Αριθμός 1513/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη - Εισηγητή, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα και Αριστείδη Βαγγελάτο, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 25 Aπριλίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Ασημίνα Δημητρακοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Ά. Ρ. του Ο., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Σκορδάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία δεν κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-6-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2416/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 1017/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 17-10-2022 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την από κρινόμενη 17.10-2022 και με αριθ. καταθ 8015/898/18.10.2022 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών 1017/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την από 12.2.2019 έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της 2416/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 11.6.2014 αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ. Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του μοναδικού λόγου αυτής. Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι η ενάγουσα, με την από 11.6.2014 αγωγή της, ισχυρίσθηκε ότι προσλήφθηκε από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στις 12.6.1989 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, που καταρτίσθηκε μεταξύ αυτού και του Πρέσβη της Ελλάδας στην ..., προκειμένου να απασχοληθεί ως μεταφράστρια. Ότι, αν και υπηρετεί έκτοτε, με την ιδιότητα αυτή, στην Πρεσβεία της Ελλάδας στη ... και είναι έγγαμη και μητέρα δύο ανήλικων τέκνων, το εναγόμενο, αρνείται παράνομα και αντισυμβατικά να της καταβάλει τις προσαυξήσεις τέκνων του χρονικού διαστήματος από 1.5.2012 έως 30.6.2014, υπολογιζόμενες επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής του Έλληνα Πρέσβη στη .... Ζήτησε δε, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 58.968 ευρώ για προσαύξηση του επιδόματος τέκνων επί του επιδόματος υπηρεσίας στην αλλοδαπή, με το νόμιμο τόκο από την επόμενη της δήλης ημέρας καταβολής κάθε επιμέρους ποσού, άλλως από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την 2416/2018 οριστική απόφαση, δέχθηκε την αγωγή και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα για προσαύξηση του επιδόματος τέκνων το συνολικό ποσό των 58.968 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής. Ακολούθως, το εναγόμενο άσκησε την από 12.2.2019 έφεσή του, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 1017/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσία η έφεση. Με το μοναδικό, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραβίασε ευθέως τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 2 και 4 του ν.3833/2010 και του άρθρου τρίτου παρ. 1 και 3 του ν.3845/2010, τις οποίες δεν εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους. Στο άρθρο 155 του κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του νόμου 3566/2007 (ΦΕΚ Α' 117) Κώδικα Περί Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών, όπως η παρ. 4 αυτού συμπληρώθηκε με το άρθρο 41 παρ. 38 εδ. α του ν.3712/2008 (ΦΕΚ Α' 225), ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: "1. Ως αποδοχές των υπαλλήλων του Υπουργείου Εξωτερικών νοούνται ο βασικός μισθός, καθώς και όλα τα, κατά τις κείμενες διατάξεις, χορηγούμενα επιδόματα και προσαυξήσεις. 