Αριθμός 1338/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Α. τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «Τ. E. Α. «Ε. και δ.τ. «E.", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Ζ. του Ν., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τ. Π. Α.", που εδρεύει στην …..και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων ο 1ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πολύκαρπο Μανουσαρίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ η 2η δεν παραστάθηκε. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-5-2013 αίτηση του 1ου των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 938/Φ3774/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 13931/ 2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-5-2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Γεωργία Κατσιμαγκλή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα και ο 1ος των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την παρ.1 του άρθρου 74 του Ν. 4690/2020 ορίζεται ότι : "Το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13.3.2020 - 31.5.2020) δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων. Μετά τη λήξη της παραπάνω αναστολής οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία...". Περαιτέρω, με την παρ.1 του άρθρου 83 του Ν. 4790/2021 (Α` 48) ορίζεται ότι "Το χρονικό διάστημα από τις 7.11.2020 έως και την ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας, δυνάμει της κοινής υπουργικής απόφασης του άρθρου 11 της από 11.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α` 55), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4682/2020 (Α 76), δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων, καθώς και στις προθεσμίες παραγραφής των συναφών αξιώσεων. Μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος του πρώτου εδαφίου, οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Οι προθεσμίες που ανεστάλησαν κατά τα προηγούμενα εδάφια, δεν συμπληρώνονται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους". Εξάλλου, με την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 4792/2021 (A` 54) ορίζεται ότι "Κατά την αληθή έννοια του άρθρου 83 του Ν. 4790/2021 (Α' 48), ως ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων της χώρας για τον υπολογισμό των νόμιμων και δικαστικών προθεσμιών, λογίζεται η ημερομηνία άρσης της αναστολής των προθεσμιών, η οποία επήλθε με τη λήξη ισχύος της υπό στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ.18877/26.3.2021 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Προστασίας του Πολίτη, Εθνικής Άμυνας, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Υγείας, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Πολιτισμού και Αθλητισμού, Δικαιοσύνης, Εσωτερικών, Μετανάστευσης και Ασύλου, Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Υποδομών και Μεταφορών, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό "Έκτακτα μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του κορονοϊού COVID-19 στο σύνολο της Επικράτειας για το διάστημα από τη Δευτέρα 29 Μαρτίου 2021 και ώρα 6:00 έως και τη Δευτέρα, 5 Απριλίου 2021 και ώρα 6:00" (Β` 1194), ήτοι η 6.4.2021". Τέλος, με την επίσης ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 49 παρ. 1 και 2 του Ν. 4963/2022 (Α'149) ορίζεται ότι: " 1. Κατά την αληθή έννοια του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 4690/2020 (Α' 104) και του πρώτου εδάφιου της περ. α' της παρ. 1 του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α'48) ως προθεσμίες άσκησης ενδίκων βοηθημάτων και μέσων που ανεστάλησαν κατά το διάστημα από 13.3.2020 ως 31.5.2020 και από 7.11.2020 έως 5.4.2021, νοούνται και οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 518, της παρ. 5 του άρθρου 545 και της παρ. 3 του άρθρου 564 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας [π.δ. 503/1985, (Α'182) ΚΠολΔ]. 2. Κατά την αληθή έννοια του τρίτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 4690/2020 και του τρίτου εδαφίου της περ. α' της παρ. 1 του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 ως προθεσμίες άσκησης ενδίκων μέσων των οποίων παρατείνεται η λήξη νοούνται και οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 518, της παρ. 5 του άρθρου 545 και της παρ. 3 του άρθρου 564 ΚΠολΔ". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας από 13.3.2020 - 31.5.2020 και από 7.11.2020 έως 5.4.2021, δεν υπολογίζεται, μεταξύ των άλλων προθεσμιών και στην προθεσμία της παρ. 3 του άρθρου 564 ΚΠολΔ, κατά την οποία "αν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η προθεσμία της αναίρεσης είναι δύο (2) έτη και αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη", μετά δε τη λήξη του ανωτέρω τελευταίου χρονικού διαστήματος αναστολής, η προθεσμία αυτή τρέχει για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί το χρονικό διάστημα της εν λόγω διετούς προθεσμίας, ενώ η καταχρηστική αυτή προθεσμία, που ανεστάλη, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, δεν συμπληρώνεται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη της. Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη από 24-5-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 40068/80/1-6-2021, αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 13931/2018 απόφαση του, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των άρθρων 739 επ. ΚΠολΔ (με την οποία δικάζονται, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 3869/2010, οι υποθέσεις για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων), με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσία η από 1-11-2017 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 67969/3124/24-11-2017 έφεση της πρώτης καθ' ης η αίτηση - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, κατά της εκδοθείσας, κατά την ίδια διαδικασία, υπ' αριθμ. 938/Φ.3774/2016 πρωτόδικης οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, η από 24-5-2013 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 3774/29-5-2013 αίτηση του αιτούντος και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου, για την υπαγωγή του στις ρυθμιστικές διατάξεις του ν. 3869/2010. Η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 13931/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, της οποίας δεν έλαβε χώρα επίδοση από κάποιον από τους διαδίκους, δημοσιεύθηκε στις 17-12-2018 και επομένως η διετής καταχρηστική προθεσμία άσκησης της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 564 παρ. 3 ΚΠολΔ) άρχισε στις 18-12-2018, δηλαδή την επομένη της δημοσίευσής της και θα συμπληρωνόταν κανονικά στις 18-12-2020. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε την 1-6-2021. Ωστόσο, ενόψει του ότι, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, τα χρονικά διαστήματα της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας από 13.3.2020 έως 31.5.2020 και από 7.11.2020 έως 5.4.2021, δεν υπολογίζονται στην εν λόγω διετή προθεσμία της παρ. 3 του άρθρου 564 ΚΠολΔ, η οποία άρχισε και πάλι να τρέχει από τις 6-4-2021, ενώ η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε, όπως προαναφέρθηκε, την 1-6-2021, αυτή έχει ασκηθεί εμπροθέσμως, ήτοι εντός διετούς προθεσμίας από την επομένη της ως άνω δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης, αφαιρουμένων, σύμφωνα με τις προεκτιθέμενες διατάξεις, των ανωτέρω χρονικών διαστημάτων της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας και, συνεπώς, είναι απορριπτέος ο αντίθετος ισχυρισμός του πρώτου αναιρεσίβλητου, περί εκπρόθεσμης άσκησής της. Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Ειδικότερα, από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αίτησης αναίρεσης, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομόδικους, η συζήτηση της αίτησης κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν όμως κλητεύθηκε αυτός νόμιμα είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του και δεν εμφανιστεί στη συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αναγκαίο ομόδικο παρά την απουσία του (ΑΠ 1437/2019, ΑΠ 1946/2017, ΑΠ 756/2017). Εξάλλου, στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος - οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της απόφασης, που θα εκδοθεί, εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, κατ' άρθρο 76 παρ. 1 περ. β` του ΚΠολΔ (ΑΠ 516/2020, ΑΠ 757/2019, ΑΠ 1049/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ' αριθμ. ..