς μεταμελείας καθώς και η συμπεριφορά μου μετά την πράξη που μου αποδίδεται αποδεικνύει τη θέλησή μου να συνεργαστώ με τις διωκτικές αρχές και να συντελέσω με δική μου πρωτοβουλία στην αποκάλυψη του κυκλώματος μεταφοράς λαθρομεταναστών. Ας σημειωθεί δε ότι από την πρώτη στιγμή της εμπλοκής μου στην υπόθεση αισθάνθηκα μετανιωμένος και (για) τον λόγο αυτό δεν εγκατέλειψα τον τόπο του αδικήματος ενώ θα μπορούσα να διαφύγω με το ένα εκ των δύο σκαφών που δεν είχε πρόβλημα και στο οποίο επέβαινα. Αντιθέτως παρέμεινα και προσέτρεξα προς βοήθεια κατά την μεταφορά από το ένα πλοίο στο άλλο και ενόσω ελλόχευε κίνδυνος σύλληψής μου από την παραμονή μου στο σημείο, για τον λόγο δε αυτό και στο τέλος συνελήφθην". Επίσης, από τα ως άνω πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι μετά την απαγγελία της περί ενοχής των κατηγορουμένων αποφάσεως από τον συνήγορο υπερασπίσεως του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου K. D. (ή P. P.) υπεβλήθησαν εγγράφως προς καταχώρηση στα πρακτικά και αναπτύχθηκαν προφορικώς αυτοτελείς ισχυρισμοί για αναγνώριση υπέρ του εντολέα του ως άνω κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων από τους οποίους ο αφορών την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδάφ. δ' Π.Κ. έχει το παρακάτω περιεχόμενο: "Όπως προκύπτει από όλα τα αποδεικτικά στοιχεία (μάρτυρες και έγγραφα) αλλά και από αυτή την ίδια συμπεριφορά του κατηγορουμένου μετά την τελεσθείσα πράξη, αυτός επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και μεταμέλεια για την όλη συμμετοχή- και εμπλοκή του στην υπόθεση. Προσπάθησε να άρει τις συνέπειες της πράξης του και βοήθησε στην αποκάλυψη της αλήθειας, αφού μόνος του το ζήτησε από τις Δικαστικές Αρχές (κ. Ανακρίτρια και τον Εισαγγελέα) να αποκαλύψει όλο το κύκλωμα της υπόθεσης και τους εγκεφάλους και αρχηγούς, ώστε να λάμψει η αλήθεια και να αποφευχθεί στο μέλλον παράνομη συμπεριφορά από αυτούς. Ο κατηγορούμενος από την πρώτη στιγμή της άτυχης εμπλοκής του στην υπόθεση αισθάνθηκε μετανοιωμένος πραγματικά και ζητούσε την διέξοδό του, ασφυκτιώντας μέσα στις πιέσεις και εκβιασμούς των εγκεφάλων και αρχηγών της λαθρομεταφοράς, γεγονός που έβγαλε προς τα έξω με την αποκάλυψη της αλήθειας. Παντού δηλώνει μετανοιωμένος και οι δηλώσεις του αυτές είναι πραγματικές και βγαίνουν μέσα από την ψυχή του, όπως και ότι ουδέποτε πρόκειται να εμπλακεί σε παραβατική συμπεριφορά, όπως εξάλλου δεν είχε εμπλακεί όλα αυτά τα χρόνια. Ο τυχαίος θάνατος των λαθρομεταναστών που σε κάθε περίπτωση δεν έχει σχέση, ούτε επέδειξε οποιαδήποτε αμελή συμπεριφορά, όμως τον έχει εξοντώσει ψυχικά, σωματικά και πνευματικά, άσχετα αν ο κατηγορούμενος δεν έχει σχέση ή συμμετοχή με αυτούς, αφού και ο ίδιος είναι θύμα στην όλη υπόθεση, και πραγματικά αισθάνεται μετανοιωμένος διότι βρέθηκε και ο ίδιος εν μέσω μίας τέτοια κατάστασης. Προκύπτει μάλιστα και από την ίδια την ποινική δικογραφία, ακόμη και τις καταθέσεις των ξένων υπηκόων ότι ο ίδιος φέρθηκε άψογα σ' αυτούς και τους βοήθησε καθόλη την διάρκεια του ταξιδιού, χωρίς να επιδείξει οποιαδήποτε παραβατική συμπεριφορά προς αυτούς, αφού εξ άλλου και ο ίδιος βρέθηκε στην ίδια θέση και στους ίδιους τυχόν κινδύνους. Πλέον των άλλων αν ήθελε να απομακρυνθεί είχε την δυνατότητα αυτή, αφού το άλλο σκάφος ήταν σε αρίστη κατάσταση και λειτουργία, να απομακρυνθεί και να αποφύγει τη σύλληψη. Όλα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά θα πρέπει να οδηγήσουν το δικαστήριό Σας στην παραδοχή της ελαφρυντικής αυτής περίστασης και "ειλικρινούς μεταμελείας" που οδηγεί σε περίπτωση καταδίκης σε επιβολή ελαττωμένης ποινής κατ' άρθρο 83 Π.Κ.". Το Πενταμελές Εφετείο απέρριψε τον ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό καθενός των ήδη αναιρεσειόντων ανωτέρω κατηγορουμένων περί αναγνωρίσεως της ελαφρυντικής περιστάσεως και της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2δ' με την αιτιολογία ότι αυτοί "δεν επικαλέσθηκαν ούτε αποδείχθηκαν περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ειλικρινής και έμπρακτη μετάνοια και ότι επιδίωξαν να άρουν τις συνέπειες των πράξεών τους" εννοώντας ότι δεν αρκούσε ότι η δήλωσή των ότι αισθάνονται μετανοιωμένοι και ότι η δήλωση για συνεργασία των με τις διωκτικές Αρχές και για παροχή βοηθείας προς τις δικαστικές Αρχές για αποκάλυψη των ιθυνόντων και επικεφαλής της επιχείρησης μεταφοράς των λαθρομεταναστών και η διατεινόμενη μη αποχώρηση των από τον τόπο όπου εντοπίσθηκαν από τις λιμενικές αρχές τα φουσκωτά σκάφη ακυβέρνητα και με νερά να έχουν εισρεύσει σε αυτά, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν είναι πειστικές και δεν είναι δηλωτικές πραγματικής προσπάθειας άρσεως των συνεπειών των παραπάνω αξιοποίνων πράξεών τους, υπό τις αναφερόμενες στην αιτιολογία της αποφάσεως παραδοχές και την άρνηση τελέσεως του εγκλήματος. Επομένως με επαρκή και αρμόζουσα αιτιολογία απέρριψε το δικαστήριο της ουσίας τον προβληθέντα από καθένα από τους δύο ως άνω αναιρεσείοντες αυτοτελή ισχυρισμό να τους αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό αυτό ειλικρινούς μετάνοιας και έτσι ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ. σχετικός λόγος της αιτήσεως καθενός των πιο πάνω αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως ως προς την απόρριψη του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού των είναι αβάσιμος. Μετά τα ανωτέρω πρέπει να απορριφθούν κατ' ουσία τόσο η από 12/2/2013 δήλωση-αίτηση αναιρέσεως του S. B. (ή K.) όσο και η από 12/2/2013 δήλωση-αίτηση αναιρέσεως του K. D. (ή P. P.). Περαιτέρω σε σχέση με την από 8/8/2012 αίτηση του αναιρεσείοντος Ε. Π., παρατηρούνται τα εξής: Κατά το άρθρο 57 παρ. 1 και 3 Κ.Ποιν.Δ. αν κάποιος έχει καταδικασθεί αμετάκλητα η έχει πάψει η ποινική δίωξη εναντίον του δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι εις βάρος του ποινική δίωξη για την ίδια πράξη ακόμη και αν δοθεί σ' αυτή διαφορετικός χαρακτηρισμός. Αν παρά την παραπάνω απαγόρευση ασκηθεί ποινική δίωξη κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για την ύπαρξη δεδικασμένου που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στ. ΣΤ' Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως πρέπει να συντρέχουν α) αμετάκλητη απόφαση (ή βούλευμα) που αποφαίνεται για τη βασιμότητα ή μη της κατηγορίας ή παύει οριστικά την ποινική δίωξη για μία αξιόποινη πράξη β) ταυτότητα προσώπου και γ) ταυτότητα πράξεως ως ιστορικού γεγονότος στο σύνολό του, που περιλαμβάνει όχι μόνο την ενέργεια ή παράλειψη του δράστη αλλά και το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκλήθηκε από αυτή. Αντίθετα δεν παράγει δεδικασμένο η πράξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, με την οποία κατ' άρθρο 43 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ. αρχειοθετείται η υποβληθείσα μήνυση ή αναφορά ως μη νόμιμη ή προφανώς κατ' ουσίαν αβάσιμη ή ανεπίδεκτη δικαστικώς εκτιμήσεως. Στην τελευταία αυτή περίπτωση εφόσον η απορριπτική αυτή διάταξη εγκριθεί από τον Εισαγγελέα Εφετών παρέχεται στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών το δικαίωμα να απορρίψει κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 57 του Κ.