Αριθμός 1357/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας - αναιρεσίβλητης: Μονοπρόσωπης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...") και ήδη "..." και δ.τ. "…", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Κουτρούμπα, που δήλωσε στο ακροατήριο και με τις κατατεθείσες προτάσεις του την ως άνω μεταβολή της επωνυμίας της αναιρεσείουσας - αναιρεσίβλητης εταιρείας. Της αναιρεσίβλητης - αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και το δ.τ. "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κωνσταντίνου. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-11-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας - αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 23-12-2013 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση σε παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης - αναιρεσείουσας, καθώς και με την από 9-1-2018 ανακοίνωση δίκης της ήδη αναιρεσείουσας - αναιρεσίβλητης και την διά των προτάσεων πρόσθετη παρέμβαση της εταιρείας "... ΑΕ", μη διαδίκου στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 419/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 180/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα - αναιρεσίβλητη με την από 21-4-2021 αίτησή της και η αναιρεσίβλητη - αναιρεσείουσα με την από 5-7-2021 αίτησή της και τους από 14-10-2021 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων αυτών, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρί Δεργαζαριάν, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειουσών ζήτησαν την παραδοχή της αντίστοιχης αίτησης αναίρεσής του ο καθένας, την απόρριψη της αντίθετης, καθώς και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Φέρονται προς εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου α) η από 21-4-2021 αίτηση αναίρεσης της εταιρίας με την επωνυμία "..." και β) η από 5-7-2021 αίτηση αναίρεσης και οι από 18-10-2021 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης της εταιρείας με την επωνυμία "...", κατά της υπ' αριθμ. 180/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που πρέπει να συνεκδικαστούν, αφού, με τον τρόπο, αυτό διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης (ΚΠολΔ 246 και 573 παρ. 1). Με τις κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης και τους πρόσθετους λόγους προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 180/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί της από 28-11-2012 αγωγής της αναιρεσείουσας εταιρείας με την επωνυμία "...". Οι αιτήσεις είναι παραδεκτές (άρθρα 552,553,556,558,564,566 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ),? Α. ΕΠΙ ΤΗΣ ΑΠΟ 5-7-2021 ΑΙΤΗΣΕΩΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΩΣ Κατά το άρθρο 569 παρ. 2 εδ.α ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, αντίγραφο δε του δικογράφου των προσθέτων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους. Στην προκειμένη περίπτωση οι από 18-10-2021 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, που άσκησε η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία ..., πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, καθόσον δεν προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας ότι το σχετικό δικόγραφο επιδόθηκε νόμιμα στην αναιρεσίβλητη, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ. Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων, που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 στοιχ. α' και β' ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωση αυτής ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνυφασμένη με την υποβολή αιτήματος ορισμένου και όχι αορίστου. Διαφορετικά το δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη και επιδεκτική εκτέλεσης. