Αριθμός 2088/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωάννη Χαμηλοθώρη και Αριστείδη Πελεκάνο, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: 1. Δ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του και 2. Ι. Κ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Μαραγκάκη, ως καθολικός κληρονόμος και διάδοχος του αναιρεσείοντος και ήδη αποβιώσαντος Ν. Κ.. Της αναιρεσιβλήτου Ά. χήρας Γ. Β., κατοίκου ..., η οποία απεβίωσε στις 29 Σεπτεμβρίου 2011 αφήνοντας μοναδικό και καθολικό εξ αδιαθέτου κληρονόμο της τον υιό της Κ. Β. του Γ., ο οποίος και συνεχίζει τη δίκη και παρίσταται με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Σπανό, που δεν κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24 Ιουνίου 1986 ανακοπή της ήδη αποβιωσάσης αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2190/1987 προδικαστική, 3789/1995 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1209/1996 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5 Σεπτεμβρίου 1996 αίτησή του και των από 31 Αυγούστου 2010 και 1 Σεπτεμβρίου 2010 δικογράφων προσθέτων λόγων αναίρεσης. Κατά την συνεδρίαση της 4ης Οκτωβρίου 2010 του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου (Α1 Τμήμα), ο παραστάς δικηγόρος του δεύτερου αναιρεσείοντος, Μιχαήλ Μαραγκάκης, δήλωσε ότι παραιτείται από το από 1-9-2010 δικόγραφο των προσθέτων λόγων αναίρεσης (δεν παραιτείται από το δικόγραφο των από 31-8-2010 προσθέτων λόγων αναίρεσης, για τη συζήτηση των οποίων και παρίσταται). Εκδόθηκε η 1498/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε μεματαιωμένη και απαράδεκτη τη συζήτηση. Η υπόθεση έρχεται σήμερα για νέα συζήτηση, με την από 6 Φεβρουαρίου 2012 κλήση του Κ. Β. του Γ., μοναδικό και καθολικό εξ αδιαθέτου κληρονόμο της Ά. χήρας Γ. Β.. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 14 Σεπτεμβρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 5-9-1996 αίτησης αναίρεσης και των από 31-8-2010 και 1-9-2010 δικογράφων προσθέτων λόγων αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης και εκείνα που προσκομίζουν οι παριστάμενοι Κ. Β. και Ι. Κ., προκύπτουν τα ακόλουθα ως προς τη νόμιμη παράσταση και συνέχιση της δίκης από τους πιο πάνω παρισταμένους διαδίκους και τον Δ. Κ. ο οποίος καίτοι κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα για τη δικάσιμο της 5-11-2012, (βλ. την υπ'αριθ..../19-3-2012 έκθεση επιδόσεως του Δικ.Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών …), κατά την οποία η συζήτηση αναβλήθηκε και η υπόθεση μεταφέρθηκε στο πινάκιο της δικασίμου που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (αρθ.226 παρ.4 εδ.γ'ΚΠολΔ), δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση κατ'αρθ.242 παρ.2 ΚΠολΔ. Ο Ν. Κ. άσκησε την από 5-9-1996 αίτησή του για αναίρεση της υπ'αριθ.1209/1996 οριστικής απόφασης του Εφετείου Αθηνών που εκδόθηκε επί της από 3-5-1995 έφεσης της αναιρεσίβλητης Ά. χήρας Γ. Β.. Στις 4-4-2005 απεβίωσε στην Αθήνα ο αναιρεσείων Ν. Κ., ο οποίος σε σχέση με το επίδικο ακίνητο της προκειμένης υπόθεσης ....