Αριθμός 492/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Βρυσηίδα Θωμάτου και Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Α. Γ. του Γ. - Σ., κατοίκου ... Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Τετώρο. Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Γ. του Γ. - Σ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βουκελάτο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 6-4-2009 και 10-1-2011 αγωγές του ήδη αναιρεσιβλήτου και του ήδη αναιρεσείοντος, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5088/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 4983/2020 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-3-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, που ορίζει, ότι για την σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, καθιερώνεται στο ενοχικό δίκαιο, ως απόρροια του δόγματος της αυτονομίας της βούλησης, η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, σύμφωνα με την οποία οι συμβαλλόμενοι έχουν πλήρη ελευθερία για κατάρτιση οποιασδήποτε δικαιοπραξίας με οποιαδήποτε μορφή και με οποιοδήποτε περιεχόμενο, αρκεί τούτο να μη αντιβαίνει στα χρηστά ήθη ή σε κανόνες δημοσίας τάξεως, όπως είναι οι διατάξεις των άρθρων 3, 174, 178, 179 ΑΚ, που δεν επιτρέπουν αντίθετες συμφωνίες (ΑΠ 49/2021, ΑΠ 845/2019, ΑΠ 2053/2014, ΑΠ 12/2008) και, επίσης, να μη προσβάλει τα δικαιώματα των άλλων (ΟλΑΠ 33/2002). Επίσης , κατά το άρθρο 806 του Α. Κ. "με τη σύμβαση του δανείου ο ένας από τους συμβαλλομένους μεταβιβάζει στον άλλον κατά κυριότητα χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα και αυτός έχει υποχρέωση να αποδώσει άλλα πράγματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η σύμβαση δανείου, η οποία είναι ετεροβαρής, καταρτίζεται με τη μεταβίβαση της κυριότητος του δανείσματος στον οφειλέτη (re καταρτιζόμενη) (ΑΠ 529/2022). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1 και 2 Ν.5638/1932, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 1 ΝΔ 951/1971 και διατηρηθεί σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ' στοιχ. α' ΝΔ 118/1973, 2 παρ.1 του Ν.Δ από 17.7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" και 117 Εισ.Ν.ΑΚ, προκύπτει ότι χρηματική κατάθεση σε τράπεζα και σε ανοικτό λογαριασμό επ` ονόματι δύο ή περισσοτέρων από κοινού είναι, κατά την έννοια του ως άνω νόμου, η περιέχουσα τον όρο ότι το λογαριασμό αυτό μπορεί να χρησιμοποιεί εν όλω ή εν μέρει, είτε ένας είτε μερικοί ή και όλοι κατ` ιδίαν οι δικαιούχοι, χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών, ενώ είναι αδιάφορο αν τα χρήματα που κατατέθηκαν ανήκαν σε όλους εκείνους, υπέρ των οποίων έγινε η κατάθεση, ή σε έναν, ή σε ορισμένους από αυτούς, η όλη δε χρηματική κατάθεση επιτρέπεται να ενεργείται σε κοινό λογαριασμό με προθεσμία ή ταμιευτηρίου υπό προειδοποίηση. Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες και προς εκείνες των άρθρων 411, 489, 490, 491 και 493 ΑΚ, συνάγεται ότι, σε περίπτωση χρηματικής καταθέσεως επ` ονόματι δύο καταθετών σε κοινό λογαριασμό και ανεξαρτήτως του σε ποιόν από τους δύο ανήκαν τα χρήματα, παράγεται μεταξύ των καταθετών και της τράπεζας ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή, με αποτέλεσμα η ανάληψη των χρημάτων της καταθέσεως, όλων ή μέρους αυτών, από τον έναν των δικαιούχων να γίνεται εξ ιδίου δικαίου, αν αναληφθεί δε ολόκληρο το ποσό, να επέρχεται ολοσχερής απόσβεση της απαιτήσεως καθενός από τους δύο καταθέτες έναντι της τράπεζας, ενώ ο καταθέτης που δεν έκανε την ανάληψη, έχει δικαίωμα αναγωγής κατ` εκείνου, που ανέλαβε όλα τα χρήματα, βάσει της τυχόν υφιστάμενης μεταξύ των δύο εσωτερικής σχέσεως, που μπορεί να είναι συμβατική ή μη, σε περίπτωση δε ελλείψεως τέτοιας σχέσεως, του μισού αυτών των χρημάτων. Η εσωτερική σχέση μεταξύ περισσοτέρων συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού αποτελεί το λόγο, για τον οποίο συνάπτεται η σύμβαση κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό. Η σχέση αυτή μπορεί να είναι επαχθής ή χαριστική. Ειδικότερα, η εσωτερική σχέση είναι επαχθής, όταν οι συνδικαιούχοι συνδέονται μεταξύ τους με εταιρεία ή με σύμβαση δανείου ή εντολής, κατ' αντιδιαστολή δε, η εσωτερική σχέση είναι χαριστική όταν μεταξύ τους οι συνδικαιούχοι συνδέονται με σύμβαση δωρεάς εν ζωή ή αιτία θανάτου, με κληροδοσία ή άλλη χαριστική επίδοση εν ζωή ή αιτία θανάτου. Η εσωτερική σχέση μεταξύ των συνδικαιούχων καθορίζει και το μεταξύ τους δικαίωμα αναγωγής (ΑΠ 1755/2022, ΑΠ 1128/2017, ΑΠ 539/1992). Στην περίπτωση, κατά την οποία μεταξύ των συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί ιδιαίτερη εσωτερική σχέση αναφορικά με το δικαίωμα αναγωγής, πρέπει να εφαρμοσθεί η διάταξη του άρθρου 493 ΑΚ, η οποία θεμελιώνει μια εκ του νόμου εσωτερική μεταξύ των συνδικαιούχων σχέση, ως εκ των έσω αντανάκλαση της ενεργητικής εις ολόκληρον ενοχής. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που η εσωτερική σχέση δεν προβλέπει τα μερίδια μεταξύ των συνδικαιούχων. Στις περιπτώσεις αυτές οι συνδικαιούχοι έχουν δικαίωμα σε ίσα μέρη (ΑΠ 1755/2022, ΑΠ 1001/2012). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ` αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (AΠ 133/2022, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1424/2017). Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής και συνδέεται με την εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος (ΑΠ 133/2022, ΑΠ 5/2020). Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ` αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος αυτής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ (ΑΠ 133/2022). Έτσι, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα μη διαλαμβανόμενα στην αγωγή, ή δεν έλαβε υπόψη του τέτοια γεγονότα, μολονότι διαλαμβάνονταν, ιδρύεται ο λόγος του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ενώ, αν κατά παράβαση του νόμου θεώρησε ή δεν θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα πραγματικά γεγονότα, ιδρύεται ο λόγος από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου (ΑΠ 362/2011), ο οποίος υπάρχει αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Νομική βάση δεν είναι ανάγκη να περιέχει η αγωγή, τυχόν δε μνεία σ' αυτήν της υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών που επικαλείται ο διάδικος για την θεμελίωσή της σε νομική διάταξη δεν δεσμεύει το δικαστήριο, το οποίο εφαρμόζει αυτεπάγγελτα το νόμο και προβαίνει στον προσήκοντα χαρακτηρισμό του αντικειμένου της αγωγής και από το περιεχόμενό της προσδίδει στην προβαλλόμενη με αυτήν έννομη σχέση την αρμόζουσα νομική έννοια, χωρίς να δεσμεύεται από τις απόψεις των διαδίκων (ΑΠ 73/2022, ΑΠ 1265/2019, ΑΠ 925/2017, ΑΠ 1752/2014). Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται και η εκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων, στα οποία περιλαμβάνεται και η αγωγή, τυχόν δε εσφαλμένος νομικός χαρακτηρισμός των πραγματικών περιστατικών της αίτησης παροχής έννομης προστασίας ή εσφαλμένη υπαγωγή αυτών σε μη προσήκοντα κανόνα δικαίου ιδρύει τους αναιρετικούς λόγους από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 925/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της από 10-1-2011 αγωγής του, ο αναιρεσείων ισχυρίστηκε με αυτή τα εξής: Ότι με τον εναγόμενο (ήδη αναιρεσίβλητο) αδελφό του είχαν αναπτύξει από το έτος 1983 κοινές επιχειρηματικές δραστηριότητες στον τομέα της κατασκευής, πώλησης και εκμίσθωσης ακινήτων, στα πλαίσια των οποίων είχαν συστήσει εταιρείες με συμμετοχή σε αυτές εκάστου τούτων κατά ποσοστό 50%. Ότι στις 15.01.1999 άνοιξαν τον υπ' αριθ. ... κοινό και των δύο τραπεζικό λογαριασμό στο κατάστημα Γλυφάδας της Τράπεζας ALPHA BANK, ο οποίος τροφοδοτείτο από τους διαδίκους αποκλειστικά με τα έσοδα από τις κοινές επιχειρηματικές τους δραστηριότητες και με τα εισοδήματα από τις εκμισθώσεις των επικοίνων ακινήτων τους και από τον οποίο αναλάμβαναν τα αναγκαία ποσά για τις δαπάνες λειτουργίας των κοινών εταιρειών του. Ότι, κατά τη μεταξύ τους συμφωνία, κάθε διάδικος συνδικαιούχος του κοινού λογαριασμού, είχε το δικαίωμα να αναλαμβάνει από τον κοινό αυτό λογαριασμό, οποιοδήποτε αναγκαίο και επιθυμητό για τον ίδιο χρηματικό ποσό, ακολούθως δε είχε το δικαίωμα και ο άλλος να αναλαμβάνει το ίδιο ποσό ώστε οι αναλήψεις των διαδίκων να εξισώνονται, αν δε κάποιος από τους διαδίκους προέβαινε σε υπερανάληψη χρημάτων, ώστε το υπόλοιπο του λογαριασμού να μην επαρκεί για την ανάληψη του ίδιου ποσού και από τον άλλο, ρητά είχε συμφωνηθεί, ότι η εξίσωση των ποσών που είχε αναλάβει αυτός που έκανε την υπερανάληψη, με τα ποσά που πρέπει να λάβει ο άλλος, θα γινόταν είτε με την επιστροφή από τον πράξαντα την υπερανάληψη, από δικά του χρήματα, του ημίσεος των υπεραναληφθέντων χρημάτων στον άλλο, τα οποία θεωρείτο ότι τα είχε λάβει ως άτοκο δάνειο, είτε με την ανάληψη εκ μέρους του δικαιούχου στο μέλλον από τον κοινό λογαριασμό, όταν εισρεύσουν χρήματα σε αυτόν, ισόποσου ποσού προς το υπεραναληφθέν. Ότι οι διάδικοι, προκειμένου να τηρούν αρχείο των αναλήψεων και καταθέσεων, που πραγματοποιούσε έκαστος τούτων στον κοινό λογαριασμό και να ελέγχουν έτσι την διαχείριση των κοινών εισοδημάτων, ώστε να είναι εφικτή η μεταξύ τους λογοδοσία ως προς το ύψος των αναλήψεων εκάστου και τις τυχόν υποχρεώσεις εκάστου προς τον έτερο, διατηρούσαν τετράδιο, στο οποίο χειρόγραφα καταχωρούσε, έκαστος