Αριθμός 1449/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Νικόλαο Πουλάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας - καλούσας: Α. Π. του Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χρυσούλα Κουράση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων - καθ' ων η κλήση: 1)εταιρίας με την επωνυμία "... A.E.B.E.", ως διαδόχου εκ μετατροπής της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "... Ο.Ε.", η οποία εδρεύει στα Άνω Λιόσια και εκπροσωπείται νόμιμα, 2)Π. Ρ., και 3)Ε. Ρ., ομόρρυθμων εταιρών της ως άνω εταιρίας. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο - Κωνσταντίνο Κωνσταντινίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-12-2018 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2428/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 774/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 30-9-2021 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 1306/2022 απόφαση του δικαστηρίου τούτου που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 12-10-2022 κλήση της καλούσας. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1.-Με την από 12.10.2022 κλήση της αναιρεσείουσας, επαναφέρεται προς συζήτηση η από 30.9.2021 και με αριθμό κατ. 7563/950/1.10.2021 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 774/9.2.2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, μετά την έκδοση της με αριθμό 1306/20.7.2022 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτησή της κατά τη δικάσιμο της 12ης Απριλίου 2022, που είχε οριστεί αρχικά, για τον αναφερόμενο σε αυτή λόγο. 2.-Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1 περ. β', 309 εδ. α', 321 και 495 παρ. 1 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ως άνω ενδίκου μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης (ΟλΑΠ 17/2013, Ολ. ΑΠ 5/2001). Εξάλλου, κατά την παρ. 1 του άρθρου 503 του ΚΠολΔ η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας είναι δέκα πέντε ημέρες, αν ο διάδικος που δικάσθηκε ερήμην διαμένει στην Ελλάδα και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης. Συνεπώς η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφού έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε διότι παρήλθε η δεκαπενθήμερη προς άσκηση αυτής προθεσμία, από την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε διότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της ανακοπής ή του δικαιώματος προς άσκηση αυτού, διότι έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 553 αρ. 1β του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 17/2013). Περαιτέρω, η δήλωση για παραίτηση από το δικαίωμα προς άσκηση ενδίκου μέσου είναι έγκυρη και χωρίς να τηρηθεί ο διαδικαστικός τύπος του άρθρου 297 του ΚΠολΔ, διότι ο τύπος αυτός αφορά αποκλειστικά την παραίτηση από το δικόγραφο ή το δικαίωμα ασκηθέντος ήδη ενδίκου μέσου (ΟλΑΠ 17/2013, Ολ ΑΠ 626/1980, ΑΠ 1057/2015). Ενόψει τούτου η παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας ή έφεσης μπορεί να συνάγεται και σιωπηρώς από το ότι ο δικαιούμενος σε άσκηση ερημοδικασθείς διάδικος άσκησε αναίρεση χωρίς να ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας ή έφεση (ΟλΑΠ 17/2013, ΑΠ 1240/2022, ΑΠ 46/2022, ΑΠ 329/2019). Για το κύρος μιας τέτοιας παραίτησης απαιτείται ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα του υπογράφοντος την αίτηση αναίρεσης δικηγόρου που απαιτεί το άρθρο 98 περ. β του ΚΠολΔ (ΑΠ 1240/2022, ΑΠ 329/2019, ΑΠ 938/2018, ΑΠ 318/2017), η έλλειψη της οποίας όμως μπορεί να καλυφθεί με έγκριση εκ των υστέρων του ασκήσαντος την αναίρεση διαδίκου, με συνέπεια, λόγω της αναδρομικής ενέργειας της έγκρισης που αφορά την παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας ή έφεσης, να ισχυροποιείται αναδρομικά η παραίτηση από το χρόνο άσκησης της αναίρεσης και να θεωρείται η απόφαση τελεσίδικη από τότε και ως εκ τούτου να υπόκειται σε αναίρεση από το ίδιο χρονικό σημείο (ΟλΑΠ 17/2013, ΑΠ 1240/2022, ΑΠ 78/2022, ΑΠ 318/2017). Στην κρινόμενη περίπτωση, η ένδικη από 30.9.2021 και με αριθμό κατ. 7563/950/ 1.10.2021 αίτηση αναίρεσης, απευθύνεται κατά της υπ` αριθμ. 774/9.2.2021 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε ερήμην της εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας. Η απόφαση αυτή δημοσιεύθηκε στις 9.2.2021 και δεν προκύπτει επίδοσή της. Δεδομένου όμως ότι η από 30.9.2021 με αριθμ. καταθ. 7563/950/1.10.2021 αίτηση αναίρεσης ασκείται από την ερημοδικασθείσα εφεσίβλητη, θεωρείται ότι αυτή παραιτήθηκε σιωπηρά από το δικαίωμα για άσκηση ανακοπής ερημοδικίας κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, εφόσον χορήγησε στην πληρεξούσια δικηγόρο της Χρυσούλα Κουράση, που υπογράφει ως πληρεξούσια δικηγόρος της την ως άνω αίτηση, την από 23.2.2023 έγγραφη εξουσιοδότηση, με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής αυτής από το ΚΕΠ του Δήμου Φυλής, από την οποία προκύπτει ότι διόρισε την ως άνω δικηγόρο ειδικό πληρεξούσιο, αντιπρόσωπο και αντίκλητό της για να παραστεί και να την αντιπροσωπεύσει ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, και να υποστηρίξει την αναίρεσή της κατά της με αριθ. 774/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, δήλωσε δε ότι εγκρίνει και αναγνωρίζει όλες τις πράξεις της παραπάνω πληρεξουσίας της, που ενήργησε ή θα ενεργήσει στα πλαίσια της παραπάνω εντολής, ως νόμιμες, έγκυρες, ισχυρές και απρόσβλητες και επομένως και τη συναγόμενη από την απευθείας άσκηση αναίρεσης σιωπηρή παραίτηση από το δικαίωμά της για άσκηση ανακοπής ερημοδικίας κατά της ως άνω προσβαλλόμενης απόφασης. Η έγκριση αυτή, που ενεργεί αναδρομικά, ισχυροποίησε την ως άνω παραίτηση από το χρόνο κατάθεσης της ένδικης αίτησης αναίρεσης και κατέστησε την προσβαλλόμενη απόφαση τελεσίδικη και υποκείμενη έκτοτε σε αναίρεση. Συνεπώς, η από 30.9.2021 και με αριθ. καταθ. 