κληρονομήθηκε από τον υιό Ι. Κ. δυνάμεν της από 20-10-2004 ιδιόγραφης διαθήκης του, που δημοσιεύθηκε από το Πρωτοδικείο Αθηνών με το υπ'αριθ.650/27-1-2009 πρακτικό. Με την από 4-3-2009 κλήση της η αναιρεσίβλητη Ά. χήρα Γ. Β. προσδιόρισε τη δικάσιμο της 4-10-2010 για την εκδίκαση της ένδικης αίτησης, και κατά τη διάταξη του αρθ.291 παρ.1 ΚΠολΔ προσκάλεσε τους υιούς του αναιρεσείοντος Δ. και Ι. Κ. να επαναλάβουν τη δίκη με την ιδιότητα του εξ αδιαθέτου κληρονόμου αγνοώντας προφανώς την ύπαρξη της προαναφερθεισας ιδιόγραφης διαθήκης. Ενόψει εκείνης της δικασίμου οι προσκληθέντες ως κληρονόμοι άσκησαν την 1-9-2010 το υπ'αριθ.143/1-9-2010 δικόγραφο προσθέτων λόγων με την ιδιότητα του εξ αδιαθέτου κληρονόμου και την επομένη 2-9-2010 ο εξ αυτών Ι. Κ. άσκησε το υπ'αριθ.144/2-9-2010 παρόμοιο δικόγραφο προσθέτων λόγων με την ιδιότητα του εκ διαθήκης κληρονόμου επί του ένδικου ακινήτου. Η συζήτηση εκείνη της 4-10-2010 κηρύχθηκε απαράδεκτη με την υπ'αριθ.1489/2010 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, ενώ κατά την ίδια εκείνη δικάσιμο ο Ι. Κ. με προφορική δήλωσή του στο ακροατήριο (βλ. την υπ'αριθ.1489/2010 απόφαση) παραιτήθηκε από το δικόγραφο με αριθμό 144/2-9-2010 προσθέτων λόγων αναίρεσης για το οποίο υπήρχε απορριπτική εισήγηση απαραδέκτου λόγου εκπροθέσμου. Στη συνέχεια, στις 28-9-2011 απεβίωσε η αναιρεσίβλητη Ά. χήρα Γ. Β. και κληρονομήθηκε από τον υιό του Κ. Β. με την ιδιότητα του μοναδικού εξ αδιαθέτου κληρονόμου της, ο οποίος με την από 6-2-2012 κλήση του επέσπευσε τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας της 5-11-2012 και επέδωσε αντίγραφο της ίδιας κλήσης στους υιούς του αναιρεσείοντος Δ. Κ. και Ι. Κ. προσκαλώντας τους για τη συνέχιση της δίκης. Με τα πιο πάνω δεδομένα, η ένδικη διαδικασία παραδεκτά συνεχίζεται κατά τις διατάξεις των άρθρων 286 έως 292 ΚΠολΔ στο πρόσωπο του Κ. Β. με την ιδιότητά του αναιρεσίβλητου και στο πρόσωπο Ι. Κ. με την ιδιότητα του αναιρεσείοντος, όχι όμως ......πρόσωπο του Δ. Κ. για τον οποίο, ύστερα από αυτεπάγγελτη έρευνα, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη: 1)η συνέχιση της δίκης με την ανύπαρκτη ιδιότητα του κληρονόμου του αναιρεσείοντος Ν. Κ. και 2)η άσκησή του από 31-8-2010 δικογράφου προσθέτων λόγων με αριθ.143/2010. ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 138 ΑΚ, συνδυαζόμενη και με τις διατάξεις των άρθρων 180, 513 και 1033 ΑΚ, συνάγονται τα ακολούθα: Σε περίπτωση καταχωρισμένης σε συμβολαιογραφικό έγγραφο σύμβασης πώλησης ενοχικού χαρακτήρα και εξαιτίας της πώλησης, μεταβίβασης της κυριότητας ακινήτου από τον κύριο του ακινήτου σε άλλον, αν οι αντίστοιχες για την πώληση δηλώσεις βούλησης του πωλητή και αφετέρου του αγοραστή ήσαν εικονικές, υπό την έννοια ότι δεν έγιναν στα σοβαρά παρά έγιναν μόνο φαινομενικά, διότι οι βουλήσεις εκείνων ήσαν είτε να μην υπάρχουν η υποχρέωση του πωλητή να μεταβιβάσει την κυριότητα και παραδώσει το πωλούμενο και η υποχρέωση του