Αριθμός 1949/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Γ. Κ. του Α., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Παρασκευόπουλο. Του αναιρεσίβλητου: Ε. Κ. του Γ., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28 Δεκεμβρίου 1998 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5204/200 μη οριστική, 2230/2010 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 4979/2011 του Εφετείου Αθηνών, όπως αυτή διορθώθηκε με την 2577/2012 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19 Ιουνίου 2012 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 3 Σεπτεμβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ` αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπ' αριθ. .../16-11-2012 έκθεση επιδόσεως, του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών …, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (16-09-2013), επιδόθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος, στον αναιρεσίβλητο Ε. Κ. του Γ. Επομένως, εφόσον, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, κατά την παραπάνω δικάσιμο, αυτός δεν εμφανίσθηκε, ούτε υπέβαλε την κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ δήλωση μη παράστασης στο ακροατήριο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ. Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολ.Δ, η αγωγή εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται για κάθε δικόγραφο (αρθ. 117,118 ΚΠολ.Δ.), πρέπει να περιέχει επί πλέον : α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν, σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγόμενου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής αρκεί για το ορισμένο και κατά συνέπεια το παραδεκτό της αγωγής να εκτίθενται στο δικόγραφο αυτής τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής ορισμένης νομικής διατάξεως, στα οποία και θεμελιώνεται το ασκούμενο με την αγωγή δικαίωμα. Εξάλλου, η μεν ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, που υπάρχει όταν δεν αναφέρονται σ` αυτή όλα τα προαναφερόμενα στοιχεία που κατά νόμο θεμελιώνουν την ασκούμενη αξίωση, ελέγχεται αναιρετικώς ως παραβίαση από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολ.Δ., σε συνδυασμό προς τον αριθμό 8 του ιδίου άρθρου, όταν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του ουσιώδη ισχυρισμό, μη διαλαμβανόμενο στην ιστορική βάση της αγωγής, η δε νομική αοριστία της, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με την εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοσθεί, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ. αν το δικαστήριο της ουσίας για την κρίση του ως προς την νομική βασιμότητα της αγωγής είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί, είτε αρκέσθηκε σε λιγότερα. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 681, 682 και 694 ΑΚ συνάγεται ότι ο εργολάβος, όταν ενάγει τον εργοδότη για την καταβολή της αμοιβής του ή του υπολοίπου αυτής, οφείλει να επικαλεστεί στην αγωγή του, για το ορισμένο αυτής, τη σύμβαση μισθώσεως έργου κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, ήτοι τη σύμβαση που καταρτίσθηκε, το έργο που συμφωνήθηκε με αυτή να εκτελεστεί, την εκτέλεση και παράδοση ή την προσφορά του έργου και την αμοιβή που συμφωνήθηκε