Αριθμός 1459/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ασημίνα Υφαντή, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Αικατερίνη Χονδρορίζου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Μ. του Π., κατοίκου ... ο οποίος παραστάθηκε μετά των πληρεξουσίων δικηγόρων του Δημητρίου Κουκουράκη και Θωμά Γούμενου και κατέθεσε προτάσεις, 2) Α. Τ. του Γ., συζύγου Κ. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κουκουράκη και κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Μ. του Π., κατοίκου ..., νομίμως εκπροσωπουμένου από τον δικαστικό του συμπαραστάτη Π. Μ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παναγιώτα Χαλκίδη και κατέθεσε προτάσεις, 2) Α. Μ. του Π., κατοίκου ..., 3) Π. Λ. του Π., κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου τους Παναγιώτας Χαλκίδη και κατέθεσαν προτάσεις, Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/11/2016 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 23/12/2016 ανταγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 38/2021 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 160/2022 του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6/9/2022 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη από 6-9-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, 160/2022 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, το οποίο απέρριψε ως κατ'ουσίαν αβάσιμες α)την από 24-5-2021 έφεση των εναγομένων-αντεναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων και β)την από 25-5-2021 έφεση των εναγόντων-αντεναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, κατά της 38/2021 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, το οποίο είχε δεχθεί εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη την από 2...1-2016 αγωγή των αναιρεσιβλήτων και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ανταγωγή των αναιρεσειόντων. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 3 Β' εδ.δ', 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ). Είναι, συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθ. 577 παρ.3 του ίδιου Κώδικα). Από τη διάταξη του άρθρου 218 ΑΚ, που ορίζει ότι η πληρεξουσιότητα παύει με ανάκληση, η δε παραίτηση από το δικαίωμα ανάκλησης είναι άκυρη, εφόσον η πληρεξουσιότητα αφορά αποκλειστικά το συμφέρον του αντιπροσωπευομένου, και εκείνη του άρθρου 724 ΑΚ, που ορίζει ότι ο εντολέας έχει δικαίωμα να ανακαλέσει την εντολή οποτεδήποτε, ενώ αντίθετη συμφωνία είναι άκυρη, εκτός αν η εντολή αφορά και το συμφέρον του εντολοδόχου ή τρίτου συνάγεται ότι, ναι μεν η πληρεξουσιότητα και η τυχόν εντολή που αποκτάται με αυτήν είναι κατ' αρχήν ελευθέρως ανακλητή λόγω του προσωπικού και εμπιστευτικού χαρακτήρα της, όμως από το δικαίωμα της ανάκλησης χωρεί κατ' εξαίρεση παραίτηση, που καθιστά αμετάκλητη την πληρεξουσιότητα (και την εντολή), εφόσον αυτή αποσκοπεί στην αποκλειστική ή έστω και παράλληλη εξυπηρέτηση του συμφέροντος του αντιπροσώπου ή τρίτου ή αν αφορά συνάμα το συμφέρον του αντιπροσωπευομένου και του πληρεξουσίου του (αντιπροσώπου) ή τρίτου, οπότε καθίστανται ανέκκλητες (Α.Π.1401/2019, Α.Π. 486/2017, Α.Π. 392/2006, Α.Π. 1108/1984). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 160, 211, 216, 217 και 229 του ΑΚ προκύπτει, ότι η σύμβαση που συνομολογεί κάποιος ως αντιπρόσωπος άλλου καθ` υπέρβαση των ορίων της πληρεξουσιότητας είναι άκυρη και δεν δεσμεύει τον αντιπροσωπευόμενο που την αποκρούει και δεν την εγκρίνει, γιατί η υπέρβαση αυτή ισοδυναμεί με ενέργεια χωρίς πληρεξουσιότητα. Περαιτέρω, από τις ίδιες διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 200 και 281 ΑΚ, προκύπτει ότι ο αντιπρόσωπος οφείλει να κάνει χρήση της πληρεξουσιότητάς του σύμφωνα με την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και ότι η πληρεξουσιότητα ως δικαίωμα υπόκειται στη γενική απαγόρευση της καταχρηστικής άσκησης του άρθρου 281 ΑΚ. Κατά την τελευταία αυτή διάταξη είναι καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος της πληρεξουσιότητας όταν οι επιχειρηθείσες από τον αντιπρόσωπο πράξεις εμπίπτουν μεν τυπικά μέσα στα όρια της δοθείσης πληρεξουσιότητας, αλλά είναι προφανώς αντίθετες προς τα συμφέροντα του αντιπροσωπευομένου ή τον σκοπό για τον οποίο δόθηκε η πληρεξουσιότητα, ώστε να προκύπτει ότι ουδέποτε θα επιχειρούσε την πράξη ο αντιπροσωπευόμενος, την αντίθεση δε αυτή προς το συμφέρον του αντιπροσωπευομένου και το σκοπό της πληρεξουσιότητας γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ο τρίτος με τον οποίο συναλλάχθηκε ο πληρεξούσιος. Η από τον πληρεξούσιο με τη δοθείσα πληρεξουσιότητα, αλλά κατά κατάχρηση δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση τελούμενη δικαιοπραξία αντίκειται στο νόμο και είναι άκυρη κατ` άρθρο 174 ΑΚ (Α.Π.109/2019, Α.Π.986/2012). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Α.Π.141/2021, ΑΠ 259/2019, Α.Π.319/2017, Α.Π. 130/2016, Α.Π. 1420/2013). Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 7/2006, Ολ ΑΠ 4/2005, ΑΠ 1137/2019 , ΑΠ 185/2019, ΑΠ 326/2018). Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζητήματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.Α.Π. 6/2006, Ολ.Α.Π.1/1999). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Αντίφαση δε στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων ,που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Ελλείψεις όμως αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 695/2020). Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, ερευνώντας την έφεση των αναιρεσειόντων, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα: "Οι πρώτος και δεύτερος ενάγοντες-αντεναγόμενοι, η σύζυγος του τρίτου ενάγοντος-αντεναγομένου Ε. Μ., μη διάδικος στην παρούσα δίκη, και ο πρώτος αντενάγων- εναγόμενος είναι αδέρφια. Τα ως άνω αδέρφια δυνάμει του από 23-8-1979 ιδιωτικού συμφωνητικού, που καταχωρήθηκε στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Αθηνών (αριθ. .../27-8-1979) και τροποποιήθηκε κατά τα έτη 1980, 1999 και 2003 ως προς τον σκοπό, την έδρα και τη διάρκεια της εταιρίας, είχαν συστήσει ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "... ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.", με σκοπό την κατασκευή πολυώροφων οικοδομών σε ίδια ή αλλότρια οικόπεδα, με το σύστημα της αντιπαροχής, και συμμετοχή του κάθε εταίρου στα κέρδη και τις ζημίες κατά ποσοστό 25%. Διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας ορίστηκε από την έναρξή της ο πρώτος αντενάγων- εναγόμενος Κ. Μ., οποίος έχοντας την ιδιότητα του πολιτικού μηχανικού διέθετε επαρκείς επιστημονικές γνώσεις για τη διαχείριση, ενώ οι υπόλοιποι συμμετείχαν σ' αυτήν, ως ομόρρυθμα μέλη με ποσοστό 25% ο καθένας τους, καθόσον δεν είχαν ιδιαίτερες τεχνικές γνώσεις, αφού ασχολούνταν μέχρι τότε ο μεν Χ. με ξυλουργικές εργασίες, ο Α. είχε εταιρία τουριστικών μεταφορών, ενώ η Ε. Μ. ήταν σχεδιάστρια. Από την έναρξη της ως άνω εταιρείας, όλα τα αδέλφια ασχολήθηκαν αποκλειστικά με τη λειτουργία ανωτέρω οικογενειακής επιχείρησης, όπως έκανε και ο τρίτος ενάγων-αντεναγόμενος Π. Λ., σύζυγος της Ε. Μ.. Ο τελευταίος αρχικά ασχολήθηκε σ' αυτήν παράλληλα με την εργασία του ως υπάλληλος της ΕΥΔΑΠ, ενώ από τα μέσα της δεκαετίας του 1980, οπότε παραιτήθηκε από την ως άνω εργασία του, ασχολήθηκε και αυτός αποκλειστικά με την εν λόγω οικογενειακή επιχείρηση. Μάλιστα, για την εξυπηρέτηση της εύρυθμης λειτουργίας της επαγγελματικής τους δραστηριότητας, αυτοί είχαν κατανείμει μεταξύ τους τις αρμοδιότητες. Έτσι ο Κ. Μ. (πρώτος αντενάγων-εναγόμενος) είχε την αρμοδιότητα να διευθύνει και να εκπροσωπεί την εταιρεία στις συναλλαγές της, να διαχειρίζεται κάθε οικονομική της δραστηριότητα κα| να υπογράφει κάτω από την εταιρική επωνυμία κάθε έγγραφο που αφορούσε την ως άνω εταιρεία. Για το λόγο αυτό, οι υπόλοιποι εταίροι (αδέλφια του) του είχαν χορηγήσει σχετική πληρεξουσιότητα, προκειμένου να συμβάλλεται για λογαριασμό τους, ως πωλητής ή εκμισθωτής των ακινήτων της ενάγουσας εταιρείας. Οι δε Π. Λ., Χ. και Π. Μ. (ενάγοντες-αντεναγόμενοι), είχαν αναλάβει, κυρίως, τις εξωτερικές εργασίες, όπως την ανεύρεση και επίβλεψη των συνεργείων, καθώς και την πληρωμή τους, ενώ η Ε. Μ. (σύζυγος του Π. Λ.) είχε αναλάβει την αρμοδιότητα της είσπραξης των μισθωμάτων των εκμισθωμένων ακινήτων της εταιρείας και την κατάθεσή τους, κατά το ποσοστό που αναλογούσε στον καθένα, στους τραπεζικούς λογαριασμούς των εταίρων. Για το λόγο αυτό, είχαν ανοιχτεί στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος κοινοί λογαριασμοί των εταίρων. Η εν λόγω εταιρία ανέπτυξε από τη σύστασή της μεγάλο κύκλο εργασιών με οικοδόμηση πολυκατοικιών σε διάφορα σημεία της Αττικής, οι δε οριζόντιες ιδιοκτησίες που οικοδομήθηκαν άλλες πωλήθηκαν ενώ άλλες παρέμειναν στην ιδιοκτησία των εταίρων κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου στον καθένα και εκμισθώθηκαν, με