αγοραστή να πληρώσει το τίμημα, είτε να μην υπάρχει η μία μόνο από αυτές τις εκατέρωθεν υποχρεώσεις, η σύμβαση της πώλησης είναι λόγω της εικονικότητας, δηλαδή λόγω της έλλειψης συναλλακτικής πρόθεσης στα πρόσωπα των μερών, άκυρη, θεωρούμενη γι' αυτό ως μη γενόμενη, αυτή δε η ακυρότητα επισύρει την ακυρότητα και της σύμβασης της κυριότητας λόγω του αιτιώδους χαρακτήρα της τελευταίος, εκτός και αν αποδειχθεί ότι κάτω από την εικονική καλύπτεται άλλη δικαιοπραξία που τα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για την σύσταση τη. Η σύμβαση δε της πωλήσεως δεν είναι άνευ ετέρου εικονική από μόνο το γεγονός ότι δεν καταβλήθηκε τίμημα, ούτε μόνη η έλλειψη καταβολής τιμήματος αποδεικνύει χωρίς άλλο έλλειψη συναλλακτικής πρόθεσης των μερών με την προαναφερθείσα έννοια, αφού αυτό μπορεί να χαριστεί ή να εξοφληθεί με δόση αντί καταβολής ή η σχετική αξίωση να αποσβεσθεί με παραγραφή ή κατ' άλλο τρόπο, πλην όμως κατά την έρευνα της υπάρξης συναλλακτικής πρόθεσης των συμβληθέντων μπορεί το δικαστήριο να συναγάγει τεκμήριο ή επιχείρημα περί εικονικότητας της σύμβασης πώλησης από την αποδεικνυόμενη μη καταβολή. (Α.Π. 1714/2007). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ. ΑΠ 1/1999) . Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 41 3/1993). Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861 /1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 465/1988). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1987/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Εφετείου: "Με το αριθ..../14.12.1966 συμβόλαιο της Συμ/φου Αθηνών Αικατ. Ανδρικοπούλου, που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο …αριθ. …των βιβλίων μεταγραφών του Δήμου Σπάτων, (ήδη επίδικο) ο δεύτερος των καθών Ν. Κ. πούλησε στην ανακόπτουσα αντί αναγραφομένου τιμήματος 110.000 δρχ το επίδικο ακίνητο εκτάσεως 465 τμ επί του οποίου υπήρχε ισόγειος οικία αποτελούμενη από δύο κύρια δωμάτια και λοιπούς βοηθητικούς χώρους. Το ακίνητο αυτό βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφερείας …, έχει πρόσωπο επί της Λεωφόρου Αθηνών-Μαραθώνος και όρια τα αναφερόμενα στο συμβόλαιο αυτό. Πριν πέντε μήνες με το αριθ. .../12.7.1966 συμβόλαιο της ιδίας Σ/φου, που επίσης μεταγράφηκε νόμιμα ο παραπάνω καθού πούλησε στην ανακόπτουσα, αντί αναγραφομένου τιμήματος 15.000 δρχ, άλλο ακίνητο εκτάσεως 914 τμ ευρισκόμενο επίσης στην …. Τα δύο παραπάνω πωληθέντα ακίνητα, όπως και άλλα τρία, είχαν περιέλθει στον πωλητή από κληρονομιά του πατέρα του Δ., που είχε αποβιώσει το έτος 1952, κατόπιν διανομής μεταξύ των συγκληρονόμων που έγινε με το αριθ. .../2.7.1966 διανεμητήριο συμβόλαιο της ιδίας Συμ/φου. Ο καθού (Ν. Κ.) προς απόκρουση της κρινομένης ανακοπής-αγωγής ισχυρίστηκε ότι οι παραπάνω πωλήσεις είναι εικονικές και ότι δεν υπήρχε σοβαρή συναλλακτική βούληση του ιδίου και της ανακόπτουσας να μεταβιβαστεί στην τελευταία η κυριότητα των ακινήτων, αλλά αντιθέτως ότι οι πωλήσεις έγιναν διότι υπήρχε ερωτικός δεσμός του καθού