Αριθμός 1723/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μαζαράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα και κωλυομένου του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Βασιλείου Φούκα), Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 17 Απριλίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Χρήστο Μητκίδη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Μ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θαλή Μέλφο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-2-1997 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13693/1999 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 2490/2001 μη οριστική και 2414/2004 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 8-9-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 5-4-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αναιρεσείοντος στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ.1, 96 παρ.1, 104, 105, 576 παρ.1,2 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται στα πολιτικά δικαστήρια, περιλαμβανομένου και του Αρείου Πάγου, με πληρεξούσιο δικηγόρο, που διορίζεται είτε με συμβολαιογραφικό έγγραφο είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, αν δε εκπροσωπούνται στη συζήτηση από δικηγόρο, χωρίς αυτός να αποδεικνύει την πληρεξουσιότητά του, η έλλειψη της οποίας εξετάζεται αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 110 παρ.2, 576 παρ.1, 2 Κ.Πολ.Δ. αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δε λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος, αφού ελέγξει αυτεπαγγέλτως τη νομιμότητα της δικονομικής απουσίας συζητεί την υπόθεση, ως εάν ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Για να συμβεί αυτό όμως ερευνάται αν απολείπεται ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση ή ο αντίδικος αυτού. Στην πρώτη περίπτωση η επίσπευση προκύπτει από το αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως (ή της κλήσεως με την οποία φέρεται προς συζήτηση) με την πράξη ορισμού δικασίμου και στην κλήση παράστασης κατ' αυτήν, το οποίο ο επισπεύδων επέδωσε προς τον αντίδικό του. Το αντίγραφο αυτό με την επ' αυτού σημείωση του δικαστικού επιμελητή, που διενήργησε την επίδοση, οφείλει να προσκομίσει ο παριστάμενος αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση. Στη δεύτερη περίπτωση, η επίσπευση της συζήτησης προκύπτει από την έκθεση επιδόσεως του αντιγράφου της αιτήσεως αναιρέσεως προς τον αντίδικο, την οποία οφείλει να προσκομίσει ο επισπεύδων, που μετέχει στη συζήτηση. Εάν ο παριστάμενος διάδικος δεν αποδεικνύει τον τρόπο επίσπευσης της συζήτησης, με την προσκομιδή κατά περίπτωση, ενός από τα παραπάνω έγγραφα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει τη συζήτηση απαράδεκτη, όπως και όταν διαπιστώνεται ότι η κλήτευση του απολειπομένου στη συζήτηση, παραλήφθηκε εντελώς ή υπήρξε μη νόμιμη ή εκπρόθεσμη. Στην προκειμένη περίπτωση κατά την συζήτηση της αίτησης περί αναιρέσεως της 2414/2004 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, ο αναιρεσίβλητος εκπροσωπήθηκε από τον δικηγόρο Θαλή Μέλφο, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου της αναφερομένης στην αρχή της αποφάσεως