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ένστασης, είτε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 671/2022, ΑΠ 333/2021, 1001/2012). Κατά την έννοια του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ για το παραδεκτό του λόγου αναιρέσεως πρέπει ο ισχυρισμός επί του οποίου στηρίζεται, έστω και αν ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, να έχει προταθεί νομίμως ενώπιον αυτού και να γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο της προτάσεως αυτής, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Και στις περιπτώσεις όμως αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα, στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής. Συνεπώς, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών, που έχει ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός στον οποίο αυτός στηρίζεται είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με λόγο της έφεσής του ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προβλεπόμενες στην παραπάνω διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 257/2021, ΑΠ 1165/2015, ΑΠ 323/2012). Ειδικότερα, στην περίπτωση του αριθ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επί παραπόνου για λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν επιτρέπονται από το νόμο, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, οι αποδείξεις, ο ισχυρισμός για την απόδειξη του οποίου λήφθηκαν υπόψη, ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να εκτιμηθούν και η επίδραση του ισχυρισμού αυτού στο διατακτικό της αποφάσεως, καθώς, επίσης, και ότι ο ισχυρισμός περί τυχόν απαραδέκτου προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας κατά τρόπο νόμιμο και ορισμένο (ΑΠ 1248/2020, ΑΠ 1126/2019, ΑΠ 1646/2018, ΑΠ 598/2007). Στην προκείμενη περίπτωση, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, με την από 28-11-2012 αγωγή της, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που επιτρεπτά, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκοπείται, εξέθετε ότι δυνάμει σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης εξεμίσθωσε στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "… Α.Ε." δύο καταστήματα υπό στοιχεία 11 και 12, που βρίσκονται στο .... Ότι η ως άνω μισθώτρια με τα από 21-10-2003 ιδιωτικά συμφωνητικά υπομίσθωσης υπεκμίσθωσε τα ως άνω ακίνητα στον Σ. Π., στη θέση του οποίου υπεισήλθε η εναγόμενη εταιρεία, αντί μηνιαίου μισθώματος 9.500 και 1.000 ευρώ αντίστοιχα, αναπροσαρμοζόμενου ετησίως κατά το ποσοστό του τιμαρίθμου πλέον δύο ποσοστιαίων μονάδων και για την εξασφάλιση της πληρωμής του χρέους της από τη σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης, συνέστησε υπέρ της ενάγουσας με τις από 14-9-2007 συμβάσεις εκχώρησης, που αναγγέλθηκαν στην εναγομένη στις 24-9-2008, ενέχυρο επί κάθε απαίτησής της ως εκμισθώτριας κατά της εναγομένης ως μισθώτριας, υφιστάμενης ή μελλοντικής για είσπραξη των μη ληξιπρόθεσμων εισέτι μισθωμάτων, όπως και κάθε είδους απαιτήσεων, που θα απέρρεαν από τις προαναφερθείσες μισθώσεις. Ότι η εναγομένη ενώ έκανε ακώλυτη χρήση του μισθίου έως 2-5-2012, καθυστερούσε να της καταβάλει τα μισθώματα ποσού 354.083,93 ευρώ που αντιστοιχούσε σε διαφορές μισθωμάτων για το έτος 2010 και μισθώματα για το χρονικό διάστημα από 1-1-2011 έως 2-5-2012, οπότε λύθηκε η μίσθωση μετά από καταγγελία της εναγομένης και για το υπό στοιχεία Ϊ2 ακίνητο το ποσόν των 87.026,06 ευρώ, καθώς και τα ποσά των 14.315,70 και 1.534,05 ευρώ για τα υπό στοιχείο 11 και 12 ακίνητα αντίστοιχα, ως αποζημίωση, λόγω της καταγγελίας από την υπομισθώτρια των μισθώσεων, κατ' άρθρο 43 του π.