Αριθμός 1511/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Νικόλαο Πουλάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 31 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1. Κ. Φ. του Γ., κατοίκου ..., και 2. Δ. Λ. του Π., κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Φωτάκη, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Ο. Σ. Α. «Ε. και τον διακριτικό τίτλο «Ο. Α..Ε.., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία - Ειρήνη Γιαννούζη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-10-2019 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3490/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 19/2022 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12-4-2022 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και καταδίκη της αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1.-Με την κρινόμενη από 12 Απριλίου 2022 και με αριθ. κατάθ. 404/29/21.4.2022 αίτηση αναίρεσης των αναιρεσειόντων ι) Κ./νου Φ. και ιι) Δ. Λ., κατά της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «Ο..Σ..Υ.. Α..Ε.., προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών - εργατικών διαφορών, με αριθ. 19/13.1.2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, επί της από 8.2.2021 και με αριθ. καταθ. 996/55/10.2.2021 έφεσης των εναγόντων - εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων, κατά της υπ' αριθμ. 3490/17.11.2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία απορρίφθηκε εν μέρει ως απαράδεκτη και εν μέρει ως μη νόμιμη και κατά τα λοιπά, ως ουσιαστικά αβάσιμη, η από 7.10.2019 και με αριθμό κατ. 10576/5323/20.11.2019 αγωγή. Με την προσβαλλόμενη απόφαση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τυπικά την έφεση, αλλά την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εφόσον αυτή κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου στις 21.4.2022, ενώ δεν προκύπτει επίδοση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, που δημοσιεύτηκε στις 13.1.2022 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). 2.-Με το άρθρο 1 παρ. 2 του Ν. 4046/2012 (ΦΕΚ 28/14.02.2012) "Έγκριση των Σχεδίων Συμβάσεων Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης μεταξύ του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (Ε.Τ.Χ.Σ.), της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Τράπεζας της Ελλάδος, του Σχεδίου του Μνημονίου Συνεννόησης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδος και άλλες επείγουσες διατάξεις για τη μείωση του δημοσίου χρέους και τη διάσωση της εθνικής οικονομίας" (ΦΕΚ Α' 28/14.02.2012), ο οποίος ψηφίσθηκε από την Ολομέλεια της Βουλής, με τη διαδικασία του κατεπείγοντος, ενεκρίθη το Μνημόνιο Συνεννόησης (Μemorandum of Understanding) μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδας, το οποίο αποτελείται από τα εξής, επιμέρους, Μνημόνια: α) Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής, β) Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής και γ) Τεχνικό Μνημόνιο Συνεννόησης. Τα παραπάνω μνημόνια επισυνάφθηκαν στο ν. 4046/2012 ως παραρτήματά του και δημοσιεύθηκαν στο ίδιο ως άνω ΦΕΚ (28/14.02.2012), στην αγγλική (ως επίσημη γλώσσα) και σε ελληνική μετάφραση. Με το άρθρο 1 § 6 ν. 4046/2012 ορίσθηκε ότι "Οι ρυθμίσεις που περιλαμβάνονται στο κεφάλαιο Ε` "Διαρθρωτικές Μεταρρυθμίσεις", παράγραφοι 28 και 29 του Μνημονίου Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής και στο Κεφάλαιο 4 "Διαρθρωτικές Μεταρρυθμίσεις για την Ενίσχυση της Ανάπτυξης" παράγραφος 4.1: "Διασφάλιση της ταχείας προσαρμογής της αγοράς εργασίας και ενίσχυση των θεσμών της αγοράς εργασίας" του Μνημονίου Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής, τα σχέδια των οποίων εγκρίνονται κατά την παράγραφο 2 και προσαρτώνται ως παράρτημα V στον παρόντα νόμο, συνιστούν πλήρεις κανόνες δικαίου άμεσης εφαρμογής. Με αποφάσεις του Υπουργικού Συμβουλίου ρυθμίζεται κάθε αναγκαίο ζήτημα για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου.". Ειδικότερα, οι παράγραφοι 28 και 29 του Κεφαλαίου Ε' υπό τον τίτλο "Διαρθρωτικές Μεταρρυθμίσεις" του Μνημονίου Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής αναφέρονται αντίστοιχα στην επείγουσα ανάγκη λήψης μέτρων για την αποκατάσταση της ανταγωνιστικότητας της Ελληνικής οικονομίας και την οικονομική ανάπτυξη (παρ. 28), καθώς και στη λήψη μέτρων για τη βελτίωση της λειτουργίας της αγοράς εργασίας, στα οποία περιλαμβάνεται και η αφαίρεση της μονιμότητας σε όλες τις παραδοσιακές (ορθότερα "υφιστάμενες" σε μετάφραση του πρωτότυπου όρου "existing") συμβάσεις σε όλες τις εταιρείες. Η νέα νομική διάταξη θα μεταμορφώσει αυτομάτως τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου (οι οποίες ορίζονται ως έχουσες λήξη κατά το όριο ηλικίας ή την σύνταξη) σε συμβάσεις αορίστου χρόνου για τις οποίες ισχύουν οι κανονικές διαδικασίες απόλυσης (παρ. 29). Η παρ. 4.1 του Κεφαλαίου 4 του Μνημονίου Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής και υπό τον τίτλο "Δεσμεύσεις από το παρελθόν και ειδικοί εργασιακοί όροι" προβλέπει τα εξής: "Πριν την εκταμίευση καταργούνται οι όροι μονιμότητας (συμβάσεις ορισμένου χρόνου, που ορίζουν ότι λήγουν σε κάποιο όριο ηλικίας ή στη συνταξιοδότηση), που περιλαμβάνονται σε νόμο ή σε συμβάσεις εργασίας". Πρόθεση του νομοθέτη του παραπάνω νόμου ήταν οι συγκεκριμένες ρυθμίσεις των μνημονίων, που αναφέρονται στην παρ. 6 του άρθρου 1 του ν. 4046/2012 (στις οποίες περιλαμβάνονται και οι προαναφερθείσες για την κατάργηση των ρητρών μονιμότητας στις εργασιακές σχέσεις) να ισχύσουν άμεσα ως πρωτογενείς κανόνες δικαίου της ελληνικής έννομης τάξης. Στη συνέχεια, κατ' εξουσιοδότηση του τελευταίου εδαφίου του άρθρου 1 παρ. 6 του Ν. 4046/2012 εκδόθηκε η πράξη 6 της 28.2.2012, (εφεξής Π.