Ποιν.Δ., κάθε νέα καταγγελία κατά του ιδίου προσώπου που βασίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά ή σε επουσιώδη παραλλαγή ή συμπλήρωση αυτών με συνέπεια τη δημιουργία περιορισμένου οιονεί δεδικασμένου που ισχύει κατά το στάδιο που προηγείται της ασκήσεως της ποινικής διώξεως και κάμπτεται όταν μεταγενεστέρως προκύψουν νεότερα πραγματικά περιστατικά ή συμπληρωθούν οι διαδικαστικές προϋποθέσεις της ασκήσεως ποινικής διώξεως. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων Ε. Π., διατείνεται ότι, ως προς ορισμένα περιστατικά που στοιχειοθετούν την πράξη για την οποία κηρύχθηκε ένοχος με την προσβαλλομένη απόφαση και ειδικότερα ως προς το ότι δεν έχει τελεσθεί αυτή η αξιόποινη πράξη από το γεγονός ότι τα δύο φουσκωτά σκάφη με τους επιβαίνοντες σε αυτά που συνελήφθησαν την 20.1.2006 εντοπίσθηκαν σταματημένα εννέα (9) ναυτικά μίλια μακριά από την νήσο Άνδρο (εκτός της Ελληνικής Επικράτειας και στα διεθνή ύδατα) και ότι ουδείς κίνδυνος υπήρξε για άνθρωπο απορρέει δεδικασμένο από την 33/2008 διάταξη του Εισαγγελέα του Ναυτοδικείου Πειραιώς με την οποία απορρίφθηκε μήνυση του ήδη αναιρεσείοντος κατά του κυβερνήτη του Ν/Γ 513 πλοίου του Λιμενικού για πλημμελή άσκηση των καθηκόντων του όταν είχε κληθεί να συνδράμει την 20/1/2006 προληπτικά στο ως άνω συμβάν της συλλήψεως των επιβαινόντων στα δύο φουσκωτά και ότι το δεδικασμένο αυτό παραβιάσθηκε με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση που τον καταδίκασε για παράβαση του άρθρου 88 παρ. 1 ν. 3386/2005 με την ως άνω επιβαρυντική περίπτωση. Οι αιτιάσεις αυτές είναι απορριπτέες γιατί σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν δεν παράγει δεδικασμένο η Εισαγγελική διάταξη με την οποία κατ' άρθρο 43 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ. αρχειοθετείται η υποβληθείσα μήνυση ή αναφορά είτε κατ' άρθρο 47 παρ. 1 ιδίου Κώδικα απορρίπτεται η υποβληθείσα έγκληση ως μη στηριζόμενη στο νόμο ή ως προφανώς αβάσιμη στην ουσία της πέραν του ότι δεν αφορά η εν λόγω διάταξη στην ίδια αξιόποινη πράξη ούτε στο ίδιο πρόσωπο κατά του οποίου υπεβλήθη η πιο πάνω μήνυση και δεν συντρέχουν οι αξιούμενες από το άρθρο 57 Κ.Ποιν.Δ. προϋποθέσεις για να προκύπτει δεδικασμένο από την ως άνω Εισαγγελική διάταξη σε σχέση με την αξιόποινη πράξη της μεταφοράς λαθρομεταναστών από την αλλοδαπή στην Ελλάδα για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο ήδη αναιρεσείων με την προσβαλλομένη απόφαση. Επομένως, ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. ΣΤ' Κ.Ποιν.Δ. λόγος του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της παραβιάσεως δεδικασμένου από μη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 57 Κ.Ποιν.Δ. είναι αβάσιμος. Περαιτέρω με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο στο σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως δέχθηκε σε αυτήν την απαιτουμένη κατά τα προαναφερθέντα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από τα μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιοποίνων πράξεων του άρθρου 88 παρ. 1γ ν. 3386/2005, για την οποία ο αναιρεσείων Ε. Π. κηρύχθηκε ένοχος ως ηθικός αυτουργός και του άρθρου 372 παρ. 1 Π.Κ. ως αυτουργός, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε αυτά τα περιστατικά καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφάρμοσε και τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα το Πενταμελές Εφετείο κατέληξε στην καταδικαστική κρίση του αφού έλαβε υπόψη του όλα τα αναφερόμενα στην απόφασή του αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες, έγγραφα, απολογίες κατηγορουμένων), και όχι μόνον μερικά από αυτά κατ' επιλογή, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή και χωρίς να απαιτείται η αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά ενώ ακόμη δεν ήταν αναγκαία ούτε η αξιολογική συσχέτιση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους. Διαλαμβάνεται ακόμη στην προσβαλλομένη απόφαση πέρα από τον τρόπο και τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν από τον ως άνω αναιρεσείοντα και προκάλεσε την απόφαση στους δύο πρώτους συγκατηγορουμένους του, αυτουργούς να τελέσουν την αξιόποινη πράξη για την οποία καταδικάσθηκαν καθώς και στους λοιπούς εξ αυτών που παρείχαν τη συνδρομή τους κατά την τέλεση της πράξεως αυτής και καταδικάσθηκαν ως απλοί συνεργοί και η παραδοχή για το ότι εγνώριζαν και οι λοιποί κατηγορούμενοι και ο ως άνω αναιρεσείων που καταδικάσθηκε ως ηθικός αυτουργός ότι οι παραπάνω 54 υπήκοοι τρίτων χωρών παρανόμως μεταφέρθηκαν δια της Ελληνοτουρκικής θαλασσίας μεθορίου για να προωθηθούν στη συνέχεια στο Ελληνικό έδαφος ως στερούμενοι ταξιδιωτικών εγγράφων που να επέτρεπε την είσοδό τους στη χώρα. Ως προς την γνώση και από τον παραπάνω αναιρεσείοντα ότι θα μπορούσε να προκύψει κίνδυνος από τη μεταφορά των με τα δύο ως άνω φουσκωτά σκάφη για τους εν λόγω αλλοδαπούς υπό τις αναφερόμενες ότι επικρατούσαν δυσμενείς καιρικές και λοιπές συνθήκες όπως η έλλειψη νερού και τροφής για τους επιβαίνοντες που ήταν πολύ περισσότεροι σε σχέση με τα άτομα που επιτρεπόταν να επιβαίνουν στα δύο φουσκωτά σκάφη, τα οποία όμως ακόμη δεν διέθεταν στηρίγματα για συγκράτηση τόσων επιβαινόντων και της μειωμένης αξιοπλοΐας αυτών προκύπτει και από την κατά τα γενόμενα δεκτά ανάμιξη του ιδίου (Ε. Π.) στην οργάνωση επιχειρήσεως μεταφοράς των ως άνω λαθρομεταναστών με τα εν λόγω σκάφη από την Τουρκία στην Ελλάδα. Περαιτέρω προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλομένης ότι εντός της 20ης Ιανουαρίου 2006 έγινε η με τα ως άνω πλωτά μέσα μεταφοράς των παραπάνω λαθρομεταναστών από το λιμάνι της Τουρκίας από όπου ξεκίνησαν μέχρι σημείου εντός της αιγιαλίτιδας ζώνης της Ελλάδος από τους δύο πρώτους κατηγορούμενους που ήταν κυβερνήτες αυτών των σκαφών και τους δύο άλλους εξ αυτών που τους βοήθησαν και ότι την νύκτα της 20ης Ιανουαρίου 2006 έγιναν οι ενέργειες από τους επιληφθέντες λιμενικούς που μετέβησαν με τα αναφερόμενα ΠΛΣ και συνέλαβαν τους επιβαίνοντες λαθρομετανάστες και τους λοιπούς κατηγορουμένους. Έτσι δεν δημιουργείται ασάφεια ούτε άλλη έλλειψη ως προς την ταυτότητα της πράξεως της παράνομης μεταφοράς των ως άνω υπηκόων τρίτων χωρών από την αλλοδαπή στην Ελλάδα και ως προς τον τόπο τελέσεως αυτής από την σε παραδρομή οφειλόμενη αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση για επιβίβαση των λαθρομεταναστών στα δύο ως άνω φουσκωτά σκάφη την νύκτα της 20ης προς 21η Ιανουαρίου 2006 αφού αναφέρεται στο σκεπτικό ότι την 0.15 της 21.1.2006 μεταφέρθηκαν από τα δύο πλοία του λιμενικού στο λιμάνι του Λαυρίου οι λαθρομετανάστες αυτοί και οι τέσσερις άλλοι κατηγορούμενοι καθώς και ότι η όλη επιχείρηση από τους λιμενικούς αυτών διήρκεσε 8 έως 10 ώρες. Εξ άλλου μεταξύ των καταθέσεων των εξετασθέντων στο ακροατήριό του μαρτύρων που έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο περιλαμβάνεται και αυτή του Σ. Π. που κλήθηκε και εξετάσθηκε ως εμπειρογνώμονας, αφού αναφέρει στο προοίμιο του σκεπτικού της αποφάσεώς του το δικαστήριο ότι έλαβε υπόψη όλες τις καταθέσεις των εξετασθέντων στο ακροατήριο μαρτύρων, και δεν ήταν υποχρεωμένο το Δικαστήριο της ουσίας να αναφερθεί ειδικά στο περιεχόμενο της καταθέσεως του συγκεκριμένου μάρτυρα και στην κρίση που εξέφερε για την κατάσταση πραγμάτων για τη διάγνωση της οποίας κλήθηκε και εξετάσθηκε καθόσον δεν αποτελεί η κατάθεση τέτοιου μάρτυρα γνωμοδότηση πραγματογνώμονα κατά την έννοια των άρθρων 178, 183 επ., 198 Κ.Ποιν.Δ. ώστε να απαιτείται να γίνεται ειδική μνεία περί αυτής ως ληφθέντος υπόψη ιδιαίτερου αποδεικτικού μέσου ούτε είναι υποχρεωμένο το δικαστήριο να αιτιολογήσει εάν και γιατί δεν αποδέχεται αυτά που ανέφερε ο εξετασθείς κατ' άρθρο 203 Κ.Ποιν.Δ. ως εμπειρογνώμων παραπάνω μάρτυρας σχετικά με το ζήτημα για το οποίο κλήθηκε να εξετασθεί. Οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος Ε. Π. για ελλείψεις, αντιφάσεις, ασάφειες και κενά στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως προς την παράθεση των προκυψάντων από τη διαδικασία στο ακροατήριο πραγματικών περιστατικών και την μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας όλων των αποδεικτικών μέσων και για αξιοποίηση επιλεκτικώς μόνον ορισμένων από αυτά είναι απορριπτέος και οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' Κ.Ποιν.Δ. λόγοι προσθέτων λόγων αναιρέσεως είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, όσον αφορά τον ισχυρισμό του ιδίου αναιρεσείοντος ότι κατά τον χρόνο που φέρεται ότι τέλεσε τις αποδιδόμενες σε αυτόν πράξεις μεταξύ των οποίων και εκείνη της κλοπής του ενός από τα επίμαχα φουσκωτά σκάφη με τα οποία έγινε η μεταφορά των λαθρομεταναστών στην Ελλάδα αυτός ήταν σε άλλη περιοχή ως κριτής ιστιοπλοϊκών αγώνων και ότι από 17-1-2006 έως 18-1-2006 στο Νοσοκομείο Καλαμάτας και στην συνέχεια από 19-1-2006 έως 20-1-2006 στο Νοσοκομείο "ΣΩΤΗΡΙΑ" των Αθηνών με κρίση πνευμονοπάθειας για τη μη λήψη υπόψη του οποίου και των σχετικών αποδεικτικών του εν λόγω ισχυρισμού του μέσων προσβάλλει την απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου παρατηρείται ότι ο παραπάνω ισχυρισμός δεν είναι αυτοτελής υπό την έννοια που προαναφέρθηκε αλλά πρόκειται για αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό για την απόρριψη του οποίου δεν απαιτείτο ειδική αιτιολογία και το δικαστήριο απήντησε στους αρνητικούς ισχυρισμούς του κατηγορούμενου περί μη συμμετοχής του στην τέλεση των αποδιδόμενων σε αυτόν πράξεων με όσα διέλαβε στην κύρια αιτιολογία της αποφάσεώς του για την ενοχή του. Οι λοιπές αιτιάσεις του ως άνω αναιρεσείοντος που διαλαμβάνονται στους υποβληθέντες ανωτέρω προσθέτους λόγους αναιρέσεως κατά τις οποίες από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στην απόφασή του από το δικαστήριο της ουσίας ότι λήφθηκαν υπόψη προκύπτουν πραγματικά περιστατικά αντίθετα από αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο ότι αποδείχθηκαν καθώς και ότι παρέλειψε το δικαστήριο να προέλθει σε αξιολογική συσχέτιση και συγκριτική στάθμιση των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, δεν θεμελιώνουν παραδεκτό λόγο αναιρέσεως αλλά υπό την επίκληση ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 327 παρ. 2 εδάφ. α' Κ.Ποιν.Δ. η οποία εφαρμόζεται και στην κατ' έφεση δίκη σύμφωνα με το άρθρο 500 του ιδίου Κώδικα, ο κατηγορούμενος εκτός από τους μάρτυρες που προσκαλούνται από τον ίδιο με δικές του δαπάνες έχει δικαίωμα να ζητήσει από την αρμόδια αρχή να κλητεύσει υποχρεωτικά έναν τουλάχιστον μάρτυρα της επιλογής του αν κατηγορείται για πλημμέλημα και δύο αν κατηγορείται για κακούργημα. Η παραβίαση της διατάξεως αυτής και γενικότερα η στέρηση του παρεχόμενου στον κατηγορούμενο δικαιώματος της υποχρεωτικής κλητεύσεως από τον αρμόδιο Εισαγγελέα των μαρτύρων, των οποίων, παραδεκτώς κατά τα οριζόμενα στο άρθρο αυτό ζητεί την κλήτευση ο κατηγορούμενος ως συνιστώσα παραβίαση των υπερασπιστικών του δικαιωμάτων, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, εμπίπτουσα στο άρθρο 171 παρ. 1 εδάφ. δ' του Κ.Ποιν.Δ. και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως. Όμως, αν ο μάρτυρας, του οποίου παραδεκτώς ζήτησε ο κατηγορούμενος την κλήτευση από τον αρμόδιο Εισαγγελέα, δεν προσέλθει στη δίκη το δικαστήριο της ουσίας δεν είναι υποχρεωμένο οίκοθεν να εξετάσει την αιτία της απουσίας του μάρτυρα, αλλά ο κατηγορούμενος πρέπει να προβάλει την παραβίαση του ανωτέρω δικαιώματός του καθώς και τον τρόπο με τον οποίο αυτό παραβιάσθηκε, όπως μη κλήτευση ή εμπρόθεσμη κλήτευση του μάρτυρα και να αντιλέξει στην πρόοδο της δίκης, ζητώντας την αναβολή αυτής κατ' άρθρο 352 παρ. 3 ή τη διακοπή της συνεδριάσεως κατά το άρθρο 353 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ., προκειμένου να προσέλθει κατά τη διάρκεια αυτής και εξετασθεί ο εν λόγω μάρτυρας άλλως δεν επέρχεται απόλυτη ακυρότητα και δεν ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' Κ.Ποιν.Δ. λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι ο ως άνω αναιρεσείων Ε. Π. κατά την έναρξη της διαδικασίας στη συνεδρίαση της 20-1-2012 εναντιώθηκε στην πρόοδό της μέχρι να αποφανθεί το δικαστήριο για άλλες προβληθείσες ενστάσεις κατά τόπο αναρμοδιότητας εκδικάσεως της υποθέσεως και για νομικούς προβληματισμούς κατά πόσον η εκδικαζόμενη για την πράξη της παράνομης μεταφοράς υπηκόων ξένων χωρών από το εξωτερικό στην Ελλάδα είναι αξιόποινη, όπως έγινε με τα αναφερόμενα δύο πλωτά ναυπηγήματα ανάλογα με τον τόπο τελέσεως και δεν προβλήθηκαν εκ μέρους του αντιρρήσεις για μη εκδίκαση κατ' έφεση της υποθέσεως και για αναβολή της δίκης ή διακοπή της συνεδριάσεως για το λόγο ότι οι μάρτυρες που είχε ζητήσει με την από 1-2-2010 πρωτοκολληθείσα αίτησή του που εγχειρίσθηκε στους αρμόδιους στη φυλακή Χαλκίδας όπου εκρατείτο στις 2/2/2010 και με την οποία ζήτησε από τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών κατ' άρθρο 327 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ. να κλητευθούν απαραιτήτως ώστε να εμφανισθούν στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου για να εξεταστούν για τα αναφερόμενα στην αίτηση ζητήματα της κλοπής του σκάφους για