7563/950/1.10.2021 αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η ως άνω εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών υπ' αριθ. 774/9.2.2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία, δικάζοντας τις από α) 10.1.2020 και με αριθμό κατ. 4141/351/17.1.2020 και β) 10.2.2020 και με αριθμό κατ. 18143/1279/26.2.2020 εφέσεις των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, ερήμην της ενάγουσας - εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας και α) θεώρησε πως δεν ασκήθηκε η από 10.1.2020 και με αριθμό κατ. 4141/351/17.1.2020 έφεση και κατάργησε την επ' αυτής δίκη, β) δίκασε ερήμην της εφεσίβλητης τη δεύτερη από 10.2.2020 και με αριθμό κατ. 18143/1279/26.2.2020 έφεση, γ) όρισε παράβολο ερημοδικίας 290 ευρώ, δ) δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την ανωτέρω δεύτερη έφεση και εξαφάνισε την εκκαλουμένη με αριθμό 2428/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ε) κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας επί της αγωγής, στ) δέχθηκε εν μέρει αυτή και υποχρέωσε τους εναγόμενους (ήδη αναιρεσίβλητους), εις ολόκληρο τον καθένα να καταβάλουν στην ενάγουσα 10.326,45 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). 3.-Από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, η οποία είναι απόρροια της λειτουργίας της αίτησης αναίρεσης ως ένδικου μέσου ακυρωτικού χαρακτήρα, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις ή όταν υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικού λόγου πλήττεται η επί της ουσίας κρίση του δικαστηρίου, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις, που αναφέρονται αποκλειστικά στην εκτίμηση αποδείξεων και πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας, σχετικά με το αποδεικτικό πόρισμά του, το οποίο θεωρεί εσφαλμένο, εκτίμηση όμως η οποία, σύμφωνα με τα αναφερόμενα παραπάνω στη μείζονα σκέψη, δεν υπόκειται, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. 4.-Κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996). Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 76/2016, ΑΠ 139/2014). Επίσης, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απορρίπτει ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996). Για το ορισμένο του από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, ποία ήταν τα πράγματα αυτά που παρά το νόμο το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη, μολονότι προτάθηκαν παραδεκτά πρωτοδίκως και επαναφέρθηκαν νόμιμα στο Εφετείο, και ποία επίδραση θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης, χωρίς να αρκεί η μνεία μόνο των σχετικών νομικών διατάξεων (ΑΠ 855/2022, ΑΠ 1331/2022, ΑΠ 161/2017, ΑΠ 869/2017) ή, αντιστρόφως, ποία ήταν τα πράγματα που, αν και δεν προτάθηκαν, λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και ποία επίδραση είχαν αυτά στην έκβαση της δίκης, χωρίς και πάλι να αρκεί η μνεία μόνο των σχετικών νομικών διατάξεων. Διαφορετικά, αν τα προαναφερόμενα δεν περιλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα στο αναιρετήριο, ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, η οποία δεν αίρεται με συμπλήρωση στις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΑΠ 855/2022, ΑΠ 1331/2022). Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, προβάλλεται αιτίαση, κατ' εκτίμηση του δικογράφου της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, διότι, όπως αναφέρει κατά λέξη η αναιρεσείουσα "εσφαλμένως η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της πράγματα που προτάθηκαν από μένα και επιβεβαιώθηκαν από μάρτυρά μου, η κατάθεση της οποίας περιλαμβάνεται στα πρακτικά της συζήτησης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου και τα οποία πρακτικά περιλαμβάνονταν στα τεθέντα υπόψη του δικάσαντος δικαστηρίου έγγραφα, έχουν δε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ενώ αντιθέτως δέχθηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη και κατόπιν τούτου είναι επίσης αναιρετέα". Ο λόγος αυτός είναι, παντελώς αόριστος και συνεπώς απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού η αναιρεσείουσα παραλείπει να αναφέρει α) ποία ήταν τα πράγματα αυτά (ισχυρισμοί), που παρά το νόμο το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του ή τα δέχθηκε σαν αληθινά, ή ποία ήταν τα πράγματα που, αν και δεν προτάθηκαν, λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και β) ποία επίδραση είχαν αυτά στην έκβαση της δίκης. Σε κάθε, όμως, περίπτωση η αξιολόγηση της κατάθεσης των μαρτύρων δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα παραπάνω στη μείζονα σκέψη. 5.-Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας αυτής, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, που παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις (άρθ. 176, 183 του ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 30.9.2021 και με αριθμό κατάθ. 7563/950/1.10.2021 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθ. 774/9.2.2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.- ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.- ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Μαΐου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών, ο αμέσως αρχαιότερος Αρεοπαγίτης της σύνθεσης, ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Σεπτεμβρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