Υ.Σ.) που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Α' 38/28.2.2012, για τη "ρύθμιση θεμάτων προς εφαρμογή της παρ. 6 του άρθρου 1 του ν. 4046/2012". Στην τελευταία αναφέρεται, ότι το Υπουργικό Συμβούλιο "Έχοντας υπόψη: 1. Την παράγραφο 6 του άρθρου 1 του ν. 4046/2012 (Α' 28), 2. Τις ρυθμίσεις του Κεφαλαίου Ε' "Διαρθρωτικές Μεταρρυθμίσεις", παράγραφος 29 του Μνημονίου Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής και στο Κεφάλαιο 4 "Διαρθρωτικές Μεταρρυθμίσεις για την Ενίσχυση της Ανάπτυξης" παράγραφος 4.1: "Διασφάλιση της ταχείας προσαρμογής της αγοράς εργασίας και ενίσχυση των θεσμών της αγοράς εργασίας" του Μνημονίου Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής, τα σχέδια των οποίων εγκρίθηκαν κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 1 και προσαρτήθηκαν ως παράρτημα V στον ν. 4046/2012, 3. Το γεγονός, ότι οι ανωτέρω ρυθμίσεις συνιστούν πλήρεις κανόνες δικαίου άμεσης εφαρμογής, σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 6 του άρθρου 1 του ν. 4046/2012, 4. Την ανάγκη να ρυθμιστούν αναγκαία ζητήματα για την εφαρμογή των ανωτέρω ρυθμίσεων, 5. Την ανάγκη εφαρμογής συνολικών και σημαντικών διαρθρωτικών ρυθμίσεων, με στόχο την τόνωση της απασχόλησης και της παραγωγής και την αύξηση της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας, με την απελευθέρωση των αγορών εργασίας, όπως αυτές δικαιολογούνται από λόγους γενικότερου συμφέροντος συνδεόμενους με τη λειτουργία της εθνικής οικονομίας και την ανάγκη λήψης έκτακτων μέτρων για την προστασία της, 6. Το άρθρο 90 του Κώδικα Νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα Κυβερνητικά Όργανα (π.δ. 63/2005, Α' 98), 7. Το γεγονός ότι, από την πράξη αυτή δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του Κρατικού Προϋπολογισμού, 8. Την από 28.2.2012 εισήγηση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης ενώπιον του Υπουργικού Συμβουλίου, αποφασίζει:...Άρθρο 5 1. από 14.2.2012 συμβάσεις εργασίας εργαζομένων, που προβλέπεται να λήγουν με τη συμπλήρωση ορίου ηλικίας ή με τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων συνταξιοδότησης, νοούνται ως συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου και σε περίπτωση λύσης αυτών εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν. 2112/1920, όπως ισχύει. Οι διατάξεις, που προβλέπονται στο προηγούμενο εδάφιο εφαρμόζονται και σε επιχειρήσεις, εταιρείες ή οργανισμούς που υπάγονται ή είχαν υπαχθεί οποτεδήποτε κατά το παρελθόν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός είχε οριοθετηθεί κάθε φορά με τις διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 1 του ν. 1256/1982 (Α' 65) ή με τις διατάξεις του άρθρου 51 του ν. 1892/1990 (Α' 101). 2. Από τις 14.2.2012 διατάξεις νόμων ή κανονιστικών αποφάσεων, καθώς και όροι Συλλογικών Συμβάσεων και Διαιτητικών Αποφάσεων, Κανονισμών Εργασίας, Οργανισμών Προσωπικού και αποφάσεων Διοίκησης επιχειρήσεων, που θεσπίζουν όρους που υποκρύπτουν μονιμότητα ή ρήτρες μονιμότητας παρεκκλίνοντας από τους γενικούς κανόνες της εργατικής νομοθεσίας ή και προβλέπουν την εφαρμογή, αναλογική ή ευθεία, διατάξεων του Κώδικα περί Δημοσίων Υπαλλήλων, καταργούνται. Οι διατάξεις, που προβλέπονται στο προηγούμενο εδάφιο εφαρμόζονται και σε επιχειρήσεις, εταιρείες ή οργανισμούς, που υπάγονται ή είχαν υπαχθεί οποτεδήποτε κατά το παρελθόν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός είχε οριοθετηθεί κάθε φορά με τις διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 1 του ν. 1256/1982 (Α' 65) ή με τις διατάξεις του άρθρου 51 του ν. 1892/1990 (Α 101)". Με το άρθρο 6 της ως άνω Π.Υ.Σ. ορίσθηκε ότι η ισχύς της αρχίζει από τη δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (28.2.2012) εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά στις επιμέρους διατάξεις. Από τα προαναφερθέντα γίνεται φανερό, ότι με τις διατάξεις του άρθρου 5 της παραπάνω Π.Υ.Σ. καταργήθηκαν από τις 14 Φεβρουαρίου 2012 οι λεγόμενες ρήτρες μονιμότητας, δηλαδή, οι κανονιστικοί εκείνοι όροι με τους οποίους ο εργοδότης αναλαμβάνει την υποχρέωση να μην απολύσει τον εργαζόμενο, παρά μόνο για ορισμένους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά και των οποίων η βασιμότητα κρίνεται συνήθως με ορισμένη διαδικασία. Οι όροι αυτοί μπορεί να ενυπάρχουν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας τόσο ορισμένου όσο και αορίστου χρόνου. Η μονιμότητα δηλαδή αποτελεί είδος περιορισμού του δικαιώματος του εργοδότη να προβεί στην ελεύθερη καταγγελία της σύμβασης εργασίας των απασχολουμένων από αυτόν μισθωτών. Ειδικότερα, η έννοια της παρ. 2 του άρθρου 5 της εν λόγω υπ' αριθμό 6/2012 Π.