2. Οι διπλωματικοί υπάλληλοι του Υπουργείου Εξωτερικών αποτελούν κλάδο με ειδικές αποδοχές, λόγω των ειδικών προσόντων, τα οποία απαιτούνται κατά την εισαγωγή τους στην υπηρεσία, των αυξημένων επαγγελματικών υποχρεώσεων και ευθυνών κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, καθώς και των ιδιαίτερων συνθηκών υπό τις οποίες εκτελούν τα καθήκοντά τους....4. Προς αντιμετώπιση του αυξημένου κόστους ζωής στην αλλοδαπή και των ειδικών συνθηκών διαβίωσης σε κάθε χώρα, παρέχεται σε ευρώ, ή συνάλλαγμα, πέραν των αποδοχών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και επίδομα υπηρεσίας στην αλλοδαπή, αναλόγως του κλάδου και του βαθμού. Το επίδομα αυτό προσαυξάνεται αναλόγως των ποσοστών, που ορίζονται εκάστοτε με την προβλεπόμενη στην παράγραφο 5 κοινή υπουργική απόφαση, για τα οικογενειακά βάρη και τη στέγαση. Τα ανωτέρω ποσά που καταβάλλονται απαλλάσσονται από κάθε υπέρ του Δημοσίου... κράτηση ή οποιαδήποτε άλλη επιβάρυνση....5. Το ανωτέρω επίδομα καθορίζεται, για τους με πρεσβευτικό βαθμό υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών, με κοινή απόφαση των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομίας και Οικονομικών, λαμβανομένων υπόψη των πινάκων των Ηνωμένων Εθνών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το κόστος ζωής στις πρωτεύουσες όλου του κόσμου. Για τους λοιπούς υπαλλήλους καθορίζεται με όμοια απόφαση, σε ποσοστό επί αυτού, το οποίο είχε καθορισθεί για τους υπαλλήλους με πρεσβευτικό βαθμό. Η ως άνω υπουργική απόφαση επιτρέπεται να έχει αναδρομική ισχύ. 6. Το επίδομα υπηρεσίας στην αλλοδαπή αναπροσαρμόζεται σε περίπτωση ουσιώδους μεταβολής είτε της ισοτιμίας του συναλλάγματος προς το τοπικό νόμισμα ή το ευρώ είτε της αγοραστικής αξίας τούτων, με βάση επίσημα στοιχεία. Με κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομίας και Οικονομικών που εκδίδεται μετά από γνώμη επιτροπής....καθορίζεται το ποσοστό της αναφερόμενης στο προηγούμενο εδάφιο αναπροσαρμογής του επιδόματος". Όπως έχει κριθεί υπό το προϋφιστάμενο, αντιστοίχων ρυθμίσεων, νομοθετικό καθεστώς (άρθρο 131 παρ. 1 Οργανισμού Υπουργείου Εξωτερικών, που είχε κυρωθεί με το ν.419/1976, άρθρο 135 παρ. 4 και 5 του νέου Οργανισμού Υπουργείου Εξωτερικών, που κυρώθηκε με το ν. 2594/1998), το επίδομα αλλοδαπής θεσπίσθηκε για τους υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών, στους οποίους περιλαμβάνεται και το βοηθητικό προσωπικό, προκειμένου να αντιμετωπισθεί η διαφορά κόστους ζωής και οι ειδικές συνθήκες διαβίωσης σε κάθε χώρα, αναλόγως του κλάδου, στον οποίο ανήκει ο υπάλληλος, του βαθμού, τον οποίο κατέχει και του κόστους ζωής του τόπου, στον οποίο υπηρετεί. Το επίδομα αυτό προσαυξάνεται και λόγω των οικογενειακών βαρών (με την Φ. 083-58/11-3-1988 Κοινή Απόφαση των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης, Εξωτερικών και Οικονομικών, ΦΕΚ 177Β, ορίσθηκε ότι το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής αυξάνεται κατά ποσοστό 6% στο επίδομα του πρέσβη για κάθε παιδί, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 11 του ν.1505/1984, ενώ με την 2001800/185/0022/17-3-1993 ΦΕΚ Β 153, ορίσθηκε ότι το εν λόγω επίδομα αυξάνεται κατά ποσοστό 6% στο επίδομα του πρέσβη για κάθε παιδί ηλικίας έως 6 ετών, κατά ποσοστό 8% για κάθε παιδί ηλικίας 7 έως 12 ετών και κατά ποσοστό 14% για κάθε παιδί ηλικίας 13 έως 18 ετών ή 24 ετών, εφόσον αποδεδειγμένα φοιτούν σε Ανώτερα ή Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 11 του ν.1505/1984, ποσοστά που αυξήθηκαν από 1.1.2001 σε 8%, 12% και 16% αντιστοίχως, δυνάμει με αριθ. 083/ΕΥΑ/ΑΣ 11254/22-1-2001 ΚΥΑ, ΦΕΚ Β'390 και, μετά την κατάργησή της, δυνάμει της με αριθ. 2/19609/0022/14-4-2006 ΚΥΑ, (ΦΕΚ Β 553), η προσαύξηση δε αυτή αποτελεί αναγκαίο παρακολούθημα του βασικού επιδόματος αλλοδαπής. Το εν λόγω επίδομα, ενόψει ακριβώς της φύσης και του ανωτέρω σκοπού, για τον οποίο θεσπίσθηκε, δηλαδή προς κάλυψη των δαπανών, στις οποίες υποβάλλονται οι υπηρετούντες στην αλλοδαπή υπάλληλοι, λόγω της υπηρεσίας, που τους έχει ανατεθεί, έχει χαρακτήρα αποζημιωτικό και χορηγείται επιπλέον των καταβαλλομένων στον υπάλληλο αποδοχών, στις οποίες περιλαμβάνεται και η αποτελούσα προσαύξηση του μισθού των διπλωματικών υπαλλήλων οικογενειακή παροχή του άρθρου 47 παρ. Α' περιπ.. 