με το δικό του χέρι, τις αναλήψεις και καταθέσεις, που έκανε, σε στήλες όπου αναγράφετο και η ημερομηνία μαζί με τυχόν παρατηρήσεις, ποτέ δε δεν αμφισβητήθηκε από τους διαδίκους η ακρίβεια των αναγραφέντων στο τετράδιο αυτό. Ότι, κατά το χρονικό διάστημα από το άνοιγμα του λογαριασμού στις 15/01/1999 και μέχρι τις 08/06/2005, ο εναγόμενος, καταχρώμενος την ανοχή του ενάγοντος, λόγω της αδελφικής τους σχέσης, προέβη σε διαδοχικές αναλήψεις συνολικού ποσού 1.150.988.45 ευρώ και σε καταθέσεις ύψους 41.115,81 ευρώ, ο δε ενάγων προέβη σε διαδοχικές αναλήψεις συνολικού ποσού 275.670,00 ευρώ και σε καταθέσεις ύψους 202.027,38 ευρώ, με αποτέλεσμα να έχει αναλάβει ο εναγόμενος το επιπλέον ποσό των 875.318.45 ευρώ (και κατά στρογγυλοποίηση των 875.318 ευρώ), από το οποίο, κατά την ανωτέρω συμφωνία των διαδίκων, υποχρεούτο να του επιστρέψει το ήμισυ, ήτοι το ποσό των 437.659,00 ευρώ. Ότι στις 8/6/2005 δημιουργήθηκε για πρώτη φορά ένταση στις σχέσεις των διαδίκων, όταν ο ενάγων ζήτησε από τον εναγόμενο να σταματήσει τις υπεραναλήψεις, που έθεταν σε κίνδυνο την κοινή επιχειρηματική τους δραστηριότητα και να του παράσχει εξηγήσεις για τον τρόπο, που θα τον εξοφλήσει, αλλά ο εναγόμενος αρνήθηκε να τον συναντήσει, λέγοντας ότι δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να τον εξοφλήσει και στην συνέχεια ανέλαβε από τον κοινό λογαριασμό την 20/07/2005 το ποσό των 50.000,00 ευρώ, την 21/07/2005 το ποσό των 11.000,00 ευρώ και την 28/07/2005 το ποσό των 7.000,00 ευρώ, ήτοι το συνολικό ποσό των 68.000,00 ευρώ, το ίδιο δε ποσό των 68.000 ευρώ ανέλαβε και ο ενάγων από τον κοινό λογαριασμό στις 1/8/2005, φοβούμενος ότι ο εναγόμενος θα "αδειάσει" τον κοινό λογαριασμό. Ότι την ίδια μέρα (1/8/2005) ο εναγόμενος, επειδή φοβήθηκε ότι ο ενάγων θα διεκδικήσει άμεσα το ποσό των 437.659 ευρώ, που του οφείλετο, προσήλθε σε διακανονισμό της οφειλής του αυτής, στα πλαίσια της οποίας ρητά συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων και μετά την δήλωση του εναγομένου, ότι δεν μπορεί να επιστρέψει άμεσα το ποσό αυτό, α) ότι θα καταχωρηθούν αναδρομικά στο τετράδιο οι ανωτέρω αναλήψεις συνολικού ποσού 68.000 ευρώ για κάθε διάδικο και ότι το τετράδιο θα "κλείσει", ο δε λογαριασμός θα τηρείται πλέον ηλεκτρονικά με καταχώρηση μέσω διαδικτύου των αναλήψεων και καταθέσεων, β) ότι οι αναλήψεις του εναγομένου δεν θα υπερβούν ποτέ στο μέλλον το 1/2/ του εκάστοτε υπολοίπου στο κοινό λογαριασμό και γ) ότι ο ενάγων έχει το δικαίωμα να αναλάβει "σιγά-σιγά στο μέλλον και σε εύθετο χρονικό διάστημα, από τις εισροές του κοινού λογαριασμού, το ποσό των 875.318 ευρώ, προς ισοσκελισμό της χρηματικής ανάληψης του εναγομένου, την οποία είχε λάβει υπό μορφή ατόκου δανείου...". Ότι ο εναγόμενος, ενεργώντας κατά παράβαση των μεταξύ τους συμφωνηθέντων, πριν ολοκληρωθεί ο ισοσκελισμός αυτός, αυθαίρετα και χωρίς να ειδοποιήσει τον ενάγοντα, προέβη στο κλείσιμο του κοινού λογαριασμού στις 08/09/2008. Ότι συνολικά, κατά το χρονικό διάστημα από το άνοιγμα του κοινού λογαριασμού στις 15/01/1999 και μέχρι το κλείσιμο αυτού στις 08/09/2008, ο εναγόμενος προέβη