Υ.Σ. είναι ότι καταργούνται, πέραν του ορίου ηλικίας ή της προϋπόθεσης συνταξιοδότησης (περί της οποίας προβλέπει η παρ. 1), οι διαδικαστικοί και ουσιαστικοί περιορισμοί του δικαιώματος καταγγελίας, ανεξαρτήτως εάν αυτοί προβλέπονταν από διατάξεις νόμων ή κανονιστικές αποφάσεις ή συλλογικές ρυθμίσεις ή κανονισμούς εργασίας ή οργανισμούς προσωπικού ή αποφάσεις οργάνων διοίκησης των επιχειρήσεων, καθώς και ό,τι παρεκκλίνει από τους γενικούς κανόνες της εργατικής νομοθεσίας και ό,τι προσομοιάζει στον Υπαλληλικό Κώδικα αναφορικά με τα θέματα απόλυσης, ανεξαρτήτως του χαρακτηρισμού της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ως ορισμένου (λόγω θέσπισης ορίου ηλικίας ή προϋπόθεσης συνταξιοδότησης ως χρονικού σημείου της λήξης αυτής) ή αορίστου χρόνου. Καταργούνται δηλαδή οι ρυθμίσεις εκείνες που αποκλείουν την τακτική καταγγελία ή την καθιστούν αιτιώδη, εξαρτώντας αυτήν από σπουδαίο λόγο ή από συγκεκριμένους λόγους. Η παραπάνω διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 5 της υπ' αριθμό 6/2012 Π.Υ.Σ., που αναφέρεται στην κατάργηση των ρητρών μονιμότητας, μη περιοριζόμενη στη μετατροπή σε συμβάσεις αορίστου χρόνου των συμβάσεων με χρόνο λήξης σε συγκεκριμένο όριο ηλικίας του μισθωτού ή στη συνταξιοδότηση αυτού, δεν έχει θεσπιστεί καθ' υπέρβαση της σχετικής ειδικής νομοθετικής εξουσιοδότησης, καθόσον η κατάργηση των κανονιστικών όρων εργασίας, που ορίζουν ως προς την απόλυση συγκεκριμένων κατηγοριών εργαζομένων με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου διαφορετικές προϋποθέσεις, σε σχέση με αυτές που προβλέπουν ο Ν. 2112/1920 και η κοινή εργατική νομοθεσία, λόγω ενσωματωμένων σε αυτές ρητρών μονιμότητας, προκύπτει από τις σχετικές με το εξεταζόμενο ζήτημα ρυθμίσεις, οι οποίες περιέχονται στο άρθρο 1 παρ. 6 του εξουσιοδοτικού Ν. 4046/2012, και συγκεκριμένα στις σχετικές ρήτρες της παραγράφου 29 του Κεφαλαίου Ε του Μνημονίου Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής και της παραγράφου 4.1 του Κεφαλαίου 4 του Μνημονίου Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής, οι οποίες έχουν αυτήν ακριβώς την έννοια, όπως αυτή συνάγεται από την γενικότητα της διατύπωσης αυτών ["αφαίρεση της μονιμότητας σε όλες τις παραδοσιακές συμβάσεις", "καταργούνται οι όροι περί μονιμότητας..."] και αυτήν ακριβώς την έννοια αποδίδει η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 5 της υπ' αριθμό 6/2012 Π.Υ.Σ. (Ολ. ΑΠ 11/2017, ΟλΣτΕ 2307/2014 σκέψη 37). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ. 2 ΑΚ, 1 και 3 του Ν. 2112/1920, 1, και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργαζόμενου αλλά και του εργοδότη, τηρώντας απλώς τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, ήτοι έγγραφο τύπο και καταβολή αποζημίωσης (Ολ ΑΠ 11/2017). Η άσκηση, όμως, του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε άλλου δικαιώματος, υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 AΚ, δηλαδή της μη υπέρβασης των ορίων που επιβάλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών, εφόσον είναι προφανής, καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ. Ειδικότερα, η εκ μέρους του εργοδότη καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας θεωρείται καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από κίνητρα ξένα προς το σκοπό, για τον οποίο έχει προβλεφθεί, ως δικαίωμα. Αυτό μπορεί να συμβεί σε περιπτώσεις, κατά τις οποίες η καταγγελία γίνεται από εμπάθεια, μίσος ή διάθεση εκδίκησης, ύστερα από προηγηθείσα νόμιμη, αλλά μη αρεστή στον εργοδότη, συμπεριφορά του εργαζόμενου. Η καταγγελία όμως δεν είναι καταχρηστική όταν οφείλεται σε διακοπή της αρμονικής συνεργασίας μεταξύ αυτού και του εργαζομένου, που προήλθε από αντισυμβατική συμπεριφορά ή από πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του τελευταίου, καθώς και όταν οφείλεται σε πραγματική και ηθελημένη ανάρμοστη συμπεριφορά του εργαζομένου προς τον εργοδότη ή τους νομίμους εκπροσώπους του ή προς συναδέλφους ή προς τους συναλλασσομένους με την επιχείρηση του εργοδότη, αφού στην περίπτωση αυτή διαταράσσεται η εύρυθμη λειτουργία της επιχείρησης και κλονίζεται η μεταξύ των μερών σχέση εμπιστοσύνης, που πρέπει να διέπει τη λειτουργία της σύμβασης (ΑΠ 1889/2017, ΑΠ 1683/2012). Επίσης δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία, όταν δεν υπάρχει γι' αυτή κάποια αιτία, αφού ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής κατά προφανή υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι' αυτήν ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους, που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Η αντικειμενικά αδικαιολόγητη καταγγελία, δηλαδή η καταγγελία η οποία δεν δικαιολογείται από σοβαρούς, συνδεόμενους με το αντικειμενικό συμφέρον της επιχείρησης λόγους, δεν είναι άνευ άλλου τινός καταχρηστική, διότι στην αντίθετη περίπτωση, η καταγγελία από αναιτιώδης θα μετατρεπόταν σε αιτιώδη (AΠ 114/2019). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 55 παρ. 4 εδ. α' του π.