Αριθμός 1440 /2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Κωνσταντίνο Φράγκο, Μαρία Βασιλάκη και Μαρία Γαλάνη - Λεοναρδοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Οκτωβρίου 2013 με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χαράλαμπου Βουρλιώτη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου Γ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Καραμέτο, για αναίρεση της υπ' αριθ. 95/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Δράμας. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Δ. Κ. του Χ., κάτοικο ... που δεν παρέστη. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Δράμας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Μαΐου αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 599/2013. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 314 παρ. 1 εδ. α' του Ποινικού κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι, όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών, προς τη διάταξη του άρθρου 28 του ιδίου Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι, από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, συνάγεται, ότι προς θεμελίωση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια απαιτούνται τα ακόλουθα στοιχεία: α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει, κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων πείρα και λογική, β) να μπορούσε ο δράστης, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις, ικανότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παράλειψης του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Ως επάγγελμα, νοείται οποιαδήποτε ενασχόληση, η οποία, ασχέτως του βιοποριστικού ή μη χαρακτήρα της, προϋποθέτει ιδιαίτερη γνώση, εμπειρία ή τέχνη και περίσκεψη και από τη φύση της εμφανίζει μεγαλύτερο κίνδυνο για τη πρόκληση σωματικής κάκωσης ή βλάβης της υγείας άλλων ανθρώπων και απαιτεί για την αποφυγή της παράλειψης. Η τελευταία ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα είδος της ευθύνης συνίσταται στην μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε μία παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια, δε συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε, για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται και η συνδρομή των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ, κατά το οποίο, όπου ο νόμος, για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτείται να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του, τιμωρείται όπως η πρόκληση του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη .προκύπτει ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της ,είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) υποχρεώσεως του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου, για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν ο δικαστής δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχτηκε ότι προέκυψαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση δε τέτοιας εφαρμογής, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου. Η παραβίαση αυτή υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Δράμας, που δίκασε κατ' έφεση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης σε συνδυασμό με το διατακτικό της, δέχθηκε κατά την αναιρετικούς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει και ειδικότερα από την ανωμοτί εξέταση του πολιτικώς ενάγοντος, τις καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάσθηκαν ενόρκως ενώπιον του, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα, που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, και από όλη τη συζήτηση της υπόθεσης, (ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος δικάσθηκε ωσεί παρών, εκπροσωπούμενος από τον πληρεξούσιο συνήγορό του), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά - κατά πιστή μεταφορά - "Ο εκκαλών κατηγορούμενος Γ. Μ. του Ι. , στο 10ο χιλιόμετρο της επαρχιακής οδού Ν. Αμισού-Καλού Αγρού Νομού Δράμας, την 