4 του ν.3205/2003. Περαιτέρω, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μετά τη διαπίστωση ότι στην Ελλάδα υπήρχε υπερβολικό έλλειμμα, εξέδωσε στις 16.2.2010 την 2010/182/ΕΕ (EE L 83) απόφασή του, με την οποία απηύθυνε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 126 παρ.9 σε συνδυασμό με το άρθρο 136 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Σ.Λ.Ε.Ε.) ειδοποίηση προς την Ελλάδα για τη λήψη μέτρων για τη μείωση του ελλείμματος, μεταξύ δε των μέτρων περιλαμβανόταν και η μείωση του μισθολογικού κόστους του Δημοσίου. Επακολούθησε η δημοσίευση, στις 15.3.2010, του ν.3833/2010 "Προστασία της εθνικής οικονομίας-Επείγοντα μέτρα για την αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης" (Α 40), με τον οποίο ελήφθησαν διάφορα μέτρα, με σκοπό, όπως αναφέρεται στην οικεία αιτιολογική έκθεση, την "αντιμετώπιση των πρωτόγνωρων δυσμενών οικονομικών συνθηκών και της μεγαλύτερης δημοσιονομικής κρίσης των τελευταίων δεκαετιών, η οποία είχε κλονίσει την αξιοπιστία της χώρας, έχει προκαλέσει μεγάλες δυσκολίες στην προσπάθεια κάλυψης των δανειακών αναγκών της και απειλούν σοβαρά την Εθνική Οικονομία". Μεταξύ δε των ληφθέντων μέτρων περιλαμβανόταν η μείωση των αποδοχών των υπηρετούντων, με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, στο στενό ή ευρύτερο δημόσιο τομέα (άρθρο 1), αναδρομικά από 1.1.2010 (άρθρα 20 παρ. 1 και 1 παρ. 9) και η θέσπιση νέου ορίου στις συνολικές αποδοχές και πρόσθετες αμοιβές ή απολαβές όλων των εργαζομένων στο δημόσιο τομέα (άρθρο 2). Ειδικότερα, στο άρθρο 1 του νόμου αυτού ορίσθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: "....2. Τα πάσης φύσεως επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη προβλεπόμενα των λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και των Ο.Τ.Α., των μόνιμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, καθώς και του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος, μειώνονται κατά ποσοστό δώδεκα τοις εκατό (12%)....3. Από τη μείωση της προηγούμενης παραγράφου εξαιρούνται τα επιδόματα που προβλέπονται στις παρακάτω διατάξεις, όπως ισχύουν κάθε φορά: α) οικογενειακής παροχής....β)χρόνου υπηρεσίας.... γ)εφημεριών.... δ)ραδιενέργειας.... ε)ειδικής απασχόλησης.... στ)ειδικών συνθηκών εργασίας....ζ)επικίνδυνης εργασίας... η)καταδυτικού....θ)αναπηρίας και κινδύνου.... ι)μεταπτυχιακών σπουδών.... ια)αποφοίτων Εθνικής Σχολής δημόσιας Διοίκησης....και αποφοίτων Εθνικής Σχολής Τοπικής Αυτοδιοίκησης), ιβ)κινήτρου απόδοσης.... ιγ) ειδικής αποζημίωσης....καθώς και αυξημένης επιχειρησιακής ετοιμότητας μονάδων. Στη συνέχεια, στις 3.5.2010, υπεγράφη "Μνημόνιο Συνεννόησης" μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ενεργούσας για λογαριασμό των κρατών-μελών της Ευρωζώνης. Το μνημόνιο αυτό προσαρτήθηκε ως παράρτημα στο ν.3845/2010 "Μέτρα για την εφαρμογή του μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας από τα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης του ευρώ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο" (Α' 65/6-5-2010). Με το νόμο αυτό θεσπίσθηκαν μέτρα προς εφαρμογή του εξαγγελθέντος οικονομικού προγράμματος (άμεση μείωση του λογαριασμού μισθοδοσίας του δημόσιου τομέα), μεταξύ δε των μέτρων αυτών περιελήφθη και η περαιτέρω μείωση κατά ποσοστό 8% των αμοιβών των υπαλλήλων του Δημοσίου. Ειδικότερα, με τις διατάξεις του άρθρου τρίτου του, ως άνω, νόμου 3845/2010, που άρχισαν να ισχύουν από 1.6.2010, ορίσθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: "1. Τα πάσης φύσεως επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη προβλεπόμενα των λειτουργών και υπαλλήλων των φορέων της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ν.3833/2010....