Αριθμός 561/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου - Εισηγήτρια, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Καπελούζο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Δασούλα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ. - Ε. Σ. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Χριστίνα Παπαπαναγιώτου, για αναίρεση της υπ' αριθ. 46698/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ν. Τ. του Κ., κάτοικο ..., που δεν παρέστη. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Ιανουαρίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 21 Ιανουαρίου 2013 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 144/2012. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ'αυτής πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τον συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 369 παρ. 1 και 3 ΚΠοινΔ, συνάγεται ότι πριν από την απαγγελία της αποφάσεως του δικαστηρίου για την ενοχή (όπως και για την ποινή), ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορος αυτού έχουν πάντοτε το δικαίωμα να μιλήσουν τελευταίοι. Ως εκ τούτου, αν ο συνήγορος του κατηγορουμένου έλαβε τον λόγο τελευταίος επί της ενοχής (ή και επί της ποινής), όχι δε και ο κατηγορούμενος προσωπικά, δεν δημιουργείται ούτε έλλειψη ακροάσεως κατ' άρθρο 170 παρ. 2 ΚΠΔ, ούτε οποιαδήποτε παραβίαση των δικαιωμάτων της υπερασπίσεως κατ' άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' ίδιου Κώδικα, εκτός εάν ο ίδιος ο κατηγορούμενος ζήτησε να μιλήσει και δεν του επιτράπηκε, όχι μόνο από εκείνον που διευθύνει τη συζήτηση αλλά και από το δικαστήριο στο οποίο προσέφυγε μετά την άρνηση του πρώτου, σύμφωνα με το άρθρο 335 παρ. 2 ΚΠοινΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης (σελίδα 9), μετά τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας και πριν από την απαγγελία της αποφάσεως για την ενοχή ή μη, έλαβε το λόγο τελευταίος ο συνήγορος του κατηγορουμένου, ήδη αναιρεσείοντος, επί του θέματος αυτού, ανέπτυξε την υπεράσπιση και ζήτησε την αθώωση του πελάτη του άλλως την αναβολή της δίκης κατ' άρθρο 59 ΚΠοινΔ, ενώ δεν προκύπτει ότι ζήτησε να μιλήσει και ο ίδιος ο αναιρεσείων. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ πρώτος πρόσθετος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο προβάλλεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο διότι ο διευθύνων τη συζήτηση, αφού κήρυξε τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας, έδωσε τον λόγο στον Εισαγγελέα στους πληρεξουσίους της πολιτικής αγωγής και στο συνήγορο του αναιρεσείοντος αλλά παρέλειψε να δώσει τον λόγο στον ίδιο τον αναιρεσείοντα, είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 79 παρ. 1 του Ν. 5960/1933 περί επιταγής, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 1325/1972, τιμωρείται με τις σ' αυτό ποινές, όποιος εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή γιατί δεν είχε σ' αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής της. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής απαιτείται, αντικειμενικώς, αφενός έκδοση έγκυρης επιταγής, που συντελείται με τη συμπλήρωση των υπό του νόμου απαιτουμένων στοιχείων επί του εντύπου και την επ' αυτού θέση της υπογραφής του εκδότη και αφετέρου έλλειψη αντιστοίχων διαθεσίμων κεφαλαίων στον πληρωτή κατά το χρόνο οπωσδήποτε της πληρωμής, υποκειμενικώς δε γνώση του εκδότη για την έλλειψη. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που θεμελιώνουν τα πραγματικά αυτά περιστατικά, καθώς και οι σκέψεις και νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών, που αποδείχθηκαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ειδικότερα, μόνη η παραδοχή από το δικαστήριο στο σκεπτικό της απόφασης, ύστερα από την εκτίμηση των αποδείξεων, ως αιτιολογίας, έστω και κατ' αντιγραφή του περιεχομένου του διατακτικού της απόφασης, δεν συνιστά άνευ ετέρου έλλειψη της κατά νόμο αιτιολογίας της απόφασης, εκτός εάν στο διατακτικό και κατ' ανάγκη επί αντιγραφής του στο σκεπτικό της απόφασης, δεν εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της πράξης για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων. Επίσης, τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, υπάρχει όχι μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, όπως συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δικάσαν κατ' έφεση Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στην Αθήνα στις 26-6-2006 ο κατηγορούμενος με πρόθεση εξέδωσε την υπ' αριθμ. ... επιταγή, σε διαταγή του ιδίου με πληρώτρια την Τράπεζα Αττικής, την οποία παρέδωσε στο λήπτη αυτής εγκαλούντα Νικόλαο Τ., ηθελημένα λευκή ως προς την ημερομηνία εκδόσεως και το ποσό, με την ειδική εντολή να την συμπληρώσει κατά τα ανωτέρω στοιχεία. Ο εγκαλών ανέγραψε ως ημερομηνία έκδοσης την 26-6-2006 και το ποσό των 150.362 ευρώ. Ενώ όμως την εμφάνισε προς πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα ως νόμιμος κομιστής στις 3-7-2006, η επιταγή δεν πληρώθηκε λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων στο λογαριασμό του κατηγορουμένου, γεγονός το οποίο γνώριζε όπως ο ίδιος ομολογεί στην απολογία του αναφέροντας "ήταν εν γνώσει μου ότι ο λογαριασμός αυτός δεν είχε διαθέσιμο υπόλοιπο όταν την εξέδωσα" Πρέπει συνεπώς να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος ...". Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ακολούθως ένοχο τον αναιρεσείοντα για το αδίκημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως 30 μηνών, ανασταλείσα επί τριετία και χρηματική ποινή 4.000 ευρώ. Υπό τα ανωτέρω εκτεθέντα, το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, διέλαβε στην εν λόγω απόφαση την επιβαλλόμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία πείσθηκε για τη συνδρομή τους και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933 όπως αντικ. με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972, την οποία ορθώς εφήρμοσε και δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα και σε σχέση με τις μερικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, αυτές είναι αβάσιμες, αφού: α) το σκεπτικό της αποφάσεως ταυτίζεται μεν κατά το μεγαλύτερο μέρος του με το διατακτικό, πλην όμως τούτο δεν συνιστά άνευ ετέρου έλλειψη της κατά νόμο αιτιολογίας της απόφασης, καθόσον το συγκεκριμένο διατακτικό περιέχει περιστατικά, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, που πληρούν την απαίτηση της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, β)όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης, το δικαστήριο της ουσίας οδηγήθηκε στην κρίση του αφού έλαβε υπόψη την χωρίς όρκο, λόγω της ιδιότητάς του ως πολιτικώς ενάγοντος, κατάθεση του εγκαλούντος, την κατάθεση του μάρτυρος υπερασπίσεως, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και την απολογία του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος, δεν ήταν δε αναγκαία ειδική αξιολόγηση των επί μέρους αποδεικτικών μέσων και συσχετισμός αυτών μεταξύ τους, γ)για την πληρότητα της αιτιολογίας της αποφάσεως δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αιτιολόγηση περί του "πως προέκυψε συμφωνία για τη συμπλήρωση των ελλειπόντων στοιχείων", ούτε αν η εντολή του κατηγορουμένου για τη συμπλήρωση αυτή ήταν γραπτή ή προφορική, ούτε αν δόθηκε μόνον στον εγκαλούντα ή και σε τρίτο άτομο, ούτε "πως κατέληξε (το δικαστήριο της ουσίας) στο συμπέρασμα ότι η εντολή είχε το συγκεκριμένο περιεχόμενο και όχι διαφορετικό", ούτε εάν εκ των υστέρων ο αναιρεσείων έδωσε τη συγκατάθεσή του για τη συμπλήρωση των στοιχείων ή εάν ενημερώθηκε για τη συμπλήρωση αυτών, ενώ σαφώς προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, ότι