4-10-2007, ως Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος ,της εταιρείας "…" με διακριτικό τίτλο "…" και υπεύθυνος για την ασφάλεια των εργαζομένων στην ως άνω επιχείρηση, προέβη στις ακόλουθες αμελείς πράξεις και παραλείψεις που είχαν ως αποτέλεσμα, τη σωματική βλάβη του Δ. Κ. , ο οποίος εργαζόταν ως επαγγελματίας οδηγός - μεταφορέας στην άνω επιχείρηση -και ειδικότερα υπό την άνω ιδιότητά του και ως υπεύθυνος για τα μέτρα ασφαλείας κατά την εκτέλεση των δρομολογίων με τα φορτηγά της εταιρείας του δεν ήλεγξε, ως όφειλε, την ορθή συντήρηση του υπ' αρ. κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκινήτου, υποβάλλοντάς το σε τακτικούς ελέγχους για την ασφαλή οδήγηση και κυκλοφορία του, και σε συνδυασμό τόσο με το ότι κατά την εκτέλεση του δρομολογίου κατά την ανωτέρω ημεροχρονολογία ήταν υπέρβαρο, έμφορτο με γαρμπίλι μικτού βάρους 43.130 Kg, ενώ στην άδεια κυκλοφορίας του προβλεπόταν ως μέγιστο επιτρεπόμενο μικτό βάρος τα 38.000 Kg, όσο και με την υπερβολική για τις περιστάσεις, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματος αλλά και τα χαρακτηριστικά της οδού (πολύ κλειστή δεξιά σε σχέση με την πορεία του στροφή) ταχύτητα (περί τα 45 χ/α αντί του ανώτερου των 30 χ/ων) που είχε αναπτύξει ο οδηγός του (Δ. Κ.) είχαν σαν αποτέλεσμα την εκτροπή του ως άνω οχήματος στο 10ο χλμ της ανωτέρω επαρχιακής οδού, καθώς προκλήθηκε σπάσιμο της ζυγαριάς του τράκτορα του παραπάνω ΙΧΦ αυτοκινήτου. Αποτέλεσμα του ανωτέρω ατυχήματος ήταν να υποστεί ο Δ. Κ. κάκωση αριστερού ημιθωρακίου και κάταγμα 5ου και 6ου πλευρών αριστερά. Στις ανωτέρω πράξεις και παραλείψεις του προέβη ο παραπάνω εκκαλών κατηγορούμενος, αν και ήταν υποχρεωμένος λόγω των ιδιοτήτων του (ως προαναφέρθηκαν) να καταβάλει ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή προκειμένου να μην εκθέτει σε επιπρόσθετους κινδύνους και να μη βλάπτει την υγεία των εργαζομένων". Ακολούθως, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο της αξιόποινης πράξης της απλής σωματικής βλάβης από αμέλεια από υπόχρεο, και του επέβαλε την ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων1, 12, 14, 15, 28, 314 παρ. 1α και 315 παρ. 1α του Π.Κ., που ορθά εφάρμοσε, και τις οποίες, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο, παραβίασε. Ειδικότερα, αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση ,οι συνθήκες επελεύσεως του ενδίκου ατυχήματος, το είδος της αμέλειας του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου (άνευ συνειδήσεως αμέλεια) η ιδιότητα του ως διευθύνοντος συμβούλου, προέδρου της εταιρείας, εργοδότη και υπεύθυνου ,από την ιδιότητά του αυτή και του εργοδότη, σύμφωνα με το άρθρο 15 ΠΚ, στη λήψη των μέτρων ασφαλείας για τους εργαζομένους στην εταιρεία, όπως ο παθών που συνδεόταν με σύμβαση εργασίας με την εταιρεία αυτή και παρείχε την εργασία του, ως οδηγός του προαναφερθέντος φορτηγού οχήματος για τη μεταφορά των εμπορευμάτων της. Εκτίθεται στην προσβαλλόμενη, ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, από την παράλειψη οφειλομένων, από τις ανωτέρω ιδιότητές του ενεργειών, ήτοι της εποπτείας της ορθής συντήρησης με τακτικούς ελέγχους του εν λόγω φορτηγού οχήματος, ώστε να είναι ασφαλές κατά την οδική κυκλοφορία του, για την εκτέλεση μεταφορών των εμπορευμάτων της εταιρείας καθώς και την παράλειψη ελέγχου αυτού, κατά τη φόρτωσή του με το αναγραφόμενο στην άδεια κυκλοφορίας του, βάρος του φορτίου του, ήτοι να μην είναι υπέρβαρο (άνω των 38000 Kg) και του επελθόντος αποτελέσματος του τραυματισμού του εργαζόμενου, ως οδηγού του αυτοκινήτου αυτού. Η αμελής συμπεριφορά του, που συνετέλεσε στην επέλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος, δεν αναιρείται από την παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι το αποτέλεσμα αυτό επήλθε και από αμελή συμπεριφορά του οδηγού του αυτοκινήτου, παθόντος, ο οποίος δεν έλαβε υπ' όψη κατά την οδήγηση του οχήματος τις ειδικές περιστάσεις, και παρά το ότι ήταν υπέρβαρο και στην πορεία του ,είχε πολύ κλειστή δεξιά σε σχέση με αυτήν στροφή, είχε αναπτύξει ταχύτητα περίπου 45 χιλ. την ώρα αντί της ανωτάτης στο σημείο αυτό της οδού των 30 χιλ. την ώρα, αφού το γεγονός αυτό, δεν διακόπτει τον αιτιώδη σύνδεσμο της αμελούς συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, στην επέλευση του τραυματισμού του παθόντος, διότι κατά τις παραδοχές επίσης της προσβαλλόμενης συνετέλεσε και αυτή στην επέλευσή του. Αρκεί, δηλαδή, κατά την κρατούσα στο ποινικό δίκαιο θεωρία του ισοδυνάμου των όρων, το ότι η συμπεριφορά του κατηγορουμένου αυτού, υπήρξε ένας από τους πολλούς παραγωγικούς του αποτελέσματος όρους, χωρίς τον οποίο αυτό δεν θα επερχόταν, αδιάφορα αν συνέβαλαν σ' αυτό και άλλοι όροι. Οι ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, πρέπει να απορριφθούν για τους κάτωθι λόγους Α) Η αιτίαση του, ότι το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης είναι πιστή αντιγραφή του διατακτικού της, χωρίς να διαλαμβάνονται σ' αυτό νομικοί και πραγματικοί συλλογισμοί που να αιτιολογούν την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την ενοχή του, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Τούτο διότι πράγματι το σκεπτικό της είναι ταυτόσημο με το διατακτικό της, αλλά το τελευταίο εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου περιέχει και πραγματικά περιστατικά, με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση του και κάθε άλλος νομικός ή πραγματικός συλλογισμός, δεδομένου ότι σε αυτό διαλαμβάνονται όλα τα συγκροτούντα την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος. Β) Ότι στα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπ' όψη του το δικαστήριο της ουσίας, για την καταδικαστική σε βάρος του κρίση, δεν αναφέρεται η διενεργηθείσα από 4-8-2009 έκθεση αυτοψίας των πραγματογνωμόνων Α. Π. και Ε. Β., που παραγγέλθηκε και διενεργήθηκε με την εντολή της Πταισματοδίκου Δράμας, που αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό στοιχείο (αρθρ. 180 ΚΠΔ), το οποίο δεν συνεκτιμήθηκε μετά των λοιπών, πρέπει επίσης να απορριφθεί ως αβάσιμη. Τούτο δε, γιατί το άνω έγγραφο με τον αριθμό 1, τιτλοφορούμενο ως "έκθεση αυτοψίας", δεν είναι το ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 178 παρ. εδ. β' του ΚΠΔ, και το οποίο πρέπει να μνημονεύεται ειδικώς στο αιτιολογικό της αποφάσεως, αφού αυτοψία διενεργεί μόνον ο δικαστής ή ο ανακριτικός υπάλληλος ή ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών, όταν ενεργεί προανάκριση (άρθρο 31 ΚΠΔ), πράγμα που δεν προκύπτει ότι συνέβη στην εξεταζόμενη περίπτωση. Το ως άνω έγγραφο, είναι απλό έγγραφο και ως τέτοιο λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και συνεκτιμήθηκε μαζί με τα άλλα έγγραφα. Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι το έγγραφο αυτό πράγματι συνεκτιμήθηκε, διότι οι διενεργήσαντες την αυτοψία αυτή, Α. Π. και Κ. Β., πραγματογνώμονες στην Υποδιεύθυνση μεταφορών ο πρώτος και στο ΚΤΕΟ Δράμας ο δεύτερος, ως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, που επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, εξετάσθηκαν ως μάρτυρες στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, κατέθεσαν και διευκρίνισαν τα όσα περιελήφθησαν από αυτούς στην έκθεσή τους. Γ) Οι λοιπές αιτιάσεις πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, διότι υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και κατ' εκτίμηση Ε' του ΚΠΔ, προβαλλόμενοι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι και, ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθούν. Μετά από αυτά, και αφού δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αρ. πρωτ. 3403/2-5-2013 αίτηση του Γ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., οδός … αρ. …, για αναίρεση της υπ' αρ. 95/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Δράμας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Νοεμβρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Νοεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