την οποία καταδικάσθηκε πρωτοδίκως ο εκ των μαρτύρων S. M. και για την προπαρασκευή και τον σχεδιασμό της μεταφοράς μεταναστών από την Τουρκία στην Ελλάδα ο εκ των μαρτύρων M. S. του M. S.. Δεν μπορεί να θεωρηθεί ως εναντίωση του ως άνω κατηγορουμένου στην πρόοδο της ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου διαδικασίας κατά τη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση λόγω μη κλητεύσεως των μαρτύρων που είχε ζητήσει από τον Εισαγγελέα Εφετών να κλητευθούν με την παραπάνω αίτησή του και ως αίτηση διακοπής της δίκης ή αναβολής αυτής η μετά την προφορική απολογία του εν λόγω κατηγορουμένου στο ακροατήριο κατάθεση γραπτώς από τον συνήγορο υπερασπίσεώς του καταχωρηθέντες ως "συμπληρωματικοί αυτοτελείς ισχυρισμοί - απολογία" ισχυρισμοί με την οποία γινόταν παράθεση του κειμένου της ως άνω αιτήσεως και άλλων αναφορών και αιτήσεων (χωρίς προφορική ανάπτυξή των) και με τους οποίους ισχυρισμούς και αιτήσεις εκφραζόταν εναντίωσή του στην πρόοδο της κατ' έφεση δίκης μέχρι να του παρασχεθούν διευκρινίσεις κατά τρόπο σαφή σε άλλα επί μέρους ζητήματα στα οποία δεν περιλαμβάνεται και εναντίωση για την πρόοδο της δίκης μέχρι να προσέλθουν οι μάρτυρες την κλήτευση των οποίων είχε ζητήσει από τον Εισαγγελέα Εφετών ως ουσιωδών για να καταθέσουν επί των διαλαμβανομένων στην προς εκείνον αίτησή του ζητημάτων. Κατ' ακολουθίαν αυτών και του ότι εναπόκειτο στον ως άνω κατηγορούμενο να αντιλέξει στην πρόοδο της δίκης ζητώντας την αναβολή της ή τη διακοπή της συνεδριάσεως για να προσέλθουν οι παραπάνω μάρτυρες και του ότι η υποχρέωση του δικαστηρίου εξαντλείται στην εξέταση των μαρτύρων που έχουν εμφανισθεί στο ακροατήριο και αν πρόκειται για μάρτυρες που προτείνονται από τον κατηγορούμενο και δεν δημιουργείται από το άρθρο 6 παρ. 3 της ΕΣΔΑ υποχρέωση του δικαστηρίου να προκαλέσει την άσκηση του δικαιώματος του κατηγορουμένου να επιτύχει την πρόσκληση και εξέταση των μαρτύρων που ζήτησε ο τελευταίος από τον Εισαγγελέα Εφετών να κλητευθούν εξετάζοντας οίκοθεν την αιτία της απουσίας αυτών, χωρίς αίτημα του κατηγορουμένου για διακοπή της συνεδριάσεως για να προσέλθουν κατά τη διάρκεια αυτής οι παραπάνω μάρτυρες, δεν προκλήθηκε ελλείψει ρητής εναντιώσεως του άνω κατηγορουμένου στην πρόοδο της δίκης για το ζήτημα αυτό απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και ο επ' αυτών στηριζόμενος σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' Κ.Ποιν.Δ. λόγος αναιρέσεως στερούνται βασιμότητας. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 365 παρ. 1 εδάφ. 1 Κ.Ποιν.Δ. στις περιπτώσεις που είναι αδύνατη η εμφάνιση ενός μάρτυρα στο ακροατήριο εξ αιτίας θανάτου, γήρατος, μακράς και σοβαρής ασθενείας, διαμονής στο εξωτερικό ή άλλον εξαιρετικά σοβαρού κωλύματος ή σε όσες άλλες περιπτώσεις ορίζει ο νόμος, διαβάζεται στο ακροατήριο, αν υποβληθεί αίτηση, η ένορκη κατάθεσή του που δόθηκε στην προδικασία διαφορετικά ακυρώνεται η διαδικασία. Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι ακυρότητα της διαδικασίας από την οποία ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' Κ.Ποιν.Δ. προκαλείται όταν παρά την υποβολή σχετικής αιτήσεως από τον κατηγορούμενο ή τον Εισαγγελέα δεν αναγνωσθεί ένορκη κατά την προδικασία κατάθεση μάρτυρα του οποίου η εμφάνιση στο ακροατήριο είναι αδύνατη και επίσης όταν ληφθεί υπόψη τέτοια κατάθεση παρά την εναντίωση του κατηγορουμένου και χωρίς να βεβαιώσει το δικαστήριο την αδυναμία εμφάνισής του, γιατί έτσι παραβιάζεται το δικαίωμα που παρέχεται σε κάθε κατηγορούμενο, από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 3 εδάφ. δ' της ΕΣΔΑ και το άρθρο 14 παρ. 3 στοιχ. ε' του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (Ν. 2462/1997) να εξετάζει και να ελέγχει τους μάρτυρες. Η εναντίωση πρέπει να εξειδικεύεται και να προσδιορίζει ο κατηγορούμενος εις τι συνίστανται οι αντιρρήσεις του και κατά τι παραβλάπτονται τα υπερασπιστικά του δικαιώματα από την ανάγνωση της συγκεκριμένης μαρτυρικής καταθέσεως. Δεν δημιουργείται όμως ακυρότητα όταν το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση, αναγνώσει και λάβει υπόψη του ένορκη κατάθεση μάρτυρα κατά την προδικασία ακόμη και χωρίς να βεβαιώσει το δικαστήριο την αδυναμία εμφάνισής του εφόσον ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του δεν εναντιώθηκαν σχετικώς, εντεύθεν δεν παραβιάζεται το εκ του άρθρου 358 ΚΠΔ δικαίωμά του να κάνει παρατηρήσεις και να εκθέσει απόψεις του επί της καταθέσεως του μάρτυρος. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως μεταξύ των εγγράφων που αναγνώσθηκαν και λήφθηκαν υπόψη για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης για την ενοχή του κατηγορούμενου άνω αναιρεσείοντος είναι και οι από 8/3/2006 εκθέσεις εξετάσεως με διερμηνέα κατά την προδικασία των μαρτύρων M. N., M. S. και U. M. και οι από 27-1-2006 και από 25-1-2006 εκθέσεις εξετάσεως ως μάρτυρα με διερμηνέα των A. A. καθώς και οι από 1-2-2006 και από 27-4-2006 εκθέσεις εξετάσεως ως μάρτυρος με διερμηνέα του S. M.. Οι παραπάνω εξετασθέντες περιλαμβάνονταν στους αλλοδαπούς που με τα δύο ως άνω φουσκωτά σκάφη μεταφέρθηκαν στις 20/1/2006 εντός της Ελληνικής Επικράτειας. Από τα πρακτικά της 3078/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών που δίκασε σε πρώτο βαθμό την υπόθεση, προκύπτει ότι στα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στη δίκη εκείνη περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων και οι από 27-1-2006 και από 25-1-2006 εκθέσεις εξετάσεως ως μάρτυρα με διερμηνέα των A. A. καθώς και οι από 1-2-2006 και από 27-4-2006 εκθέσεις εξετάσεως ως μάρτυρος με διερμηνέα του S. M., για την ανάγνωση των οποίων ουδεμία προβλήθηκε αντίρρηση από κανένα παράγοντα της δίκης. Στην δίκη κατ' έφεση η αντίρρηση που προβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα Ε. Π. δια του συνηγόρου υπερασπίσεώς του δεν αφορούσε εναντίωσή του στην ανάγνωση εκθέσεων εξετάσεως συγκεκριμένων μαρτύρων που να κατέθεσαν κατά την προδικασία αλλά επρόκειτο για αίτημα να κηρυχθούν άκυρες όλες οι καταθέσεις των μεταναστών οι οποίοι έχουν ήδη απελαθεί και εξετάστηκαν στην προανάκριση και την κυρία ανάκριση αλλά και για τη λήψη των καταθέσεων των οποίων ως διερμηνείς χρησιμοποιήθηκαν όργανα του Λιμεναρχείου Λαυρίου Αττικής και όχι διερμηνείς με διορισμό τους σύμφωνα με το άρθρο 233 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ. από πίνακα που καταρτίζεται υπό του αρμοδίου Συμβουλίου Πλημμελειοδικών καθόσον έτσι καθίσταται αδύνατο στον αιτούντα ως άνω κατηγορούμενο να τους εξετάσεις σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 3 της ΕΣΔΑ. Στην περίπτωση κατά την οποία σύμφωνα με το άρθρο 233 παρ. 1 και 2. Κ.Ποιν.