δικασίμου, ο οποίος προς απόδειξη της νομιμοποίησής του να εκπροσωπήσει αυτόν, προσκομίζει το .../29-4-2013 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μαρ. Τζιβοπούλου. Το πληρεξούσιο όμως αυτό έχει συνταχθεί μετά τη συζήτηση της αναίρεσης και επομένως ο προαναφερόμενος δικηγόρος του αναιρεσιβλήτου, δεν είχε την ιδιότητα του νομίμως διορισθέντος πληρεξουσίου κατά τη συζήτηση αυτής. Συνεπώς ο αναιρεσίβλητος δεν παραστάθηκε κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, όπως ο νόμος ορίζει και θεωρείται για το λόγο αυτό δικονομικώς απών. Περαιτέρω, από την 2837Γ/6-3-2012 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ... την οποία προσκομίζει το αναιρεσείον που επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως προκύπτει ότι αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης, με την υπ' αυτήν πράξη ορισμού της αναφερόμενης στην αρχή δικασίμου και κλήση για να παραστεί κατά τη συζήτηση αυτής επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως μετά από παραγγελία του Χρ. Μητκίδη, παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ως πληρεξουσίου του αναιρεσείοντος στον αναιρεσίβλητο. Επομένως πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση ως εάν και αυτός ήταν παρών (άρθρο 576 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.) εφόσον κλητεύθηκε νομίμως. Επειδή σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 παρ.1 του Ν. 2298/1995, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 28 παρ.3 του Ν. 2579/1998 και ίσχυε πριν την κατάργηση του με το άρθρο 13 παρ.9 του Ν. 3790/2009 " μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την άσκηση της αναίρεσης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου η του Ελεγκτικού Συνεδρίου από μέρους του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, του οποίου η νομική υπηρεσία και η δικαστική εκπροσώπηση διεξάγεται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (Ν.Σ.Κ.) ή από μέλη του, ο αναιρεσείων, με επιμέλεια του υπογράφοντος το αναιρετήριο δικαστικού πληρεξουσίου, αποστέλλει στο Ν.Σ.Κ. αντίγραφο του αναιρετηρίου, των προσβαλλομένων αποφάσεων, των εισαγωγικών εγγράφων της κύριας δίκης και των παρεμπιπτουσών δικών, καθώς και των προτάσεων των διαδίκων", ενώ σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 παρ.2 του ίδιου Νόμου 2298/1995, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 του Ν. 2721/1999, "το κατά την επόμενη παράγραφο αρμόδιο τμήμα του Ν.Σ.Κ., μέσα σε τρεις μήνες από την άσκηση της αναίρεσης, αποφαίνεται αιτιολογημένα για το κατά τη γνώμη του παραδεκτό και βάσιμο τουλάχιστον ενός από τους λόγους της, λαμβάνοντας πάντα υπόψη και τη νομολογία του οικείου δικαστηρίου. Αν μέσα στην ανωτέρω προθεσμία των τριών (3) μηνών ο εξουσιοδοτημένος δικαστικός πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος δεν καταθέσει στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο έχει κατατεθεί η αναίρεση, κυρωμένο αντίγραφο θετικής γνώμης, η αίτηση αναίρεσης θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε και δεν διαβιβάζεται στο Δικαστήριο που απευθύνεται. Η υπόθεση εισάγεται προς συζήτηση μόνο ως προς τους λόγους του αναιρετηρίου, όσο και τους τυχόν προσθέτους, για τους οποίους υπάρχει ήδη θετική γνώμη του αρμόδιου τμήματος του Ν.