αποτέλεσμα οι ως άνω εταίροι, να δημιουργήσουν μεγάλη ακίνητη περιουσία και πολύ υψηλά εισοδήματα από τις πωλήσεις και εκμισθώσεις των ακινήτων της εταιρίας. Τον Σεπτέμβριο του 2008 και ενώ οι σχέσεις των αδερφών και των οικογενειών τους υπήρξαν αρμονικές οι δύο πρώτοι ενάγοντες και η σύζυγος του τρίτου αποφάσισαν να αποχωρήσουν από την εταιρία λόγω συνταξιοδότησής τους. Ειδικότερα, οι τελευταίοι για τον ως άνω λόγο ζήτησαν τη διανομή της ακίνητης και κινητής περιουσίας, των τραπεζικών λογαριασμών και των μετοχών της επιχείρησης. Προκειμένου δε να διευθετηθούν τα ανωτέρω ζητήματα, έπρεπε αυτοί να συμφωνήσουν στη διανομή της κοινής τους ακίνητης περιουσίας, ώστε καθένας από αυτούς, που του ανήκε το 1/4 εξ αδιαιρέτου σε κάθε ακίνητο, να αποκτήσει κατά πλήρη κυριότητα κάποιες οριζόντιες ιδιοκτησίες, καθώς και στη μεταβίβαση των εταιρικών μεριδίων των πρώτου και δεύτερου των εναγόντων- αντεναγομένων και της αδερφής τους Ε. Μ., στον πρώτο αντενάγοντα-εναγόμενο Κ. Μ. και τη θυγατέρα του Γ. Μ., οι οποίοι θα συνέχιζαν τη λειτουργία της επιχείρησης. Έτσι συμφώνησαν να διανείμουν μεταξύ τους την κοινή ακίνητη περιουσία και για το σκοπό αυτό καταρτίστηκαν τα υπ' αριθ. .../29-10-2008 συμβόλαια διανομής και ανταλλαγής ποσοστών της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Μ., δυνάμει των οποίων κάθε συμβαλλόμενος παρέλαβε στη νομή του τις οριζόντιες ιδιοκτησίες που περιήλθαν σ' αυτόν κατά πλήρη κυριότητα με την ανταλλαγή και άρχισε έκτοτε να τις νέμεται με διάνοια κυρίου, χωρίς στην αρχή να διατυπωθεί εκ μέρους κάποιου από αυτούς προς τον άλλο οποιαδήποτε διαμαρτυρία. Μετά δε την ως άνω διανομή της εταιρικής περιουσίας εκκρεμούσε η συμφωνία για το ύψος και την καταβολή του τιμήματος για τη μεταβίβαση των εταιρικών μεριδίων. Επίσης λόγω της συνταξιοδότησης και της αποχώρησης των από την εταιρία των ως άνω εταίρων υπήρχε πληθώρα εκκρεμών ζητημάτων που έπρεπε να ρυθμιστούν, όπως επίσης εκκρεμούσε η διευθέτηση ποσοστών συνιδιοκτησίας σε οικόπεδο στην ... στην Αθήνα, που δεν είχε αποτελέσει αντικείμενο της ως άνω διανομής της εταιρικής περιουσίας, καθώς και η τακτοποίηση της κληρονομιάς του πατέρα των ως άνω εταίρων. Για το λόγο αυτό οι ενάγοντες-αντεναγόμενοι με το από υπ' αριθ. .../3-4-2009 ειδικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Μ. παρείχαν στον πρώτο αντενάγοντα-εναγόμενο την ανέκκλητη εντολή και πληρεξουσιότητα όπως: α) να παρίσταται και αντιπροσωπεύει αυτούς σε όλα γενικώς τα ελληνικά, διοικητικά και ποινικά δικαστήρια κάθε βαθμού και δικαιοδοσίας και σε οποιαδήποτε δικαστική, διοικητική, οικονομική, προξενική, φορολογική και εκκλησιαστική αρχή κλπ, β) να πωλεί, παραχωρεί, μεταβιβάζει και παραδίδει σε οποιονδήποτε τρίτο με οποιοδήποτε τίμημα και με οποιουσδήποτε όρους και συμφωνίες εγκρίνει, κινητά ή ακίνητα του κάθε εντολέως, να εισπράττει το τίμημα ή να πιστώνει με αυτό τους αγοραστές με υποθήκη επί των ακινήτων κλπ, γ) να παρίσταται και να τους αντιπροσωπεύει στους οργανισμούς και τις εταιρίες κοινής ωφέλειας και σε όποια άλλη δημόσια υπηρεσία κλπ, δ) να εισπράττει κάθε είδους απαιτήσεις από τρίτους (νομικά ή φυσικά πρόσωπα) παρέχοντας τις σχετικές αποδείξεις, καθώς και κάθε είδους μισθώματα από οποιονδήποτε σε οποιοδήποτε ποσό και αν προέρχονται κλπ, ε) να εγγράφει ή εξαλείφει υποθήκες ή προσημειώσεις υποθηκών και επιβάλλει ή αίρει κατασχέσεις υπέρ του εντολοδόχου ή υπέρ οποιοδήποτε τρίτου και για οποιοδήποτε ποσό, υπογράφοντας τις σχετικής πράξεις κλπ, στ) να τους εκπροσωπεί σε κάθε δοσοληψία με τράπεζα που λειτουργεί στην Ελλάδα και σε κάθε υποκατάστημά της και να εισπράττει χρήματα από "οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο κλπ ζ) να εξαλείφει υποθήκες και αίρει κατασχέσεις, υπογράφοντας τις σχετικές πράξεις κλπ θ).... η) να διορίζει και άλλους πληρεξούσιους δικηγόρους ή όχι με τις ίδιες ή λιγότερες εντολές και να τους ανακαλεί και ι) να αποδέχεται κληρονομιές που περιήλθαν ή θα περιέλθουν στους εντολείς από οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία και αν αποτελείται αυτή υπογράφοντας την απαιτούμενη συμβολαιογραφική πράξη αποδοχής της κληρονομιάς κλπ, ια) να αποποιείται κληρονομιές που περιήλθαν ή θα περιέλθουν στους εντολείς υπογράφων κάθε σχετικό έγγραφο ή δήλωση ενώπιον των αρμοδίων υπηρεσιών και ιβ) και γενικά να ενεργήσει και κάθε άλλη πράξη μέσα στα πλαίσια των εντολών που του δίνονται με το παρόν πληρεξούσιο, ακόμη και αν δεν αναφέρονται σ' αυτό, που είναι όμως απαραίτητο για την εκτέλεση των εντολών αυτών. Με το ίδιο πληρεξούσιο οι ως άνω εντολείς δήλωσαν ότι παραιτούνται του δικαιώματος της λογοδοσίας και της ανάκλησης των εντολών που δόθηκαν με αυτό. Το ως άνω πληρεξούσιο καταρτίστηκε ενώ ακόμη οι σχέσεις των διαδίκων ήταν αρμονικές και οι ενάγοντες-αντεναγόμενοι είχαν απόλυτη εμπιστοσύνη στον αδερφό τους Κ. Μ.. Το ένδικο πληρεξούσιο καταρτίστηκε ημέρα Παρασκευή, πλην όμως το Σαββατοκύριακο που μεσολάβησε η σύζυγος του τρίτου ενάγοντος Ε. Μ. διαπίστωσε σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τον αδερφό της Κ. Μ. ότι αυτός προτίθετο να χρησιμοποιήσει αυτό για να διεκδικήσει ακίνητο που ανήκε στην ιδιοκτησία του συζύγου της Π. Λ.. Το γεγονός αυτό ανησύχησε την ίδια και τα αδέρφια της Χ. και Α. Μ. και για το λόγο αυτό το πρωί της Δευτέρας με τις υπ' αριθ. .../6-4-2009 πράξεις ανάκλησης της ίδιας συμβολαιογράφου ο σύζυγός της και τα ως άνω αδέρφια της ανακάλεσαν το ως άνω πληρεξούσιο, γεγονός το οποίο γνωστοποιήθηκε στον πρώτο αντενάγοντα-εναγόμενο τηλεφωνικά από την ως άνω συμβολαιογράφο, που ήταν ξαδέρφη τους, παρουσία των ίδιων και των τέκνων τους Π. Μ. του Χ., Ν. Μ. του Α. και Π. Λ. του Ε.. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι ως άνω συμβολαιογραφικές ανακλήσεις επιδόθηκαν στον πρώτο αντενάγοντα-εναγόμενο στις 20-1-2016. Ακόμη αποδείχθηκε ότι από τις αρχές του 2010 οι σχέσεις μεταξύ των αδερφών διαταράχθηκαν σοβαρά κυρίως λόγω της μη συμφωνίας τους σχετικά με το ύψος του τιμήματος της μεταβίβασης των εταιρικών μεριδίων των πρώτου και δεύτερου των εναγόντων-αντεναγομένων και της αδερφής τους Ε. Μ. στον πρώτο αντενάγοντα-εναγόμενο και την κόρη του, με αποτέλεσμα να ξεκινήσει μια σφοδρή αντιδικία με εκατέρωθεν εγκλήσεις και αγωγές. Ο πρώτος αντενάγων-εναγόμενος ισχυρίζεται με την κρινόμενη ανταγωγή ότι η παραίτηση των αντεναγομένων- εναγόντων από το δικαίωμα ανάκλησης της πληρεξουσιότητας, που χορηγήθηκε με το ως άνω ένδικο πληρεξούσιο, είναι νόμιμη, διότι αυτή εξυπηρετούσε το αποκλειστικό συμφέρον του ίδιου (αντιπροσώπου), άλλως το παράλληλο συμφέρον του, διότι αυτός ήταν πραγματικός κύριος των ακινήτων που απέκτησαν οι αντεναγόμενοι κατά τη διάρκεια της λειτουργίας της ως άνω κατασκευαστικής εταιρίας, καθόσον αυτοί συμμετείχαν εικονικά στην εταιρία και φέρονται ως συγκύριοι αυτών κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου ο καθένας για φορολογικούς λόγους. Ότι συνεπώς εφόσον η πληρεξουσιότητα είναι αμετάκλητη, οι ως άνω ανακλητικές συμβολαιογραφικές πράξεις είναι άκυρες και δεν επιφέρουν κανένα έννομο αποτέλεσμα. Ο ως άνω ισχυρισμός του αντενάγοντος περί εικονικής συμμετοχής των αντεναγομένων στην εν λόγω εταιρία απορριπτέος κρίνεται ως κατ' ουσίαν αβάσιμος. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι είχαν πραγματική συμμετοχή στην ως άνω οικογενειακή επιχείρηση και ήταν πραγματικοί συγκύριοι των ακινήτων της εταιρείας, σε ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου ο καθένας. Για το λόγο αυτό, συμμετείχαν σε ποσοστό 25% ο καθένας στα κέρδη της οικογενειακής επιχείρησης. Η διανομή των κερδών της εταιρείας και μάλιστα ισομερώς στον κάθε συνεταίρο, προκύπτει από τα προσκομιζόμενα από τους εκκαλούντες εντάλματα πληρωμής και γραμμάτια είσπραξης της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, που αφορούν τα έτη 1992-2008, καθώς κι από τα αντίγραφα βιβλιαρίων των διαδίκων της ίδιας ως άνω Τράπεζας. Σύμφωνα με τα έγγραφα αυτά, η σύζυγος του τρίτου αντεναγομένου Ε. Μ., η οποία, όπως προεκτέθηκε, ασχολούταν με την είσπραξη των μισθωμάτων των εκμισθωμένων ακινήτων της εταιρείας, έκανε ανάληψη δύο φορές κατ' έτος ορισμένου χρηματικού ποσού από κοινό λογαριασμό που διατηρούσε με τους λοιπούς εταίρους ή τις συζύγους τους και το διένειμε ισομερώς, ήτοι κατά το 1/4, καταθέτοντας το ποσό που αναλογούσε στον καθένα στους τραπεζικούς λογαριασμούς που διατηρούσαν στην ΕΤΕ οι λοιποί συνεταίροι (αδέλφια). Έτσι, την ίδια ημέρα και ώρα που κάνει ανάληψη κάποιου ποσού, εμφανίζεται να καταθέτει το 1/4 αυτού και στον υπ' αριθ. ... λογαριασμό, που διατηρούσε στην ΕΤΕ ο αντενάγων με συνδικαιούχο τη σύζυγό του Α., δεύτερη αντενάγουσα. Από τα έγγραφα αυτά αποδεικνύεται, τόσο η πραγματική συμμετοχή των αντεναγομένων στην εταιρεία, αφού αυτοί συμμετείχαν στα κέρδη της εταιρείας ισομερώς όλα αυτά τα έτη, όσο κι ότι αυτοί απέδιδαν στον ενάγοντα το