με την ανακόπτουσα με την οποία και συζούσε και διότι έτσι προστατευόταν ο καθού από τρίτους. Σχετικά με τον ισχυρισμό αυτό αποδείχτηκε ότι η ανακόπτουσα, που ήταν χήρα με ένα ανήλικο παιδί, το έτος 1964 είχε αγοράσει ένα αγροτεμάχιο στη …και σκόπευε να κτίσει εκεί παραθεριστική κατοικία. Έτσι γνωρίστηκε με τον καθού που ασκούσε το επάγγελμα του οικοδόμου στη …και δημιούργησε μαζί του ερωτικό δεσμό, που διήρκεσε περίπου 8-10 μήνες και διακόπηκε στις αρχές του έτους 1967. Στο διάστημα αυτό ο καθού, που ήταν έγγαμος και πατέρας δύο νηπίων τέκνων, διέσπασε την έγγαμη συμβίωση, εγκατέλειψε την κατοικία του στη …και συνέζησε με την ανακόπτουσα στο σπίτι της στην …Οι παραπάνω μεταβιβάσεις εμπίπτουν στο διάστημα της ερωτικής αυτής σχέσεως. Η ανακόπτουσα υπεραμύνεται της σπουδαιότητας των πωλήσεων και αντιτείνει ότι καταβλήθηκε τίμημα και μάλιστα πολλαπλάσιο του αναγραφομένου στα πωλητήρια. Σχετικά προσκομίζει δύο αντίγραφα υπό μορφή επιστολών του καθού προς αυτήν, τα οποία φέρουν τη μη αμφισβητηθείσα υπογραφή του καθού και στα οποία αναφέρεται ότι το καταβληθέν τίμημα για το επίδικο ακίνητο ανέρχεται σε 470.000 δρχ και για το άλλο σε 140.000 δρχ. Ειδικά για την καταβολή του τιμήματος του επιδίκου ακινήτου η ανακόπτουσα ισχυρίζεται ότι είχε αξίωση κατά του καθού γιά ποσό δρχ 62.000, που είχε δώσει ως προκαταβολή της αμοιβής του γιά την ανέγερση της παραπάνω παραθεριστικής κατοικίας, η οποία ανέγερση ματαιώθηκε, και ότι έτσι συμφωνήθηκε όπως το ποσό αυτό παραμείνει στα χέρια του καθού ως έντοκο δάνειο, για την εξασφάλιση δε της επιστροφής του δανείου αυτού συμφωνήθηκε η εγγραφή υποθήκης στο επίδικο ακίνητο με το προσαγόμενο αριθ.../1966 υποθηκικό συμβόλαιο της παραπάνω Σ/φου. Έτσι, κατά τους ισχυρισμούς της ανακόπτουσας, το ποσό του οφειλομένου δανείου συμψηφίστηκε με μέρος του παραπάνω τιμήματος του επιδίκου όταν μετά τρίμηνο έγινε η σύμβαση της πωλήσεως. Η ανακόπτουσα δεν ανταπέδειξε ότι κατά τον παραπάνω χρόνο βρισκόταν σε οικονομική κατάσταση που να δικαιολογεί την καταβολή των σημαντικών για την εποχή εκείνη ποσών των παραπάνω τιμημάτων. Το γεγονός όμως της καταβολής ή μη τιμήματος δεν έχει σημασία για την κρίση σχετικά με την εικονικότητα, αφού το τίμημα μπορεί να δωρηθεί, να αφεθεί ή κατ'άλλο τρόπο να αποσβεστεί. Απλώς το στοιχείο της μη καταβολής του τιμήματος κατά την έρευνα της συναλλακτικής προθέσεως των μερών μπορεί να αποτελέσει τεκμήριο περί της εικονικότητας (ΑΠ 1313/84). Ανεξάρτητα λοιπόν από την αλήθεια ή την αναλήθεια του ισχυρισμού της ανακόπτουσας ότι κατέβαλε τίμημα για την αγορά του επιδίκου, ο ισχυρισμός του καθού περί εικονικότητας δεν αποδείχτηκε, καθόσον αντίθετα κρίνεται ότι ο καθού και η ανακόπτουσα είχαν συναλλακτική πρόθεση να μεταβιβαστεί η κυριότητα του επιδίκου στην τελευταία. Η κρίση αυτή στηρίζεται: α) Στο ότι δεν προέκυψε ούτε ότι η σύζυγος και τα παιδιά του καθού ήγειραν αξιώσεις επιδικάσεως διατροφής ή κατά τον οποιονδήποτε τρόπο επεδίωξαν τη δέσμευση της περιουσίας του καθού, ούτε