δ. 410/1988 ''Κωδικοποίηση σε ενιαίο κείμενο των διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας, που αφορούν το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των λοιπών Νομικών Προσώπων Ιδιωτικού Δικαίου'', όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 6 παρ. 1 του ν. 3320/2005, ''Το προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, το οποίο δεν υπάγεται για τη χορήγηση σύνταξης στην ασφάλιση του Δημοσίου, εφόσον συμπληρώσει τις προϋποθέσεις για λήψη σύνταξης, δύναται να αποχωρεί από την υπηρεσία λαμβάνοντας το μεν επικουρικά ασφαλισμένο το 40%, το δε μη επικουρικά ασφαλισμένο το 50% της προβλεπόμενης από τις κείμενες διατάξεις αποζημίωσης'', ενώ κατά την παρ. 5 του άρθρου 55 του π.δ. 410/1988 ''Το ποσοστό αποζημίωσης που προβλέπεται στις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου υπολογίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού και δεν μπορεί να υπερβαίνει το ανώτατο όριο αποζημίωσης του άρθρου 2 παρ. 2 του α.ν. 173/1967, όπως αυτό κάθε φορά αναπροσαρμόζεται. Η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή από την ισχύ του ν. 993/1979''. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 παρ. 2 του α.ν. 173/1967, ''Εις ας περιπτώσεις εργοδότης τυγχάνει το Δημόσιον ή Νομικόν Πρόσωπον Δημοσίου Δικαίου ή Τράπεζα ή Επιχειρήσεις και Οργανισμοί κοινής ωφελείας (ΔΕΗ, ΟΤΕ, Εταιρείαι Υδάτων κλπ) ή Επιχειρήσεις επιχορηγούμεναι υπό του Κράτους, η υπό του ν. 2112/1920, ως ούτος ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως, οφειλομένη αποζημίωσις δεν δύναται να υπερβαίνει εις πάσαν περίπτωσιν το ποσόν των 240.000 δραχμών, καταργουμένης πάσης αντιθέτου ειδικής διατάξεως νόμου ή συμβάσεως οιασδήποτε μορφής ή τυχόν υπάρχοντος εθίμου''. Το ανώτατο αυτό όριο αυξήθηκε διαδοχικά και ήδη, με το άρθρο 21 παρ. 13 του ισχύοντος ν. 3144/2003, προσδιορίσθηκε στο ποσό των 15.000 ευρώ. Σύμφωνα δε με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν.δ. 618/1970, '' Τα υπό των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 2 και του άρθρου 3 του α.ν. 173/1967 τιθέμενα ανώτατα όρια αποζημιώσεως ισχύουν δια πάσαν περίπτωσιν οφειλομένης, δυνάμει γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου ή κανονισμού ή συμβάσεως, αποζημιώσεως εις τους αποχωρούντας, απομακρυνομένους ή απολυομένους υπαλλήλους και εργάτας του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, Τραπεζών, Επιχειρήσεων Κοινής Ωφελείας ή επιχειρήσεων επιχορηγουμένων υπό του Κράτους, υφ' οιανδήποτε σχέση εργασίας μετ' αυτού συνδεομένων, καταργουμένης πάσης αντιθέτου γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου, κανονισμού, συμβάσεως οιασδήποτε μορφής και εθίμου''. Οι ως άνω διατάξεις, ως εκ του σκοπού θεσπίσεώς τους, που προδήλως έγκειται στον περιορισμό, για λόγους γενικότερου συμφέροντος, των αποζημιώσεων των προαναφερόμενων μισθωτών για την οικονομική ανακούφιση του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και των άλλων Οργανισμών και Επιχειρήσεων, περιλαμβανομένων και των Επιχειρήσεων Κοινής Ωφέλειας, δεδομένου ότι οι σχετικές δαπάνες επιβαρύνουν τελικά τους φορολογούμενους ή το κόστος των παρεχόμενων στους πολίτες υπηρεσιών (Oλ AΠ 20/2006, 10/1998, 33-34/1997), αποτελούν διατάξεις αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια, αφού τείνουν τελικά σε προστασία και των πολιτών, και υπερισχύουν γι' αυτό των ευνoϊκότερων όρων των ΣΣΕ, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 3 του ν. 1876/1990. Οι επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, έχοντας εξ ορισμού ως αντικείμενο την εξυπηρέτηση κοινωφελών σκοπών, για τους οποίους πρωτίστως ενδιαφέρεται το Κράτος, αποτελούν κατά κανόνα κατηγορία δημοσίων επιχειρήσεων, που ελέγχονται από το δημόσιο ή άλλα νομικά πρόσωπα ή οργανισμούς δημόσιου χαρακτήρα. Αποφασιστικό, όμως, στοιχείο για το χαρακτηρισμό μιας επιχειρήσεως ως κοινής ωφέλειας δεν είναι η νομική μορφή ή ο φορέας της, ούτε το νομικό καθεστώς που διέπει την ίδρυση και λειτουργία της, αλλά η φύση των υπηρεσιών της, οι οποίες πρέπει να είναι ζωτικής σημασίας για την εξυπηρέτηση βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου (Oλ ΑΠ 20/2006, ΑΠ 934/2019, ΑΠ 227/2016, 591/2015, 675/2014, 1121/2013). 3.-Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999). Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια. Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995). 4.-Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Ο πρώτος ενάγων, γεννηθείς στις 17.12.1952, o οποίος είναι πτυχιούχος πολιτικός μηχανικός, προσλήφθηκε την 1η.6.1982, με την ειδικότητα του υπαλλήλου και ειδικότερα εργάστηκε στην εταιρεία ‘Ή. Α..Ε.." από 1.6.1982 έως 5.7.2011 και στην εναγόμενη εταιρεία ‘Ό..Σ. Α..Ε..", που προέκυψε μετά τη συγχώνευση των εταιρειών ‘Έ. Α..Ε.." και "Η. Α.,Ε..", από 6.7.2011 έως 31.8.2019, ως Διευθυντής Παραγωγής Συγκοινωνιακού Έργου. Ο δεύτερος ενάγων, γεννηθείς στις 25.6.1955, ο οποίος είναι πτυχιούχος ηλεκτρολόγος μηχανικός, προσλήφθηκε στις 8.5.1985, με την ειδικότητα του υπαλλήλου και εργάστηκε στην εταιρεία ‘Ή. Α..»