Αριθμός 1447/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά, Δήμητρα Λεοντάρη - Μπουρνάκα και Χρυσούλα Παρασκευά, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Απριλίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελεύς) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ε. Κ. του Κ., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Φωκά, για αναίρεση της υπ'αριθ.636/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Χ. Α. του Φ., κάτοικο ... που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Πατρών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Οκτωβρίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1227/2012. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Για την κατ'άρθρο 224 παρ.2 Π.Κ. στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας απαιτείται α)ο μάρτυς να καταθέτει ενόρκως ενώπιον αρχής αρμοδίας για την εξέτασή του β)τα πραγματικά περιστατικά τα οποία κατέθεσε να είναι ψευδή γ)να υφίσταται άμεσος δόλος του, που συνίσταται στη γνώση του, ότι αυτά τα οποία κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να (τα) καταθέσει 1)ένορκη κατάθεση του δράστου του εγκλήματος αυτού πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα αντικειμενικώς ανακριβή και όχι σε κρίσεις, γνώμες ή πεποιθήσεις, εκτός εάν αυτές είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες προς τα γεγονότα που κατέθεσε θεωρείται δε αντικειμενικώς ψευδές το περιστατικό, όχι μόνο όταν αυτό είναι αντίθετο προς την αντικειμενική πραγματικότητα, αλλά και προς εκείνα που ο μάρτυς αντελήφθη ή από διηγήσεις τρίτων επληροφορήθη και ως εκ τούτου γνώριζε. Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ.1 εδ.α'Π.Κ. με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Εξ αυτού προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτούνται α)πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να διαπράξει ορισμένη άδικη πράξη, η πρόκληση δε αυτή μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής πειθώ, φορτικότητα, απειλή κ.τ.λ. β)διάπραξη από άλλον της πράξεως αυτής και γ)δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της αποφάσεως για την διάπραξη από τον άλλον της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος με γνώση θέληση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξεως. Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 48 Π.Κ. το αξιόποινο του ηθικού αυτουργού είναι ανεξάρτητο από το αξιόποινο του αυτουργού. Ούτως εάν ο μάρτυς κατέθεσε ψευδή εν αγνοία του, μη τελών, ήτοι εν γνώσει της αναληθείας των υπ'αυτού κατατεθέντων και εκ τούτου ηθωώθη, δεν αποκλείεται ο ποινικός κολασμός του ηθικού αυτουργού της τελέσεως της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της ψευδορκίας. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ίδιου Κώδικος, όταν αναφέρονται σ'αυτή με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος. Τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Δια την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ'είδος γενικώς χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των, ούτε απαιτείται να ορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβεν υπ'όψη του και συνεξετίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ'επιλογήν όπως αυτό επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 Κ.Π.Δ. (Ολ.ΑΠ 1/2005). Εντεύθεν δεν αποτελούν λόγον αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η ύπαρξη του δόλου που απαιτείται, κατά το άρθρο 26 παρ.1 ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, δεν είναι καταρχήν ανάγκη να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι προκύπτει από την πραγμάτωση των περιστατικών τούτων. Όταν όμως αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως επί του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρος, η "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως, δηλαδή άμεσος δόλος: η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή. Τέλος λόγον αναιρέσεως συνιστά κατ'άρθρον 510 παρ.1 στοιχ.Ε' Κ.Π.