Ε'/30-12-2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιώς, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Ν. Γ.. Κ., που προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης από 24-5-2021 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 40068/80/1-6-2021) αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτήν πράξη κατάθεσης δικογράφου και ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (17-2-2023) και κλήση για να παραστεί κατά τη συζήτηση αυτής, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, στη δεύτερη των αναιρεσίβλητων. Κατά την ανωτέρω όμως ορισθείσα δικάσιμο (17-2-2023), κατά την οποία εκφωνήθηκε νόμιμα η υπόθεση με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, η δεύτερη αναιρεσίβλητη ήταν απούσα και ειδικότερα δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε και κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνησή της. Επομένως, εφόσον η αναιρεσίβλητη αυτή δεν εμφανίστηκε κατά την προκειμένη δικάσιμο, αν και κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, το Δικαστήριο πρέπει, σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη, να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία της. Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 13931/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, όπως προαναφέρθηκε, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των άρθρων 739 επ. ΚΠολΔ, με την οποία δικάζονται, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 3869/2010, οι υποθέσεις για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, εκδόθηκε ερήμην της δεύτερης εφεσίβλητης και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης (ως καθολικής διαδόχου της δεύτερης εφεσίβλητης) και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων. Πλην όμως, παρά την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη, διότι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής άσκησης των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και επομένως η προσβαλλόμενη απόφαση είναι δεκτική άσκησης κατ' αυτής αίτησης αναίρεσης (ΑΠ 780/2022, ΑΠ 1376/2021, ΑΠ 67/2020). Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί παραδεκτά ως δικόγραφο, κατ' άρθρο 553 ΚΠολΔ, ως προς την ανωτέρω δεύτερη αναιρεσίβλητη. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, εφόσον η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και, κατά τα λοιπά, νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1, 741 και 769 Κ.Πολ.Δ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του λόγου της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων ..."), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του [και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, εφόσον η ένδικη από 24-5-2013 αίτηση του πρώτου αναιρεσίβλητου, περί υπαγωγής του στις διατάξεις του νόμου 3869/2010, υποβλήθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών στις 29-5-2013, ήτοι πριν από την αντικατάστασή του με τον ως άνω νόμο 4336/2015], ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Από τη διάταξη αυτή, η οποία θεσμοθετεί υπό προϋποθέσεις, τη δυνατότητα του φυσικού προσώπου να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει επαρκή ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και τη στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, προκύπτουν τα ακόλουθα: Βασική προϋπόθεση για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου Ν. 3869/2010, για τη ρύθμιση των οφειλών του, είναι ότι πρέπει να βρίσκεται σε γενική και μόνιμη (και όχι απλώς παροδική) αδυναμία πληρωμών, την οποία πρέπει να περιγράψει στην αίτησή του και, ακολούθως, να αποδείξει και η οποία, πάντως, δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται και αποδεικνύεται από πιστωτή. Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως. Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Ειδικότερα, η αδυναμία του οφειλέτη να ανταπεξέλθει στις οφειλές του κρίνεται συνολικά με βάση τη σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπόψη, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του. Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσο και αυτή που διαμορφώνεται κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων (ΑΠ 540/2022, ΑΠ 883/2020, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018). Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της κατάθεσης της αίτησης και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή σύνταξης, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ. Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (ΑΠ 540/2022, ΑΠ 883/2020, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 551/2018). Εξάλλου, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 Α.Κ. με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή και στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 Π.Κ., η οποία ορίζει ότι "με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης• επίσης όποιος γνωρίζει ότι με την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν υφίσταται αυτής. Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το "αποδέχεται" (Ολ. ΑΠ 4/2010, Ολ. ΑΠ 8/2005, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 297/2007). Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρέωσής του, ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επέλευσης των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του. Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις, που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής, δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στο βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο, σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στην περίπτωση του Ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και τη συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών. Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ. 1 εδάφιο α` του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας. Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 1174/2019). Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών. Συνεπώς, η εξαιτίας του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη, δεν είναι αναγκαίο να εμφανιστεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος, γνωρίζει ότι με βάση τα εισοδήματά του και τις εν γένει ανάγκες του δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει. Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει και όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγήσει σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και όμως αποδέχεται το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ' ουσίαν αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας τη διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ιδίου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής σύμβασης, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από τη χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου. Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος ή η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου. Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεσή του και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς να είναι ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη, από την πλευρά των τελευταίων, να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο, άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου (ΑΠ 1174/2019, ΑΠ 515/2018, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 951/2015, ΑΠ 1226/2014). Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του εδαφίου β' της παρ. 1 του ίδιου άρθρου 1 του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν (πρβλ. άρθρο 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και να τον αποδείξει (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 734/2019, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 153/2017, ΑΠ 65/2017). Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά, που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ' αυτό, υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 335/2020, ΑΠ 1299/2015), ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (ή του άρθρου 560 αριθμ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα) (ΑΠ 166/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 1353/2021, ΑΠ 1174/2019). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 6 του Κ.Πολ.Δ., όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ άλλων και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού) και εφαρμόζεται, στην προκειμένη περίπτωση, ως εκ του χρόνου κατάθεσης της ένδικης αίτησης αναίρεσης (20.7.2021), η οποία (διάταξη) είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του Κ.Πολ.Δ., κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, που δεν προβλεπόταν μεταξύ των περιοριστικά αναφερόμενων, στο πιο πάνω άρθρο, λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το ν. 4335/2015 και αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της (ΑΠ 449/2022, ΑΠ 1351/2021, ΑΠ 805/2021, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 151/2014, ΑΠ 1942/2013, ΑΠ 2075/2007). Η παραπάνω διάταξη δεν έχει εφαρμογή όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 681/2020, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 632/2019, ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015). Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 13931/2018 απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπησή της, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική δίκη μέρος της, ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, που αναφέρει, τα ακόλουθα : "Ο 1ος εφεσίβλητος (ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος) έχει γεννηθεί το 1969, είναι έγγαμος με την Κ. Π., με την οποία έχει αποκτήσει ένα άρρεν τέκνο, τον…, που γεννήθηκε στις 12-1-2005, κατοικεί δε μαζί με την οικογένειά του σε διαμέρισμα το οποίο ανήκει σε αυτόν και τη σύζυγό του κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, ευρισκόμενο στην …..Αττικής. Ο ίδιος, κατά τη συζήτηση της αίτησης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, εργαζόταν ως ιδιωτικός υπάλληλος και δη ως μηχανικός στην εταιρία "….", με καθαρές μηνιαίες αποδοχές 1.176,74 ευρώ, ενώ η σύζυγός του εργαζόταν ως γραμματέας σε μικροβιολογικό εργαστήριο αποκομίζοντας καθαρά το ποσό των 507,46 ευρώ μηνιαίως. Διαθέτει ακίνητη περιουσία και δη: α) το 1/2 εξ αδιαιρέτου του προαναφερόμενου διαμερίσματος, πέμπτου ορόφου, έτους κατασκευής 2005, επιφανείας κυρίων χώρων 76 τ.μ., μετά αποκλειστικής χρήσης μίας υπόγειας αποθήκης (…) επιφανείας 12,45 τ. μ. και μίας θέσης στάθμευσης (…), επιφανείας 15 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στο Δήμο…, επί της διασταυρώσεως των οδών ….αρ. ..και…., αντικειμενικής αξίας του μεριδίου του 42.804 ευρώ (βλ. ΕΝΦΙΑ 2016) και β) το 50% της ψιλής κυριότητας ενός οικοπέδου ευρισκόμενου επί του οικισμού "..." του…..Κρήτης, εκτάσεως 416,94 τ.μ., μετά της επ' αυτού ισόγειας οικίας, επιφανείας 91 τ.μ, έτους κατασκευής 1980, αντικειμενικής αξίας 8.964,08 ευρώ, καθώς και του πρώτου ορόφου αυτής, επιφανείας 91 τ.μ., έτους κατασκευής 1984, αντικειμενικής αξίας 8.775,31. Επιπλέον, είναι ιδιοκτήτης ενός αυτοκινήτου εργοστασίου κατασκευής Mazda 6, 1798 cc, έτους πρώτης κυκλοφορίας 2006, εκτιμώμενης εμπορικής αξίας 3.000 ευρώ και μίας μοτοσικλέτας (σκούτερ) εργοστασίου κατασκευής Yamaha, 250 cc, έτους κυκλοφορίας 2008, εκτιμώμενης εμπορικής αξίας 1.000 ευρώ. Περαιτέρω, σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της αίτησής του στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ο 1ος εφεσίβλητος είχε αναλάβει τα κάτωθι χρέη προς τις πιστώτριές του, τα οποία έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμα και δη: 1) προς την τράπεζα E. E., (ήδη αναιρεσείουσα) το συνολικό ποσό των 447.418,60 ευρώ προερχόμενο από: α) την υπ' αρ. ... σύμβαση στεγαστικού δανείου (97.551,18 ευρώ), β) την υπ' αρ. ... σύμβαση στεγαστικού δανείου (221.523,42 ευρώ), γ) την υπ' αρ. ... σύμβαση στεγαστικού δανείου (126.084,78 ευρώ) και δ) την υπ' αρ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου (2.289,22 