Ε. από 8.5.1985 έως 5.7.2011 και στην εναγόμενη εταιρεία από 6.7.2011 έως 31.8.2019. Οι ενάγοντες, ως μηχανικοί, που είναι ασφαλισμένοι στο Ταμείο Σύνταξης Μηχανικών Εργοληπτών Δημοσίων Έργων (Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε.), συνταξιοδοτούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 915/1979, όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με τα άρθρα 10 του Ν. 3863/2010 και την παρ. ΙΑ.4 του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012. Προέκυψε δε ότι, αυτοί (ενάγοντες), υπέβαλαν στις 6.5.2016, στον ανωτέρω ασφαλιστικό τους φορέα αίτηση συνταξιοδότησης, έλαβαν δε (από την 1η.6.20216) σύνταξη μειωμένη κατά 70%, σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 14 του ν. 2592/1998, καθότι δήλωσαν προς τον ασφαλιστικό τους οργανισμό, ότι θα συνεχίσουν να εργάζονται στην εναγόμενη. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι, κατόπιν των ως άνω σχετικών αιτήσεων των εναγόντων, εκδόθηκε η υπ' αρ. 51689/2017 απόφαση της Προϊσταμένης της Περιφερειακής Δ/νσης Συντάξεων και Ασφάλισης του Ε.Φ.Κ.Α., με την οποία χορηγήθηκε, από 1.6.2016, στον πρώτο ενάγοντα, που είχε συνολικό συντάξιμο χρόνο ασφάλισης 40 ετών, το μηνιαίο ποσό των 305,68 ευρώ για κύρια σύνταξη (αρχικό ποσό σύνταξης 1018,95,95 ευρώ, μειωμένο κατά 70%, λόγω συνέχισης της εργασίας) και το μηνιαίο ποσό των 406,56 ευρώ ως ειδική προσαύξηση (αρχικό ποσό 1355,20 ευρώ μειωμένο κατά 70%), καθώς και η υπ' αρ. 51650/2017 απόφαση, με την οποία χορηγήθηκε, επίσης από 1.6.2016, στο δεύτερο ενάγοντα, που είχε συνολικό συντάξιμο χρόνο ασφάλισης για την κύρια σύνταξη 40 ετών, το μηνιαίο ποσό των 305,68 ευρώ για κύρια σύνταξη (αρχικό ποσό 1018,95 ευρώ, μειωμένο κατά 70% λόγω συνέχισης της εργασίας) και το μηνιαίο ποσό των 396,39 ευρώ ως ειδική προσαύξηση (αρχικό ποσό 1.321,32 ευρώ μειωμένο κατά 70%). Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, στις 20.6.2017 η Διεύθυνση Ανθρωπίνου Δυναμικού της 'Ό.ΣΥ Α.Ε". υπέβαλε στο Δ.Σ. αυτής έγγραφη εισήγηση με θέμα ''Συνταξιούχοι που συνεχίζουν να εργάζονται", με την οποία εισηγήθηκε την αποδοχή της από 19.6.2017, με αρ. πρωτ. 1137/31552/19.6.2017, σχετικής γνωμοδότησης της νομικής συμβούλου της εταιρείας Μ. Λ., ενώ το Δ.Σ., με την υπ' αρ. 233/22.6.2017 απόφασή του, αποφάσισε ομόφωνα την αποδοχή της γνωμοδότησης, ήτοι την απομάκρυνση από την εταιρεία όσων εργαζομένων διαπιστωθεί ότι έχουν συμπληρώσει τρία έτη εργασίας σε αυτήν, από την ημερομηνία συνταξιοδότησής τους. Ακολούθως, στις 26.9.2018, η Δ/νση Ανθρωπίνου Δυναμικού της εναγόμενης υπέβαλε σχετικό ερώτημα στη Δ/νση Νομικής Υποστήριξης, με αρ. πρωτ. 47075/26.9.2018 και θέμα "Συνταξιοδότηση Προσωπικού", επί του οποίου η τελευταία απέστειλε, σχετικά με το θέμα αυτό, το με αρ. πρωτ. 49734/9.10.2018 υπηρεσιακό σημείωμα, υπογεγραμμένο από την προαναφερθείσα νομική σύμβουλο, σύμφωνα με το οποίο, κατά τον άρθρο 38 παρ. 1 α του Γ.Κ.Π. της εναγόμενης, οι εργαζόμενοι αυτής απολύονται από την υπηρεσία μόνον όταν συμπληρώσουν τις προϋποθέσεις για λήψη πλήρους και όχι μειωμένης σύνταξης από τον ασφαλιστικό τους φορέα, ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας, καθώς τέτοιο όριο δεν καθορίζεται με τον Κανονισμό, αρμόδιος δε να αποφανθεί για τα ηλικιακά όρια αποχώρησης των εργαζομένων τυγχάνει ο ασφαλιστικός φορέας Ε.Φ.Κ.Α. Κατόπιν αυτών και αφού προηγουμένως η εναγόμενη είχε λάβει με εισαγγελική παραγγελία τις ανωτέρω αποφάσεις συνταξιοδότησης των εναγόντων, ο δ/νων σύμβουλός της εξέδωσε τις υπ' αρ. 28951/31.5.2019 και 28949/31.5.2019 αποφάσεις για τον πρώτο και δεύτερο των εναγόντων, αντίστοιχα, με τις οποίες αποφασίστηκε η λύση της εργασιακής σχέσης αυτών, από 1.9.2019, με την αιτιολογία ότι αυτοί είχαν συμπληρώσει τις προϋποθέσεις πλήρους συνταξιοδότησης από 6.5.2016. Σε εκτέλεση δε των ως άνω αποφάσεων επιδόθηκαν στους ενάγοντες στις 2.9.2010, όπως, αποδεικνύεται από τις υπ' αρ. 7294 και 7295/2.9.2019, αντίστοιχα, εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών Α. Γ.. Τ., οι, από 1.9.2019, έγγραφες καταγγελίες της σύμβασης εργασίας τους, με αιτιολογία την συνταξιοδότησή τους. Επίσης, στις 27.9.2019, επιδόθηκαν στους ενάγοντες, δυνάμει των υπ' αρ. 7358 και 7359/27.9.2019 εκθέσεων επίδοσης της ίδιας δικαστικής επιμελήτριας, οι από 26.9.2019 εξώδικες δηλώσεις γνωστοποίησης καταβολής αποζημίωσης - επικουρικές καταγγελίες σύμβασης εργασίας, με τις οποίες η εναγόμενη τους γνωστοποιούσε ότι είχε καταβάλει ως αποζημίωση απόλυσης, το ποσό των 15.000 ευρώ σε καθέναν από αυτούς, ενώ περαιτέρω προέβη και σε επικουρική καταγγελία των συμβάσεών τους, για την περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι η ως άνω από 1.9.2019 καταγγελία αυτών, έπασχε για οποιονδήποτε λόγο, από ακυρότητα. Όπως προαναφέρθηκε, οι ρήτρες μονιμότητας, που ενυπήρχαν σε συμβάσεις εργασίας, θωρούνται καταργημένες, από 14.2.2012, οπότε η εργοδότρια εναγόμενη εταιρεία, έχει έκτοτε το δικαίωμα (αναιτιώδους) καταγγελίας της σύμβασης εργασίας των εργαζομένων της, και εν προκειμένω των εναγόντων, εφόσον τηρήσει τις νόμιμες προϋποθέσεις του έγγραφου τύπου και καταβολής