ότι υπήρχαν τρίτοι δανειστές του καθού, ώστε να δικαιολογείται εικονική μεταβίβαση της περιουσίας του καθού για να ματαιωθεί η ικανοποίηση των απαιτήσεων των παραπάνω. Άλλωστε παρέμειναν στην κυριότητα του καθού τρία ακίνητα, πράγμα που κάνει ακόμη περισσότερο αδικαιολόγητη μιά τυχόν εικονική μεταβίβαση, β) Η ανακόπτουσα με την από 3.11.1967 αίτηση της προς τον Ειρηνοδίκη Αθηνών εκθέτει ότι ενώ είχε συμφωνήσει με τον καθού όπως ο τελευταίος παραμείνει προσωρινά μέχρι το καλοκαίρι 1967 στην οικία του επιδίκου ακινήτου, ο τελευταίος αρνείται με ύβρεις και απειλές να αποχωρήσει, ζήτησε δε να αναγνωρισθεί προσωρινή νομέας του επιδίκου και να διαταχθεί η αποβολή του καθού. Η αίτηση αυτή συζητήθηκε την 10.11.1967 ερήμην του καθού και έγινε δεκτή με την 2242/1967 απόφαση, η οποία εκτελέστηκε με αποβολή του καθού, όπως το τελευταίο αυτό προκύπτει από την από 20.9.1995 βεβαίωση του Ν. Λ. που ως δικαστικός κλητήρ είχε συντάξει την αριθ. 317 έκθεση αποβολής. Η στάση του καθού να ερημοδικήσει και να μη αντιτάξει τους ισχυρισμούς του κατά, της αιτουμένης αποβολής του είναι αδικαιολόγητη εάν η μεταβίβαση ήταν πράγματι εικονική. Εκτοτε και μέχρι την ένδικη ανακοπή-αγωγή, δηλαδή επί διάστημα 19 ετών, η αντίδραση του καθού περιορίστηκε στο να μη αφήσει την ανακόπτουσα να εκμεταλλευθεί την οικία, δηλαδή, απέτρεπε την εκμίσθωση της οικίας σε τρίτους σχίζοντας τα ενοικιαστήρια που τοποθετούσε η ανακόπτουσα, χωρίς όμως να επιδιώξει δικαστικά την αναγνώριση της ακυρότητας του πωλητηρίου, γ) Την 15.7.1968 ο μη διάδικος Γ. Π., που ήταν δανειστής ενός συγκληρονόμου και αδελφού του καθού, έχοντας εγγράψει αναγκαστική κατάσχεση του εξ αδιαιρέτου ποσοστού του συγκληρονόμου αυτού επί του μείζονος ακινήτου, διαιρετό τμήμα του οποίου απετέλεσε το επίδικο μετά την διανομή της κληρονομιαίας περιουσίας, ζήτησε με αγωγή του απευθυνόμενη στο Πολ. Πρωτ. Αθηνών την ακύρωση των παραπάνω μετά την κατάσχεση συνταγέντων συμβολαίων δηλαδή του διανεμητηρίου συμβολαίου και του πωλητηρίου προς την ανακόπτουσα, στρέφοντας την αγωγή αυτή εναντίον όλων των συγκληρονόμων και της ανακόπτουσας. Την 4.12.1973 γιά πρώτη φορά με τις προτάσεις που υποβλήθηκαν στην μετ' απόδειξη συζήτηση στο Πολ. Πρωτοδικείο ο καθού ισχυρίστηκε (χωρίς αυτό να έχει καμμιά έννομη επιρροή στη δίκη εκείνη) ότι επιφυλάσσεται να προσβάλει ως άκυρο το παραπάνω πωλητήριο του επιδίκου προς την τότε συνεναγομένη "καθόσον η μεταβίβαση έγινε χωρίς καταβολή τιμήματος ή άλλου ανταλλάγματος και διότι αντίκειται στα χρηστά ήθη, αφού η τώρα ανακόπτουσα για τη συνομολόγηση του συμβολαίου εκμεταλλεύτηκε την κουφότητα και αναπηρία του, που τού είχε προκαλέσει ο παράφορος έρως προς αυτήν". Δηλαδή ούτε τότε ο καθού είχε ισχυριστεί εικονικότητα του πωλητηρίου συμβολαίου, αντιθέτως μάλιστα οι παραπάνω ισχυρισμοί προϋποθέτουν ότι υπήρχε σπουδαία πρόθεση των συναλλαγέντων να μεταβιβαστεί η κυριότητα, δ) Η παραπάνω αγωγή του Γ. Π. έγινε τελεσιδίκως δεκτή και αναγνωρίστηκε η ακυρότητα των παραπάνω