ευρώ). Στις παραπάνω υπό στ. 1α, 1β και 1γ συμβάσεις ο εφεσίβλητος ενέχεται ως συνοφειλέτης με τη σύζυγό του και οι σχετικές απαιτήσεις είναι εμπραγμάτως εξασφαλισμένες με προσημείωση υποθήκης εις βάρος του ακινήτου που χρησιμοποιεί ως κυρία κατοικία του και 2) προς την Τ. Π., (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη) ως καθολική διάδοχο της τράπεζας M. B. Α., το ποσό των 19.652,97 ευρώ, προερχόμενο από την υπ' αρ. 15130363 σύμβαση καταναλωτικού δανείου. Το μεγαλύτερο ποσοστό των ανωτέρω χρεών και δη ποσοστό άνω του 90% της ως άνω συνολικής οφειλής προέρχεται από τρία στεγαστικά δάνεια που έλαβε ο εφεσίβλητος μετά της συζύγου του από την εκκαλούσα τράπεζα το έτος 2008, προκειμένου να προβεί στην αγορά του διαμερίσματος που χρησιμοποιεί ως κύρια κατοικία της οικογενείας του. Κατά το χρονικό διάστημα της σύναψης των ως άνω δανείων το οικογενειακό του εισόδημα ανερχόταν στο ποσό των (32.997,51 ευρώ για τον ίδιο και 12.695,96 ευρώ για τη σύζυγο του, βλ. εκκαθ. οικ. έτους 2008) 45.693,47 ευρώ, ήτοι 3.807 ευρώ μηνιαίως, για το έτος 2007, ενώ κατά τα πρώτα έτη αποπληρωμής αυτών, όπου ο 1ος εφεσίβλητος ήταν συνεπής στις σχετικές υποχρεώσεις του, το οικογενειακό του εισόδημα ανερχόταν σε (33.429,94 ευρώ του ιδίου και 13.999,54 ευρώ της συζύγου του βλ. εκκαθ. οικ. έτους 2009) 47.429,48 ευρώ, ήτοι 3.952 ευρώ μηνιαίως, για το έτος 2008, (34.270,62 ευρώ του ιδίου και 14.920,46 ευρώ της συζύγου του βλ. εκκαθ. οικ. έτους 2010) 49.191,08 ευρώ, ήτοι 4.099 ευρώ μηνιαίως, για το έτος 2009, (32.247,36 ευρώ του ιδίου και 15201,84 ευρώ της συζύγου του βλ. εκκαθ. οικ. έτους 2011) 47.449,20 ευρώ, ήτοι 3.954 ευρώ μηνιαίως, για το έτος 2010, (33.166,41 ευρώ του ιδίου και 14.057,76 ευρώ της συζύγου του βλ. εκκαθ. οικ. έτους 2012) 47.224,17 ευρώ, ήτοι 3.935 ευρώ, μηνιαίως για το έτος 2011. Ακολούθως, το οικογενειακό εισόδημα του μειώθηκε δραστικά και δη σε (25.062,53 ευρώ του ιδίου και 11192,89 ευρώ της συζύγου του βλ. εκκαθ. οικ. έτους 2013) 36.125,42 ευρώ, ήτοι 3.010 ευρώ μηνιαίως, για το έτος 2012, (20.127,90 ευρώ του ιδίου και 10.131,31 ευρώ της συζύγου του βλ. εκκαθ. οικ. έτους 2014) 30.259,21 ευρώ, ήτοι 2.521 ευρώ μηνιαίως, για το έτος 2013, όταν και κατάθεσε την αίτηση υπαγωγής του στις διατάξεις του ν. 3869/2010, (15.529,33 ευρώ του ιδίου και 8.116,53 ευρώ της συζύγου του βλ. εκκαθ. φορ. έτους 2014) 23.645,86 ευρώ, ήτοι 1.970 ευρώ μηνιαίως, για το έτος 2014, (15.266,15 ευρώ του ιδίου και 7.180,46 ευρώ της συζύγου του βλ. εκκαθ. φορ. έτους 2015) 22.446,61 ευρώ, ήτοι 1.870 ευρώ μηνιαίως, για το έτος 2015 και (21.250,02 ευρώ του ιδίου και 7.153,55 ευρώ της συζύγου του βλ. εκκαθ. φορ. έτους 2016) 28.403,57 ευρώ, ήτοι 2.366 ευρώ μηνιαίως, για το έτος 2016, όταν και συζητήθηκε η αίτηση του στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Το ανωτέρω γεγονός της δραστικής μείωσης των οικογενειακών εισοδημάτων του 1ου εφεσίβλητου, σε συνδυασμό με την αύξηση των οικογενειακών του υποχρεώσεων λόγω και της ανατροφής του ανηλίκου τέκνου του, αλλά κυρίως λόγω της δραστικής αύξησης των δόσεων που όφειλε αυτός να πληρώνει μηνιαίως προς εξόφληση των ως άνω δανειακών του υποχρεώσεων και δη από το ποσό των 1500 ευρώ στο ποσό των 2.000 ευρώ, λόγω της ανατίμησης του ελβετικού φράγκου, με επιτόκιο του οποίου συνομολογήθηκαν τα ανωτέρω δάνεια, οδήγησαν αυτόν, από το έτος 2013 και εντεύθεν, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής. Με τον πρώτο λόγο της έφεσης ισχυρίζεται η εκκαλούσα τράπεζα ότι έσφαλλε η εκκαλουμένη απόφαση απορρίπτοντας τον ισχυρισμό της περί δόλιας περιέλευσης του αιτούντος σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμής, καθώς, όπως ισχυρίζεται, αυτός, καίτοι γνώριζε ότι δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στις δανειακές του υποχρεώσεις με βάση τα οικονομικά δεδομένα του, ωστόσο δημιουργούσε υπέρογκα χρέη, αποδεχόμενος την πιθανότητα μη αποπληρωμής αυτών. Όπως όμως προεκτέθηκε, κατά την ημερομηνία σύναψης των ανωτέρω δανειακών συμβάσεων, ο 1ος εφεσίβλητος είχε μηνιαίο οικογενειακό εισόδημα ανερχόμενο σε 3.952 ευρώ μηνιαίως, το οποίο μάλιστα είχε αυξητική