δ.34/1995, με τον νόμιμο τόκο από την επομένη της λύσεως των μισθώσεων. Υπό την ως άνω ισχυριζόμενη ιδιότητα της εκδοχέως λόγω ενεχύρου των εκ των υπομισθώσεων απαιτήσεων της ως άνω υπεκμισθώτριας, ζητούσε, όπως παραδεκτά περιόρισε το αίτημά της, να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να της καταβάλει τα προαναφερόμενα ποσά των μισθωμάτων που αφορούσαν το χρονικό διάστημα που η τελευταία χρησιμοποιούσε ακωλύτως το μίσθιο. Με το ως άνω περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή είναι νομικά πλήρης και επαρκής ως προς την αναφορά των παραπάνω περιστατικών, που αποτελούν τις προϋποθέσεις για την εφαρμογή των προδιαληφθεισών διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, στις οποίες θεμελιώνεται το αίτημά της. Επομένως, το Εφετείο, που έκρινε ορισμένη την ένδικη αγωγή, δεν αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα αυτών που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της αγωγής, ούτε ήταν αναγκαία η αναφορά στην αγωγή της σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης που είχε καταρτίσει αυτή με την υπεκμισθώτρια. Συνεπώς, ο πρώτος, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Περαιτέρω η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του ισχυρίσθηκε τα ακόλουθα: Με το υπ' αριθ. ...-6-2003 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Χ. Κ.-Μ. καταρτίστηκε σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης μεταξύ της εταιρείας "...", που υποκαταστάθηκε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της από την εταιρεία "... Α.Ε.", και της εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." δυνάμει της οποίας η δεύτερη μίσθωσε από την πρώτη τα υπό στοιχεία 11 και 12 ισόγεια καταστήματα, επιφάνειας 434,50 τ.μ. και 84 τ.μ. αντίστοιχα, επί της συμβολής της .... Με την υπ' αριθ. .../20-7-2007 πράξη της συμβολαιογράφου Αθηνών Χ. Κ.-Μ. προέβησαν στην τροποποίηση και λύση της σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης ως προς το δικαίωμα εξαγοράς των ακινήτων. Στη συνέχεια η εταιρία ... προέβη στην πώληση και μεταβίβαση προς την εταιρεία "… Α.Ε." των μισθίων ακινήτων αντί συνολικού τιμήματος 918.412,74 ευρώ. Ακολούθως, με το υπ' αριθ. .../20-7-2007 συμβόλαιο της ίδιας συμβολαιογράφου η εταιρεία "…Α.Ε." πώλησε στην εταιρεία "... Α.Ε." τα μίσθια ακίνητα αντί τιμήματος 3.458.000 ευρώ, για τα οποία η τελευταία συνήψε νέα χρηματοδοτική μίσθωση με την εταιρεία "…. Α.Ε.". Η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης ότι η πώληση και μεταβίβαση των ακινήτων από την εταιρεία "… Α.Ε." προς εταιρία ... είναι εικονική και εντεύθεν άκυρη και συνακόλουθα εικονική και άκυρη είναι η σύναψη της νέας χρηματοδοτικής μίσθωσης, ένεκα της οποίας άκυρη είναι και η εκχώρηση λόγω ενεχύρου από την εταιρεία "…Α.Ε." προς την εταιρία ... για εξασφάλιση των απαιτήσεών της. Ο πρώτος λόγος της αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του είναι απαράδεκτος, κατ' άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, καθόσον η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται πρόταση του επίμαχου ισχυρισμού στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφορά του στο Εφετείο με λόγο εφέσεως, σε κάθε δε περίπτωση δεν ασκεί έννομη επιρροή στην υπό κρίση υπόθεση. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν ^μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006). Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και τον νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΟλΑΠ 6/2006, ΑΠ 10/2021, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1075/2019, ΑΠ 708/2017). Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1010/2021). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με το ...-6-2003 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Χ. Κ.