αποζημίωσης. Οι προϋποθέσεις αυτές τηρήθηκαν στην ένδικη περίπτωση, ήδη με την αρχική από 1.9.2019 έγγραφη καταγγελία, που επιδόθηκε στους ενάγοντες στις 2.9.2019, η δε καταβληθείσα σε αυτούς αποζημίωση απόλυσης (ποσού 15 000 ευρώ) αφενός μεν ήταν η προσήκουσα, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, αφετέρου δε η καταβολή της αποζημίωσης αυτής, που έλαβε χώρα στις 27.9.2019, κρίνεται ότι έγινε εντός εύλογου χρόνου, δεδομένου ότι, οι πληρωμές της εναγόμενης γίνονται μέσω της Ενιαίας Αρχής Πληρωμών, την 27η ημέρα κάθε μήνα. Οπότε ο ισχυρισμός των εναγόντων περί ακυρότητας των καταγγελιών αυτών λόγω μη ταυτόχρονης καταβολής της αποζημίωσης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, όπως ορθά κρίθηκε και με την εκκαλουμένη. Εξάλλου, οι ενάγοντες στο πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου της έφεσής τους υποστηρίζουν ότι, με αντιφατικές αιτιολογίες η εκκαλουμένη, ενώ δέχθηκε την κατάργηση των ρητρών μονιμότητας με το άρθρο 5 της Π.Υ.Σ. 6/2012, στις οποίες εμπίπτει και η διάταξη της παρ.2 του άρθρου 38 του Γ.Κ.Π. της εναγόμενης, εντούτοις δεν διαπίστωσε, ως όφειλε, το ίδιο (ήτοι την κατάργηση) ως προς τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 20 του ν.3863/2010, που προέβλεπε τη δυνατότητα παραμονής στην υπηρεσία των συνταξιοδοτούμενων υπαλλήλων, εφόσον υπέβαλαν σχετική αίτηση προς την εργοδότρια, με μέγιστο χρόνο περαιτέρω παραμονής τα τρία έτη, εκτός κι αν δεν θεμελίωναν δικαίωμα συνταξιοδότησης με πλήρη σύνταξη. Ο λόγος αυτός όμως της έφεσης δεν είναι βάσιμος, διότι η εκκαλουμένη δεν έκρινε ότι η διάταξη αυτή συνεχίζει να ισχύει, αλλά αποφάνθηκε ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, (ανεξαρτήτως της ισχύος της ή όχι), οι ενάγοντες, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην αγωγή τους, δεν είχαν υποβάλλει σχετική αίτηση στην εναγόμενη, οπότε δεν συνδέονται οι ισχυρισμοί τους με σχετικό αίτημα αυτής και συνεπώς αλυσιτελώς προβάλλονται. Επίσης, με τον τέταρτο λόγο της έφεσης, οι ενάγοντες παραπονούνται ότι, η εκκαλουμένη παραμόρφωσε το περιεχόμενο των ως άνω υπ' αρ. 51689 και 51650/2017 αποφάσεων της Προϊσταμένης της Περιφερειακής Δ/νσης Συντάξεων και Ασφάλισης του Ε.Φ.Κ.Α., με τις οποίες χορηγήθηκε σε αυτούς, αντίστοιχα, σύνταξη ως ανωτέρω, καθώς δέχθηκε ότι τους χορηγήθηκε πλήρης σύνταξη, ενώ η αλήθεια είναι ότι είχαν θεμελιώσει συνταξιοδοτικό δικαίωμα, αλλά όχι πλήρους σύνταξης. Ο λόγος αυτός, όμως, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος. Κι αυτό διότι, ακόμη κι αν δεν είχαν συμπληρώσει τέτοιο δικαίωμα, όπως προεκτέθηκε, δεν δεσμεύεται η εργοδότριά τους - εναγόμενη να προβεί σε καταγγελία των συμβάσεών τους, η οποία δεν πάσχει από ακυρότητα ακόμη κι αν η σχετική αιτιολογία που αναφέρεται σε αυτήν είναι ''ελαττωματική", αφού δεν απαιτείται η ύπαρξη αιτίας για το κύρος της, ελέγχεται δε, εφόσον έχει τηρηθεί ο έγγραφος τύπος και η καταβολή της προσήκουσας αποζημίωσης, όπως συνέβη εν προκειμένω κατά τα προαναφερθέντα, μόνο ως προς την τυχόν καταχρηστικότητά της. Πέραν τούτου, δεν υφίσταται παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, όταν το Δικαστήριο της ουσίας οδηγήθηκε, από την ανάγνωση του εγγράφου, σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο διάδικος θεωρεί ορθό [. . .]. Εξάλλου, με τον έκτο λόγο της έφεσής τους, οι ενάγοντες υποστηρίζουν, επικουρικά, ότι, οι καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας τους είναι άκυρες, διότι οι διατάξεις των άρθρων 38 παρ. 2 του Γενικού Κανονισμού της εναγόμενης και του άρθρου 10 παρ. 20 του ν. 3863/2010, τις οποίες επικαλείται η τελευταία για τις απολύσεις τους, αντίκειται στην αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων λόγω ηλικίας, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην έφεσή τους. Ωστόσο, κι αυτός ο λόγος της έφεσης αλυσιτελώς προβάλλεται, καθώς, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν ανωτέρω και στη σχετική μείζονα σκέψη, η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία με συνέπεια το κύρος αυτής να μην εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε. Ανεξαρτήτως δηλ. του αν οι ως άνω επικαλούμενες ως αιτία της απόλυσης των εναγόντων από την εργοδότριά τους - εναγόμενη διατάξεις ήταν ήδη κατά το χρόνο αυτής, καταργημένες, όπως προαναφέρθηκε, ή ακόμη κι αν αυτές θεωρηθεί ότι αντίκειτο στην παραπάνω επικαλούμενη από τους εκκαλούντες αρχή, αυτό δεν επηρεάζει την εγκυρότητα της καταγγελίας. Περαιτέρω, ως προς τον αγωγικό ισχυρισμό των εναγόντων περί ακυρότητας των καταγγελιών των συμβάσεων εργασίας τους, ως καταχρηστικών, το παρόν Δικαστήριο, όπως και το πρωτοβάθμιο, κρίνει ότι δεν προέκυψε καταχρηστικότητα αυτών, οπότε ορθώς απορρίφθηκε με την εκκαλουμένη ως ουσιαστικά αβάσιμος, απορριπτομένων ως εκ τούτου και των σχετικών περί του αντιθέτου λόγων της έφεσης. Ειδικότερα, δεν αποδείχθηκαν οι ισχυρισμοί των εναγόντων ότι οι απολύσεις τους έγιναν από εμπάθεια στο πρόσωπό τους για ιδεολογικοπολιτικούς λόγους. Αντίθετα, από τα παραπάνω αναφερθέντα πραγματικά περιστατικά, συνάγεται η βούληση της εναγόμενης εταιρείας, κατόπιν