σε διαδοχικές αναλήψεις συνολικού ποσού 4.218.750,87 ευρώ, ο δε ενάγων προέβη σε διαδοχικές αναλήψεις συνολικού ποσού 3.647.191,29 ευρώ, όπως όλες οι αναλήψεις και καταθέσεις με τα ποσά τους, τις σχετικές ημερομηνίες, που έγιναν από τον κάθε διάδικο και παρατηρήσεις σε ορισμένες τούτων εμφαίνονται στην ενσωματωμένη στην αγωγή κατάσταση αναλήψεων και καταθέσεων, με αποτέλεσμα να έχει αναλάβει ο εναγόμενος το επιπλέον ποσό των 570.559,58 ευρώ, από το οποίο αρνείται να του αποδώσει το ποσό των 285.279,79 ευρώ, δηλαδή το ήμισυ του ποσού αυτού των 570.559,58 ευρώ, το οποίο αυτός ανέλαβε επιπλέον με διαδοχικές αναλήψεις από τον κοινό λογαριασμό, "υπό μορφή δανεισμού". Με βάση αυτό το ιστορικό και μετά από παραδεκτό περιορισμό του αρχικού καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, ο ενάγων ζήτησε, τόσον κατά την κύρια βάση της αγωγής, η οποία, όπως ο ίδιος επικαλέστηκε, στηρίζεται στην καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση ατόκου δανείου, όσον και κατά την επικουρική βάση αυτής, που στηρίζεται στο δικαίωμα αναγωγής του ενάγοντος κατά του εναγόμενου - συνδικαιούχου του κοινού λογαριασμού κατ' άρθρο 493 του ΑΚ, αλλά και κατά τη μεταξύ τους συμφωνία, βάσει της οποίας οι συνδικαιούχοι του κοινού λογαριασμού είχαν δικαίωμα σε ίσα μέρη επί του υπολοίπου της κατάθεσης, να αναγνωρισθεί ότι ο εναγόμενος του οφείλει το ως άνω ποσό των 285.279,00 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επόμενη της παρέλευσης της προθεσμίας των εξήντα ημερών, που τάχθηκε στον εναγόμενο με την από 10/04/2009 προφορική όχληση του ενάγοντος, ήτοι από τις 13/6/2009, άλλως δε από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση. Το πρωτόδικο δικαστήριο, με την υπ' αρ. 5088/2018 απόφασή του, αφού συνεκδίκασε την αγωγή αυτή με την από 6-4-2009 αντίθετη αγωγή του αναιρεσιβλήτου κατά του αναιρεσείοντος, με την οποία αυτός ζήτησε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του αναιρεσείοντος να του καταβάλει νομιμοτόκως το ποσό των 170.936,95 ευρώ, το οποίο αποτελεί το ήμισυ του ποσού των 341.873,90 ευρώ, που υπερανέλαβε ο αναιρεσείων από τον ανωτέρω κοινό λογαριασμό κατά το χρονικό διάστημα από την 1/8/2005 έως την 8/9/2008, που έκλεισε ο λογαριασμός, απέρριψε την αγωγή του αναιρεσιβλήτου ως ουσιαστικά αβάσιμη, δέχθηκε κατ' ουσίαν την αγωγή του αναιρεσείοντος και αναγνώρισε την υποχρέωση του αναιρεσιβλήτου να του καταβάλει το ποσό των 285.279 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση. Επί της ασκηθείσας εφέσεως του αναιρεσιβλήτου, με την οποία αυτός προέβαλε αιτιάσεις τόσο για την απόρριψη της αγωγής του, όσο και για την παραδοχή της αγωγής του αναιρεσείοντος, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, το οποίο ερευνώντας αυτεπαγγέλτως, κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ, το παραδεκτό και νόμιμο και των δύο αγωγών, τις απέρριψε και τις δύο ως αόριστες και γι'αυτό απαράδεκτες, διαλαμβάνοντας την ακόλουθη, κρίσιμη για τον αναιρετικό έλεγχο, αιτιολογία, ως προς την απόρριψη της αγωγής του αναιρεσείοντος: "Ειδικότερα, ως προς την κύρια βάση περί ενδοσυμβατικής