ποσοστό του επί των κερδών, μεταξύ των οποίων κι εκείνων από την είσπραξη των μισθωμάτων των ακινήτων. Πέραν τούτου, η ιδιότητα των αντεναγομένων ως συνεταίρων και συνακόλουθα ως συγκυρίων των ακινήτων και όχι ως απλών υπαλλήλων της εταιρείας, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο πρώτος αντενάγων, προκύπτει και από τη συμμετοχή τους σε επένδυση σε αμοιβαία κεφάλαια. Ειδικότερα δε ο αντενάγων και αντεναγόμενοι εμφανίζονται ως συνδικαιούχοι σε επένδυση σε αμοιβαία κεφάλαια της εταιρείας ..., που έγινε στις 8-...998, ποσού 2,5 δις. δρχ. Εάν αυτοί είχαν την πραγματική ιδιότητα των υπαλλήλων της εταιρείας και συμμετείχαν σε αυτήν εικονικά ως συνεταίροι, δε μπορεί να δικαιολογηθεί το γεγονός της συμμετοχής τους στην ανωτέρω σημαντική επένδυση. Ακόμη το έτος 2001 ο αντεναγόμενοι με τα υπ' αριθ. .../2-3-2001 συμβόλαια της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Μ., που έχουν νόμιμα μεταγραφεί, μεταβίβασαν με αιτία τη γονική παροχή στα τέκνα τους, κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, 14 οριζόντιες ιδιοκτησίες (καταστήματα), αντικειμενικής αξίας 170.743.514 δρχ, τις οποίες είχαν αποκτήσει από τη συμμετοχή τους στην ως άνω ομόρρυθμη εταιρία. Στις ως άνω μεταβιβάσεις ο πρώτος αντενάγων δεν αντέδρασε ούτε διαμαρτυρήθηκε όπως θα έκανε εάν πράγματι οι αντεναγόμενοι συμμετείχαν εικονικά στην εν λόγω εταιρία. Επίσης ενισχυτικό της ως άνω κρίσης του Δικαστηρίου είναι και το γεγονός ότι ο αντενάγων δέχθηκε να διανείμει τις κοινές οριζόντιες ιδιοκτησίες που απέκτησε με τους αντεναγόμενους κατά τη διάρκεια της λειτουργίας της εν λόγω εταιρίας κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου ο καθένας καταρτίζοντας τα υπ' αριθ. .../29-10-2008 συμβόλαια διανομής και ανταλλαγής ποσοστών της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Μ., ενέργεια στην οποία δεν θα είχε προβεί αν αυτός αν ήταν αποκλειστικός κύριος αυτών. Μάλιστα μετά την ως άνω διανομή και ανταλλαγή καθένας από τους διαδίκους παρέλαβε στη νομή του τις οριζόντιες ιδιοκτησίες που περιήλθαν σ' αυτόν κατά πλήρη κυριότητα με την ανταλλαγή και άρχισε έκτοτε να τις νέμεται με διάνοια κυρίου, χωρίς στην αρχή να διατυπωθεί εκ μέρους κάποιου από αυτούς προς τον άλλο οποιαδήποτε διαμαρτυρία. Το γεγονός δε ότι στην υπ' αριθ. 12/2012 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, με την οποία τέθηκε στο αρχείο η από 1-9-2010 μήνυση των δύο πρώτων αντεναγομένων και της αδερφής τους κατά του πρώτου αντενάγοντος για το αδίκημα της πλαστογραφίας με χρήση με συνολικό όφελος άνω των 73.000 ευρώ, στην οποία αναφέρεται ότι η συμμετοχή των ως άνω εγκαλούντων στην εν λόγω εταιρία ήταν τυπική και όχι ουσιαστική και έγινε για φορολογικούς λόγους δεν δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο, διότι η εν λόγω διάταξη δεν ερεύνησε στην ουσία της την κρινόμενη διαφορά. Επίσης οι αντεναγόμενοι στα δικόγραφα των από 4-10-2010 πρόσθετων λόγων, που κατέθεσαν ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιώς, προκειμένου να υποστηρίξουν τις προσφυγές τους κατά των υπ' αριθ. …4, …5 και …6/28-12-2005 πράξεων καταλογισμού τελών χαρτοσήμου εργολαβικού, που τους επιβλήθηκε από το ΠΕΚ Πειραιά, ανέφεραν ότι η συμμετοχή τους στην εν λόγω εταιρία ήταν τυπική και όχι ουσιαστική. Ωστόσο τα ως άνω δικόγραφα των πρόσθετων λόγων κατατέθηκαν από τον τότε πληρεξούσιο δικηγόρο των αντεναγομένων Α. Τ. στις 3- 2-2011, όταν ήδη οι αντεναγόμενοι είχαν υποβάλλει ενώπιον του ΠΕΚ Πειραιώς τις με αριθ. πρωτ. .../9-11-2010 αιτήσεις συμβιβασμού, οι οποίες έγιναν δεκτές και επήλθε συμβιβασμός, ενώ οι σχετικές δίκες καταργήθηκαν λόγω διοικητικής επίλυσης της διαφοράς, γεγονός το οποίο δεν γνώριζε ο ως άνω πληρεξούσιος δικηγόρος κατά το χρόνο κατάθεσης των δικογράφων των πρόσθετων λόγων. Συνεπώς κατά το χρόνο κατάθεσης των ως άνω δικογράφων των πρόσθετων λόγων είχε ήδη επέλθει συμβιβασμός της ως άνω διοικητικής διαφοράς και τα όσα ανέφερε ως άνω πληρεξούσιος δικηγόρος αναφορικά με τη συμμετοχή των αντεναγομένων στην εν λόγω εταιρία δεν απηχούσαν τις απόψεις τους ούτε αποτέλεσαν αντικείμενο ουσιαστικής έρευνας και συνεπώς δεν ασκούν καμιά έννομη επιρροή στην παρούσα υπόθεση. Επίσης δεν ασκεί έννομη επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου το γεγονός ότι οι αντεναγόμενοι στις από 15-1-2004 και 16-1-2004 σχετικές υπεύθυνες δηλώσεις που υπέβαλλαν στον Ο.Α.Ε.Ε προκειμένου να συνταξιοδοτηθούν δήλωσαν ότι δεν έχουν εγγραφεί στο ΤΕΒΕ ως μέλη εταιρίας αλλά ήταν ασφαλισμένοι στο ΙΚΑ για το λόγο ότι η έρευνα της αλήθειας των όσων βεβαιώνονται σ' αυτές αφορά τον ασφαλιστικό φορέα στον οποίο απευθύνονται. Σημειώνεται ότι με τις παρακάτω αναφερόμενες αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις κρίθηκε ότι η συμμετοχή των αντεναγομένων στην εν λόγω εταιρία ήταν πραγματική και όχι εικονική και ειδικότερα: 1) με την 5895/2013 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία επικυρώθηκε με την 1473/2014 απόφαση Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και κατέστη ήδη αμετάκλητη με την υπ' αριθ. 8/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία εκδόθηκε επί της από 2-5-2011 αγωγής του πρώτου αντενάγοντος κατά, μεταξύ άλλων, και των αντεναγομένων με την οποία αυτός ζητούσε να αναγνωριστεί ότι το προαναφερόμενο υπ' αριθ. .../29-10- 2008 συμβόλαιο ανταλλαγής ποσοστών της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Μ. είναι πλαστό και άκυρο για τους αναφερόμενους σ' αυτή λόγους, 2) με τις υπ' αριθ. 5235 και 5237/2018 αποφάσεις του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που κατέστησαν ήδη αμετάκλητες με τις υπ' αριθ. 230/2020 και 229/2020 αποφάσεις του Αρείου Πάγου, αντίστοιχα, οι οποίες εκδόθηκαν επί των 2-12-2015 και από 26-11-2015 αγωγών του αντενάγοντος και της εν λόγω ομόρρυθμης εταιρίας κατά των αντεναγομένων και της συζύγου του τρίτου Ε. Μ., με τις οποίες αυτοί ισχυριζόμενοι ότι η συμμετοχή των τελευταίων στην εν λόγω εταιρία είναι εικονική ζητούσαν να τους παρέχουν αυτοί λογοδοσία για τα μισθώματα που εισέπρατταν από τις οριζόντιες ιδιοκτησίες, στις οποίες φέρονταν ως συγκύριοι, το χρονικό διάστημα από 1-6-1988 έως τον Οκτώβριο του 2008 και 3) με την υπ' αριθ. 2112/2016 οριστική απόφαση το Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία επικυρώθηκε με την 4891/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και κατέστη ήδη αμετάκλητη με την υπ' αριθ. 563/2021 απόφαση του Αρείου Πάγου, που εκδόθηκε επί της από 19-4-2010 αγωγής του πρώτου αντενάγοντος κατά της αδερφής του Ε. Μ., συζύγου του τρίτου αντεναγομένου-ενάγοντος, με την οποία αυτός ζητούσε να του επιστρέψει το ποσό των ποσό των 30.000 ευρώ που της είχε καταβάλει ως δάνειο Με την ως άνω αμετάκλητη απόφαση απορρίφθηκε η ως άνω αγωγή, γιατί κρίθηκε ότι το ως άνω ποσό δεν αποτελεί δάνειο αλλά μερίδιο από τα κέρδη της οικογενειακής επιχείρησης στην οποία συμμετείχε η ίδια (Ε. Μ.) και τα αδέρφια της Χ. και Α. πραγματικά και όχι εικονικά. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω αποδείχθηκε ότι η πληρεξουσιότητα που χορηγήθηκε στον πρώτο αντενάγοντα με το ένδικο πληρεξούσιο δεν αποσκοπούσε στο αποκλειστικό συμφέρον του ίδιου (αντιπροσώπου), άλλως στο παράλληλο συμφέρον του, αφού αποδείχθηκε ότι η συμμετοχή των αντεναγομένων στην εν λόγω ομόρρυθμη εταιρία ήταν πραγματική και όχι εικονική, όπως ισχυρίζεται αυτός (αντενάγων) με την ανταγωγή του. Συνεπώς η παραίτηση των αντεναγομένων με το ένδικο πληρεξούσιο από το δικαίωμα ανάκλησης της πληρεξουσιότητας είναι άκυρη, εφόσον η παρεχόμενη πληρεξουσιότητα δεν αφορά στην αποκλειστική ή έστω παράλληλη εξυπηρέτηση των συμφερόντων του πρώτου αντενάγοντος- αντιπροσώπου. Επομένως αφού δεν υπάρχει νόμιμη παραίτηση των αντεναγομένων από το δικαίωμα ανάκλησης της πληρεξουσιότητας οι υπ' αριθ. .../6-4-2009 πράξεις ανάκλησης της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Μ., με τις οποίες αυτές ανακάλεσαν το ένδικο πληρεξούσιο, είναι έγκυρες (άρθρ. 218 παρ 1,219, 220 ΑΚ), και επέφεραν από την επίδοσή τους στον πρώτο αντενάγοντα στις 20-1-2016 τα έννομα αποτελέσματά τους, ήτοι την παύση της χορηγηθείσας στον πρώτο αντενάγοντα-εναγόμενο πληρεξουσιότητας, σύμφωνα και με όσα εκτίθενται στη νομική σκέψη της παρούσης. Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε τα ίδια, έστω και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, που αντικαθίσταται από την παρούσα (άρθρ. 534 ΚΠολΔ), ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και συνεπώς πρέπει ο σχετικός λόγος της έφεσης των αντεναγόντων να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο πρώτος αντενάγων-εναγόμενος, πριν του επιδοθούν οι ως άνω. συμβολαιογραφικές ανακλήσεις του ένδικου πληρεξουσίου, με το υπ'αριθ..../29-7-2009 προσύμφωνο αγοραπωλησίας οριζόντιων ιδιοκτησιών της συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Δ.