μειώνονται κατά ποσοστό οκτώ τους εκατό (8%). 2. Από τη μείωση της προηγούμενης παραγράφου εξαιρούνται τα επιδόματα που προβλέπονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 1 του ν.3833/2010, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει...". Όπως συνάγεται από την γραμματική διατύπωση των προαναφερομένων διατάξεων του άρθρου 1 παρ. 2 του ν.3833/2010 και του άρθρου τρίτου παρ. 1 του ν.3845/2010 (αναφερομένων σε "πάσης φύσεως επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά" και στα "με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη προβλεπόμενα"), καθώς και από τον επιδιωκόμενο με τις διατάξεις αυτές σκοπό, που συνίστατο, κατά τα προεκτεθέντα, στην άμεση αντιμετώπιση της έκτακτης και εξαιρετικά δυσμενούς οικονομικής κατάστασης της Χώρας και στη δημοσιονομική εξυγίανσή της, οι προβλεπόμενες στις διατάξεις αυτές ποσοστιαίες μειώσεις αφορούν, αδιακρίτως, όλα τα επιδόματα και τις αποζημιώσεις και αμοιβές που χορηγούντο στους εν ενεργεία λειτουργούς και υπαλλήλους του Δημοσίου. Εξαιρούνται δε μόνο τα επιδόματα που ρητώς αναφέρονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 1 του ν.3833/2010, στις ρυθμίσεις της οποίας παρέπεμψε και η παράγραφος 2 του άρθρου τρίτου του ν.3845/2010. Επομένως, στο πεδίο εφαρμογής των παραπάνω διατάξεων περί ποσοστιαίων μειώσεων των αποδοχών εμπίπτει, κατά το γράμμα των διατάξεων αυτών, αλλά και ενόψει του σκοπού τους και το προβλεπόμενο στο άρθρο 155 του ν.3566/2007 επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής. Τούτο δε, διότι το εν λόγω επίδομα, παρά τον αποζημιωτικό του χαρακτήρα, κατά τα προαναφερόμενα, βαρύνει, πάντως, και αυτό τον κρατικό προϋπολογισμό, καταβαλλόμενο ως πρόσθετη παροχή για την υπηρεσία του ευρισκομένου στην αλλοδαπή υπαλλήλου και επιπλέον δεν περιλαμβάνεται στα ρητώς εξαιρούμενα από το πεδίο εφαρμογής των παραπάνω διατάξεων επιδόματα. Κατά την έννοια, δηλαδή, των διατάξεων αυτών, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης και του σκοπού τους, το ζήτημα της φύσης των καταβαλλόμενων επιδομάτων δεν είναι κρίσιμο για την υπαγωγή αυτών στη γενική ως άνω ρύθμιση περί μείωσης των αποδοχών. Εξάλλου, και η προσαύξηση του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής λόγω τέκνων, η οποία δεν αποτελεί, κατά τα προεκτεθέντα, ξεχωριστό επίδομα, αλλά αναγκαίο παρακολούθημα του βασικού επιδόματος αλλοδαπής, δεν εντάσσεται ούτε αυτή στην ειδικότερη έννοια της οικογενειακής παροχής, που ρητώς εξαιρείται από τις επίμαχες μειώσεις των νόμων 3833/2010 και 3845/2010. Περαιτέρω, η συναγόμενη βούληση του νομοθέτη να συμπεριλάβει και το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής στις ρυθμίσεις των παραπάνω νόμων περί ποσοστιαίας μείωσης των εν γένει αποδοχών δεν έρχεται σε αντίθεση με τις διατάξεις των παραγράφων 5 και 6 του άρθρου 155 του ν.3566/2007, με τις οποίες θεσπίζεται ειδική διαδικασία καθορισμού και αναπροσαρμογής του προβλεπόμενου στο άρθρο αυτό επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, όπως προεκτέθηκε. Τούτο δε, διότι το θεσπισθέν με τις προαναφερόμενες διατάξεις των νόμων 3833/2010 