ευθύνης του εναγόμενου λόγω των καταρτισθέντων μεταξύ των διαδίκων διαδοχικών συμβάσεων ατόκου δανείου, είναι αόριστη, δεδομένου ότι δεν περιέχει όλα τα απαιτούμενα στοιχεία για τη νόμιμη θεμελίωσή της, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 361, 806-809 του ΑΚ και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αφού δεν αναφέρονται καθόλου σε αυτήν οι επιμέρους συμβάσεις δανείου, που καταρτίσθηκαν μεταξύ των διαδίκων κατά το χρονικό διάστημα από το άνοιγμα του επίδικου κοινού λογαριασμού την 15.01.1999 μέχρι το κλείσιμο αυτού την 08.09.2008, δυνάμει των οποίων φέρεται ο εναγόμενος να έχει αναλάβει από τον κοινό λογαριασμό το επιπλέον ποσό των 570.559,58 ευρώ και να υποχρεούται να αποδώσει στον ενάγοντα το ήμισυ του ποσού αυτού, ήτοι το ποσό των 285.279,79 ευρώ, ούτε ο χρόνος κατάρτισης των επιμέρους συμβάσεων δανείου, ούτε τα ποσά αυτών, ούτε ο συμφωνηθείς μεταξύ των διαδίκων χρόνος απόδοσης των δανεισθέντων χρημάτων. Αντιθέτως, γίνεται αόριστη αναφορά στο αγωγικό δικόγραφο ότι ο εναγόμενος έλαβε υπό μορφή άτοκων δανείων, με διαδοχικές αναλήψεις από τον επίδικο κοινό λογαριασμό το συνολικό ποσό των 570.559,58 ευρώ και ότι υποχρεούται να αποδώσει στον ενάγοντα το ποσό των 285.279,79 ευρώ, ενώ ενσωματώνεται στην αγωγή κατάσταση αναλήψεων και καταθέσεων που πραγματοποιήθηκαν από τους διαδίκους στα πλαίσια του επίδικου κοινού λογαριασμού, στην οποία, όμως, ουδεμία αναφορά γίνεται σε διαδοχικές συμβάσεις ατόκου δανείου, ώστε να προκύπτουν τα ανωτέρω απαιτούμενα για το ορισμένο της αγωγής αποδόσεως δανείου στοιχεία. Ως προς την επικουρική αγωγική βάση είναι αόριστη, καθόσον δεν περιέχονται σε αυτή όλα τα στοιχεία που αξιώνουν οι διατάξεις των άρθρων 216 του ΚΠολΔ, 493 του ΑΚ και 1 παρ. 1 και 2 του Ν. 5638/1932. Συγκεκριμένα, δεν εκτίθεται στο δικόγραφο η κίνηση του επίδικου υπ' αριθ. ... κοινού τραπεζικού λογαριασμού που τηρήθηκε στο κατάστημα Γλυφάδας της Τράπεζας ALPHA BANK, από το άνοιγμα αυτού την 15.01.1999 μέχρι το κλείσιμο αυτού την 08.09.2008, ώστε να προκύπτουν οι επικαλούμενες διαδοχικές αναλήψεις εκ μέρους του εναγόμενου συνολικού ποσού 4.218.750,87 ευρώ και οι επικαλούμενες διαδοχικές αναλήψεις εκ μέρους του ενάγοντος συνολικού ποσού 3.647.191,29 ευρώ, και η συνακόλουθη υπέρβαση των αναλήψεων εκ μέρους του εναγόμενου ύψους 570.559,58 ευρώ, κατά παράβαση του άρθρου 493 του ΑΚ, αλλά και της μεταξύ τους συμφωνίας βάσει της οποίας οι διάδικοι - συνδικαιούχοι του κοινού λογαριασμού είχαν δικαίωμα σε ίσα μέρη επί του υπολοίπου της κατάθεσης. Αντιθέτως ενσωματώνεται στην αγωγή κατάσταση αναλήψεων και καταθέσεων που πραγματοποιήθηκαν από τους διαδίκους στα πλαίσια του επίδικου κοινού λογαριασμού, η οποία, όμως, συντάχθηκε από τον ενάγοντα και δεν συνιστά αντίγραφο της κίνησης του λογαριασμού, κατά την έννοια που προεκτέθηκε στη νομική σκέψη, αφού δεν έχει εκδοθεί από την ανωτέρω Τράπεζα, στην οποία τηρείτο ο λογαριασμός, ούτε απεικονίζονται σε αυτή από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή της Τράπεζας οι καταθέσεις ή οι αναλήψεις, ώστε να εξομοιώνεται με ιδιωτικό έγγραφο του άρθρου 444 του ΚΠολΔ και να αποτελεί πλήρη απόδειξη για όσα γεγονότα και πράγματα αναγράφει (με μηχανική απεικόνιση) κατ' άρθρο 448 παρ. 2 του ΚΠολΔ". Από το αναλυτικώς εκτεθέν ως άνω περιεχόμενο της αγωγής του αναιρεσείοντος, προκύπτει ότι αυτή έχει ως μοναδική βάση τη σύμβαση από τον κοινό λογαριασμού, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 361 σε συνδ. με 713 και 719, 489, 493, 340, 345, 346, Α.