Σ.Κ.". Από τις ανωτέρω διατάξεις, οι οποίες έχουν εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση επειδή η αναίρεση ασκήθηκε πριν την έναρξη ισχύος του Ν. 3790/2009, σαφώς προκύπτει ότι, αν μέσα σε τρεις μήνες από την άσκηση αναίρεσης δεν κατατεθεί στη γραμματεία του Αρείου Πάγου αντίγραφο θετικής γνώμης του Ν.Σ.Κ. ως προς ένα τουλάχιστον λόγο αναίρεσης, η αναίρεση, που έχει ασκηθεί ενώπιόν του, είναι απαράδεκτη (ΑΠ 1461/2010). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την 1470/2006 γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η γνώμη αυτού ως προς τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης είναι αρνητική. Συνεπώς σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ.2 του Ν. 2298/1995 και 42 του Ν. 2721/1999, που προαναφέρθηκαν, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 10/2011). Με τη διάταξη της παρ.2 του άρθρου 9 του Α.Ν. 1909/1939 "περί αναλήψεως υπό του Κράτους της διαχειρίσεως των εν Ελλάδι κτημάτων των ανταλλαγμένων μουσουλμάνων" επιτράπηκε με βασιλικά διατάγματα επέκταση και επί των κτημάτων αυτών των περί διοίκησης, εκποίησης και προστασίας των δημοσίων κτημάτων διατάξεων του από 11 Νοεμβρίου 1929 διατάγματος, όπως αυτό τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τους Ν. 1539 και 1540/1938 ή ορισμένων από τις διατάξεις αυτές και ο καθορισμός διαδικασίας εξώδικης λύσης των εκκρεμών ή μη διαφορών, είτε ανάγονται οι τελευταίες σε πραγματικά ή ενοχικά δικαιώματα με τον περιορισμό όμως, ότι με τη διαδικασία αυτή δεν μπορεί να αποκλεισθεί οριστικά η αρμοδιότητα των τακτικών δικαστηρίων. Με το άρθρο 1 παρ.5 του Β.Δ/τος της 24/31-10-1940 "περί τροποποιήσεως, συμπληρώσεως και κωδικοποιήσεως των περί διαχειρίσεως και εκκαθαρίσεως των ανταλλάξιμων μουσουλμανικών κτημάτων διατάξεων", που εκδόθηκε, κατ' εξουσιοδότηση των άρθρων 1 και 9 του Α.Ν. 1909/1939, με το οποίο (Β.Δ/μα) τροποποιήθηκαν, συμπληρώθηκαν και κωδικοποιήθηκαν οι διατάξεις που αφορούν τη διαχείριση των ανταλλαξίμων κτημάτων, καθορίζεται η διαδικασία έρευνας για την ανακάλυψη και άλλων κτημάτων που ανήκουν σε ανταλλάξιμους μουσουλμάνους, και επιτάσσεται η κοινοποίηση προς τους κατόχους σχετικής πρόσκλησης για την προσαρμογή των σχετικών στοιχείων που αποδεικνύουν τα προβαλλόμενα δικαιώματά τους, καθώς και κοινοποίηση προς αυτούς και το Δήμαρχο ή τον Πρόεδρο της Κοινότητας της περιφέρειας του κτήματος του πρωτοκόλλου κατάληψης και η ταυτόχρονη τοιχοκόλλησή του στο δημοτικό ή κοινοτικό κατάστημα, προκειμένου, μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από τις κοινοποιήσεις και τοιχοκολλήσεις αυτές, να υποβληθούν από τους κατόχους ενστάσεις κατά των πρωτοκόλλων, επί των οποίων αποφασίζει η Υπηρεσία Διαχειρίσεως Ανταλλαξίμων Μουσουλμανικών Κτημάτων (Υ.Δ.Α.Μ.Κ.), και τα οποία καθίστανται οριστικά με την απόρριψη των ενστάσεων ή την πάροδό της για την υποβολή αυτών μηνιαίας προθεσμίας. Περαιτέρω με τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 3 του ίδιου Β.