Δ. η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το δικαστήριο χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά του τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι προέκυψαν, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παρεβιάσθη εκ πλαγίου, διότι δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή, πλήρη και ορισμένο και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία εδέχθη, ώστε να καθίσταται εφικτός ο έλεγχος του Αρείου Πάγου, για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη υπ'αριθμ.636/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών τούτο εδέχθη, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του περί τα πράγματα, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβεν υπ'όψη του και δη "την ανωμοτί κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας που εξετάστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου" (εδέχθη) τα εξής: "Ο Α. Κ. εμφανίστηκε την 21 Μαρτίου του έτους 2005 ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αργοστολίου και ζήτησε την σύνταξη της ένορκης εξέτασής του ως μάρτυρα, η οποία έλαβε τον αριθμό 22/21-3-2005 και η οποία επρόκειτο να χρησιμοποιηθεί ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας κατά την εκδίκαση της από 30/9/2004 (αριθμ.καταθ.21/2004 έφεσης που άσκησε ο κατηγορούμενος Ε. Κ. κατά των: 1)Φ. Α. του Χ., κατοίκου ... 2)Γ. Α. του Φ., κατοίκου ... 3) Χ. Α. του Φ., κατοίκου ... 4) Ά. συζ. Δ. Δ., το γένος Φ. Α., κατοίκου ... 5) Β. Ι. Κ., το γένος Φ. Α., κατοίκου ... και 6) Α. Θ. Ρ., το γένος Φ. Α., κατοίκου ... ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων της αποβιώσασας αρχικής διαδίκου Ε. συζ.Φ. Α., κατοίκου εν ζωή …Στην ανωτέρω ένορκη βεβαίωση, η οποία ελήφθη στα πλαίσια δίκης ασφαλιστικών μέτρων, ο ανωτέρω αφού έδωσε προηγουμένως τον όρκο του μάρτυρος ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αργοστολίου κατέθεσε τα ακόλουθα περιστατικά: "Γνωρίζω πολύ καλά, από άμεση προσωπική αντίληψη, τα όσα θα καταθέσω, γιατί ζω στα …Το επίδικο ακίνητο που έχει έκταση 934 τ.μ. και βρίσκεται στη θέση …ανήκε στη μητέρα του Ε. Κ., Α. Κ. και σε αυτήν είχε περιέλθει από την κληρονομιά της μητέρας της Ε. Λ. Η Ε. Λ., γιαγιά του Ε. Κ. νεμόταν και κατείχε το επίδικο και συγκεκριμένα το καθάριζε, το επιστατούσε και είχε φυτέψει μέσα σε αυτό αμπέλι, υπολείμματα του οποίου υπάρχουν ακόμα μέχρι και σήμερα, χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από κανέναν, μετά το θάνατο της Ε. Λ., η κόρη της Α. Κ., συνέχισε να καλλιεργεί το αμπέλι, συνέλεγε τον καρπό, το καθάριζε η ίδια ή έβαζε εργάτες, το επιστατούσε και γενικά το νεμόταν δημόσια και φανερά χωρίς επίσης να ενοχληθεί από κανέναν. Εν συνεχεία η Α. Κ. παραχώρησε το ακίνητο στον αιτούντα Ε. Κ., ο οποίος εισήλθε εντός αυτού, το νεμόταν, καλλιεργούσε το αμπέλι και συνέλεγε τον καρπό μέχρι το 1980 και από το 1980 μέχρι και το Μάρτιο του 2003 το νοίκιαζε σε βοσκούς για τα κοπάδια τους, το καθάριζε, έκοβε ξύλα κλπ. Το Μάρτιο του 2003 ο Ε. Κ. το μεταβίβασε στο γιό του Κ. Κ. Έκτοτε ουδεμία σχέση έχει ο Ε. Κ. με το επίδικο ακίνητο, ποτέ δεν έχει εισέλθει ξανά σε αυτό και αποκλειστικός νομέας αυτού είναι ο γιος του". Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά ήταν ψευδή διότι το επίδικο τμήμα δεν ανήκε ποτέ στην Ε. Λ., γιαγιά του Ε. Κ., δεν ανήκε ποτέ στη μητέρα του Α. Κ. και δεν ανήκε ποτέ στον ίδιον. Επίσης ο ίδιος την 2α Ιουνίου 2008 ενώ εξετάσθηκε ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον της Αρχής αρμοδίας για τη διενέργεια ένορκης εξέτασης κατέθεσε ενώπιον της Πταισματοδίκου Αργοστολίου εξ αφορμής της από 7/8/2007 μηνυτήριας αναφοράς-καταγγελίας του κατηγορουμένου Ε. Κ. μεταξύ άλλων τεσσάρων ακόμη ατόμων και κατά του πολιτικώς ενάγοντος Χ. Α. αφού προηγουμένως έδωσε τον νενομισμένο (άρθρα 218, 219 ΚΠΔ) όρκο του μάρτυρος κατέθεσε μεταξύ άλλων τα εξής: "Είμαι μόνιμος κάτοικος της περιοχής και το 1960 εργάστηκα εθελοντικά μαζί με άλλους συγχωριανούς μου για τον καθαρισμό του αγροτικού τότε δρόμου στο χωριό μας τμήμα του οποίου αργότερα έκλεισε ο Φ. Α. με λιθιά αλλά δεν γνωρίζω πότε το έπραξε. Γνωρίζω επίσης ότι στη θέση "..." ο Ε. Κ. έχει ακίνητη περιουσία 300 περίπου στρεμμάτων από αγορά ή και κληρονομική χωρίς να γνωρίζω περισσότερες λεπτομέρειες. Γνωρίζω επίσης ότι δεν έχει ενοχλήσει την περιουσία του Φ. Α. σε αυτήν την περιοχή". Τα ανωτέρω κατατεθέντα από τον Α. Κ. πραγματικά περιστατικά ήταν ψευδή διότι ο Ε. Κ. δεν έχει στη θέση "..." ακίνητη περιουσία 300 περίπου στρεμμάτων από αγορά ή και κληρονομιά. Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι ο κατηγορούμενος με συνεχείς προτροπές και φορτικές παραινέσεις και με εξακολουθητικές ενθαρρύνσεις τελώντας εν γνώσει των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών και ψευδών γεγονότων, ενεργώντας ηθελημένα παρότρυνε τον πρωτοδίκως συγκατηγορούμενό του Α. Κ. και εν τέλει τον έπεισε να λάβει την απόφαση και να πραγματώσει την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ψευδορκίας κατ' εξακολούθηση. Τούτο, ήτοι την πεποίθηση τους ότι ο κατηγορούμενος έπεισε με φορτικότητα τον Α. Κ. να δώσει τις ως άνω καταθέσεις με το ψευδές περιεχόμενο που προαναφέρθηκε κατέθεσαν μετά λόγου γνώσεως οι εξετασθέντες στο ακροατήριο μάρτυρες. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος του ανωτέρω αδικήματος." Μετά ταύτα εκήρυξεν ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι: "Στο …Ν. Κεφαλληνίας, κατά την 21η Μαρτίου 2005 και 2α Ιουνίου 2008, με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ήτοι κατά τον άνω χρόνο και τόπο με πρόθεση, προκάλεσε σε άλλους την απόφαση να εκτελέσουν την άδικη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρος που ένας έκαστος εξ αυτών ετέλεσε. Και μάλιστα δια συνεχών προτροπών και φορτικών παραινέσεων του ταυτοχρόνως δε και δι'εξακολουθητικών ενθαρρύνσεων τελώντας εν γνώσει των. εις την παράγραφο Α (1) και (3) του παρόντος κατηγορητηρίου και ως άνω εκτεθέντων περιστατικών και ενεργώντας ηθελημένως, παρότρυνε τον συγκατηγορούμενό του (Α. Κ.) και εν τέλει τον έπεισε να λάβει την απόφαση και να πραγματώσει την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ψευδορκίας". Με αυτά που εδέχθη το δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτουμένη από τις άνω διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο και κατεδικάσθη ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1, 27, 224 Π.Κ. που εφήρμοσε, τις οποίες δεν παρεβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα αναφέρει όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία έλαβεν υπ'όψη χωρίς ουδέν να εξαιρέσει, ούτε από τα έγγραφα, ούτε από τους μάρτυρας και χωρίς να κάμει επιλεκτική αναφορά αυτών, προς δε χωρίς να είναι απαραίτητο για την πληρότητα της αιτιολογίας, να συσχετίσει και συγκρίνει τις καταθέσεις των μαρτύρων με την απολογία του πρωτοδίκως συγκατηγορουμένου του αναιρεσείοντος Α.Κ. ούτε να αναφέρει από ποιο συγκεκριμένο στοιχείο απεδείχθη η κάθε παραδοχή, όπως αβασίμως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, τα αληθή περιστατικά, τα οποία εγνώριζεν ο αναιρεσείων, αφού αυτόν ακριβώς αφορούσαν ως και την έφεσή του, που επεδίωκε να γίνει δεκτή κατά τ'άνω και τα οποία παρότρυνε και έπεισε με φορτικότητα και τις λοιπές αναφερόμενες ενέργειες του Κ. να καταθέσει σε αρμόδια αρχή και συνεπώς εξειδικεύεται ο δόλος του ως ηθικού αυτουργού, παρά την περί του αντιθέτου αιτίαση του αναιρεσείοντος. Επίσης περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η κατά νόμον αρμοδιότητα της αρχής ήτοι της Ειρηνοδίκου και Πταισματοδίκου Αργοστολίου ενώπιον των οποίων εδόθησαν οι ψευδείς καταθέσεις από τον φυσικό αυτουργό του εγκλήματος, με την παρότρυνση του κατηγορουμένου, και δη ότι η ένορκη βεβαίωση εδόθη προκειμένου αυτή να χρησιμεύσει ως αποδεικτικό μέσο σε δίκη ασφαλιστικών μέτρων, στα πλαίσια της οποίας είναι παραδεκτό οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο, (ακόμη και μέσο μη πληρούν τους όρους του νόμου). Τέλος, μετά ταύτα πάντα το σκεπτικό της αποφάσεως δεν ταυτίζεται πλήρως με την αυτούσια μεταφορά του κατηγορητηρίου κατά πλήρη αντιγραφή του, όπως επίσης αβασίμως ο αναιρεσείων αιτιάται. Μετά ταύτα οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας από την απόφαση και περί εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 46 παρ.1 Π.Κ. είναι αβάσιμοι. Καθ'ο δε μέρος από την επίκλησή των επιχειρείται διάφορος εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι, διότι πλήττουν ανεπιτρεπτώς την ουσία της υποθέσεως. Κατ'ακολουθίαν όλων αυτών και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινομένη αίτηση, ως κατ'ουσίαν αβάσιμος, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρθρ.583 παρ.1 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ'αριθμ.2/11 Οκτωβρίου 2012 αίτηση του Ε. Κ. του Κ. για αναίρεση της υπ'αριθμ.636/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων πενήντα (250). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουνίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Νοεμβρίου 2013. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