και αν αυτή είχε συμφωνηθεί κατά μονάδα κάθε εργασίας και ποιες ποσότητες στις συμφωνηθείσες μονάδες από κάθε εργασία εκτελέστηκαν, ενώ αν αυτή συμφωνήθηκε κατ' αποκοπή, δεν είναι αναγκαίο να εκτίθεται το τελευταίο. Δεν ανήκει δε στα θεμελιωτικά γεγονότα της εν λόγω αγωγής, με την έννοια της πληρότητας της ιστορικής βάσεως αυτής, ο χρόνος καταρτίσεως της συμβάσεως έργου και συνεπώς αν λείπει δεν καθίσταται αόριστο το δικόγραφο, εκτός αν λόγω ειδικών περιστάσεων, όπως της παρεμβολής χρονικώς περισσοτέρων, διαφόρων κατά περιεχόμενο δικαίων, ανακύπτει θέμα εφαρμογής ενός από αυτά ή αν το στοιχείο του χρόνου παρεμβαίνει στον καθορισμό του επιδιωκομένου αποτελέσματος ή αν συνδέεται προς την ίδια την ουσία της επιδιωκόμενης καταστάσεως, όπως αυτή καθορίσθηκε από τα συμβαλλόμενα μέρη. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της από 28-10-1998 αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, ο πρώτος ισχυρίσθηκε ότι με έγγραφη σύμβαση που καταρτίσθηκε τον Δεκέμβριο του 1992, ανέλαβε τη διαμόρφωση του αύλειου χώρου αρχικά σε ακίνητο του δεύτερου, εμβαδού 530 τ.μ. και εν συνεχεία με προφορική συμφωνία και τη διαμόρφωση του συνεχόμενου (όμορου) οικοπέδου του ίδιου, εμβαδού 638 τ.μ., τα οποία βρίσκονται στον ... Ότι σε εκτέλεση της έγγραφης και προφορικής συμφωνίας τους για την διαμόρφωση των παραπάνω χώρων πραγματοποίησε τις αναλυτικά αναφερόμενες στην αγωγή εργασίες και κατασκευές, συνιστάμενες ιδίως σε οικοδομικά έργα και έργα καλαισθητικής εμφάνισης των χώρων αυτών (εκσκαφές για την διαμόρφωση πισίνας, χωματουργικές εργασίες, επιχωματώσεις, περιφράξεις με οπλισμένο σκυρόδεμα, τοποθέτηση πλακιδίων, τσιμεντοκονίες, μονώσεις, ελαιοχρωματισμοί, οπτοπλινθοδομές, επιχρίσματα, κατασκευή πέργολας, ψησταριάς, τοποθέτηση θυρών, φύτευση και άρδευση περιβάλλοντος χώρου, κατασκευή στεγανού βόθρου κλπ), το όλο δε έργο ολοκλήρωσε και παρέδωσε στον εναγόμενο τον Αύγουστο του 1993, η δε συνολική αμοιβή του γι' αυτό ανήλθε στο ποσό των 30.883.216 δραχμών, σύμφωνα με τις επιμετρήσεις των επί μέρους έργων και την συμφωνηθείσα ανά μονάδα μέτρησης (μέτρο μήκους, τ.μ., κ.μ.) ή κατ' αποκοπή αμοιβή του, όπως ειδικότερα τα επί μέρους ποσά αναφέρονται στην αγωγή. Ότι έναντι της άνω αμοιβής του, ο εναγόμενος του κατέβαλε το ποσό των 17.394.929 δραχμών και αρνείται να του καταβάλει το υπόλοιπο ποσό των 13.488.287 δραχμών. Ζήτησε δε με την αγωγή να υποχρεωθεί αυτός (ενάγων) να του καταβάλει το ανωτέρω ποσό με το νόμιμο τόκο από την έγγραφη όχλησή του, που έλαβε χώρα στις 17-11-1993, διαφορετικά από την επίδοση της αγωγής. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα, η, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 361, 681, 694, 345, 346 ΑΚ, αγωγή του αναιρεσιβλήτου, στην οποία γίνεται μνεία, ως προς την αρχική έγγραφη εργολαβική σύμβαση, του χρόνου συνάψεως αυτής, του συμφωνηθέντος έργου, της εκτελέσεως, της παραδόσεως αυτού στον εργοδότη αναιρεσείοντα και της παραλαβής τούτου από τον τελευταίο, καθώς και της συμφωνηθείσης αμοιβής για την εκτέλεση του έργου, είτε κατά μονάδα μέτρησης, είτε κατ' αποκοπή, κατά τα συμφωνηθέντα, είναι επαρκώς ορισμένη, σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ.1 ΚΠολΔικ και ειδικότερα περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον αναιρεσίβλητο κατά του αναιρεσείοντος, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Δεν ήταν δε αναγκαίο να εκτίθεται στο δικόγραφο της αγωγής για την πληρότητα της ιστορικής βάσης αυτής και ο χρόνος καταρτίσεως της προφορικής σύμβασης έργου, εφόσον, κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτήν, δεν συνέτρεχε καμία από τις προαναφερόμενες περιστάσεις, ενώ στο δικόγραφο της αγωγής εκτίθενται και οι εργασίες, την εκτέλεση των οποίων ανέλαβε να εκτελέσει ο ενάγων, καθώς και η συμφωνηθείσα γι' αυτές αμοιβή με την προφορική σύμβαση έργου. Επομένως το Εφετείο που έκρινε ότι η ένδικη αγωγή με το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημα περιέχει κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τα πραγματικά περιστατικά στα οποία θεμελιώνεται η επικαλούμενη απαίτηση του αναιρεσιβλήτου (εκτός του κονδυλίου των ηλεκτρολογικών και υδραυλικών εργασιών που απέρριψε ως αόριστο, το οποίο όμως δεν ενδιαφέρει εν προκειμένω) δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο, γι` αυτό ο πρώτος από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔικ αντίθετος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Σύμφωνα με το άρθρο 250 περ. 1, 5 του ΑΚ, σε πέντε χρόνια παραγράφονται οι αξιώσεις των εμπόρων, οι οποίες αφορούν το αντίτιμο για τα εμπορεύματα που μεταβίβασαν (ΑΠ Ολ 842/1977) ή το αντάλλαγμα για την εκτέλεση εργασιών και την επιμέλεια ξένων υποθέσεων, καθώς και τις δαπάνες που έκαναν (ΑΠ 617/1976), όπως επίσης και οι αξιώσεις εκείνων, που, χωρίς να είναι έμποροι, ασκούν κατ` επάγγελμα την επιμέλεια ξένων υποθέσεων ή την παροχή υπηρεσιών, οι οποίες (αξιώσεις) αφορούν τις αμοιβές και τις δαπάνες τους. Από αυτές τις διατάξεις προκύπτει, ότι οι αξιώσεις του εργολάβου κατά του εργοδότη από τη σύμβαση έργου παραγράφονται σε πέντε χρόνια α) αν αυτός έχει την ιδιότητα του εμπόρου, β) αν δεν είναι έμπορος, αλλά παρέχει απευθείας τη δική του εργασία. Αν, όμως, στην τελευταία περίπτωση, δηλαδή σ` εκείνη που δεν είναι έμπορος, εκτελέσει το έργο με άλλον, οι αξιώσεις που παραγράφονται σε είκοσι χρόνια, κατά το άρθρο 249 του ίδιου Κώδικα, εφόσον όμως είναι έμπορος, οι αξιώσεις του υπόκεινται στην άνω πενταετή παραγραφή. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του ΕμπΝ, το φυσικό πρόσωπο αποκτά την εμπορική ιδιότητα κυρίως κατά το υποκειμενικό σύστημα, δηλαδή όταν ενεργεί κατά σύνηθες επάγγελμα εμπορικές πράξεις, μεταξύ των οποίων ο νόμος (άρθρ. 2 του β.δ. της 2/14.5.1835 "περί της αρμοδιότητας των εμποροδικείων) θεωρεί και κάθε επιχείρηση χειροτεχνίας, στην οποία περιλαμβάνεται και η ανάληψη της ανεγέρσεως οικοδομών επί αλλότριων οικοπέδων και αν ακόμη τα υλικά τα παρέχει ο ιδιοκτήτης, αφού ο αναλαμβάνων αυτήν χρησιμοποιεί την εργασία άλλων (ΑΠ 651/1985). Κατά συνέπεια, ο εργολάβος είναι έμπορος αν από σύνηθες επάγγελμα ανεγείρει οικοδομές σε ξένα οικόπεδα, η ανέγερση των οποίων μπορεί να γίνει μόνο με την χρησιμοποίηση εργατοτεχνικού προσωπικού (ΑΠ 1282/1979, ΑΠ 171/1962, ΑΠ 654/1956). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ, "την παραγραφή διακόπτει η έγερση της αγωγής. Η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου". Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται ότι αν η παραγραφή διακόπηκε με την άσκηση της αγωγής, η ίδια παραγραφή, δηλαδή ομοειδής με αυτή που διακόπηκε, αρχίζει σε κάθε περίπτωση και ανεξαρτήτως του είδους της ως βραχυπρόθεσμης ή συνήθους, ευθύς από την έγερση της αγωγής, διακόπτεται δε μετά από κάθε διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου, και αμέσως μετά την επιχείρηση αυτής αρχίζει ισόχρονη με την αρχική παραγραφή, η οποία μπορεί να συμπληρωθεί με την παρέλευση του χρόνου που ισχύει γι` αυτή, εφόσον δεν μεσολαβήσει κάποια νέα διαδικαστική ενέργεια ή άλλος λόγος διακοπής πριν από την τελεσίδικη περάτωση της δίκης. Έτσι, εφόσον η αξίωση έχει καταστεί επίδικη, η παραγραφή μπορεί να συμπληρωθεί σε επιδικία, αν οι διάδικοι απρακτούν. Εξάλλου, κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως (άρθρο 261 ΑΚ), θεωρείται διαδικαστική πράξη, συνεπαγόμενη, διακοπή της παραγραφής, κάθε πράξη των διαδίκων ή των νομίμων εκπροσώπων και πληρεξουσίων τους ή της δικαστικής αρχής που περιέχει τα στοιχεία δικαστικής ενέργειας και είναι, κατά τις ισχύουσες δικονομικές διατάξεις αναγκαία για την έναρξη, συνέχιση ή αποπεράτωση της δίκης. Απαιτείται δηλαδή επιχείρηση λυσιτελούς δικονομικής ενέργειας, εντασσόμενης στην κατά νόμο συστηματική οργάνωση της διαδικασίας, ήτοι ενέργειας που κατά νόμο προσφέρεται και δύναται να έχει συγκεκριμένα αποτελέσματα στην κίνηση της δίκης και δεν αρκεί για τη διακοπή της παραγραφής που τρέχει εν επιδικία, οποιαδήποτε ενέργεια του διαδίκου, ενδεικτική της ελλείψεως αδρανείας (Ολ. ΑΠ 1/2011). Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει, όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία συντελείται, όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε να εφαρμοσθεί, ή όταν εφαρμόσθηκε εσφαλμένως. Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, για παραβίαση με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 250 και 261 του ΑΚ, με το να απορρίψει ως αβάσιμο τον αντίστοιχο λόγο της έφεσης του κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου που απέρριψε ως μη νόμιμο τον νομίμως και παραδεκτώς προταθέντα ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ισχυρισμό του, σύμφωνα με τον οποίο, η επίδικη αξίωση του αναιρεσίβλητου, ο οποίος είναι εργολάβος οικοδομών και ασκεί κατ' επάγγελμα την παροχή υπηρεσιών για την ανέγερση οικοδομών, υπέκυψε εν επιδικία στην προβλεπόμενη από το άρθρο 250 αρ. 1 και 5 πενταετή παραγραφή, καθόσον από της δημοσιεύσεως, στις 9-3-2000, της υπ' αριθ. 5204/2000 προδικαστικής απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, οπότε άρχισε να τρέχει ο νέος χρόνος της πενταετούς παραγραφής της επίδικης αξίωσης, μέχρι της επιδόσεως της από 5-5-2008 κλήσεως του αναιρεσίβλητου προς τον εισηγητή δικαστή του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, για ορισμό χρόνου διεξαγωγής εμμάρτυρων αποδείξεων επί της ως άνω προδικαστικής απόφασης, παρήλθε χρονικό διάστημα οκτώ (8) ετών. Εν προκειμένω το Εφετείο, κρίνοντας επί του δευτέρου λόγου της εφέσεως του αναιρεσείοντος, με τον οποίο επανέφερε τον προβληθέντα και απορριφθέντα ως μη νόμιμο πρωτοδίκως ισχυρισμό του περί παραγραφής της επίδικης αξιώσεως εν επιδικία, δέχθηκε ότι "συνομολογείται από τους διαδίκους ότι ο ενάγων ανέλαβε με τις αναφερόμενες στην αγωγή συμβάσεις την εκτέλεση του έργου με εργατοτεχνικό προσωπικό και όχι με προσωπική του εργασία, στην δε υποβληθείσα ένστασή του ο εναγόμενος δεν εξέθετε ότι ο ενάγων κατά την εκτέλεση του έργου έφερε την εμπορική ιδιότητα. Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν έσφαλε με το να απορρίψει την ένσταση παραγραφής εν επιδικία των ενδίκων αξιώσεων του ενάγοντος, που είχε ως ιστορική βάση την πενταετία που παρήλθε από 9-3-2000, όταν δημοσιεύθηκε η επί της ένδικης αγωγής προδικαστική απόφαση (αριθ. 5204/9-3-2000 Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), μέχρι την επίδοση της από 5-5-2008 κλήσης του ενάγοντος προς τον εισηγητή δικαστή του άνω Δικαστηρίου για τον ορισμό χρόνου διεξαγωγής αποδείξεων με μάρτυρες επί των θεμάτων της άνω προδικαστικής απόφασης χωρίς να μεσολαβήσει κάποιο γεγονός, που να διέκοψε την παραγραφή αυτή, δεδομένου ότι υπό τα προεκτεθέντα οι ένδικες αξιώσεις υπόκεινται στην εικοσαετή παραγραφή". Από την επισκόπηση όμως, τόσον των από10-12-2009 προτάσεων του αναιρεσεόντος, τις οποίες κατέθεσε κατά την μετ' απόδειξη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, όσον και της εφέσεώς του κατά της πρωτόδικης απόφασης, με τον οποίο προβάλλεται και επαναφέρεται αντίστοιχα ο άνω ισχυρισμός περί παραγραφής της επίδικης αξίωσης εν επιδικία, σαφώς προκύπτει ότι γίνεται επίκληση της εμπορικής ιδιότητος του αναιρεσίβλητου, με την ρητή αναφορά, ότι αυτός "ως εργολάβος οικοδομών ασκεί κατ' επάγγελμα την παροχή υπηρεσιών για την ανέγερση οικοδομών, χρησιμοποιώντας προς τούτο εργατοτεχνικό προσωπικό, όπως, εν προκειμένω, και για το επίδικο έργο". Με το να απορρίψει επομένως το Εφετείο ως αβάσιμο, τον σχετικό λόγο εφέσεως του αναιρεσείοντος, με τον οποίο επανέφερε τον άνω, περί παραγραφής εν επιδικία της επίδικης αξίωσης, ισχυρισμό του, πρωτόδικα απορρίφθηκε ως μη νόμιμος, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 250 αρ. 1 και 261 του ΑΚ, τις οποίες και παραβίασε με την εσφαλμένη μη υπαγωγή σ'αυτήν του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, ότι ο αναιρεσίβλητος είχε την εμπορική ιδιότητα, με συνέπεια η ένδικη αξίωση να υπόκειται σε πενταετή παραγραφή. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται αντίστοιχες αιτιάσεις, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ενόψει δε του ότι ο αναιρεσίβλητος αμφισβητεί την εμπορική του ιδιότητα, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του αυτού Εφετείου Αθηνών, που την εξέδωσε, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 παρ. 1 του Ν. 4139/2013). Πρέπει επίσης, να διαταχθεί η επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου στον αναιρεσείοντα (άρθρο 12 παρ. 2 του Ν. 4055/2012) και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθ. 4979/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθ. 2577/2012 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Διατάσσει την επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου στον αναιρεσείοντα. Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Οκτωβρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Δεκεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