-Μ. καταρτίστηκε σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης μεταξύ της εταιρείας "..." που υποκαταστάθηκε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της από την εταιρεία "... Α.Ε." η επωνυμία της οποίας άλλαξε σε αυτήν της ενάγουσας, και της εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." δυνάμει της οποίας η δεύτερη μίσθωσε από την πρώτη τα υπό στοιχεία Ι1 και Ι2 ισόγεια καταστήματα, επιφάνειας 434,50 τ.μ. και 84 τ.μ. αντίστοιχα, επί της συμβολής της .... Ακολούθως δυνάμει των από 21-10-2003 δύο ιδιωτικών συμφωνητικών υπομίσθωσης, η ως άνω μισθώτρια εταιρεία "…Α.Ε." υπεκμίσθωσε στον Σ. Π., τα προαναφερόμενα μίσθια υπό στοιχεία 11 και 12 ισόγεια καταστήματα, για χρονικό διάστημα δώδεκα ετών, από 1-12-2003 έως 30-11-2015, για να τα χρησιμοποιήσει για την επιχείρησή του εμπορίου και εισαγωγής βιομηχανικών εργαλείων και συστημάτων στερεώσεως, έναντι συμφωνημένου μηνιαίου μισθώματος 9.500 και 1.000 ευρώ αντίστοιχα, πλέον χαρτοσήμου 1,8% προκαταβαλλόμενου εντός του πρώτου πενθημέρου εκάστου μηνός, με κατάθεση στον αναφερόμενο τραπεζικό λογαριασμό, με ετήσια αναπροσαρμογή κατά το ποσοστό του τιμαρίθμου προσαυξημένου κατά δύο μονάδες επί του εκάστοτε καταβαλλόμενου μισθώματος, με χρόνο αναπροσαρμογής το μισθωτικό μήνα Δεκέμβριο κάθε έτους. Στη θέση του ως άνω υπομισθωτή υπεισήλθε από 17-11- 2003 η ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "...", η οποία στη συνέχεια (Σεπτέμβριο 2007) μετετράπη στην εναγομένη ανώνυμη εταιρεία, η οποία και υπεισήλθε στις ένδικες υπομισθώσεις ως υπομισθώτρια. Με τις από 22-6-2006 δύο συμβάσεις εκχώρησης λόγω ενεχύρου απαιτήσεων, που επιδόθηκαν στην εναγομένη στις 14-7-2006, η ως άνω υπεκμισθώτρια ενεχυρίασε και εκχώρησε στην ενάγουσα το σύνολο των, απαιτήσεων αυτής εναντίον της εναγομένης που απορρέουν από τις από 21-10-2003 υπομισθώσεις, αναφέροντας σ' αυτές ότι τα μισθώματα ανέρχονται στα ποσά των 9.500 για το I1 μίσθιο και των 1.000 ευρώ για το 12 μίσθιο. Με την απαντητική εξώδικη δήλωση του Σ. Π. και της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που επιδόθηκε στην ενάγουσα στις 19- 7-2006 και κοινοποιήθηκε στην υπεκμισθώτρια εταιρεία "…Α.Ε.", τους επισημαίνεται ότι τα μισθώματα μετά από νεότερη προφορική συμφωνία των ίδιων με την υπεκμισθώτρια, που έλαβε χώρα κατά το μήνα Δεκέμβριο του 2005, διαμορφώθηκαν από 1-1-2006 στο συνολικό ποσό των 8.000 ευρώ, πλέον του τέλους χαρτοσήμου ποσοστού 1,8%, δηλαδή ποσού 144 ευρώ, και για τα δύο μίσθια, και έτσι δεν οφείλονται πλέον τα αναφερόμενα στις ως άνω συμβάσεις εκχώρησης μισθώματα. Περαιτέρω με το .../20-7-2007 συμβόλαιο της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου λύθηκε η μεταξύ της ενάγουσας και της υπεκμισθώτριας εταιρείας "… Α.Ε." χρηματοδοτική μίσθωση των δύο μισθίων καταστημάτων, τα οποία ακολούθως πωλήθηκαν από την πρώτη στη δεύτερη με την ίδια συμβολαιογραφική πράξη κατόπιν άσκησης από την "…. Α.Ε." του δικαιώματος εξαγοράς των μισθίων πριν την λήξη της χρηματοδοτικής μισθώσεως. Ακολούθως με το .../20-7-2007 συμβόλαιο της ίδιας πιο πάνω συμβολαιογράφου η "…Α.Ε." πωλεί τα επίδικα μίσθια στην ενάγουσα και επιπλέον καταρτίζεται μεταξύ των ίδιων συμβαλλόμενων χρηματοδοτική μίσθωση. Στη συνέχεια με τις από 14-9-2007 δύο συμβάσεις εκχώρησης λόγω ενεχύρου απαιτήσεων, που επιδόθηκαν στην εναγόμενη στις 24-9-2008, η ως άνω υπεκμισθώτρια ενεχυρίασε και εκχώρησε στην ενάγουσα το σύνολο των απαιτήσεων αυτής εναντίον της εναγομένης, που απορρέουν από τις από 21-10-2003 υπομισθώσεις, αναφέροντας σ' αυτές ότι τα μισθώματα ανέρχονται στα ποσά των 9.500 για το Ι1 μίσθιο και των 1000 ευρώ για το Ι2 μίσθιο, αναπροσαρμοζόμενων ετησίως κατά το ποσοστό του τιμαρίθμου