-Δ., ενεργώντας ως αντιπρόσωπος και εντολοδόχος των εναγόντων-αντεναγομένων υποσχέθηκε τη μεταβίβαση με πώληση στη δεύτερη εναγομένη σύζυγό του και στα υποδεικνυόμενα από αυτήν πρόσωπα, ήτοι τα τρία τέκνα τους Γ., Α. και Π.- Κ. Μ., το σύνολο σχεδόν της ακίνητης περιουσίας τους (εναγόντων). Ειδικότερα με το ως άνω προσύμφωνο οι ενάγοντες- αντεναγόμενοι εκπροσωπούμενοι από τον αδερφό τους δυνάμει του ένδικου πληρεξουσίου υποσχέθηκαν να μεταβιβάσουν στους ανωτέρω τα παρακάτω ακίνητα, που τους ανήκαν κατά κυριότητα νομή και κατοχή και ειδικότερα: Α) α) ο τρίτος ενάγων-αντεναγόμενος Π. Λ., α) το 1/2 εξ αδιαιρέτου των με στοιχεία ...) και ...) διαμερισμάτων του ισογείου και πρώτου ορόφου αντίστοιχα, β) ο δεύτερος ενάγων-αντεναγόμενος Α.. Μ. το 1/2 εξ αδιαιρέτου του με στοιχεία ... (...) διαμερίσματος του ισογείου και γ) ο πρώτος αντενάγων-εναγόμενος Χ.. Μ. το 1/2 εξ αδιαιρέτου των με στοιχεία ... και ... διαμερισμάτων του ισογείου ορόφου οικοδομής που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια της κοινότητας ..., Β) ο τρίτος ενάγων τα με αριθμούς ... γραφεία του …..ορόφου ενός ... κτισμένου επί οικοπέδου που βρίσκεται στην Αθήνα και επί της οδού ..., Γ) α) ο τρίτος ενάγων τη με στοιχεία … οριζόντια ιδιοκτησία του υπογείου με την αποκλειστική χρήση της με αριθμό …θέσης στάθμευσης αυτοκινήτων του ακαλύπτου χώρου της οικοδομής, καθώς και το με στοιχεία … κατάστημα του ισογείου με την αποκλειστική χρήση των με αριθμούς … και … θέσεων στάθμευσης του ακαλύπτου χώρου της οικοδομής, β) ο δεύτερος ενάγων το με στοιχεία … κατάστημα του ισογείου με την αποκλειστική χρήση της με αριθμό … θέσης στάθμευσης του ακαλύπτου χώρου της οικοδομής και το με στοιχεία …. κατάστημα του ισογείου με την αποκλειστική χρήση της με αριθμό …θέσης στάθμευσης του ακαλύπτου χώρου της οικοδομής και γ) ο πρώτος ενάγων τη με στοιχεία …. οριζόντια ιδιοκτησία του υπογείου με την αποκλειστική χρήση της με αριθμό 13 θέσης στάθμευσης αυτοκινήτων του ακαλύπτου χώρου της οικοδομής, η οποία είναι κτισμένη στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου ... και επί των οδών ..., Δ) α) ο τρίτος ενάγων το με στοιχεία … κατάστημα του ισογείου με την αποκλειστική χρήση της με αριθμό … θέσης στάθμευσης του ακαλύπτου χώρου της οικοδομής, β) ο δεύτερος ενάγων της το με στοιχεία … κατάστημα του ισογείου με την αποκλειστική χρήση των με αριθμούς ... θέσεων στάθμευσης του ακαλύπτου χώρου της οικοδομής και το με στοιχεία το με στοιχεία … κατάστημα του ισογείου με την αποκλειστική χρήση των με αριθμούς ... θέσεων στάθμευσης του ακαλύπτου χώρου της οικοδομής και γ) ο πρώτος ενάγων το με στοιχεία …. κατάστημα του ισογείου με την αποκλειστική χρήση των με αριθμούς ... θέσεων στάθμευσης του ακαλύπτου χώρου της οικοδομής και το με στοιχεία το με στοιχεία … κατάστημα του ισογείου με την αποκλειστική χρήση των με αριθμούς …και … θέσεων στάθμευσης του ακαλύπτου χώρου της ίδιας ως άνω οικοδομής, που είναι κτισμένη στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου Αθηναίων και επί της συμβολής των οδών ..., Ε) α) ο τρίτος ενάγων τη με στοιχεία … οριζόντια ιδιοκτησία του υπογείου με την αποκλειστική χρήση των με αριθμούς ... θέσεων στάθμευσης αυτοκινήτων του ακαλύπτου χώρου της οικοδομής, β) ο πρώτος ενάγων τη με στοιχεία … οριζόντια ιδιοκτησία του υπογείου με την αποκλειστική χρήση των με αριθμούς ..., ... θέσεων στάθμευσης αυτοκινήτων του ακαλύπτου χώρου της ίδιας οικοδομής που είναι κτισμένη στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου ... και επί της οδού ..., ΣΤ) α) ο τρίτος ενάγων το με στοιχεία ... κατάστημα του ισογείου με την αποκλειστική χρήση της με αριθμό … θέσης στάθμευσης του ακαλύπτου χώρου της οικοδομής, β) οι δεύτερος και πρώτος ενάγοντες κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας τη με στοιχεία … οριζόντια ιδιοκτησία του υπογείου της ίδιας οικοδομής και γ) ο πρώτος ενάγων το με στοιχεία … κατάστημα του ισογείου με την αποκλειστική χρήση της με αριθμό …θέσης στάθμευσης του ακαλύπτου χώρου της ίδιας οικοδομής, που είναι κτισμένη στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου ... και επί των οδών ..., Ζ) α) ο τρίτος ενάγων το με στοιχεία ... κατάστημα του ισογείου με την αποκλειστική χρήση των με αριθμούς ... θέσεων στάθμευσης του ακαλύπτου χώρου της οικοδομής και τη με στοιχεία ... οριζόντια ιδιοκτησία του υπογείου με την αποκλειστική χρήση των με αριθμούς ... θέσεων στάθμευσης του ακαλύπτου χώρου της οικοδομής και β) ο πρώτος ενάγων το με στοιχεία ... κατάστημα του ισογείου με την αποκλειστική χρήση των με αριθμούς ... θέσεων στάθμευσης του ακαλύπτου χώρου της οικοδομής και το με στοιχεία ... κατάστημα του ισογείου με την αποκλειστική χρήση των με αριθμούς ... και … θέσεων στάθμευσης του ακαλύπτου χώρου της ίδιας οικοδομής, η οποία είναι κτισμένη στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου ... και επί των οδών ..., Η) α) ο τρίτος ενάγων το με στοιχεία ... κατάστημα του ισογείου με την αποκλειστική χρήση των με αριθμούς ... θέσεων στάθμευσης του ακαλύπτου χώρου της οικοδομής, το με στοιχεία ... κατάστημα του ισογείου με την αποκλειστική χρήση των με αριθμούς ... θέσεων στάθμευσης του ακαλύπτου χώρου της οικοδομής και τις με στοιχεία ... αποθήκες αμφότερες στον ακάλυπτο χώρο της οικοδομής, β) ο δεύτερος ενάγων το με στοιχεία ... κατάστημα του ισογείου με την αποκλειστική χρήση των με αριθμούς ... θέσεων στάθμευσης του ακαλύπτου χώρου της οικοδομής και τις με στοιχεία ... αποθήκες αμφότερες στον ακάλυπτο χώρο της οικοδομής και γ) ο πρώτος ενάγων τη με στοιχεία ... οριζόντια ιδιοκτησία (χώρο) του υπογείου με την αποκλειστική χρήση των με αριθμούς ... θέσεων στάθμευσης του ακαλύπτου χώρου της οικοδομής, το με στοιχεία …κατάστημα του ισογείου με την αποκλειστική χρήση της με αριθμό 1 θέσης στάθμευσης του ακαλύπτου χώρου της οικοδομής και τις με στοιχεία ... αποθήκες αμφότερες στον ακάλυπτο χώρο της ίδιας οικοδομής, η οποία είναι κτισμένη στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου …., στη θέση "..." και επί των οδών .... Θ) α) ο δεύτερος ενάγων το με στοιχεία ... κατάστημα του ισογείου της οικοδομής ... (Α) και β) ο τρίτος ενάγων τη με στοιχεία ... οριζόντια ιδιοκτησία (χώρο) του υπογείου με την αποκλειστική χρήση της με αριθμό … θέσης στάθμευσης του ακαλύπτου χώρου της ίδιας οικοδομής, τη με στοιχεία ... οριζόντια ιδιοκτησία (χώρο) του υπογείου με την αποκλειστική χρήση της με αριθμό … θέσης στάθμευσης του ακαλύπτου χώρου της ίδιας οικοδομής και τη με στοιχεία ... οριζόντια ιδιοκτησία (χώρο) του υπογείου με την αποκλειστική χρήση της με αριθμό … θέσης στάθμευσης του ακαλύπτου χώρου της οικοδομής Β, οι οποίες είναι κτισμένες σε οικόπεδο που βρίσκεται στη κτηματική περιφέρεια του Δήμου … και στη συμβολή των οδών ... και Αθηνάς και I) α) ο δεύτερος ενάγων τη με στοιχεία ... οριζόντια ιδιοκτησία-αποθήκη οικοδομής και β) ο πρώτος ενάγων τη με στοιχεία ... οριζόντια ιδιοκτησία-αποθήκη του ισογείου με την αποκλειστική χρήση της με αριθμό … στάθμευσης αυτοκινήτων του ακαλύπτου χώρου της ίδιας οικοδομής, η οποία είναι κτισμένη στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου …, στη θέση "..." και επί της οδού .... Επίσης με το ίδιο ως άνω προσύμφωνο συμφωνήθηκαν, μεταξύ άλλων, και τα εξής: α) ότι το τίμημα της πώλησης των ως άνω ακινήτων θα ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 483.000 ευρώ, από το οποίο ποσό 186.000 ευρώ αναλογεί στον τρίτο ενάγοντα-αντεναγόμενο, ποσό 137.000 ευρώ στον δεύτερο ενάγοντα-αντεναγόμενο και ποσό 160.000 ευρώ στον πρώτο ενάγοντα-αντεναγόμενο, β) ότι το τίμημα της πώλησης θα καταβληθεί στους ενάγοντες-αντεναγόμενους σε δέκα (10) άτοκες ισόποσες συνεχείς ετήσιες δόσεις της πρώτης καταβλητέας έως την...2-2031, γ) ότι το οριστικό συμβόλαιο θα γίνει εντός προθεσμίας είκοσι (20) ετών από την υπογραφή του και με αυτοσύμβαση, δ) ότι η νομή και κατοχή των πωλούμενων οριζόντιων ιδιοκτησιών παραδίδεται από την υπογραφή του (προσυμφώνου) στην αγοράστρια Α.. Τ. (δεύτερη αντενάγουσα-εναγομένη), πλην των μισθωμένων που θα παραδοθούν με την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου άλλως μετά την πάροδο τριών (3) ετών και ότι μετά την τριετία ήτοι από 30-7-2012 θα δικαιούται να εισπράξει η ως άνω αγοράστρια τα μισθώματα, άλλως θα παρακρατεί νομιμοτόκως από τα οφειλόμενο τίμημα της πώλησης και ε) ότι σε περίπτωση που δεν είναι δυνατή η μεταβίβαση στην αγοράστρια με αυτοσύμβαση για λόγους που αφορούν αποκλειστικά τους πωλητές τότε αυτή (αγοράστρια) θα δικαιούται αποζημίωση και ποινική ρήτρα ισόποση με το τριπλάσιο του συμφωνηθέντος για κάθε οριζόντια ιδιοκτησία τιμήματος, προς εξασφάλιση της είσπραξης της οποίας θα μπορεί αυτή (αγοράστρια) να εγγράψει στα πωλούμενα προσημείωση υποθήκης ή υποθήκη έως το διπλάσιο της αντικειμενικής τους αξίας. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι αντιπροσωπευόμενοι από τον ως άνω αδερφό τους (πρώτο αντενάγοντα-εναγόμενο) ενάγοντες-αντεναγόμενοι ουδέποτε θα κατήρτιζαν το ως άνω προσύμφωνο για μεταβίβαση των ως άνω οριζόντιων ιδιοκτησιών και μάλιστα με τους αναφερόμενους σ' αυτή δυσμενείς γι' αυτούς όρους, διότι αυτές αποτελούσαν το σύνολο σχεδόν της ακίνητης περιουσίας τους. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες- αντεναγόμενοι απέκτησαν τις ως άνω οριζόντιες ιδιοκτησίες από την αποκλειστική τους απασχόληση στην ως άνω κατασκευαστική εταιρία και κανένα λόγο δεν είχαν να υποσχεθούν τη μεταβίβαση αυτών στην δεύτερη αντενάγουσα-εναγομένη και μάλιστα έναντι πολύ χαμηλού τιμήματος, δεδομένου ότι μόνο η αξία του κοινού εξοχικού των διαδίκων στην ... ανέρχεται στο ποσό των 7.000.000 ευρώ, ενώ με το ως άνω προσύμφωνο η αξία των ποσοστών συγκυριότητας των εναγόντων- εναγομένων σε αυτό έχει συμφωνηθεί στο ποσό των 33.000 ευρώ. Ειδικά αναφορικά με τις οριζόντιες ιδιοκτησίες των εναγόντων-αντεναγομένων στην ... προκύπτει ότι αυτές από την ολοκλήρωσή τους χρησιμοποιούνται από αυτούς ως εξοχικές κατοικίες και κανένας λόγος δεν υπήρχε να αποξενωθούν από αυτές με τη μεταβίβασή τους στη σύζυγο του αδερφού τους, δεύτερη αντενάγουσα. Επίσης αποδείχθηκε ότι οι αντενάγοντες-εναγόμενοι ουδέποτε θα συμφωνούσαν τη μεταβίβαση των ως άνω ακινήτων τους με τους ως άνω αντίθετους προς τα συμφέροντά τους όρους. Ακόμη αποδείχθηκε ότι ο πρώτος αντενάγων-εναγόμενος γνώριζε κατά τη σύνταξη του ως άνω προσυμφώνου ότι η πληρεξουσιότητα, που του είχε χορηγηθεί με το ένδικο πληρεξούσιο, είχε ανακληθεί από τους ενάγοντες-αντεναγόμενους στις 6-4-2009, γεγονός για το οποίο είχε ενημερωθεί τηλεφωνικά, όπως προαναφέρθηκε, από τη συμβολαιογράφο που συνέταξε τις ανακλητικές πράξεις Ε. Μ.. Επίσης γνώριζε ότι η πληρεξουσιότητα που του δόθηκε με το ένδικο πληρεξούσιο αφορούσε την διευθέτηση των εκκρεμών μεταξύ αυτού και των εναγόντων-αντεναγομένων εταιρικών ζητημάτων και όχι τη διάθεση της περιουσίας των τελευταίων, όπως οι εξοχικές κατοικίες στην ..., οι οποίες ουδόλως συνεχόταν με την άσκηση της επαγγελματικής δραστηριότητας αυτών. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η κατάρτιση από τον πρώτο αντενάγοντα-εναγόμενο του ένδικου προσυμφώνου μεταβίβασης, ως αντιπροσώπου των εναγόντων- αντεναγόντων, εμπίπτει μεν μέσα στα όρια πληρεξουσιότητας που του χορηγήθηκε από αυτούς, αλλά είναι όμως προφανώς αντίθετη προς τα συμφέροντα των εναγόντων-αντεναγομένων και προς τον σκοπό για τον οποίο οι τελευταίοι έδωσαν την πληρεξουσιότητα, γεγονός το οποίο αυτός γνώριζε κατά τη σύνταξη του προσυμφώνου. Επίσης αποδείχθηκε ότι και η δεύτερη αντενάγουσα-εναγομένη, ως σύζυγος του πρώτου αντενάγοντος και λόγω των πολύ καλών οικογενειακών σχέσεων που είχαν τα αδέρφια από το έτος 1979 έως και το 2009, γνώριζε τόσο την τηλεφωνική ανάκληση του ως άνω πληρεξουσίου όσο και ότι ο σύζυγός της με την κατάρτιση του ως άνω προσυμφώνου καταχράται την ένδικη πληρεξουσιότητα. Ειδικότερα αυτή γνώριζε ότι η συμμετοχή των εναγόντων στην εν λόγω εταιρία ήταν πραγματική και όχι εικονική και ότι τα ακίνητα που περιλαμβάνονται στο ως άνω προσύμφωνο είχαν αποκτηθεί από αυτούς από την αποκλειστική τους απασχόληση με την εταιρία. Συνεπώς αυτή γνώριζε ότι με το ως άνω προσύμφωνο οι ενάγοντες-αντεναγόμενοι υπόσχονταν να μεταβιβάσουν στην ίδια το σύνολο σχεδόν της ακίνητης περιουσίας τους έναντι πολύ χαμηλού τιμήματος και με πολύ δυσμενείς γι' αυτούς όρους, ενέργειες οι οποίες αντέβαιναν στα συμφέροντά τους και συνεπώς ήταν πρόσφορες να επιφέρουν σε αυτούς μεγάλη ζημιά. Όμως, παρόλο που γνώριζε τα ανωτέρω, ενήργησε σε συνεννόηση με τον πρώτο αντενάγοντα- εναγόμενο, σύζυγό της, προκειμένου να βλάψουν αμφότεροι τα συμφέροντα των εναγόντων-αντεναγομένων παραβιάζοντας με τον τρόπο αυτό υπαιτίως τη συμπεριφορά που υπαγορεύει η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη. Ενόψει των ανωτέρω το ένδικο προσύμφωνο καταρτίστηκε από τον πρώτο αντενάγοντα-εναγόμενο κατά κατάχρηση του δικαιώματος της πληρεξουσιότητας που του δόθηκε με το ένδικο πληρεξούσιο και συνεπώς αντίκειται στο νόμο (άρθρο 281 ΑΚ) και είναι άκυρο κατά το άρθρο 174 ΑΚ, σύμφωνα και με όσα εκτίθενται στη νομική σκέψη της παρούσης. Επίσης η ως άνω υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά των αντεναγόντων-εναγομένων συνιστά και αδικοπραξία και υποχρεούνται αυτοί να ανορθώσουν κάθε ζημιά που υπέστησαν οι ενάγοντες, σύμφωνα και με όσα εκτίθενται στο τέλος της νομικής σκέψης παρούσης. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη αναγνώρισε την ακυρότητα του ένδικου προσυμφώνου για τον ίδιο λόγο και δέχθηκε ότι η ως άνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των εναγομένων-αντεναγόντων συνιστά και αδικοπραξία, ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, και συνεπώς οι σχετικοί λόγοι της έφεσης των αντεναγόντων, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι-αντενάγοντες με την ως άνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά τους, ενεργώντας αντίθετα με τα συμφέροντα των εναγόντων-αντεναγομένων, προκάλεσαν σ' αυτούς μεγάλη στενοχώρια, ψυχολογική πίεση και ταλαιπωρία, διότι με το ως άνω προσύμφωνο κινδύνευαν αυτοί να απωλέσουν το σύνολο σχεδόν της ακίνητης περιουσίας τους, που είχαν αποκτήσει από την απασχόλησή τους στην εν λόγω οικογενειακή επιχείρηση, ενώ έπρεπε να αποδοθούν παράλληλα σε δικαστικό αγώνα προκειμένου να προστατεύσουν την περιουσία τους και συνεπώς αυτοί υπέστησαν ηθική βλάβη. Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, το είδος και τη φύση της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τη βαρύτητα του πταίσματος και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων καθώς επίσης και τη συγγενική τους σχέση, κρίνει ότι πρέπει να επιδικαστεί σε καθένα από τους ενάγοντες ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστησαν το ποσό των 2.000 ευρώ. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, το οποίο επιδίκασε με την εκκαλούμενη απόφασή του το ίδιο ποσό για την ως άνω αιτία ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και συνεπώς πρέπει ο σχετικός λόγος της έφεσης των εναγόντων να απορριφθεί ως αβάσιμος...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε τους λόγους έφεσης των αναιρεσειόντων και εντεύθεν την έφεσή τους επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο, είχε δεχθεί εν μέρει την αγωγή των αναιρεσιβλήτων, περί αναγνώρισης της ακυρότητας του επιδίκου προσυμφώνου πωλήσεως ακινήτων τους, και περί επιδίκασης εύλογης χρηματικής ικανοποίησης της ηθικής τους βλάβης λόγω της αδικοπρακτικής ευθύνης των αντιδίκων τους-αναιρεσειόντων, και είχε απορρίψει την ανταγωγή των αναιρεσειόντων περί αναγνώρισης της ακυρότητας των ανακλήσεων εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων του ενδίκου πληρεξουσίου τους προς τον πρώτο τούτων, δυνάμει του οποίου καταρτίστηκε το άνω προσύμφωνο. Δέχθηκε, έτσι, ανέλεγκτα, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του ότι Α) Ο πρώτος αναιρεσείων και οι αναιρεσίβλητοι (αδέλφια του οι δύο πρώτοι και γαμβρός επ'αδελφή ο τρίτος) συμμετείχαν, ισομερώς ο καθένας, στην κατασκευαστική ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Κ. Π..Μ. και Σία ΟΕ", που είχε συσταθεί με το από 23-8-1979 ιδιωτικό συμφωνητικό, διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας ήταν ο πρώτος αναιρεσείων-πολιτικός μηχανικός, πολύ μεταγενέστερα δε, οι αναιρεσίβλητοι, μετά τη συνταξιοδότησή τους και τη διανομή, το 2008, της εταιρικής περιουσίας, με το υπ'αριθμ. .../3-4-2009 ειδικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών και εξαδέλφης τους, Ε. Μ., χορήγησαν στον πρώτο αναιρεσείοντα την ανέκκλητη εντολή και πληρεξουσιότητα-μεταξύ άλλων- να πωλεί, παραχωρεί, μεταβιβάζει και παραδίδει σε οποιονδήποτε τρίτο με οποιονδήποτε τίμημα και με οποιουσδήποτε όρους και συμφωνίες ακίνητα του κάθε εντολέως, να εισπράττει το τίμημά τους, ή να το πιστώνει στους αγοραστές, Β) Τρεις ημέρες μετά την κατάρτιση του ανωτέρω πληρεξουσίου, οι αναιρεσίβλητοι, το ανακάλεσαν , με τις υπ'αριθμ. .../6-4-2009 πράξεις της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, τις ανακλήσεις τους δε αυτές γνωστοποίησε η συμβολαιογράφος αυθημερόν (6-4-2009) στον πρώτο αναιρεσείοντα τηλεφωνικά, αλλά οι αναιρεσίβλητοι του τις επέδωσαν πολύ μεταγενέστερα, στις 20-1-2016, και έκτοτε επήλθαν τα αποτελέσματά τους, Γ) Ο πρώτος αναιρεσείων στις 29-7-2009, πριν του επιδοθούν οι ως άνω συμβολαιογραφικές ανακλήσεις του πληρεξουσίου και ενώ τούτο ήταν σε ισχύ, ως αντιπρόσωπος των αναιρεσιβλήτων, κατήρτισε με την δεύτερη αναιρεσείουσα-σύζυγό του το υπ'αριθ..../29-7-2009 προσύμφωνο αγοραπωλησίας οριζόντιων ιδιοκτησιών της συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Δ.