πορεία κατά τα αμέσως επόμενα έτη και το οποίο του επέτρεπε να ανταποκρίνεται - όπως και το έπραττε εξάλλου για τα επόμενα 5 έτη - με συνέπεια στις δανειακές του υποχρεώσεις, χωρίς να μπορεί να προβλέψει, τόσο κατά την κατάρτιση των συμβάσεων αυτών, όσο και κατά την αποπληρωμή αυτών τα επόμενα χρόνια, την κατακόρυφη μείωση του εισοδήματός του σε συνάρτηση με την αντίστοιχη αύξηση της μηνιαίας δόσης που υποχρεούτο να καταβάλλει. Εξάλλου, από κανένα σημείο της δικογραφίας δεν αποδείχθηκε ότι αυτός καρπώθηκε τυχόν οφέλη από την υπερχρέωση του με την απόκτηση άλλων κινητών ή ακινήτων, καθώς το ποσό της ως άνω δανειοδότησής του από την εκκαλούσα τράπεζα διοχετεύτηκε αποκλειστικά και μόνο για την αγορά 1ης κατοικίας για τον ίδιο και την οικογένειά του. Μήτε αποδείχθηκε τυχόν ότι εν γνώσει του χειροτέρευε την οικονομική του θέση με τρόπο που δεν συνάδει με την περιουσία του, το εισόδημά του και τη γενικότερη θέση του, καθώς το μόνο δανειακό προϊόν που απέκτησε ενώ η εισοδηματική του κατάσταση άρχιζε να χειροτερεύει και δη το καταναλωτικό δάνειο από τη Τράπεζα … στις αρχές του 2012, ύψους 17.476,20 ευρώ, χρησιμοποιήθηκε προς υποβοήθηση της κάλυψης των αυξημένων του οικογενειακών αναγκών, αλλά και δανειακών υποχρεώσεων προς την εκκαλούσα (βλ. ένορκη κατάθεση μάρτυρός του), χωρίς να αποδεικνύεται από την εκκαλούσα, η οποία έχει και το σχετικό βάρος της απόδειξης, ότι τυχόν χρησιμοποιήθηκε για έτερους σκοπούς. Μετά ταύτα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ομοίως και δη ότι ο αιτών περιήλθε χωρίς δόλο σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και απέρριψε τον περί του αντιθέτου ισχυρισμό της 1ης καθ' ής και ήδη εκκαλούσας, ορθώς αξιολόγησε το προσκομιζόμενο ενώπιον του αποδεικτικό υλικό και δεν έσφαλλε, απορριπτόμενου του πρώτου λόγου έφεσης ως ουσιαστικά αβάσιμου. [...]. Μετά ταύτα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο, πέραν από την κύρια κατοικία, εξαίρεσε της εκποίησης και τα ανωτέρω περιουσιακά στοιχεία του αιτούντος, ορθώς εκτίμησε το προσκομιζόμενο ενώπιον του αποδεικτικό υλικό και δεν έσφαλλε και ως εκ τούτου ο σχετικός λόγος έφεσης τυγχάνει απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, όπως και η έφεση στο σύνολό της, καθώς η εκκαλούσα δε βάλλει κατά των λοιπών κεφαλαίων της εκκαλουμένης, όπως η ρύθμιση των δόσεων του άρθ. 8 παρ. 2 και άρθ. 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 13931/2018 απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 1-11-2017 έφεση της πρώτης καθ' ης η αίτηση - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, κατά της υπ' αριθμ. 938/Φ.3774/2016 πρωτόδικης οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, το οποίο δέχθηκε ως εν μέρει κατ' ουσία βάσιμη την ένδικη από 24-5-2013 αίτηση του αιτούντος και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου, για την υπαγωγή του στις ρυθμιστικές διατάξεις του ν. 3869/2010 και ρύθμισε τα χρέη αυτού, καθορίζοντας, κατ' άρθρο 8 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, τις μηνιαίες καταβολές προς τους πιστωτές του στα ειδικότερα αναφερόμενα χρηματικά ποσά και διατάσσοντας, κατ' άρθρο 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, την εξαίρεση από την εκποίηση του ποσοστού συγκυριότητάς του (50%) επί της κύριας κατοικίας του, με την υποχρέωση να καταβάλει για τη διάσωσή της το ποσοστό του 80% της αντικειμενικής αξίας του άνω ιδανικού του μεριδίου επ' αυτής, ενώ εξαίρεσε από την εκποίηση τη λοιπή κινητή και ακίνητη περιουσία του. Ήδη, με το μοναδικό λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 330 ΑΚ και 27 παρ. 1 ΠΚ, αναφορικά με την απόρριψη της ένστασής της περί δόλιας περιέλευσης του πρώτου αναιρεσίβλητου σε αδυναμία πληρωμών, την οποία είχε προτείνει πρωτοδίκως και παραδεκτά επανέφερε με σχετικό λόγο της έφεσής της, ενώπιον του ως άνω δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου. Έτσι που έκρινε και με αυτά που ανωτέρω δέχθηκε το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας περί δόλιας περιέλευσης του πρώτου αναιρεσίβλητου σε αδυναμία πληρωμών, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 