Κ., 1 παρ. 1 και 2. Ν. 5638/1932, 117 ΕισΝΑΚ και 70 ΚΠολΔ, ως προς την οποία είναι επαρκώς ορισμένη, καθόσον εκτίθενται σ' αυτήν όλα τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος του αναιρεσείοντος, ήτοι η κατάρτιση της σύμβασης κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό μεταξύ των διαδίκων, η υφιστάμενη μεταξύ τους εσωτερική σχέση και η κατά παράβαση αυτής μη απόδοση στον αναιρεσείοντα του ημίσεως του υπεραναληφθέντος από τον κοινό λογαριασμό εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου χρηματικού ποσού, η γενομένη δε από τον αναιρεσείοντα μνεία περί ατόκου δανείου, αναφορικά με τη λειτουργία της αποτελούσας την εσωτερική σχέση συμφωνίας των διαδίκων, δεν συνιστά προσθήκη αυτοτελούς βάσεως της αγωγής, αφού, κατά τη μείζονα σκέψη, τυχόν μνεία στην αγωγή της υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών που επικαλείται ο διάδικος για την θεμελίωσή της σε νομική διάταξη δεν δεσμεύει το δικαστήριο, το οποίο εφαρμόζει αυτεπάγγελτα το νόμο και προβαίνει στον προσήκοντα χαρακτηρισμό του αντικειμένου της αγωγής και από το περιεχόμενό της προσδίδει στην προβαλλόμενη με αυτήν έννομη σχέση την αρμόζουσα νομική έννοια, χωρίς να δεσμεύεται από τις απόψεις των διαδίκων. Ειδικότερα, στην αγωγή αναφέρεται: α) Ότι οι διάδικοι άνοιξαν στις 15/1/1999 κοινό και των δύο τραπεζικό λογαριασμό στο υποκατάστημα Γλυφάδας της ALPHA BANK, ο οποίος συμφώνησαν να τροφοδοτείται από τα εισοδήματα των κοινών επιχειρήσεών τους. β) Ότι κατά τη συμφωνία των διαδίκων, η οποία αποτελεί την εσωτερική τους σχέση στη σύμβαση ανοίγματος του κοινού λογαριασμού, που συνήψαν με την τράπεζα, κάθε διάδικος συνδικαιούχος του κοινού λογαριασμού είχε το δικαίωμα να αναλαμβάνει από τον λογαριασμό οποιοδήποτε αναγκαίο και επιθυμητό για τον ίδιο χρηματικό ποσό, μετά δε την ανάληψη αυτή ο έτερος συνδικαιούχος αποκτούσε το δικαίωμα να αναλάβει το ίδιο ποσό, ώστε οι αναλήψεις και των δύο να εξισώνονται και αν το ποσό που απέμενε στον λογαριασμό μετά την ανάληψη του ενός δεν επαρκούσε για την ανάληψη του ίδιου ποσού και από τον άλλο, ρητά συμφωνήθηκε ότι η εξίσωση των ποσών θα γινόταν είτε με την επιστροφή από τον ενεργήσαντα την υπερανάληψη, από δικά του χρήματα, του ημίσεος των υπεραναληφθέντων χρημάτων στον άλλο, είτε με την ανάληψη εκ μέρους του δικαιούχου στο μέλλον από τον κοινό λογαριασμό, ισόποσου ποσού προς το υπεραναληφθέν. γ) Ότι στις 1/8/2005 επαναβεβαίωσαν και συγκεκριμενοποίησαν τη συμφωνία αυτή και συμφώνησαν ότι το ποσό των 875.318 ευρώ, που είχε υπεραναλάβει ο αναιρεσίβλητος κατά το χρονικό διάστημα από το άνοιγμα του λογαριασμού και μέχρι τις 1/8/2005, θα εξοφλείτο με τη σταδιακή ανάληψη από τον κοινό λογαριασμό από