προσαυξημένου κατά δύο μονάδες. Το γεγονός της επίδοσης των ανωτέρω συμβάσεων εκχώρησης μισθωμάτων - ενεχύρασης απαίτησης στην εναγόμενη, δεν έχει ως αποτέλεσμα τον πλήρη εξοβελισμό της υπεκμισθώτριας από την μισθωτική σχέση, άλλα περιοριστικά, υπεισέλευση της ενεχυρούχου - εκδοχέα ενάγουσας στη θέση της υπεκμισθώτριας μόνον ως προς το δικαίωμα είσπραξης των μισθωμάτων και των απαιτήσεων, που απορρέουν από τις συμβάσεις υπομίσθωσης. Έτσι με τις επιδόσεις αυτές επήλθε η ολοκλήρωση της ενεχύρασης της απαίτησης των μισθωμάτων στην ενάγουσα, η οποία έκτοτε θεωρείται ότι νέμεται την απαίτηση αυτή και δικαιούται να την εισπράξει. Η είσπραξη της απαίτησης μάλιστα, που αποτελεί και το περιεχόμενο των ανωτέρω εξασφαλιστικών συμβάσεων ενεχύρασης απαίτησης και ρυθμίζονται από τις διατάξεις περί ενεχύρου και επικουρικότερα από τις διατάξεις για την εκχώρηση, έχουν την έννοια....ότι η ενάγουσα έχει δικαίωμα να εισπράξει μόνη αυτή την απαίτηση των εκχωρηθέντων γεγεννημένων και των μελλοντικών μισθωμάτων και τα όσα υποστηρίζει η εναγομένη περί έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης για τα οφειλόμενα μισθώματα έως την 24-9-2008 με τον πρώτο πρόσθετο λόγο της έφεσής της πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα. Σημειώνεται ότι δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην κρινόμενη περίπτωση οι ειδικές διατάξεις του ν.δ. της 17.7/13.8.1923 περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 41 και 70 ΕισΝΑΚ και στη συνέχεια με άρθρ. 52 παρ.3 ΕισΝΚΠολΔ, διότι αφορά ανώνυμες εταιρείες του άρθρου 1 του υπόψη διατάγματος, στις οποίες δεν εκτίθεται αλλά ούτε και προέκυψε ότι υπάγεται η ενάγουσα, όπως εσφαλμένα υποστηρίζει η εναγομένη με τον τέταρτο λόγο της έφεσής της. Πέραν όμως, των απαιτήσεων που ενεχυράστηκαν και εκχωρήθηκαν, από κανένα ισχυρισμό ή αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι μεταβιβάστηκε η μισθωτική σχέση στο σύνολο της, και συνεπώς είναι έγκυρη τυχόν συμφωνία μεταξύ της υπεκμισθώτριας και της εναγομένης υπομισθώτριας για αναπροσαρμογή του μισθώματος (...) , όπως σχετικώς υποστηρίζεται με τον τρίτο λόγο της έφεσης. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι με την επιδοθείσα στην ενάγουσα στις 14-10-2008 εξώδικη δήλωση της εναγομένης, που κοινοποιήθηκε στην υπεκμισθώτρια εταιρεία "…Α.Ε." στις 16-10-2008, τους επισημαίνεται ότι τα μισθώματα και για τα δύο μίσθια ανέρχονται στο συνολικό ποσόν των 9.047 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του τέλους χαρτοσήμου ποσοστού 1,8%. Την 13-1-2010 η εναγομένη με τηλεομοιοτυπία προς το λογιστήριο της εταιρείας "…Α.Ε.", αφού αναφέρει ότι δεν έχουν ενημερωθεί για την από πολλών ετών τροποποίηση των όρων των μισθωτηρίων ως προς το ύψος του μισθώματος, που έχει πλέον διαμορφωθεί σε 9.047 ευρώ με ενδεχόμενη περαιτέρω μείωσή του λόγω του οριστικού κλεισίματος των οδών πρόσβασης στα μίσθια από το ... και την οικονομική κρίση, την οποία (μείωση), τελικά πρότειναν με το από 20-4-2010 έγγραφο τους προς το λογιστήριο και πάλι, ώστε να οριστεί το νέο συνολικό μίσθωμα σε 6.300 ευρώ πλέον του αναλογούντος χαρτοσήμου ποσού 113 ευρώ. Την 1.11.2011 επιδόθηκε στην εναγομένη εξώδικη δήλωση της ενάγουσας, με την οποία διαμαρτύρεται για την μη καταβολή των οφειλομένων μισθωμάτων δυνάμει των επίμαχων συμβάσεων υπομίσθωσης, τα οποία της έχουν εκχωρηθεί, όπως ήδη αναγγέλθηκε στην εναγομένη, με την επιδοθείσα σ' αυτήν στις 24-9-2008 σύμβαση. Με την επιδοθείσα στην ενάγουσα στις 17.11.2011 εξώδικη δήλωση, που κοινοποιήθηκε και στην εταιρεία "…Α.