Δ/τος ορίζεται ότι "το δικαίωμα της κυριότητος και παν εμπράγματο δικαίωμα, εκτός της υποθήκης και προσημειώσεως, που προβάλλονται από οποιονδήποτε τρίτο, κάτοχο ή όχι, επί των κτημάτων που από την έναρξη της ισχύος του παρόντος και εφεξής καταλαμβάνονται ως ανταλλάξιμα από την Υ.Δ.Α.Μ.Κ., πρέπει μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους από της κατά το άρθρο 1 παρ.5 αυτού οριστικοποιήσεως του πρωτοκόλλου καταλήψεως να γνωστοποιηθούν με αίτηση αναγνωρίσεως του δικαιώματος των αιτούντων, η οποία υποβάλλεται από τους ενδιαφερομένους μέσω της Γενικής Διευθύνσεως Δημόσιου Λογιστικού στο, κατά το άρθρο 6 του από 29-9-1939 Β.Δ/τος "περί οργανώσεως της Υπηρεσίας Διαχειρίσεως Ανταλλαξίμων Μουσουλμανικών Κτημάτων", Γνωμοδοτικό Συμβούλιο επί απαιτήσεων κατά της ανταλλάξιμης περιουσίας. Μετά την εξάντληση της διαδικασίας που προβλέπει το άρθρο 6 του ως άνω Β.Δ./τος, υποχρεούνται όσοι δεν αποδέχονται τη σχετική απόφαση του Υπουργού των Οικονομικών να εγείρουν μέσα σε προθεσμία ενός έτους από την κοινοποίηση σ' αυτούς της απόφασης αυτής του Υπουργού, τακτική αγωγή διεκδικήσεως των δικαιωμάτων τους. Δικαιώματα από τα παραπάνω, για τα οποία δεν υποβλήθηκε εμπρόθεσμα η προαναφερόμενη αίτηση προς το Γνωμοδοτικό Συμβούλιο ή δεν ασκήθηκε η κατά το δεύτερο εδάφιο της παρούσας παραγράφου σχετική αγωγή, παραγράφονται". Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι με αυτές θεσπίζεται βραχυπρόθεσμη παραγραφή με την οποία αποσβήνονται οι εμπράγματες αξιώσεις που προβάλλονται σε ανταλλάξιμα κτήματα με δύο τρόπους, δηλαδή είτε με την πάροδο έτους για την υποβολή της αίτησης προς διοικητική αναγνώριση αυτών, είτε με την πάροδο έτους για την άσκηση της σχετικής με αυτές αγωγής, η οποία (παραγραφή) αρχίζει, προκειμένου για κτήματα που καταλαμβάνονται από την Υ.Δ.Α.Μ.Κ. ως ανταλλάξιμα από την έναρξη ισχύος του Β.Δ/τος της 24/31-10-1940 και εφεξής (για τα οποία διαλαμβάνει η παράγραφος 1 του άρθρου 3 αυτού), από της κατά την παράγραφο 5 του άρθρου 1 αυτού οριστικοποιήσεως του πρωτοκόλλου κατάληψης στην πρώτη περίπτωση ή με την κοινοποίηση σε εκείνον που υπέβαλε την αίτηση αναγνωρίσεως της απόφασης του Υπουργού των Οικονομικών που την απορρίπτει στην δεύτερη περίπτωση. Συνάγεται δηλαδή από τις προαναφερόμενες διατάξεις, ότι για όλες τις περιπτώσεις αφετηρία του χρόνου της ετήσιας παραγραφής των αξιώσεων στα πιο πάνω ακίνητα αποτελεί πάντοτε η γνώση από μέρους των ενδιαφερομένων της κατάληψης των κτημάτων αυτών ως ανταλλαξίμων, η οποία προκύπτει από τις παραπάνω αναφερόμενες κοινοποιήσεις προς αυτούς και δεν αρκεί για την έναρξη του χρόνου της παραγραφής η με οποιοδήποτε άλλο τρόπο γνώση των ενδιαφερομένων της γενομένης κατάληψης ή της σύνταξης του σχετικού πρωτοκόλλου. Οι προϋποθέσεις αυτές, της έναρξης του χρόνου της ετήσιας παραγραφής, δεν άλλαξαν με το Ν.Δ. 1042/1946, με το άρθρο 4 του οποίου επιτράπηκε η έγερση της αγωγής κυριότητας ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος μέσα σε έξι μήνες από την έναρξη της ισχύος του, ούτε και με το Ν. 2283/1952, με το άρθρο 14 παρ.1 του οποίου παρατάθηκε για ένα ακόμη έτος η προθεσμία αυτή, η οποία ακολούθως με το άρθρο 15 παρ.4 του Ν.