και 3845/2010 μέτρο των ποσοστιαίων μειώσεων των εν γένει αποδοχών των λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου είναι γενικό και δεν αποκλείει την παράλληλη εφαρμογή ειδικών νομοθετικών ρυθμίσεων. Επίσης, οι εν λόγω ρυθμίσεις, εφόσον συνεπάγονται μείωση και όχι στέρηση των αποδοχών και επιδομάτων, τούτο δε προς εξυπηρέτηση σκοπών, που συνιστούν λόγους δημόσιου συμφέροντος, δεν αντίκεινται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., στην κατοχυρωμένη από το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας, καθώς και στην απορρέουσα από το άρθρο 2 του Συντάγματος αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης. (ΑΠ 518/2022, ΣτΕ 1368/2021). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΑΠ 518/2022, ΑΠ 235/2019). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 58/2015). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ, που αφορά όλους τους λόγους αναίρεσης, είναι απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η εν λόγω διάταξη αναφέρεται σε "ισχυρισμούς" και όχι σε εφαρμοστέους νομικούς κανόνες, με την επιφύλαξη ότι και στην περίπτωση αυτή ο διάδικος πρέπει να εκθέτει τα αναγκαία στοιχεία για την υπαγωγή των επικαλουμένων πραγματικών περιστατικών σε αυτούς (ΑΠ 518/2022, ΑΠ 362/2019, ΑΠ 133/2018, ΑΠ 318/2017). Κατόπιν των παραπάνω παραδοχών ότι οι προβλεπόμενες στους νόμους 3833/2010 και 3845/2010 μειώσεις αφορούν και το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με το να κρίνει, με την προσβαλλόμενη απόφαση, απορριπτέο ως μη νόμιμο τον ισχυρισμό του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος περί εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 1 του ν.3833/2010 και του άρθρου τρίτου του ν.3845/2010, όσον αφορά τον καθορισμό του ποσού του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής και, κατ' επέκταση, της προσαύξησης αυτού λόγω τέκνων, παραβίασε ευθέως τις εν λόγω διατάξεις, τις οποίες δεν εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους και υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως βάσιμα υποστηρίζει το αναιρεσείον με το μοναδικό λόγο αναίρεσης. Επισημαίνεται ότι οι παραπάνω επικαλούμενες από το αναιρεσείον αιτιάσεις αφορούν τη νομική βασιμότητα της ένδικης αγωγής και συνεπώς ερευνώνται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας βάσει της αρχής Jura novit Curia, ανεξαρτήτως δηλαδή της ενώπιον του προβολής σχετικών ισχυρισμών από το εναγόμενο, ήδη αναιρεσείον, ώστε να μη τίθεται ζήτημα απαραδέκτου του λόγου αναίρεσης, κατ' άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ, που, όπως αναφέρθηκε στην προεκτεθείσα νομική σκέψη, αναφέρεται σε ισχυρισμούς και όχι σε νομικούς κανόνες, με τους οποίους στη συγκεκριμένη περίπτωση καθορίζεται το ύψος του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής μετά τις πιο πάνω μειώσεις, με βάση το οποίο υπολογίζονται οι ένδικες αξιώσεις για προσαύξηση λόγω τέκνων. Κατ’ ακολουθίαν των παραπάνω, κατά παραδοχή ως βάσιμου του μοναδικού λόγου αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί κατά το αντίστοιχο μέρος η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων πρέπει να συμψηφισθούν, διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου, που εφαρμόσθηκαν, ήταν ιδιαιτέρως δυσχερής (άρθρο 179 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος την 1017/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρεθέν μέρος προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή. Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας, ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Οκτωβρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