και της ως άνω σχετικής εισήγησης της νομικής της συμβούλου, να λύσει στις συμβάσεις εργασίας των εργαζόμενων σε αυτήν, που είχαν συμπληρώσει τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης λόγω γήρατος και είχαν επιπλέον συνεχίσει να εργάζονται επί τρία έτη μετά από αυτήν. Αυτό αναφέρεται δε ως αιτιολογία στις καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων αλλά και άλλων εργαζομένων (24 συνολικά). Το γεγονός ότι οι σχετικές ρήτρες θεωρούνται, από το έτος 2012, καταργημένες, οπότε η αιτιολογία αυτή δεν έχει πλέον νομικό έρεισμα (πράγμα στο οποίο αφορά και η επικαλούμενη από τους ενάγοντες γνωμοδότηση του δικηγόρου Δ. Ρ.), δεν καθιστά τις καταγγελίες άκυρες, όπως πολλάκις αναφέρθηκε, λόγω του αναιτιώδους χαρακτήρα αυτών. Από την αναφερόμενη, ωστόσο, στις καταγγελίες αλλά και στις ως άνω σχετικές αποφάσεις της εναγόμενης, αιτιολογία, καταδεικνύεται ότι, σκοπός της (εναγόμενης) δεν ήταν η μεθοδευμένη από την τότε Διοίκηση και ιδιαίτερα από τον διευθύνοντα σύμβουλο αυτής Γ. Γ., απόλυσή τους, η οποία έγινε από εμπάθεια εναντίον των εναγόντων, όπως οι τελευταίοι υποστήριξαν πρωτοδίκως, αλλά και με την κρινόμενη έφεσή τους (στο δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου της). Τουναντίον, συνάγεται ότι, σκοπός της Διοίκησης της εναγόμενης ήταν να υπάρξει μια γενικότερη διευθέτηση, στα πλαίσια της επιχειρηματικής πολιτικής της επιχείρησης, του ζητήματος των εργαζόμενων σε αυτήν, που είχαν συνταξιοδοτηθεί, χωρίς να γίνεται διάκριση απλού προσωπικού και εξειδικευμένων στελεχών, όπως πειστικά καταθέτει και η μάρτυρας της εναγόμενης εταιρείας Μ. Τ. - Διευθύντρια Ανθρωπίνου Δυναμικού αυτής. Η ίδια μάρτυρας, η οποία ήταν η Εισηγήτρια για την αποδοχή από το Δ.Σ. (με την προαναφερθείσα από 22.6.2017 ομόφωνη απόφασή του) της γνωμοδότησης της ως άνω νομικής συμβούλου, αναφέρει κατηγορηματικά ότι δεν υπήρξαν πιέσεις από τον Υπουργό της τότε Κυβέρνησης Γ. Σπίρτζη, όπως ισχυρίζονται οι ενάγοντες. Κάποια δε δημοσιεύματα σε μη εγνωσμένης εγκυρότητας, διαδικτυακές ιστοσελίδες, που οι τελευταίοι επικαλούνται, δεν μπορούν να αποτελέσουν αξιόπιστο αποδεικτικό στοιχείο, για την ύπαρξη πολιτικής σκοπιμότητας στις καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων. Κατά το χρόνο μάλιστα λήψης της ως άνω απόφασης, διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας ήταν ο Α. και όχι ο Γ., ο οποίος ανέλαβε καθήκοντα μεταγενέστερα και απλώς προέβη στην εφαρμογή της. Άλλωστε και μετά την αλλαγή του δ/ντος συμβούλου Γ.. Γ., η Διοίκηση της εναγόμενης εταιρείας επιμένει ότι οι λόγοι για τους οποίους έλαβε χώρα η απόλυση ήταν γενικότερου σχεδιασμού της επιχείρησης και αφορούσαν ευρύτερο κύκλο εργαζομένων, που είχαν συμπληρώσει συνταξιοδοτικό δικαίωμα. Το γεγονός δε ότι, πέραν των εναγόντων, απολύθηκαν και άλλοι 22 υπάλληλοι, είναι ενισχυτικό της κρίσης περί έλλειψης επιλεκτικής εμπάθειας, στο πρόσωπο των εναγόντων. Ο ισχυρισμός τους, που αναπτύσσουν στο τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου της έφεσης, ότι οι ως άνω υπάλληλοι, αντίθετα με τους ίδιους, συναίνεσαν στην αποχώρησή τους, πλην των Χ. Ρ. και Α. Π., οι οποίοι προσέφυγαν στα δικαστήρια και δικαιώθηκαν, αληθής υποτιθέμενος, δεν συνηγορεί στο να χαρακτηρισθούν οι καταγγελίες των συμβάσεων των εναγόντων καταχρηστικές. Όπως προκύπτει δε από την επικαλούμενη από τους ενάγοντες σχετική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (υπ' αρ.119/2021), οι απολύσεις των δύο ως άνω υπαλλήλων, κρίθηκαν άκυρες, διότι δεν είχε επιδοθεί σε αυτούς έγγραφη καταγγελία, συνθήκη που δεν συντρέχει στην ένδικη υπόθεση. Εξάλλου, ούτε το γεγονός ότι κάποιοι υπάλληλοι, κατά τους ισχυρισμούς των εναγόντων, αν και είναι μεγαλύτερης ηλικίας από αυτούς, παραμένουν στην εταιρεία, μπορεί να καταστήσει καταχρηστικές τις επίδικες καταγγελίες. Ακόμη, οι ενάγοντες στο δεύτερο λόγο της έφεσης, ισχυρίζονται ότι ενδεικτικές της εμπάθειας προς το πρόσωπό τους είναι και οι υπ' αρ. 61596/4.12.2018 και 61593/4.12.2018 αποφάσεις του ως άνω δ/ντος συμβούλου της εναγόμενης. Με την πρώτη εξ αυτών, αποφασίστηκε η ανάθεση καθηκόντων διευθυντή στον Προϊστάμενο τμήματος Ξ. Ν., στη Δ/νση Παραγωγής Συγκοινωνιακού Έργου, τον οποίο ο διευθυντής Κ./νος Φ. (πρώτος ενάγων) θα συνεπικουρεί έως την αποχώρησή του από την Υπηρεσία λόγω συνταξιοδότησης. Η απόφαση αυτή αναφέρει ότι είναι προσωρινή μέχρι των τακτικών κρίσεων του προσωπικού και τελικά ανακλήθηκε από τον δ/ντα σύμβουλο, όταν διαμαρτυρήθηκε ο πρώτος ενάγων. Με τη δεύτερη ως άνω απόφαση μετακινήθηκε ο δεύτερος ενάγων από τη Δ/νση Α/Σ Άνω Λιοσίων στη Δ/νση Τεχνικής Υποστήριξης Οχημάτων. Δεν προέκυψε, όμως, ότι οι παραπάνω αποφάσεις λήφθηκαν από τον εν λόγω δ/ντα σύμβουλο, λόγω πολιτικής αντιπαλότητας με τους ενάγοντες, καθώς στα πλαίσια της γενικότερης επιχειρησιακής στρατηγικής της εταιρείας αποχώρησης των εργαζόμενων συνταξιούχων και ανανέωσης του προσωπικού, είναι λογικό να θελήσει να προετοιμάσει τη διάδοχη κατάσταση. Άλλωστε, με τις αποφάσεις αυτές οι ενάγοντες παρέμειναν δ/ντές, ο μεν πρώτος μαζί με τον προαναφερθέντα, ο δε δεύτερος σε άλλη δ/νση της εναγόμενης. Τα