συμβολαίων. Η ακυρότητα όμως αυτή είναι σχετική, αφού τάσσεται μόνο υπέρ του κατασχόντος, των αναγγελθέντων δανειστών και του υπερθεματιστή. Το Ελληνικό Δημόσιο, που ήταν τρίτο και είχε απαιτήσεις κατά του καθού Ν. Κ., από εσφαλμένη νομική εκτίμηση θεώρησε ότι λόγω της ακυρώσεως του διανεμητηρίου και του πωλητηρίου συμβολαίου διατηρήθηκε η κυριότητα του καθού τόσο στο επίδικο όσο και στο άλλο παραπάνω ακίνητο που επίσης είχε πουλήσει στην ανακόπτουσα με το υπ'αριθ..../12-7-1966 συμβόλαιο. Έτσι προχώρησε στην αναγκαστική κατάσχεση τους. Η αναγκαστική εκτέλεση για το άλλο ακίνητο του μεταβιβάσθηκε στην αναιρεσλίβλητη με το υπ'αριθ..../12-7-1966 συμβόλαιο προχώρησε μέχρι τον πλειστηριασμό του, κατά τον οποίο αναδείχτηκε υπερθεματιστής ο Δ. Κ., ανεψιός από αδελφό του καθού, κατά του οποίου στράφηκε η τώρα ανακόπτουσα, διεκδικώντας το ακίνητο. Η αγωγή εκείνη έγινε τελεσίδικα δεκτή με την προσαγομένη αριθ. 1912/1989 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού. Κατά τη δίκη εκείνη ο εναγόμενος υπερθεματιστής δεν πρότεινε καν ισχυρισμό περί εικονικότητας του πωλητηρίου συμβολαίου, που αποτελούσε τον τίτλο κυριότητας της ανακόπτουσας, πράγμα που θα ήταν λογικώς αναμενόμενο, αφού ως στενός συγγενής του καθού ήταν φυσικό να γνωρίζει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ο καθού συμβλήθηκε με την ανακόπτουσα. Σύμφωνα με όσα αποδείχτηκαν παραπάνω η εκκαλουμένη απόφαση εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις και απέρριψε την αγωγή κατόπιν παραδοχής της ουσιαστικής βασιμότητας της ενστάσεως του καθού περί εικονικότητας του υπ'αριθ..../1966 πωλητηρίου συμβολαίου. Επομένως πρέπει να γίνουν δεκτοί, ως ουσία βάσιμοι, οι σχετικοί λόγοι της εφέσεως και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση. Στη συνέχεια πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο αυτό και να δικαστεί η ανακοπή-αγωγή, η οποία ως αναγνωριστική αγωγή κυριότητας πρέπει να γίνει δεκτή μόνο ως προς τον δεύτερο των καθών Ν. Κ. και να απορριφθεί ως ανακοπή ως προς το πρώτο των καθών Ελληνικό Δημόσιο διότι δεν έχει πλέον αντικείμενο αφού από το από 14.7.1986 έγγραφο του Δημοσίου Ταμείου Παλλήνης αποδεικνύεται ότι η αριθ. .../23.9.85 αναγκαστική κατάσχεση που επέβαλλε το Δημόσιο έχει ήδη αρθεί πριν από την πρώτη συζήτηση της υποθέσεως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο." Το Εφετείο με το να δεχθεί με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης της αναιρεσίβλητης κατά της αντίθετης κρινάσης πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή που είχε ασκήσει η αναιρεσίβλητη ως διεκδικητική ανακοπή και αγωγή αναγνώρισης της κυριότητάς της, την οποία στη συνέχεια το Εφετείο δέχθηκε κατά το δεύτερο αίτημα της έναντι του αρχικού εναγομένου Ν. Κ., ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 138, 513 και 1033 του ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, για την ύπαρξη πραγματικής βούλησης και συναλλακτικής πρόθεσης στο πρόσωποτης αναιρεσίβλητης ως αγοράστριας και του θανόντος στη συνέχεια αναιρεσείοντος ως πωλητής δεν πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της εικονικότητας της ένδικης σύμβασης ενοχικού χαρακτήρα με αριθμό .../14-12-1996 και δεν δικαιολογούν την ακυρότητα και της εκποιητικής σύμβασης ούτε την παραδοχή της συναφούς .......