τον αναιρεσείοντα μεγαλύτερων ποσών, από αυτά που θα αναλάμβανε στο μέλλον ο αναιρεσίβλητος, μέχρι τον ισοσκελισμό της διαφοράς, που είχε προκύψει με την ανωτέρω υπερανάληψη του αναιρεσίβλητου. δ) Ότι κατά παράβαση της συμφωνίας αυτής, στις 8/9/2008, ο αναιρεσίβλητος έκλεισε τον κοινό λογαριασμό πριν ολοκληρωθεί ο ισοσκελισμός της ανωτέρω διαφοράς, με αποτέλεσμα τελικά από το άνοιγμα και μέχρι το κλείσιμο του λογαριασμού, όπως αναφέρεται στην αγωγή με αναλυτική παράθεση όλων των καταθέσεων και αναλήψεων από κάθε διάδικο από τον κοινό λογαριασμό, να έχει αναλάβει ο αναιρεσίβλητος 570.559,58 ευρώ περισσότερα από τον αναιρεσείοντα, από τα οποία κατά τη συμφωνία των διαδίκων, υποχρεούται ο αναιρεσίβλητος να καταβάλει στον αναιρεσείοντα το ήμισυ, δηλαδή 285.279,79 ευρώ. Τα ανωτέρω αναφερόμενα στην αγωγή, με τα οποία προσδιορίζεται επαρκώς η, αποτελούσα την εσωτερική σχέση των διαδίκων στη σύμβαση ανοίγματος του κοινού λογαριασμού, συμφωνία των διαδίκων κατά το άρθρο 361 Α.Κ., ήταν επαρκή για να θεμελιώσουν το στηριζόμενο στις προεκτεθείσες διατάξεις αίτημα της αγωγής να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του αναιρεσίβλητου να αποδώσει νομιμοτόκως το ποσό των 285.279,79 ευρώ στον αναιρεσείοντα, δεν ήταν δε αναγκαία για το ορισμένο του δικογράφου η παράθεση της συνολικής κίνησης του ένδικου κοινού τραπεζικού λογαριασμού από το άνοιγμα αυτού την 15.01.1999 μέχρι το κλείσιμο αυτού την 08.09.2008, αφού αρκεί και μπορεί να προκύψει αυτή από τις αποδείξεις. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο απέρριψε την από 10-1-2011 αγωγή του αναιρεσείοντος, κατά την ανωτέρω μοναδική βάση αυτής, ως αόριστη, αφενός μεν αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωση του ενδίκου δικαιώματος, αφετέρου δε παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο λόγω αοριστίας του δικογράφου της αγωγής και, ως εκ τούτου, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, εξεταζόμενοι ως σύνολο, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι ανωτέρω πλημμέλειες από τους αρ. 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι. Κατόπιν αυτού, χωρίς να ερευνηθούν οι λοιποί λόγοι αναίρεσης, η εξέταση των οποίων παρέλκει γιατί καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια των λόγων αυτών, που κρίθηκαν βάσιμοι, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.), να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου της αναίρεσης στον αναιρεσείοντα (άρθρο 495 παρ.3 Κ.Πολ.Δ. και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός του (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ - Αναιρεί την υπ' αριθ. 4983/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.- Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος αυτό προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων, που εξέδωσαν την απόφαση. -Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου της αναίρεσης στον αναιρεσείοντα. Και - Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Μαρτίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 31 Μαρτίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