Δ. πρόκειται να εξετασθεί κατηγορούμενος, αστικώς υπεύθυνος ή μάρτυρας που δεν γνωρίζει επαρκώς την Ελληνική γλώσσα, εκείνος που διενεργεί την ανάκριση, ή εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση διορίζει διερμηνέα, ο διορισμός του οποίου γίνεται από πίνακα που καταρτίζεται κάθε χρόνο όπως αναλυτικά προβλέπει η διάταξη της παραγράφου 2 όπως ισχύει μετά την προσθήκη της με το άρθρο 2 παρ. 10 ν.2408/1996. Σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις και εφόσον δεν είναι δυνατό να διοριστεί διερμηνέας από εκείνους που είναι εγγεγραμμένοι στο σχετικό πίνακα, μπορεί να διοριστεί διερμηνέας και πρόσωπο που δεν περιλαμβάνεται σ' αυτόν. Από τη διάταξη αυτή και εκείνες του άρθρου 138 παρ. 2 και 3 Κ.Ποιν.Δ. προκύπτει ότι δεν επιτρέπεται να εκδίδεται διάταξη του δικαστή που διενεργεί την ανάκριση ή διευθύνει τη συζήτηση στο δικαστήριο για διορισμό διερμηνέα εκτός του οικείου πίνακα χωρίς να προτείνει προηγουμένως ο Εισαγγελέας και να ακουσθεί ο κατηγορούμενος στην προδικασία και ο Εισαγγελέας και οι παρόντες διάδικοι κατά την διαδικασία στο ακροατήριο και η παράβαση της υποχρεώσεως προηγούμενης ακρόασης αυτών συνεπάγεται ακυρότητα της αποφάσεως του βουλεύματος ή της διάταξης που είναι απόλυτη επί μη ακροάσεως του Εισαγγελέα κατ' άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. β' και επί μη ακροάσεως του κατηγορουμένου κατ' άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' Κ.Ποιν.Δ. τόσο στο ακροατήριο όσο και στην προδικασία. Η προταθείσα από τον ως άνω κατηγορούμενο ακυρότητα των καταθέσεων των εξετασθέντων κατά την προδικασία μέσω διερμηνέα αλλοδαπών αναφέρεται σε ακυρότητα κατά το στάδιο της προδικασίας χωρίς όμως ως λόγος ακυρότητας να προβάλλεται ο άνευ προηγούμενης προτάσεως του Εισαγγελέα διορισμός από τους ανακριτικούς υπαλλήλους διερμηνέα εκτός του οικείου πίνακα του αρμόδιου Συμβουλίου Πλημμελειοδικών αλλά μόνο το ότι οι διορισθέντες διερμηνείς δεν ήταν από αυτούς του ως άνω πίνακα. Δεν επάγεται όμως ακυρότητα απόλυτη ο διορισμός ως διερμηνέα εκτός του ως άνω πίνακα και μάλιστα όταν συντρέχει επείγουσα περίπτωση όπως δέχθηκε και το Πενταμελές Εφετείο που απέρριψε το σχετικό αίτημα του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου για κήρυξη ακύρων των εξετασθέντων κατά την προδικασία μέσω διερμηνέα αλλοδαπών. Εν όψει των ανωτέρω και του ότι η ανάγνωση των καταθέσεων των άνω αλλοδαπών που δόθηκαν στην προανάκριση και την κυρία ανάκριση έγινε στο ακροατήριο του Πενταμελούς Εφετείου μετά την απέλασή των όπως δέχεται και ο ίδιος ο αναιρεσείων με αυτά που αναφέρει κατά την υποβολή του αιτήματος για ακύρωση των εν λόγω μαρτυρικών καταθέσεων και το οποίο αίτημα δεν αποτελεί ρητή εναντίωση στην ανάγνωση ενόρκων καταθέσεων μαρτύρων που εξετάσθηκαν στην προδικασία και χωρίς προηγούμενη βεβαίωση από το δικαστήριο της αδυναμίας εμφανίσεώς των στο ακροατήριό του, δεν προκλήθηκε ουδεμία ακυρότητα από τη λήψη υπόψη αυτών των αναγνωσθέντων καταθέσεων μαρτύρων που εξετάσθηκαν μέσω διερμηνέα στην προδικασία, πέραν της καλύψεως οποιασδήποτε πλημμελείας ως προς την λήψη των καταθέσεων αυτών κατά την προανάκριση εφόσον δεν προτάθηκε μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή των κατηγορουμένων στο ακροατήριο (άρθρα 173 παρ. 2, 174 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.) και είναι αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ. σχετικός για απόλυτη ακυρότητα λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων του ως άνω αναιρεσείοντος. Σε συνάφεια με τα παραπάνω οι επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα Ε. Π. ακυρότητες που ισχυρίζεται ότι προκλήθηκαν λόγω παραβιάσεως υπερασπιστικών δικαιωμάτων των κατηγορουμένων κατά την κύρια ανάκριση (αν και ο ίδιος δεν απολογήθηκε κατά το στάδιο της προδικασίας) και ειδικότερα α) από την έκδοση από την Ανακρίτρια τυπικής κλήσεως κατ' αυτού με αλλοιωμένη ημερομηνία εκδόσεως που δεν απεστάλη προς επίδοση στις αναφερόμενες διευθύνσεις β) από την μη κλήση του για να εκθέσει πλήρως τους λόγους που συμβάλλουν στην υπεράσπισή του γ) από την αποστολή στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών στις 6/6/2006 αιτήματος για τη σύμφωνη γνώμη του ως προς την έκδοση σε βάρος του εντάλματος συλλήψεως που έγινε δεκτό αυθημερόν και την εν συνεχεία έκδοση του ως άνω κατηγορουμένου του υπ' αριθμ. 3/2006 εντάλματος συλλήψεως με νοθευμένη ημερομηνία από 6/6/2006 σε 9/6/2006 παρά το ότι με την από 6/6/2006 κλήση προς απολογία μη επιδοθείσα σε αυτόν εκαλείτο αυτός να εμφανισθεί για να απολογηθεί ενώπιόν της στις 27/6/2006 δ) από την περαίωση της ανακρίσεως χωρίς να απολογηθεί αυτός με τη διαβίβαση της δικογραφίας στο Συμβούλιο, ε) από την απόρριψη από την ανακρίτρια της από 12/4/2006 αιτήσεως του συνηγόρου υπεράσπισης των τεσσάρων πρώτων συγκατηγορουμένων του με την οποία εζητούνται τα στοιχεία των Κυβερνητών των παραπλεόντων δύο φορτηγών πλοίων που έπρεπε να κληθούν για να εξετασθούν ως μάρτυρες και τα ονόματα των πλοιοκτητριών εταιρειών ώστε να ζητηθούν τα ημερολόγια των εν λόγω πλοίων για τα κρίσιμα καταγραφέντα σε αυτά περιστατικά, οι ιατροδικαστικές εκθέσεις νεκροψίας για τον τρόπο θανάτου τριών από τους μετανάστες κατά τη μεταφορά των όπως και το μετεωρολογικό δελτίο της συγκεκριμένης ημέρας και ώρας προς έλεγχο του επικινδύνου ή όχι της μεταφοράς των μεταναστών με τα δύο ως άνω φουσκωτά σκάφη και το ναυτικό στίγμα που ανέφεραν τα δύο παραπλέοντα πλοία στο Κέντρο Επιχειρήσεων του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας όπου ανεύραν τα δύο παραμείναντα φουσκωτά σκάφη στ) από την εκ μέρους της Ανακρίτριας μη λήψη υπόψη της διαβιβασθείσης σε αυτήν από την Εισαγγελία Αρείου Πάγου αναφοράς του συνηγόρου των κατηγορουμένων προς τον Άρειο Πάγο για να τεθούν υπόψη του τα ζητηθέντα ανωτέρω έγγραφα και την παράλειψή της να προβεί στις απαιτούμενες ενέργειες για να χορηγηθούν από τις αρμόδιες αρχές τα αιτηθέντα έγγραφα που αφορούσαν στην αποκάλυψη της αλήθειας και επικαλέστηκαν υπέρ αυτών οι 4 κατηγορούμενοι, ζ) από την παράλειψη της Ανακρίτριας να διορίσει αμερόληπτα διερμηνέα από τον ισχύοντα πίνακα για να αποφευχθεί η κατάθεση από τους τρεις από τους μετανάστες που εξετάσθηκαν ενώπιόν της με διερμηνέα λιμενικό υπάλληλο από το Λιμεναρχείο Λαυρίου ψευδών περιστατικών που είναι αντίθετα προς τα έγγραφα που συγκέντρωσε ο αναιρεσείων και επίσης την κατά παράβαση του άρθρου 219 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ. παράλειψη της ίδιας ανακρίτριας να καλέσει τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του να παραστούν κατά την ένορκη εξέταση των από τους αλλοδαπούς μετανάστες εξετασθέντων στο στάδιο της κύριας ανάκρισης ως μαρτύρων, των οποίων εγνώριζε ότι θα ακολουθούσε απέλαση και δεν ήταν δυνατή η εμφάνισή των στο ακροατήριο ώστε να εξασφαλισθεί δίκαιη και αμερόληπτη εξέταση των ως άνω μαρτύρων χωρίς να παραβιασθούν υπερασπιστικά δικαιώματα των κατηγορουμένων προστατευόμενα από το άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ και τα άρθρα 100-104 Κ.