του αναιρεσείοντος. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο συνεχίζων τη δίκη Ι. Κ. ως αναιρεσείων με τον πρώτο, λόγο του δικογράφου προσθέτων λόγων με αριθ.καταθ.143/1-9-2010 κατά το ένα μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.1 του αρθρ.559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό του εφαρμοστέου εδώ κανόνα ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 138, 513, 1033 του Α.Κ. τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων, για να δικαιολογηθεί η ύπαρξη συναλλακτικής πρόθεσης στα πρόσωπα των συμβληθέντων μερών. Επομένως τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο ίδιος συνεχίζων τη δίκη αναιρεσείων με το ίδιο πρώτο λόγο του ιδίου δικογράφου προσθέτων λόγων και το άλλο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.19 του αρθ 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Εξάλλου, ο ίδιος πρόσθετος λόγος της αναίρεσης και ο πρώτος λόγος του κυρίως δικογράφου κατά την σ'αυτούς περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ.19 και 561 παρ.1 του ΚΠολΔ ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα της ύπαρξης δηλαδή συναλλακτικής πρόθεσης στο πρόσωπο της αναιρεσίβλητης ως αγοράστριας και του αναιρεσείοντος ως πωλητή κατά την κατάρτιση της ενοχικού χαρακτήρα σύμβαση πώλησης με αριθμό .../14-12-1966, παρά τη μη αποδειχθείσα καταβολή τιμήματος και τα αντίστοιχα επιχειρήματα της αναιρεσίβλητης, και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα του συνεχίζοντος τη δίκη για το λογαριασμό του αναιρεσείοντος, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά τον αναιρεσείοντα σε αντίθεση: α)με το ότι δεν καταβλήθηκε το συμφωνημένο τίμημα και β)δεν υπήρξε συναλλακτική πρόθεση για την κατάρτιση της ενοχικού χαρακτήρα σύμβασης πώλησης, είναι απαράδεκτος, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπου εκτίθεται και ότι παρά τη μη καταβολή του τμήματος, που εκτιμήθηκε ως τεκμήριο, δεν αποδείχθηκε η έλλειψη συναλλακτικής πρόθεσης στα συμβληθέντα μέρη, με τους ίδιους δε λόγους κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του αρθ.561 παρ.1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. ΙΙΙ. Ο λόγος αναίρεσης του αριθ.8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού, ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγου έφεσης όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997 ΑΠ 1933/2006). Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996). Με το δεύτερο λόγο του ίδιου υπ'αριθ.143/1-9-2010 δικογράφου προσθέτων λόγων αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος που επαναφέρθηκε σ'αυτό προσηκόντως για την απόκρουση της έφεσης της αναιρεσίβλητης, ότι ήταν εικονική η ενοχικού χαρακτήρα σύμβαση πώλησης λόγω της έλλειψης συναλλακτικής πρόθεσης μεταξύ των μερών. Το Εφετείο όμως τα πιο πάνω περιστατικά που συγκροτούν αυτοτελή ισχυρισμό, τα απέρριψε κατ'ουσίαν ως αβάσιμα αφού παράλληλα δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς αυτά που συγκροτούν τον ισχυρισμό αυτό, δηλαδή ότι υπήρξε πραγματική συναλλακτική πρόθεση μεταξύ των μερών και επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος. IV. Από τις διατάξεις των άρθρων 335, και 338 έως 341 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του. Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ. ΑΠ 14/2005 και 2/2008). Με το μοναδικό λόγο κατά το άλλο μέρος του αναιρετηρίου \ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και δεν εκτίμησε για την απόδειξη του κατ'ένσταση ισχυρισμού του αναιρεσείοντος για την εικονικότητα του υπ'αριθ..../14-1-1966 πωλητηρίου συμβολαίου της Συμβ/φου Αθηνών Αικ.Ανδρικοπούλου: 1)το υπ'αριθ..../16-4-1985 συμβόλαιο του Συμβ/φου Μαραθώνα Κοσμά Παυλή, 2)την υπ'αριθ.2428/1986 βεβαίωση της τότε Κοινότητας Νέας Μάκρης και 3)την από 2-7-1986 ενοχική αγωγή της αναιρεσίβλητης, τα αποδεικτικά δε αυτά στοιχεία είχε νόμιμα επικαλεσθεί και προσκόμισει με τις προτάσεις του στο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που του είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως οι διάδικοι, και από το όλο περιεχόμενο εκείνης της απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε ρητά ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος για την εικονικότητα του υπ'αριθ..../1966 συμβολαίου καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις, και τα πιο πάνω έγγραφα(των οποίων το περιεχόμενο, όπως καθορίζεται στο αναιρετήριο, ρητά αποκρούεται από το Εφετείο, με τη συνεκτίμηση των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων) για να καταλήξει στο απορριπτικό αποδεικτικό του πόρισμα για τον ίδιο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ο δε σχετικός λόγος, αναίρεσης κρίνεται αβάσιμος. Μετά τα παραπάνω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και το υπ'αριθ.143/2010 δικόγραφο προσθέτων λόγων και να καταδικασθεί ο συνεχίζων τη δίκη ως αναιρεσείων ως ηττώμενος στην εις το διατακτικό δικαστική δαπάνη του συνεχιζόντος τη δίκη αναιρεσίβλητου (αρθ.176 και 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Κηρύσσει καταργημένη τη δίκη ως προς το υπ'αριθ.144/2010 δικόγραφο προσθέτων λόγων. Απορρίπτει την από 5-9-1996 αίτηση του Ν. Κ. τη δίκη της οποίας συνεχίζει ο Ι. Κ. για αναίρεση της υπ'αριθμ.1208/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, και το δικόγραφο με αριθμό 143/2010 προσθέτων λόγων. Καταδικάζει τον συνεχίζοντα τη δίκη ως αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του συνεχίζοντος τη δίκη ως αναιρεσιβλήτου Κ. Β. την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Νοεμβρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Δεκεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