-Δ., με το οποίο υποσχέθηκε τη μεταβίβαση, με πώληση, σε αυτή και στα υποδεικνυόμενα από την ίδια τρία τέκνα τους, τα αναφερόμενα στο προσύμφωνο, πλείονα των σαράντα, ακίνητα-οριζόντιες ιδιοκτησίες των αναιρεσιβλήτων, δεκατέσσερα του πρώτου, δεκαπέντε του δευτέρου, δεκαοκτώ του τρίτου, που βρίσκονται στην ..., Αθήνα, ..., και είχαν περιέλθει στην κυριότητά τους από την πραγματική τους συμμετοχή στην άνω κατασκευαστική ομόρρυθμη εταιρία και αποτελούσαν το σύνολο σχεδόν της ακίνητης περιουσίας τους, έναντι πολύ χαμηλού τιμήματος, συνολικού ποσού μόλις 483.000 ευρώ- ενώ μόνο η αξία του ενός, από τα προσυμφωνημένα ακίνητά τους, του κειμένου στην ... ανερχόταν σε 7.000.000 ευρώ το δε προσυμφωνημένο τίμημα του ποσοστού συγκυριότητας των αναιρεσιβλήτων επ'αυτού ορίστηκε μόλις στο ποσό των 33.000 ευρώ-το συνολικό τίμημα πωλήσεως (των 483.000 ευρώ) συμφωνήθηκε καταβλητέο σε δέκα (10) άτοκες ισόποσες ετήσιες δόσεις της πρώτης καταβλητέας έως και 22 χρόνια αργότερα και δη έως τις 3...2-2031, το δε οριστικό συμβόλαιο συμφωνήθηκε να καταρτιστεί εντός είκοσι ετών από την υπογραφή του προσυμφώνου και με αυτοσύμβαση, ενώ η νομή και κατοχή των πωλούμενων οριζόντιων ιδιοκτησιών ορίστηκε παραδοτέα στην αγοράστρια-δεύτερη αναιρεσείουσα, άμεσα, με την υπογραφή του προσυμφώνου. Δ) Η κατάρτιση από τον πρώτο αναιρεσείοντα του ανωτέρω προσυμφώνου μεταβίβασης ακινήτων, ως αντιπροσώπου των αντιδίκων του, υπό τους ανωτέρω διαλαμβανόμενους στο προσύμφωνο όρους, που είναι δυσμενείς για τους αντιπροσωπευόμενους-αναιρεσίβλητους, είναι προφανώς αντίθετη προς τα συμφέροντά τους, αλλά και προς το σκοπό για τον οποίο έδωσαν την άνω πληρεξουσιότητα στον πρώτο αναιρεσείοντα, που ήταν η διευθέτηση των εκκρεμών μεταξύ τους εταιρικών ζητημάτων, και όχι η μεταβίβαση του συνόλου σχεδόν της ακίνητης περιουσίας τους έναντι πολύ χαμηλού τιμήματος, που σαφώς αντέβαινε στα συμφέροντά τους και ήταν πρόσφορη να τους επιφέρει μεγάλη ζημιά και ουδέποτε θα προέβαιναν σε αυτή, όλα δε τα ανωτέρω τα γνώριζε ο πρώτος αναιρεσείων κατά τη σύναψη του προσυμφώνου, ως και η συμβαλλόμενη σε αυτό ως αγοράστρια-σύζυγός του-δεύτερη αναιρεσείουσα, η οποία, όπως και ο σύζυγός της- πρώτος αναιρεσείων, γνώριζε επίσης την τηλεφωνική γνωστοποίηση στον τελευταίο της ανάκλησης της άνω πληρεξουσιότητας των αναιρεσιβλήτων, ως και ότι τα περιλαμβανόμενα στο προσύμφωνο ακίνητα ανήκαν σε αυτούς κατά κυριότητα, προερχόμενα από την πραγματική συμμετοχή τους στην κατασκευαστική εταιρία Ε) Υπό τις συνθήκες αυτές, το ένδικο προσύμφωνο καταρτίστηκε από τον πρώτο αναιρεσείοντα-εναγόμενο-αντενάγοντα κατά κατάχρηση του δικαιώματος της πληρεξουσιότητας που του δόθηκε με το ένδικο πληρεξούσιο και, ως τούτου αντίκειται στο νόμο και είναι άκυρο, αμφότεροι δε οι αναιρεσείοντες γνωρίζοντας τα ανωτέρω, ενήργησαν από κοινού προκειμένου να βλάψουν τα συμφέροντα των αναιρεσιβλήτων, ήτοι ενήργησαν παράνομα και υπαίτια, και τους προκάλεσαν μη περιουσιακή βλάβη, ΣΤ) Η επίδικη πληρεξουσιότητα δεν αποσκοπούσε στο αποκλειστικό συμφέρον του πρώτου αναιρεσείοντος-αντιπροσώπου, ούτε στο παράλληλο συμφέρον του, όπως ισχυρίζεται ο τελευταίος με την ανταγωγή του, αλλά αποσκοπούσε στο αποκλειστικό συμφέρον των αναιρεσιβλήτων-αντιπροσωπευομένων, στους οποίους ανήκαν κατά κυριότητα τα αναφερόμενα στο προσύμφωνο ακίνητα, προερχόμενα από την πραγματική συμμετοχή τους στην άνω ομόρρυθμη εταιρία, και ο σκοπός για τον οποίο αυτοί έδωσαν την άνω πληρεξουσιότητα στον πρώτο αναιρεσείοντα, ήταν η μετά την συνταξιοδότησή τους και την αποχώρησή τους από την εταιρία διευθέτηση των εκκρεμών εταιρικών ζητημάτων και η τακτοποίηση της κληρονομιάς του πατέρα τους, κατά τη μεταξύ τους συμφωνία. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, έκρινε ότι α) είναι άκυρο το επίδικο προσύμφωνο, κατά τις διατάξεις των άρθρων 174 και 281 ΑΚ, ότι οι νυν αναιρεσίβλητοι δικαιούνται εύλογη χρηματική ικανοποίηση της ηθικής της βλάβης λόγω της αδικοπρακτικής ευθύνης των αναιρεσειόντων και συνακόλουθα βάσιμη, κατά τούτο την αγωγή των αναιρεσιβλήτων και β) οι επίδικες ανακλήσεις πληρεξουσιότητας είναι έγκυρες από την επίδοσή τους και εντεύθεν, και όχι άκυρες και ανίσχυρες, όπως ισχυρίζονταν οι αντενάγοντες-αναιρεσείοντες, και συνακόλουθα αβάσιμη την ανταγωγή τους, και, εντεύθεν, απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε γίνει δεκτή εν μέρει η αγωγή των αντιδίκων τους, είχε αναγνωριστεί η ακυρότητα του επιδίκου προσυμφώνου, είχε επιδικαστεί σε αυτούς εύλογη χρηματική ικανοποίηση της ηθικής τους βλάβης, ποσού 2.000 ευρώ στον καθένα και είχε απορριφθεί η ανταγωγή των αναιρεσειόντων. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 174, 166, 211, 216, 217, 218, 219, 229, 281, 914, 932 ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των ως άνω πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν και του άνω συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού α) ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άνω διατάξεων των άρθρων 174, 166, 211, 216, 217, 219, 229, 281, 914, 932 ΑΚ, καθ'όσον σύμφωνα με τις προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές της, τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούσαν το πραγματικό των διατάξεων αυτών και δικαιολογούσαν την παραδοχή των αγωγικών αξιώσεων των αναιρεσιβλήτων-εναγόντων περί αναγνώρισης της ακυρότητας του επιδίκου προσυμφώνου και επιδίκασης εύλογης χρηματικής ικανοποίησης της ηθικής τους βλάβης, β)ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των διατάξεων των άρθρων 166, 211, 216, 218 ΑΚ, καθ'όσον σύμφωνα με τις προαναφερόμενες παραδοχές της, τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν πληρούσαν το πραγματικό των διατάξεων αυτών και δικαιολογούσαν την απόρριψη των ανταγωγικών αξιώσεων των αντεναγόντων-αναιρεσιβλήτων, περί αναγνώρισης της ακυρότητας των ανακλήσεων της επίδικης πληρεξουσιότητας από της επιδόσεώς τους και εντεύθεν, και περί αναγνώρισης του κύρους του επιδίκου προσυμφώνου, και, μετά ταύτα, απέρριψε την έφεση των εναγομένων-αντεναγόντων ήδη αναιρεσειόντων. Παράλληλα, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθ'όσον εξέθεσε με σαφήνεια, πληρότητα, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις, το από τις αποδείξεις πόρισμα στο οποίο κατέληξε και τα πραγματικά γεγονότα που δέχθηκε, και αναφέρονται στην απόφαση, όπως προκύπτει από το προπαρατεθέν ουσιώδες περιεχόμενο της, και τα οποία ήταν αναγκαία για την εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 174, 166, 211, 216, 217, 229, 218, 219, 281, 914, 932 ΑΚ, και θεμελιώνουν το προαναφερόμενο σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα με συνέπεια να καθίσταται εφικτός ο ακυρωτικός έλεγχος της υπαγωγής ή μη των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά, στις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου. Επομένως οι τρίτος και τέταρτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης με τους οποίους οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των προειρημένων διατάξεων, αντίστοιχα, είναι αβάσιμοι. Κατά τις λοιπές αιτιάσεις του, ο ίδιος ως άνω τέταρτος λόγος, είναι απαράδεκτος, καθ'όσον οι μεν προβαλλόμενες ελλείψεις αφορούν στην πληρέστερη αιτιολόγηση του σαφώς συντιθέμενου στην απόφαση αποδεικτικού πορίσματος, οι δε λοιπές αιτιάσεις δεν ανάγονται στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά, αλλά αποτελούν επιχειρήματα των αναιρεσειόντων, προς ενίσχυση των αντίθετων με το αποδεικτικό πόρισμα απόψεων αυτών, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, και υπό την επίφαση του ανωτέρω αναιρετικού λόγου πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π.1607/2022, Α.Π.1097/2021, Α.Π.732/2021). Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 εδ. γ' ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα υποστατά και, αναλόγως, έγκυρα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους, είτε για άμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (Α.Π.87/2022, Α.Π. 1864/2017, Α.Π. 1614/2017). Διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από την ως άνω διάταξη. Κατά την έννοια της διατάξεως ταύτης, για την ίδρυση του σχετικού λόγου αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 Κ.Πολ.Δ. (Ολ. Α.Π. 2/2008). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθησαν και των οποίων έγινε επίκληση. Συνήθως αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα όχι όμως και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα (Α.Π.559/2020, Α.Π.1437/2017). Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων περιλαμβάνονται και οι ένορκες βεβαιώσεις, τις οποίες το Εφετείο, οφείλει να λάβει υπόψη του και όταν λήφθηκαν μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι, για το παραδεκτό τούτων, απαιτούμενες δύο προϋποθέσεις, δηλαδή να έχουν ληφθεί πριν από τη συζήτηση της υπόθεσης σ' αυτό και να έχει κλητευθεί νόμιμα ο αντίδικος του επισπεύδοντος τη λήψη τους δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από αυτήν (Α.