εδαφ. β' του Ν. 3869/2010 (σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 330 ΑΚ και 27 παρ. 1 ΠΚ), την οποία, εκ πλαγίου, παραβίασε, στερώντας, με τον τρόπο αυτόν, την απόφασή του από νόμιμη βάση. Και τούτο, διότι, το Εφετείο δέχθηκε ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος - οφειλέτης έλαβε από την αναιρεσείουσα - πιστώτρια τράπεζα, τρία στεγαστικά δάνεια, ποσού 97.551,18 ευρώ, 221.523,42 ευρώ και 126.084,78 ευρώ, αντίστοιχα, δηλαδή συνολικού ποσού 445.159,38 ευρώ, για την αγορά πρώτης κατοικίας και συγκεκριμένα ενός διαμερίσματος, πέμπτου ορόφου, έτους κατασκευής 2005, επιφανείας 76 τ.μ., με αποκλειστική χρήση μίας υπόγειας αποθήκης, επιφανείας 12,45 τ.μ. και μίας θέσης στάθμευσης, επιφανείας 15 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στο Δήμο ... και στη συνέχεια δέχθηκε ότι "δεν αποδείχθηκε ότι αυτός καρπώθηκε τυχόν οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση άλλων κινητών ή ακινήτων, καθώς το ποσό της ως άνω δανειοδότησής του από την εκκαλούσα τράπεζα διοχετεύτηκε αποκλειστικά και μόνο για την αγορά 1ης κατοικίας για τον ίδιο και την οικογένειά του", πλην όμως με τις παραδοχές αυτές διέλαβε αφενός ελλιπείς αιτιολογίες, καθόσον δεν διευκρινίζει ποια ήταν η αξία του ανωτέρω διαμερίσματος κατά το χρόνο αγοράς του, ώστε να κριθεί εάν αυτή ανταποκρινόταν στο ανωτέρω, πολύ μεγάλο ποσό των 445.159,38 ευρώ, που έλαβε ως στεγαστικό δάνειο και το οποίο, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, διοχετεύτηκε αποκλειστικά και μόνο για την αγορά του και πως δικαιολογείται αυτό, ενόψει του ότι πρόκειται για διαμέρισμα όχι πολύ μεγάλης επιφανείας (76 τ.μ.), κείμενο στην …. και αφετέρου αντιφατικές αιτιολογίες, καθόσον η παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η αντικειμενική του αξία ανέρχεται στο ποσό των 85.608 ευρώ (ΕΝΦΙΑ 2016), έρχεται σε αντίφαση με την άλλη προαναφερόμενη παραδοχή της ότι το ανωτέρω ποσό της δανειοδότησής του από την αναιρεσείουσα τράπεζα, πολύ μεγάλου ύψους 445.159,38 ευρώ, διοχετεύτηκε αποκλειστικά και μόνο για την αγορά του ανωτέρω διαμερίσματος, με αποτέλεσμα να μην καθίσταται δυνατός ο έλεγχος περί του εάν ο πρώτος αναιρεσίβλητος - οφειλέτης καρπώθηκε οφέλη από την υπερχρέωσή του για την απόκτηση άλλων κινητών ή ακινήτων και περιήλθε δολίως ή μη σε αδυναμία πληρωμών. Κατόπιν των ανωτέρω παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης το αποδεικτικό της πόρισμα δεν είναι σαφές και πλήρες ως προς το ανωτέρω κρίσιμο ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά συνέπεια, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, κατά τις ανωτέρω αιτιάσεις του, όπως ορθά εκτιμώνται, πρέπει να γίνει δεκτός, ενώ παρέλκει η έρευνα του λόγου αυτού κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, αφού η αναιρετική εμβέλεια του γενόμενου δεκτού αυτού λόγου αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, καθιστά αλυσιτελή την εξέταση του ιδίου λόγου, κατά το πρώτο σκέλος του. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή πλην εκείνου, που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση (άρθρο 580 αριθμ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα). Στην παρούσα απόφαση δεν θα περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται, όπως προεκτέθηκε, κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας, γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β' του παραπάνω Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", η οποία εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 507/2020, ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 156/2018, ΑΠ 1208/2017). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ - Αναιρεί την υπ' αριθμ. 13931/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο. -Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο πιο πάνω Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Και -Διατάσσει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παράβολου που έχει καταθέσει. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 31 Αυγούστου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