η συμφωνία συμπληρώσεως των στοιχείων της επιταγής καταρτίσθηκε μεταξύ του εγκαλούντος και του κατηγορουμένου. Επομένως, οι περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠοινΔ δεύτερος και τρίτος πρόσθετοι αναιρετικοί λόγοι περί ελλείψεως αιτιολογίας και εκ πλαγίου παραβίασης της προαναφερθείσης ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, είναι αβάσιμοι. Κατά την έννοια του άρθρου 30 παρ.1 του ΠΚ, που ορίζει ότι "Η πράξη δεν καταλογίζεται στο δράστη αν αυτός κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης αγνοεί τα περιστατικά που τη συνιστούν", πραγματική πλάνη η οποία, αποτελούσα την αντίστροφη όψη του δόλου, έχει ως συνέπεια τον μη καταλογισμό της αξιόποινης πράξης στο δράστη είναι η άγνοια ή εσφαλμένη αντίληψη αυτού περί συστατικού στοιχείου της αντικειμενικής υπόστασης ορισμένου εγκλήματος ή κάποιου περιστατικού το οποίο επαυξάνει τη βαρύτητα της πράξης. Περαιτέρω, η ως άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, που θεωρούνται, πλην άλλων, όσοι τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας προς καταλογισμό όπως είναι και ο περί πραγματικής πλάνης ισχυρισμός. Προϋπόθεση όμως για τη λήψη υπόψη του ισχυρισμού αυτού, είναι ότι προτάθηκε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωσή του, έτσι ώστε να παρέχεται η δυνατότητα αξιολογήσεώς τους και, σε περίπτωση αποδοχής, να οδηγούν στο ειδικότερο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα. Διαφορετικά, εάν δηλαδή ο περί πλάνης ισχυρισμός δεν είναι ορισμένος ή εάν τα περιστατικά που προτείνει προς θεμελίωσή του ο κατηγορούμενος, δεν συνιστούν την κατά την ανωτέρω έννοια πραγματική πλάνη, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί επί του ισχυρισμού αυτού με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Στην προκειμένη περίπτωση, αναφορικά με τον περί πλάνης ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, τον οποίο, κατά την προβαλλόμενη με τον μοναδικό λόγο του κυρίου αναιρετηρίου αιτίαση, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β και Δ ΚΠοινΔ, πρόβαλε αυτός απολογούμενος ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας και απέρριψε σιωπηρά το δικαστήριο, λεκτέα τα εξής: Από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων απολογούμενος ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, ανέφερε σχετικά τα ακόλουθα: "... Τότε νόμιζα ότι όφειλα τα χρήματα αυτά. Βρισκόμουν σε πλάνη. Είχα εξαπατηθεί, Εγώ δεν ήξερα τότε ότι οι επιταγές ήταν πλαστογραφημένες, γι' αυτό και δεν είχε ασκηθεί καμία ανακοπή, καμία ένσταση. Υπάρχει αυτή τη στιγμή μήνυση κατά του κ. Τ. για πλαστογραφημένες επιταγές ... Ήταν εν γνώσει μου ότι ο λογαριασμός αυτός δεν είχε διαθέσιμο υπόλοιπο, όταν τον εξέδωσα ...". Τα επικαλούμενα όμως αυτά περιστατικά, δεν συνιστούν πραγματική πλάνη κατά την προαναφερθείσα νομική έννοια, δηλαδή άγνοια ή εσφαλμένη αντίληψη κάποιου από τα συστατικά στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης της επίμαχης πράξης και ως εκ τούτου ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι αυτοτελής αλλά αποτελεί άρνηση της κατηγορίας. Επομένως το δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να προβεί σε ειδική αιτιολόγηση αυτού και συνεπώς ο ως άνω αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν η αίτηση αναίρεσης και οι, παραδεκτώς και εμπροθέσμως με το από 21-1-2013 αυτοτελές δικόγραφο, ασκηθέντες πρόσθετοι λόγοι αυτής, με παράλληλη καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 2 Ιανουαρίου 2012 αίτηση και τους από 21 Ιανουαρίου 2013 πρόσθετους λόγους αυτής του Χ.-Ε. Σ. του Γ., περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 46698//2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Απριλίου 2013. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