όσα καταθέτει ο μάρτυρας των εναγόντων - υπάλληλος της εναγόμενης, ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, αλλά και όσα αναφέρουν, προς επιβεβαίωση των αγωγικών ισχυρισμών, οι ενόρκως βεβαιούντες, επίσης υπάλληλοι αυτής, οι δύο εκ των οποίων είναι οι προαναφερθέντες που κινήθηκαν δικαστικά εναντίον της, δεν μπορούν να αναιρέσουν τα ανωτέρω αποδειχθέντα, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, περιστατικά, ούτε να στοιχειοθετήσουν καταχρηστικότητα της απόλυσης των εναγόντων, δεδομένου μάλιστα ότι, όπως αναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη, ακόμη κι η αντικειμενικά αδικαιολόγητη καταγγελία, δηλαδή η καταγγελία η οποία δεν δικαιολογείται από σοβαρούς, συνδεόμενους με το αντικειμενικό συμφέρον της επιχείρησης λόγους, γεγονός που ουδόλως προέκυψε στην επίδικη περίπτωση κατά τα προεκτεθέντα, δεν είναι άνευ άλλου τινός καταχρηστική, διότι στην αντίθετη περίπτωση, η καταγγελία από αναιτιώδης θα μετατρεπόταν σε αιτιώδη. Τέλος, το ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κατέληξε στην ίδια ως άνω κρίση, δεν σημαίνει ότι ''αντιπαρήλθε αβασάνιστα", όπως υποστηρίζουν οι ενάγοντες με το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου της έφεσής τους, την κατάθεση του μάρτυρά τους και τις ένορκες βεβαιώσεις που προσκόμισαν, αλλά ότι εκτίμησε ως πιο πειστικά τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, πράγμα που ανήκει στη διακριτική του ευχέρεια στα πλαίσια του σχηματισμού της δικανικής του κρίσης. Σε κάθε περίπτωση, το παρόν Δικαστήριο εκτιμά εκ νέου τις αποδείξεις. Κατόπιν τούτων, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση του κατέληξε στην ίδια κρίση με το παρόν, δεν έσφαλε και ορθώς εφάρμοσε τον νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις". Με βάση αυτές τις παραδοχές το εφετείο απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων. Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του, επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την εφαρμογή των ανωτέρω, όσον αφορά τα ουσιώδη ζητήματα α) της εσφαλμένης ανάγνωσης των υπ' αριθμ. 51689/2017 και 51650/2017 αποφάσεων της Προϊσταμένης της Περιφερειακής Διεύθυνσης Συντάξεων και Ασφάλισης του ΕΦΚΑ (πρώτος λόγος αναίρεσης), β) της καταχρηστικότητας ή μη της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων (δεύτερος λόγος αναίρεσης) και γ) των ηλικιακών κριτηρίων (τέταρτος λόγος αναίρεσης). Επομένως, οι περί του αντιθέτου, πρώτος, δεύτερος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετικές πλημμέλειες, είναι αβάσιμοι. Κατά το μέρος δε που υπό την επίφαση των ανωτέρω αναιρετικών λόγων και με αναφορά σε επί μέρους αποδεικτικά μέσα πλήττεται η επί της ουσίας αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ). 5.-Κατά την προαναφερθείσα αναλυτικώς διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ. ΑΠ 6/2019, 8/2018, 1/1999). Με τον εν λόγω αναιρετικό λόγο, ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού, από την άποψη αν οι παραδοχές της αποφάσεως πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου που εφάρμοσε. Έτσι ο λόγος αυτός ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υποθέσεως και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, όχι δε και όταν αυτό απέρριψε την αγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση ως απαράδεκτη, αόριστη ή μη νόμιμη (Ολ. ΑΠ 44/1990, 3/1997, ΑΠ 566/2022, ΑΠ 140/2022, ΑΠ 32/2022, ΑΠ 76/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι το εφετείο δεν έχει καθόλου αιτιολογίες και σε κάθε περίπτωση δεν έχει επαρκείς αιτιολογίες ως προς την απόρριψη των αγωγικών αιτημάτων τους περί αναγνώρισης της ακυρότητας των υπ' αριθμ. 28951/31.5.2019 και 28949/31.5.2019 αποφάσεων του διευθύνοντος συμβούλου της εναγομένης και της από 22.6.2017 απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής, ως απαραδέκτων, επειδή η αγωγή ασκήθηκε μετά το πέρας της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 3198/1955. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αιτίαση δεν ιδρύεται στην προκειμένη περίπτωση, καθότι το Μονομελές Εφετείο Πειραιώς με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν κατάρτισε ελάσσονα πρόταση εκτίμησης των αποδείξεων σχετικά με το ως άνω αγωγικό αίτημα, αλλά απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή, κατά την ανωτέρω αγωγική της βάση. 6.-Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους, κατά το βάσιμο περί τούτου αίτημα της αναιρεσίβλητης, η οποία παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 του ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 12.4.2022 και με αριθμό κατάθ. 404/29/21.4.2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 19/13.1.2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.- ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800)ευρώ.- ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Ιουνίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών, ο αμέσως αρχαιότερος Αρεοπαγίτης της σύνθεσης ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 4 Οκτωβρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