Π.87/2022, Α.Π. 2116/2014, ΑΠ 509/2011, ΑΠ 771/2010). Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμό 11 γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το Εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, με βάση το οποίο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων κρίνοντας ως εν μέρει βάσιμη την αγωγή των αντιδίκων τους και ως αβάσιμη την ανταγωγή των ιδίων (αναιρεσειόντων), παρά την διαβεβαίωσή του στην προσβαλλομένη απόφαση ότι έλαβε υπ' όψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά με επίκληση προσκόμισαν, μεταξύ των οποίων και: 1) την από 1-9-2010-πριν την χορήγηση του επιδίκου πληρεξουσίου- μήνυση των αναιρεσιβλήτων σε βάρος του πρώτου αναιρεσείοντος για πλαστογραφία των υπογραφών τους επί του από 3...0-2008 τροποποιητικού καταστατικού της εταιρίας τους, και την υπ'αριθμ.Γ 117/20-11-2001 διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε, η άνω μήνυση, ως αβάσιμη 2) την από 9-2-2021 αγωγή των αναιρεσιβλήτων σε βάρος του πρώτου αναιρεσείοντος στην οποία οι ίδιοι ιστορούν ότι είναι εικονικοί εργολάβοι και ζητούν να τους καταβάλει το χαρτόσημο των εργολαβικών συμφωνητικών, 3) την από 22-2-2014 μήνυση των αναιρεσιβλήτων σε βάρος του δικηγόρου τους Τ., για την εν αγνοία τους, και κατ'εντολή του πρώτου αναιρεσείοντος, αναφορά σε δικόγραφα προσθέτων λόγων προσφυγής τους, ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιά, κατά των 264, 265, 266/2005 πράξεων καταλογισμού του ΠΕΚ Πειραιά, περί τυπικής μόνο και όχι ουσιαστικής συμμετοχής τους στην εταιρία, και την Γ37/2015 διάταξη με την οποία αρχειοθετήθηκε η ανωτέρω μήνυση ως ουσιαστικά αβάσιμη, 4)την υπ'αριθ.2112/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε αγωγή του πρώτου αναιρεσείοντος κατά της Ε. Μ. για απόδοση δανείου ύψους 30.000 ευρώ, και αυτή επικυρώθηκε με την 563/2021 απόφαση του Αρείου Πάγου 5) την 14788/16-11-2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στην οποία διαλαμβάνεται κρίση περί τυπικής συμμετοχής, χωρίς εξουσία διαχείρισης και λήψης απόφασης, των αναιρεσιβλήτων στην κατασκευαστική εταιρία, 6)την 3214/2018 απόφαση του Δ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και 7) τα 4066/...1-2019 πρακτικά του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπου διαλαμβάνονται τα ιστορούμενα αποσπάσματα καταθέσεων του τρίτου αναιρεσίβλητου και της συζύγου του για εικονικότητα της συμμετοχής του στην ανέγερση πολυκατοικίας στο ... και στο Φάληρο και 8)υπόμνημα του πρώτου αναιρεσίβλητου προς Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, με τον ίδιο ισχυρισμό για την πολυκατοικία στο ..., 9) την από 30-6-2014 ένορκη προανακριτική κατάθεση ενώπιον του Πταισματοδίκη του υιού του πρώτου αναιρεσίβλητου για την πορεία της κατασκευαστικής εταιρίας, 10) την από 2-9-2010 αγωγή, την από 25-10-2010 αγωγή και την από 23-7-2013 αγωγή των αναιρεσιβλήτων εναντίον του πρώτου αναιρεσείοντος, την από 15-10-2010 αγωγή του τρίτου αναιρεσιβλήτου κατά του πρώτου αναιρεσείοντος, την από 15-10-2010 αγωγή του πρώτου αναιρεσιβλήτου κατά του πρώτου αναιρεσείοντος, την από 15-10-2010 αγωγή του δεύτερου αναιρεσιβλήτου κατά του πρώτου αναιρεσείοντος και την από 10-6-2014 αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά του πρώτου αναιρεσείοντος, με διαλαμβανόμενο σε όλες αγωγικό ισχυρισμό περί πραγματικής συμμετοχής τους στην κατασκευαστική εταιρία, από τα δικόγραφα των οποίων οι εν λόγω ενάγοντες-ήδη αναιρεσίβλητοι, παραιτήθηκαν, 11) τις υπ'αριθμ. ... περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης ακινήτων επί της οδού ..., με εμφανιζόμενους πλειοδοτούντες τους πρώτο και τρίτο των αναιρεσιβλήτων 12) πρωτότυπα εκκαθαριστικά σημειώματα, αποδείξεις πληρωμής φορολογικές δηλώσεις, ΦΜΑΠ των αναιρεσιβλήτων, που αφορούν καταβολή φόρων εισοδήματος για τα έτη 1979 έως 2008, 13)την 127615/2016 απόφαση του Α' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με την οποία καταδικάσθηκαν οι αναιρεσίβλητοι για συκοφαντική δυσφήμηση του πρώτου αναιρεσείοντος, 14) τα υπ'αριθμ. ...2001 συμβολαιογραφικά πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων προς τον πρώτο αναιρεσείοντα για πώληση για λογαριασμό τους συγκεκριμένων οριζοντίων ιδιοκτησιών δυνάμει των αναφερόμενων εργολαβικών συμβολαίων, 15) τα υπ'αριθμ..../22-12-2008 αγοραπωλητήρια συμβόλαια, με τις αντίστοιχες πράξεις εξόφλησης τιμημάτων πωλήσεως, των πρώτου και τρίτου των αναιρεσιβλήτων προς τον πρώτο αναιρεσείοντα, 16) τα από 20-10-2008 και από Δεκέμβριο του 2009 χειρόγραφα πρόχειρα έγγραφα-κατάλογοι λογοδοσίας, 17) την από 16-10-2003 έκθεση ελέγχου του ΣΔΟΕ και την από 23-3-2005 έκθεση ελέγχου της Δ.Ο.Υ. ΙΗ Αθηνών, σε βάρος του πρώτου αναιρεσείοντος, για την οικοδομή στο ..., με τις αντίστοιχες εκδοθείσες εις βάρος του ιδίου, υπ'αριθμ. .../2005 πράξεις επιβολής προστίμου της ίδιας Δ.Ο.Υ για την άνω οικοδομή, 18) τις υπ'αριθμ. ...2003 πράξεις επιβολής προστίμου ΚΒΣ σε βάρος του πρώτου αναιρεσείοντος, ως υποχρέου για την καταβολή τους, λόγω μη έκδοσης φορολογικών στοιχείων για την πολυκατοικία στο ..., 19) τα υπ'αριθμ. .../2005 φύλλα ελέγχου και 65,66,67/2005 φύλλα ελέγχου του ΠΕΚ Πειραιά, επιβολής φόρου μισθωτών υπηρεσιών και φόρου υπεργολάβων, αντίστοιχα, σε βάρος του πρώτου αναιρεσείοντος, για τις αμοιβές του απασχολούμενου προσωπικού και των υπεργολάβων, στην πολυκατοικία στο ..., 20) οι ...2016, ...2016, ...2016, ...2016, ..., .../2012,...2013, .../2013, ...2016, ...2016, ...2016 ένορκες βεβαιώσεις στα πλαίσια άλλων δικών μεταξύ των ιδίων διαδίκων και τις υπ'αριθμ. 565/2022 και 1082/2022 αποφάσεις του Αρείου Πάγου που έκαναν δεκτές αναιρέσεις του πρώτου αναιρεσείοντος στα πλαίσια άλλων δικών κατά των ιδίων αντιδίκων του-νυν αναιρεσιβλήτων 21) την από 24-5-2011 ένορκη προκαταρκτική εξέταση ενώπιον του Πταισματοδίκη Χαλανδρίου για πλαίσια της προαναφερόμενης μήνυσης για πλαστογραφία, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι πράγματι έλαβε υπόψη του τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα και τα συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, γιατί δεν κάνει καμιά απολύτως μνεία ή σχολιασμό τούτων, όπως αντιθέτως έπραξε με άλλα αποδεικτικά μέσα. Όμως, τόσο από την ρητή βεβαίωση της προσβαλλομένης απόφασης, η οποία παραδεκτά επισκοπείται για τον ερευνώμενο λόγο (άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ), όπου ρητά αναφέρεται (6ο φύλλο πίσω σελίδα), ότι για το αποδεικτικό της πόρισμα το Εφετείο έλαβε υπόψη του "όλα τα έγγραφα, που με επίκληση προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, τις υπ'αριθ..../22-2-2017 ένορκες βεβαιώσεις...οι οποίες λήφθηκαν με επιμέλεια των εναγόντων-αντεναγομένων.....,τις υπ'αριθ....28-2-2017 ένορκες βεβαιώσεΙς....οι οποίες λήφθηκαν με επιμέλεια των αντεναγόντων-εναγομένων .....σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής...", όσο και από όλο το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, την ανάλυση και το σχολιασμό των αποδείξεων, στον οποίο το Εφετείο προβαίνει για να αιτιολογήσει το πόρισμά του, όπου ρητώς μνημονεύει, αξιολογεί και σχολιάζει εκτενώς, και την από 1-9-2010 μήνυση, την υπ'αριθμ. 12/2012 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών (9ο φύλλο της αναιρεσιβαλλλομένης απόφασης), τις υπ'αριθ..../2005 πράξεις καταλογισμού του ΠΕΚ Πειραιά και τους από 4-10-2020 πρόσθετους λόγους προσφυγής κατ'αυτών που άσκησαν στα διοικητικά δικαστήρια (9ο φύλλο πίσω σελίδα της προσβαλλομένης απόφασης), την 2112/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (10ο φύλλο της προσβαλλομένης απόφασης), που οι αναιρεσείοντες αναφέρουν ότι αγνόησε το Εφετείο, αλλά και από το εν γένει περιεχόμενο του αιτιολογικού αυτής, ιδιαιτέρως δε και από τις σκέψεις και τις παραδοχές της αποφάσεως που αφορούν τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων ότι η συμμετοχή των αναιρεσιβλήτων στην ομόρρυθμη εταιρία που είχε συστήσει ο πρώτος αναιρεσείων με τους αναιρεσίβλητους ήταν εικονική και όχι πραγματική, η πληρεξουσιότητα που του χορηγήθηκε από τους αναιρεσίβλητους με το ένδικο πληρεξούσιο αποσκοπούσε στο αποκλειστικό συμφέρον του ιδίου άλλως στο παράλληλο συμφέρον του, δεν καταλείπεται αμφιβολία και καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της κρίσης του και όλα τα ανωτέρω έγγραφα-τινά των οποίων, σημειώνεται ότι δεν αφορούν στο άνω αποδεικτέο θέμα ώστε να γίνεται ειδική μνεία σε αυτά- εξάγοντας το αποδεικτικό πόρισμά του ότι, από το συνδυασμό αυτών προς τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, δεν αποδεικνυόταν ο παραπάνω ισχυρισμός των αναιρεσειόντων. Σε κάθε περίπτωση το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να προβεί σε ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, και από ποια προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του. Ούτε εξάλλου από το