Δ. 547/1970 παρατάθηκε για έξι μήνες και με το άρθρο 10 παρ.3 του Ν. 356/1976 για άλλους έξι ακόμη μήνες, αφού για να επέλθει ο νέος χρόνος λήξης της παραγραφής που ορίστηκε με τις διατάξεις αυτές έπρεπε να είχε αρχίσει η διαδρομή αυτού σύμφωνα με τα οριζόμενα στις παραπάνω αναφερόμενες διατάξεις. Το Εφετείο επομένως, το οποίο με την 2490/2001 κατά ένα μέρος οριστική και κατά ένα μέρος παρεμπίπτουσα περί αποδείξεων απόφασή του, που απέρριψε ως μη νόμιμη την ένσταση του αναιρεσείοντος περί παραγραφής της ένδικης αξίωσης του ενάγοντος για την αναγνώριση της κυριότητάς του στο επίδικο ακίνητο, που άσκησε με αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε εκφέρει διαφορετική κρίση, προς θεμελίωση της οποίας (ενστάσεως) ισχυρίσθηκε ειδικότερα ότι τούτο (επίδικο) αποτελεί τμήμα μεγαλύτερης έκτασης που καταλήφθηκε ως ανταλλάξιμη με το 1545/16-9-1985 πρωτόκολλο κατάληψης της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. (Γραφείο ΔΑΠ Θεσσαλονίκης), ότι μετά την απόρριψη σχετικής ένστασης κατά του πρωτοκόλλου από τον αναιρεσείοντα με την 6086/12-2-1986 απόφαση της Υ.Δ.Α.Μ.Κ., που επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο - ενάγοντα την 7-4-1986 κατέστη οριστικό το πρωτόκολλο και η μείζων έκταση καταχωρήθηκε ως ανταλλάξιμο κτήμα στα κτηματολόγια της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. και ότι ο τελευταίος υπέβαλε προς το Γνωμοδοτικό Συμβούλιο του άρθρου 6 του παραπάνω Β./Δτος την από 22-4-1986 αίτηση αναγνώρισης των αξιώσεών του στο επίδικο ακίνητο και ότι ο ίδιος άσκησε την ένδικη αγωγή μετά παρέλευση έτους από την κατά την 7-4-1986 οριστικοποίηση του πρωτοκόλλου κατάληψης άλλως μετά την πάροδο έτους από την 22-12-1986 που έληξε η οκτάμηνη συνολικά προθεσμία του άρθρου 6 παρ.3 και 4 του ίδιου Β.Δ/τος από την υποβολή της αίτησης για την έκδοση της γνωμοδότησης και της απόφασης του Υπουργού των Οικονομικών, με την αιτιολογία ότι αφού δεν επικαλείται το Δημόσιο ότι επί της αιτήσεως περί αναγνωρίσεως των δικαιωμάτων του ενάγοντος στο επίδικο ακίνητο εκδόθηκε σχετική γνωμοδότηση του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου και απόφαση του Υπουργού Οικονομικών απορριπτική της αιτήσεως και ότι κοινοποιήθηκε τέτοια απόφαση στον τελευταίο δεν άρχισε να τρέχει η προβλεπόμενη από το άρθρο 3 παρ.1 εδ.γ του Β.Δ/τος της 24/31-10-1940 ετήσια παραγραφή της ένδικης αξίωσής του προς αναγνώριση της κυριότητάς του στο επίδικο ακίνητο, ακολούθως δε με την προσβαλλομένη απόφαση, απέρριψε ως μη νόμιμη την ίδια ένσταση, με την προαναφερόμενη αιτιολογία, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ.5, 3 παρ.1 και 2 του Β.Δ/τος της 24/31-10-1940 και του άρθρου 6 αρ.3,4 του από 29.9/4-10-1939 Β.Δ/τος, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και ο αντίθετος δεύτερος λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, ενώ δεν τίθεται ζήτημα επιβολής δικαστικών εξόδων λόγο της προαναφερόμενης ερημοδικίας του αναιρεσιβλήτου. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 8/9/2006 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, περί αναιρέσεως της 2414/2004 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2013. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 28 Αυγούστου 2013. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