Ποιν.Δ., παρατηρούνται ότι αφορούν σε ακυρότητες κατά την προδικασία. Όπως προαναφέρθηκε, απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' Κ.Ποιν.Δ. που λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, προκαλείται αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου όπως και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που ορίζει ο νόμος και ότι όσες ακυρότητες αναφέρονται στην προδικασία πρέπει κατά το άρθρο 173 παρ. 1 και 2 Κ.Ποιν.Δ. να προτείνονται μέχρι να γίνει αμετάκλητη η παραπομπή στο ακροατήριο όπως συμβαίνει όταν διαταχθεί αυτή με αμετάκλητο παραπεμπτικό βούλευμα καθώς και ότι σύμφωνα με το άρθρο 174 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ. ακυρότητα που δεν προτάθηκε κατά το άρθρο 173 εγκαίρως καλύπτεται και δεν μπορεί μετά την κάλυψη των ακυροτήτων κατά τα ανωτέρω να επιτευχθεί ακύρωση των ελαττωματικών πράξεων και να επαναληφθούν αυτές από το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της κατηγορίας όσον αφορά τις πράξεις της διαδικασίας στο ακροατήριο και από το δικαστικό συμβούλιο που είναι κατ' άρθρο 176 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ. αρμόδιο για την κήρυξη της ακυρότητας των πράξεων της προδικασίας. Συνακόλουθα οι επικαλούμενες από τον ανωτέρω αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο Ε. Π. ακυρότητες αφορούν σε πράξεις της προδικασίας που δεν προτάθηκαν πριν καταστεί αμετάκλητη η παραπομπή του στο ακροατήριο για τις αποδοθείσες αξιόποινες πράξεις με τα προαναφερθέντα βουλεύματα και το Πενταμελές Εφετείο ως δικαστήριο της ουσίας δεν είχε εξουσία να επιληφθεί και να κρίνει ακυρότητες που είχαν καλυφθεί. Επομένως, ο περί του αντιθέτου σχετικός πρόσθετος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο παραπονείται ο ως άνω αναιρεσείων για μη κήρυξη από το δικαστήριο των εν λόγω ακυροτήτων που αφορούν σε παραβάσεις κατά το στάδιο που η υπόθεση ήταν στην κύρια ανάκριση, δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' Κ.Ποιν.Δ. και είναι απαράδεκτος. Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364, 358, 369 Κ.Ποιν.Δ. προκύπτει ότι λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ως αποδεικτικού στοιχείου εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1δ' Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ιδίου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με αυτό το αποδεικτικό μέσο. Η ακυρότητα αυτή αποτρέπεται αν το περιεχόμενο των εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα ή αποτελεί στοιχείο του κατηγορητηρίου ή αναφέρεται απλώς ιστορικά στο αιτιολογικό της αποφάσεως χωρίς να έχει ληφθεί αμέσως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως σε σχέση με τη συνδρομή των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο. Αντίθετα τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης δεν είναι ανάγκη να αναγνωσθούν στο ακροατήριο, διότι δεν είναι έγγραφα της αποδεικτικής διαδικασίας και λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τα υποστηριζόμενα από τον ως άνω αναιρεσείοντα, ελήφθη υπόψη από το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο το μη αναγνωσθέν κατά την ενώπιόν του αποδεικτική διαδικασία υπ' αριθμ. πρωτ. 2111.21/15/06/21.1.2006 έγγραφο του Κεντρικού Λιμεναρχείου Λαυρίου που απευθυνόταν προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και αφορούσε την προσαγωγή στον ως άνω Εισαγγελέα των αναφερομένων τεσσάρων συγκατηγορουμένων Αλβανών υπηκόων "5. ότι μεταφέρθηκαν από την Τουρκία στην Ελλάδα 54 λαθρομετανάστες από το Πακιστάν και Μπαγκλαντές με δύο φουσκωτά σκάφη που είχαν εισέλθει χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις από βραδινές ώρες της 20/1/2006 και εντοπίσθηκαν 3 ναυτικά μίλια βόρεια νήσου Άνδρου σε στίγμα φ38 07,4Β και λ. 024ο 50,01Α και από τα δύο φουσκωτά σκάφη περισυνελέγησαν από τα πλωτά ΠΛΣ 605 και ΠΛΣ 609 τις πρώτες πρωινές ώρες 21/1/2006 51 λαθρομετανάστες λόγω εισροής υδάτων σε αυτά και μεταφέρθηκαν στο Λιμάνι Λαυρίου περί ώρα 1:15 της 21/1/2006 ...". Επίσης ισχυρίζεται ο αναιρεσείων ότι το εν λόγω μη αναγνωσθέν στην κατ' έφεση δίκη έγγραφο είναι το μοναδικό έγγραφο το οποίο αναφέρει όσα στο αιτιολογικό της η προσβαλλόμενη απόφαση για μεταφορά από την Τουρκία στην Ελληνική Επικράτεια δια της Ελληνοτουρκικής μεθορίου των αλλοδαπών που επέβαιναν στα δύο φουσκωτά σκάφη και προώθησή των μέχρι τη θαλάσσια περιοχή των τριών ναυτικών μιλίων βόρεια της νήσου Άνδρου. Επί πλέον ο ίδιος αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι οι παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως σχετικά με την ρίψη στη θάλασσα των μεταφερθέντων από έναν Έλληνα και τρεις Αλβανούς δύο ως άνω φουσκωτών σκαφών στην περιοχή του ... από τον εργαζόμενο σε επιχείρηση στάθμευσης σκαφών στην εν λόγω περιοχή αλλοδαπό A. I. καθ' υπόδειξη του αναιρεσείοντος, στηρίζονται σε γεγονότα που περιέχονται μόνο στην από 28/4/2006 ανακριτική κατάθεση ως μάρτυρα του μοναδικού παρόντος στην ως άνω ενέργεια εν λόγω αλλοδαπού, που δεν προσήλθε αν και κλήθηκε για να εξετασθεί ως μάρτυρας στο ακροατήριο του Πενταμελούς Εφετείου και ότι έτσι είναι βέβαιο ότι λήφθηκε υπόψη από το δικάσαν ως άνω Εφετείο για το σχηματισμό της κρίσεώς του η ως άνω από 28/4/2006 μαρτυρική κατάθεσή του αν και δεν αναγνώσθηκε ούτε περιλαμβάνεται στα αναφερόμενα στα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως αναγνωσθέντα έγγραφα και με τη λήψη υπόψη των παραπάνω μη αναγνωσθέντων στο ακροατήριο εγγράφων προκλήθηκε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας εν όψει και της παραβιάσεως της αρχής της δημοσιότητας και της προφορικότητας. Από την επιτρεπτή επισκόπηση των αναφερομένων στα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως ως αναγνωσθέντων στο ακροατήριό του εγγράφων προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη και εκτιμήθηκαν μεταξύ άλλων η σε πρώτο βαθμό εκδοθείσα 3078/1987 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών και τα πρακτικά της, στα οποία περιέχεται η κατάθεση ως μάρτυρα κατηγορίας στο ακροατήριο του ανωτέρω A. I. στην οποία αναφέρεται ο μάρτυρας αυτός στα όσα συνέβησαν την 18.1.2006 στο χώρο στάθμευσης σκαφών στον Μαραθώνα και την εντολή που εκτέλεσε και του δόθηκε από τον Έλληνα που μαζί με τρεις Αλβανούς είχαν φέρει τα δύο φουσκωτά σκάφη σχετικά με τη ρίψη στη θάλασσα αυτών και έτσι προκύπτουν από την θεωρούμενη σύμφωνα με τα παραπάνω ως αναγνωσθείσα και στην δίκη κατ' έφεση κατάθεση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο του άνω μάρτυρα, αυτά που