ότι το δικαστήριο της ουσίας μνημονεύει και εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, καθίσταται αμφίβολο αν συνεκτιμήθηκαν και αυτά τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται οι αναιρεσειόντων στον υπό κρίση λόγο. Η άποψη δε των τελευταίων ότι η διαφορετική εκτίμηση των επίμαχων ως άνω αποδεικτικών μέσων θα οδηγούσε το δικαστήριο σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, οδηγεί σε έλεγχο της προσβαλλόμενης απόφασης για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα σε επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, δηλαδή σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την θεμελιώδη επιταγή του άρθρου 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. γιατί πλήττει την κυριαρχική και ανέλεγκτη αναιρετικά από το δικαστήριο της ουσίας αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων. Επομένως, ο ερευνώμενος πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος. Στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενο λόγο, περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., με τους οποίους ορίζεται ότι κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, και ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και οι οποίοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει κενό στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για τη δήλωση βουλήσεως. Μέσα από την εφαρμογή των διατάξεων αυτών θα ανευρεθεί και θα κατανοηθεί το πραγματικό περιεχόμενο μιας δικαιοπραξίας, κατά τρόπο ώστε τούτο να ανταποκρίνεται στην πραγματική θέληση των δικαιοπρακτούντων. Η προσφυγή στις διατάξεις αυτές προϋποθέτει την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία, που διαπιστώνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο, έστω και έμμεσα, οπότε, σε περίπτωση μη αναζήτησης του αληθινού περιεχομένου της δικαιοπραξίας βάσει των διατάξεων αυτών, ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 26/2004, ΑΠ 862/2020). Έμμεση διαπίστωση κενού υπάρχει, όταν το δικαστήριο, καίτοι δέχεται ότι η δικαιοπραξία είναι σαφής και πλήρης, καταφεύγει εντούτοις για να βρει την έννοιά της και σε άλλα αποδεικτικά μέσα ή επιχειρήματα (Α.Π.1977/2017, Α.Π.389/ 2012, Α.Π.1787/2011, Α.Π.1170/2009). Εξάλλου, παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών που περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 ΑΚ υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, αν και κατά την ανέλεγκτη προς αυτό κρίση του δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα επίσης διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ (Α.Π.13/2022, ΑΠ 192/2020, ΑΠ 416/2018). Με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδ.α' του άρθρου 559 Κ.Πολ..Δ. με την αιτίαση ότι το εφετείο μολονότι δεν διαπίστωσε κενό ως προς το περιεχόμενο και τη δήλωση βούλησης στο επίδικο υπ'αριθ..../3-4-2009 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Μ. του αντιπροσωπευομένου έχει προσφύγει συγκαλυμμένα στην εφαρμογή των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. καθ'όσον δέχεται γεγονότα και στοιχεία εκτός του κειμένου του πληρεξουσίου για να ερμηνεύσει την εμπεριεχόμενη σε αυτό δικαιοπρακτική δήλωση βούλησης και έχει προσθέσει στην τελευταία ουσιώδες περιεχόμενο από πλευράς εννόμων συνεπειών, διαλαμβάνοντας στις παραδοχές του ότι ο σκοπός για τον οποίο δόθηκε η επίδικη πληρεξουσιότητα στον πρώτο αναιρεσείοντα, ήταν, κατά τη συμφωνία τους, η, μετά την συνταξιοδότηση των αναιρεσιβλήτων και την αποχώρησή τους από την εταιρία, διευθέτηση των εκκρεμών εταιρικών ζητημάτων και η τακτοποίηση της κληρονομιάς του πατέρα τους και όχι η διάθεση της περιουσίας τους. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, όπως προεκτέθηκε, με τις ιστορούμενες στον ερευνώμενο λόγο παραδοχές, το Εφετείο δεν προέβη σε ερμηνεία της εμπεριεχόμενης στο ένδικο πληρεξούσιο δήλωσης βούλησης των αναιρεσιβλήτων- αντιπροσωπευομένων, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνουν οι αναιρεσείοντες. Οι παραδοχές αυτές αφορούν στην υποκειμένη αιτία της χορηγηθείσας πληρεξουσιότητας, η οποία δεν αποτελεί αναγκαίο στοιχείο για την κατάρτισή της, δεδομένου ότι η πληρεξουσιότητα είναι αναιτιώδης, και τις διέλαβε το Εφετείο στην προσβαλλομένη απόφαση, στα πλαίσια της έρευνας του εκ του άρθρου 218 ΑΚ ισχυρισμού των αντεναγόντων-αναιρεσειόντων περί ανεκκλήτου της επίδικης πληρεξουσιότητας που χορηγήθηκε στον πρώτο τούτων, λόγω του ότι αυτή αφορούσε αποκλειστικά το δικό του συμφέρον, άλλως και το δικό του συμφέρον, και όχι για το περιεχόμενο της διαλαμβανόμενης στο επίδικο πληρεξούσιο δικαιοπρακτικής δήλωσης βούλησης. Συνεπώς, ο ως άνω λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, ισχυρίζονται τα αντίθετα και αποδίδουν στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 εδ.α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 20 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου (σφάλμα ανάγνωσης), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα, που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δεν και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση των γεγονότων, που εκφεύγει, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. του αναιρετικού ελέγχου (Α.Π. 630/2020). Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός πρέπει το δικαστήριο να κατέληξε σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα λόγω της παραμόρφωσης, αυτό δε συμβαίνει όταν για την απόδειξη η ανταπόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού, στηρίχθηκε αποκλειστικά στο έγγραφο, που παραμορφώθηκε (ΑΠ 1435/2018) ή κυρίως σ' αυτό γιατί το συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, αλλά εξήρε με την απόφαση την αποδεικτική του βαρύτητα (Ολ. ΑΠ 2/2008, ΑΠ 464/2019, ΑΠ 763/2018), όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε ως προς το αποδεικτέο γεγονός (Ολομ. ΑΠ 2/2008). Έγγραφα, κατά τον προκείμενο λόγο αναιρέσεως, είναι τα κατά τα άρθρα 339 και 432 επ. Κ.Πολ.Δ. αναφερόμενα ως αποδεικτικά έγγραφα, τα παρέχοντα άμεση ή έμμεση απόδειξη. Υπό την έννοια αυτή έγγραφα αποτελούν και τα διαδικαστικά έγγραφα άλλης δίκης, όπως η απόφαση (Α.Π.25/2011). Με τον πέμπτο αναιρετικό λόγο, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Εφετείο την από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διατεινόμενοι ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της υπ'αριθ.2112/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, σχετικά με την συμμετοχή των αναιρεσιβλήτων στην εταιρεία που είχαν συστήσει με τον πρώτο αναιρεσείοντα και αν είχε προβεί στην ορθή ανάγνωσή της και δη στο 4ο και 5ο φύλλο αυτής, θα είχε κρίνει ότι η συμμετοχή τους στην εταιρία ήταν εικονική, όπως αναφέρεται στην εν λόγω απόφαση, και όχι πραγματική όπως δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση και συνακολούθως θα είχε δεχθεί την έφεσή τους, θα είχε απορρίψει την αγωγή των αντιδίκων τους και θα είχε δεχθεί τη δική τους ανταγωγή. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, καθ'όσον, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, παραδεκτά επισκοπούμενη (άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.), το Εφετείο δεν υπέπεσε, ως προς το έγγραφο αυτό, σε διαγνωστικό λάθος, αλλά, αφού ορθά το ανέγνωσε, το συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων την 4891/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών με την οποία αντικαταστάθηκαν οι ιστορούμενες στον υπό κρίση λόγο αιτιολογίες της άνω, 2112/2016 απόφασης, και μετά ταύτα διελήφθη η αιτιολογία ότι είναι αβάσιμοι οι ισχυρισμοί του εκεί ενάγοντος-νυν πρώτου αναιρεσείοντος για εικονικότητα της συμμετοχής της εκεί εναγομένης αδελφής του και των νυν αναιρεσιβλήτων στην κατασκευαστική ομόρρυθμη εταιρία τους, η απόφαση δε αυτή επικυρώθηκε με την 563/2021 απόφαση του Αρείου Πάγου, και μετά από τη συνεκτίμηση όλων των ανωτέρω, οδηγήθηκε σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό, οπότε πρόκειται για αιτίαση αναφερομένη στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο (άρθ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ). Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες για την άσκησή της στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας των τελευταίων (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του νόμιμου και βάσιμου αιτήματός τους (άρθρ. 176, 180 παρ.1, 182, 183, 189 παρ.1 και 191 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 6-9-2022 αίτηση των Κ. Μ. του Π. και Α. Τ. του Γ. συζ. Κ. Μ. για αναίρεση της 160/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναίρεσης. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1η Ιουνίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 27 Σεπτεμβρίου 2023. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΕΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