αναφέρει ο αναιρεσείων ότι περιλαμβάνονταν στη μη αναγνωσθείσα στην κατ' έφεση δίκη μαρτυρική κατάθεση του ίδιου μάρτυρα κατά την κύρια ανάκριση. Εξ άλλου το από 22/1/2006 έγγραφο του Κεντρικού Λιμεναρχείου Λαυρίου που απευθυνόταν στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών επρόκειτο για διαβιβαστικό έγγραφο προσαγωγής κρατουμένων για την παράβαση μεταξύ άλλων και του άρθρου 88 ν. 3386/2005 όσον αφορά τους 54 λαθρομετανάστες που μετέφεραν από την Τουρκία στην Ελλάδα με τα δύο φουσκωτά σκάφη που είχαν εισέλθει χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις από βραδινές ώρες της 20/1/2006 και εντοπίσθηκαν τρία ναυτικά μίλια βόρεια της νήσου Άνδρου και επομένως επρόκειτο για έγγραφο που δεν υπαγόταν στην αποδεικτική διαδικασία και μπορούσε να ληφθεί υπόψη το έγγραφο αυτό από το δικαστήριο της ουσίας χωρίς να αναγνωσθεί. Επομένως δεν επήλθε ακυρότητα από τη λήψη υπόψη από το Εφετείο των μνημονευομένων παραπάνω εγγράφων χωρίς ανάγνωση αυτών στο ακροατήριο αφού προέκυπτε από άλλο έγγραφο αναγνωσθέν από 28/4/2006 κατάθεση του A. I. και ειδικότερα από τα πρακτικά της πρωτοδίκου αποφάσεως τα οποία αναγνώσθηκαν στην κατ' έφεση δίκη εις πάσα περίπτωση δε και το από 22/1/2006 ως άνω έγγραφο του Κεντρικού Λιμεναρχείου Λαυρίου υπήρχε από την αρχή στη δικογραφία και μπορούσε ο ήδη αναιρεσείων οποτεδήποτε κατά την ακροαματική διαδικασία να ζητήσει και να υποβάλει παρατηρήσεις επ' αυτού ή εξηγήσεις και από τους ισχυρισμούς του προέβαλε κατά τη δίκη στο Πενταμελές Εφετείο και καταχωρήθηκαν στα πρακτικά της προσβαλλόμενης προκύπτει ότι έκανε χρήση και αυτού του εγγράφου κατά την υποβολή των ισχυρισμών του. Συνεπώς είναι απορριπτέες οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος Ε. Π. και ο επ' αυτών στηριζόμενος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' Κ.Ποιν.Δ. σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 2 περίπτ. Δ' ιδίου Κώδικα πρόσθετος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο από τη λήψη υπόψη μη αναγνωσθέντων στο ακροατήριο εγγράφων είναι αβάσιμος. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 32 παρ. 1, 138 παρ. 2 και 171 παρ. 1 εδάφ. β' και δ' Κ.Ποιν.Δ. συνάγεται ότι δεν επιτρέπεται να εκδίδεται καμία απόφαση του ποινικού δικαστηρίου στο ακροατήριο αν προηγουμένως δεν προτείνει ο Εισαγγελέας και ακουσθούν οι διάδικοι και ότι αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου επέρχεται απόλυτη ακυρότητα. Επίσης κατά τη διάταξη του άρθρου 369 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ. όταν τελειώσει η αποδεικτική διαδικασία εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση δίνει το λόγο στον Εισαγγελέα, έπειτα στον πολιτικώς ενάγοντα και στο τέλος στον κατηγορούμενο. Σύμφωνα με τα παραπάνω πρέπει να δίδεται ο λόγος στον Εισαγγελέα για να προτείνει επί της ενοχής ή μη του κατηγορουμένου και επί της ποινής καθώς και επί των αυτοτελών ισχυρισμών και αιτημάτων του κατηγορουμένου που προβλήθηκαν κατά την διαδικασία στο ακροατήριο πριν αποφανθεί επί των ζητημάτων αυτών το Δικαστήριο. Κατ' αρχάς όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 32 παρ. 1, 138 παρ. 2 και 3 και 369 Κ.Ποιν.Δ. σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 170 παρ. 2 και 171 παρ. 1 εδ. δ' ιδίου Κώδικα ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο που προκαλείται και όταν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται δεν δημιουργείται σε περίπτωση που απορρίφθηκε ισχυρισμός του κατηγορουμένου χωρίς να δοθεί προηγουμένως ο λόγος στον Εισαγγελέα να προτείνει σχετικώς διότι την έλλειψη προηγούμενης ακροάσεως του Εισαγγελέα δεν δικαιούται να προτείνει ο κατηγορούμενος. Η πρόταση όμως του Εισαγγελέα επί της κατηγορίας στο τέλος μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας όταν ζητεί την ενοχή του κατηγορουμένου, εμπεριέχει οπωσδήποτε και την πρότασή του για απόρριψη των τυχόν αυτοτελών ισχυρισμών που έχει προβάλλει ο κατηγορούμενος και κατά συνέπεια η παράλειψη του Εισαγγελέα να προτείνει ειδικώς επί των υποβληθέντων αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου δεν δημιουργεί καμία ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Στην προκειμένη περίπτωση από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι επί την ευθύς μετά την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας υποβληθέντων από τον συνήγορο υπερασπίσεως του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος Ε. Π. προφορική των ανάπτυξη και κατάθεσή των και γραπτώς ενστάσεων - αιτημάτων και ισχυρισμών ο Εισαγγελέας της έδρας αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο επιφυλάχθηκε να προτείνει και ότι περαιτέρω μετά την αποδεικτική διαδικασία και την κήρυξη του πέρατος αυτής από τον Πρόεδρο του Πενταμελούς Εφετείου δόθηκε ο λόγος στον Εισαγγελέα ο οποίος ανέπτυξε την κατηγορία και πρότεινε την ενοχή κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας των λοιπών κατηγορουμένων ως προς την πράξη της μεταφοράς από το εξωτερικό και προώθηση υπηκόων τρίτων χωρών με κίνδυνο ζωής, από κοινού των δύο πρώτων ως αυτουργών και των τρίτου και τετάρτου των κατηγορουμένων για απλή συνέργεια στην παραπάνω πράξη των αυτουργών και επίσης πρότεινε την ενοχή του κατηγορουμένου Ε. Π. για ηθική αυτουργία στις παραπάνω πράξεις καθώς και την ενοχή του για την πράξη της κλοπής. Στην πρόταση αυτή του Εισαγγελέα εμπεριέχεται εμμέσως πλην σαφώς και πρόταση για απόρριψη των παραπάνω ενστάσεων και ισχυρισμών και αιτημάτων που είχε προβάλει ο ως άνω αναιρεσείων - κατηγορούμενος Ε. Π. δια του συνηγόρου υπερασπίσεώς του και δεν ήταν υποχρεωμένο το δικαστήριο να ζητήσει να προτείνει ξεχωριστά επί των πιο πάνω ισχυρισμών και αιτημάτων του, πριν αποφανθεί με την απόφασή του το Πενταμελές Εφετείο για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του εν λόγω κατηγορουμένου. Επομένως είναι απορριπτέες οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος αυτού για παράλειψη του Εισαγγελέως να προτείνει επί των προβληθέντων ανωτέρω αυτοτελών ισχυρισμών του και ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' Κ.Ποιν.Δ. για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο από την κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 138 παρ. 2 και 3 ιδίου Κώδικα έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως πρόσθετος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η έλλειψη ακροάσεως κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ιδίου Κώδικα, η οποία επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας. Η ακυρότητα αυτή επέρχεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 170 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ. στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ή ο Εισαγγελέας ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο αρνήθηκε ή παρέλειψε να απαντήσει στο σχετικό αίτημα. Τέτοιο δικαίωμα είναι και αυτό του κατηγορουμένου να υποβάλλει αιτήματα και αυτοτελείς ισχυρισμούς σύμφωνα με το άρθρο 333 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ. οπότε το δικαστήριο υποχρεούται να απαντήσει σε αυτό το αίτημα ή τον αυτοτελή ισχυρισμό αιτιολογημένα, άλλως αν αρνηθεί ή παραλείψει να αποφανθεί δημιουργείται έλλειψη ακροάσεως. Για να επέλθει όμως από την παράλειψη ή άρνηση αυτή ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 170 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ. απαιτείται να υποβληθεί σαφές και ορισμένο νόμιμο αίτημα ή ισχυρισμός από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο υπερασπίσεώς του και να προκύπτει τούτο από τα πρακτικά. Δεν αποτελεί έλλειψη ακροάσεως ή μη απάντηση του δικαστηρίου σε επιχειρήματα ή αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς του κατηγορουμένου. Ακόμη δεν υπάρχει έλλειψη ακροάσεως αν δεν απαντήθηκε αίτημα όχι του ιδίου του κατηγορουμένου, αλλά κάποιου άλλου. Στην προκειμένη περίπτωση από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι ο ως άνω αναιρεσείων κατηγορούμενος υπέβαλε ένσταση ελλείψεως κατ' ορθή εκτίμηση όχι τυπικής αρμοδιότητας αλλά δικαιοδοσίας των Ελληνικών δικαστηρίων να επιληφθούν της υποθέσεως ως εκ του τόπου τελέσεως της πράξεως μεταφοράς από τους συγκατηγορουμένους του αλλοδαπούς ως αυτουργούς με τα δύο φουσκωτά σκάφη των 54 αλλοδαπών εκτός της Ελληνικής Επικράτειας στα διεθνή ύδατα και έτσι έπρεπε να κηρυχθεί απαράδεκτη η σε βάρος του ποινική δίωξη. Στον εν λόγω ισχυρισμό του ανωτέρω αναιρεσείοντος απήντησε το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο και τον απέρριψε κατά τα προαναφερθέντα αιτιολογημένα με όσα ανέφερε στο σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της αποφάσεως για την τέλεση στο Ελληνικό έδαφος των αποδιδόμενων αξιοποίνων πράξεων. Δεν δύναται να θεμελιωθεί επί των αντιθέτων αιτιάσεων του αναιρεσείοντος αυτού ούτε επί των αιτιάσεών του ότι δεν απήντησε το δικαστήριο σε παρομοίου περιεχομένου ένσταση αναρμοδιότητας που υποβλήθηκε εκ μέρους των συνηγόρων των συγκατηγορουμένων του λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' για έλλειψη ακροάσεως αλλά κατά το σκέλος αυτό ο σχετικός πρόσθετος λόγος αναιρέσεως του Ε. Π. είναι αβάσιμος. Όσον αφορά τις αιτιάσεις του αυτού αναιρεσείοντος ότι το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο δεν απήντησε σε λοιπούς υποβληθέντες κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο ισχυρισμούς, παρατηρήσεις καθώς και σε γραπτώς υποβληθέν αίτημα περί παροχής συγκεκριμένων διευκρινίσεων επί του κατηγορητηρίου όσοι από τους ισχυρισμούς αυτούς υποβλήθηκαν εγγράφως και αναπτύχθηκαν προφορικώς αφορούν σε επισημάνσεις σφαλμάτων και ελλείψεων της πρωτοδίκου καταδικαστικής αποφάσεως και σε διαφορετικές εκτιμήσεις των πραγματικών περιστατικών σχετικά με τη μη στοιχειοθέτηση των πράξεων για τις οποίες καταδικάσθηκε πρωτοδίκως από το ότι προορισμός των δύο φουσκωτών σκαφών με τους μεταφερόμενους αλλοδαπούς ήταν η Ιταλία καθώς και σε επιχειρήματα για μη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της δημιουργίας κινδύνου ζωής από τη διενέργεια της μεταφοράς από το εξωτερικό των ως άνω μεταναστών που δεν δικαιολογούσαν συνέχιση της εναντίον του δίκης και δεν αφορούν σε αυτοτελείς ισχυρισμούς ή αιτήματα που δικαιούται κατ' άρθρο 333 παρ. 2β Κ.Ποιν.Δ. να υποβάλει ο κατηγορούμενος ώστε σε περίπτωση μη απαντήσεως σε αυτούς από το δικαστήριο να επέρχεται ακυρότητα της διαδικασίας για έλλειψη ακροάσεως. Σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 502 παρ. 1, 3 και 4 Κ.Ποιν.Δ. μετά την τυπική παραδοχή της εφέσεως, με την οποία προβλήθηκε στο σύνολό της πρωτόδικη απόφαση, η υπόθεση επανέρχεται στο Εφετείο για την κατ' ουσία έρευνα στο στάδιο πριν από την έκδοση της πρωτοδίκου αποφάσεως υπό την έννοια ότι το Εφετείο έχει την εξουσία να κρίνει όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και έτσι κάθε ακυρότητα ή άλλη πλημμέλεια της πρωτοδίκου αποφάσεως καλύπτεται με την έκδοση επί της ουσίας αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου. Η πρωτόδικη απόφαση μετά την τυπική παραδοχή της εφέσεως παύει να ισχύει και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο επανεξετάζει την υπόθεση τόσο ως προς την νομική όσο και ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της κατηγορίας. Όσον αφορά τους λοιπούς ισχυρισμούς που κατατέθηκαν μόνο εγγράφως από τον συνήγορο υπερασπίσεώς του μετά την προφορική απολογία του πιο πάνω κατηγορουμένου και δεν αναπτύχθηκαν προφορικώς στο ακροατήριο δεν συνιστούν παραδεκτώς υποβληθέντα αιτήματα και αυτοτελείς ισχυρισμούς για να είναι υποχρεωμένο το δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει ειδικώς σε αυτούς. Επιπλέον στην κατ' έφεση δίκη δεν εφαρμόζεται όπως προκύπτει από ορίζοντα στο άρθρο 502 παρ. 1 εδάφ. γ' Κ.Ποιν.Δ. η διάταξη του άρθρου 343 ιδίου Κώδικα και δεν υπάρχει υποχρέωση αναπτύξεως της κατηγορίας από τον Εισαγγελέα ούτε το επιλαμβανόμενο της υποθέσεως κατ' έφεση δικαστήριο είναι υποχρεωμένο σε παροχή διευκρινίσεων επί της κατηγορίας όταν δεν έχει προσβληθεί με την έφεση απορριπτική διάταξη της πρωτοδίκου αποφάσεως σχετικά με υποβληθείσα ένσταση κατηγορουμένου για ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, αλλά κρίνει τα μέρη της πρωτόδικης αποφάσεως στα οποία αναφέρονται οι προβαλλόμενοι στην έφεση λόγοι. Κατ' ακολουθίαν αυτών ούτε από τη μη απάντηση του Πενταμελούς Εφετείου ειδικώς επί των λοιπών ως άνω ισχυρισμών και αιτημάτων παροχής διευκρινίσεων επί της κατηγορίας όπως γραπτώς μόνον υποβλήθηκαν από τον συνήγορο αυτού του κατηγορουμένου δημιουργήθηκε έλλειψη ακροάσεως με συνέπεια να είναι αβάσιμος και κατά το σκέλος του αυτό ο ίδιος ως άνω από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Β' Κ.Ποιν.Δ. λόγος αναιρέσεως για ακυρότητα από τέτοια έλλειψη. Μετά από τα παραπάνω πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσίαν και η αίτηση του αναιρεσείοντος Ε. Π. όπως διαμορφώθηκε με τους προσθέτους λόγους αναιρέσεως κατ' ουσίαν και να καταδικασθούν καθένας των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει α) την από 12-2-2013 αίτηση του S. B. του T. (ή S. K.), β) την από 12-2-2013 αίτηση του K. D. του T. (ή P. P.) και γ) την από 8-8-2012 αίτηση του Ε. Π. του Χ. μετά των από 30-4-2013 κατατεθέντων προσθέτων λόγων για αναίρεση της 1175/2012 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει καθένα των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουλίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Νοεμβρίου 2013. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