Ε.", η εναγομένη, αφού αναφέρθηκε στην ήδη ανακοινωθείσα στον εκπρόσωπο της ενάγουσας κ. Τ. πρόθεσή της να προτείνει στην εκμισθώτρια νέα περαιτέρω μείωση του μισθώματος λόγω των κυκλοφοριακών ρυθμίσεων του ..., συνεπεία των οποίων οι οδοί πρόσβασης στα μίσθια παραμένουν κλειστοί, των ελαττωμάτων των μισθίων και της γενικότερης οικονομικής κρίσης, καταλήγοντας δήλωσε την πρόθεσή της να συνεχίσει την καταβολή των μισθωμάτων δια καταθέσεως στον υποδειχθέντα τραπεζικό λογαριασμό, για το ύψος των οποίων παρέπεμψε την ενάγουσα στην "… Α.Ε." η οποία και είναι αντισυμβαλλόμενή της. Τελικά η εναγόμενη με την από 13-1-2012 επιστολή της προς την εταιρεία "… Α.Ε." που απεστάλη με τηλεομοιοτυπία, την ενημέρωσε ότι λόγω των προαναφερομένων προβλημάτων προτίθεται να αποχωρήσει από τα μίσθια μέχρι το τέλος Μαρτίου 2012, η οποία αποχώρηση τελικά έλαβε χώρα την 2-5-2012. Εν τω μεταξύ τα μισθώματα που κατέβαλε η εναγομένη ανέρχονταν μηνιαίως κατά τα χρονικά διαστήματα από 25-1-2006 έως 6-12-2006 στο ποσόν των 8.144 ευρώ, από 8-1-2007 έως 8-1-2008 στο ποσόν των 8.543 ευρώ, από 6-2-2008 έως 13-4-2010 στο ποσόν των 9.047 ευρώ, και από 10-5- 2010 έως και Μάρτιο 2012 στο ποσόν των 6.413 ευρώ. Σημειώνεται ότι η εναγομένη εκτός από το τέλος ακίνητης περιουσίας, που, όπως είχε συμφωνηθεί με την εταιρεία "… Α.Ε" κατέβαλε η ίδια και αφαίρεσε από τα οφειλόμενα μισθώματα, έχει αφαιρέσει από τα ως άνω ποσά των μισθωμάτων το ποσόν της εγγυοδοσίας ποσού 10.500 ευρώ, καθώς και τη δαπάνη που κατέβαλε για την κατανάλωση νερού στην ΕΥΔΑΠ και ΔΕΗ, σε δύο περιπτώσεις που οι λογαριασμοί ήταν ιδιαίτερα αυξημένοι, διότι, όπως ισχυρίζεται, επιβαρυνόταν με την κατανάλωση και άλλων ακινήτων της ίδιας οικοδομής, ιδιοκτησίας της υπεκμισθώτριας λόγω παράτυπης σύνδεσης στον υδρομετρητή της. Η υπεκμισθώτρια εταιρεία "… Α.Ε." μετά την ενημέρωσή της για την αποχώρηση της εναγομένης από τα μίσθια με την από 30-3-2012 επιστολή προς αυτήν, της υπενθυμίζει ότι τα μηνιαία μισθώματα, χωρίς το τέλος χαρτοσήμου έχουν διαμορφωθεί από 1-12-2011 στα ποσά των 14.452,13 ευρώ και 1.521,23 ευρώ για τα μίσθια Ι1 και Ι2 αντίστοιχα, την καταβολή των οποίων και αξιώνει μέχρι και τον Απρίλιο 2012, όπως και την καταβολή των αποζημιώσεων καταγγελίας. .....ακολούθησε η άσκηση της κρινόμενης αγωγής, που επιδόθηκε στην εναγομένη στις 5-2-2013, και η συζήτηση της οποίας ορίστηκε για την δικάσιμο της 7-1-2014, κατά την οποία η συζήτηση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 29-10-2014, οπότε ματαιώθηκε η συζήτησή της, όπως και αυτή της από 13-12-2013 (με αριθμό …/2013) αγωγής της εναγομένης κατά της ενάγουσας και της εταιρείας "… Α.Ε.", στο πλαίσιο εξεύρεσης συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς. Δεν έγινε, όμως, καμία κίνηση εξεύρεσης λύσης από την πλευρά της ενάγουσας, μολονότι κλήθηκε προς τούτο από την εναγομένη με τις από 7-11-2014 και 20-1-2015 επιστολές της, και τελικά επαναφέρθηκε προς συζήτηση η κρινόμενη αγωγή τρία και πλέον έτη μετά την ως άνω ματαίωση της συζήτησής της με την από 2-1-2018 κλήση της ενάγουσας. Ενόψει όμως, των όσων πιο πάνω κρίθηκε ότι αποδείχθηκαν, παρίσταται καταχρηστική η άσκηση της κρινόμενης αγωγής κατά το σκέλος με το οποίο ζητείται η επιδίκαση μηνιαίων μισθωμάτων και για τα δύο μίσθια μεγαλύτερου ποσού των 8.543 και των 9.047 ευρώ για τους μήνες των χρονικών διαστημάτων από 8-1-2007 έως 8-1-2008 και από 6-2-2008 έως τη λύση των υπομισθώσεων αντίστοιχα. Και τούτο, διότι, όπως βάσιμα ισχυρίζεται η εναγομένη με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης έφεσής της κατά το σκέλος με το οποίο επαναφέρεται παραδεκτά ο προβληθείς πρωτοδίκως ισχυρισμός της περί καταχρηστικής άσκησης της κρινόμενης αγωγής, ενώ ήδη από την 19-7-2006, αμέσως μετά δηλαδή την αναγγελία της από 22-6-2006 σύμβασης εκχώρησης, κατέστη σαφές τόσο στην ενάγουσα όσο και στην εταιρεία "... Α.Ε." ότι το μίσθωμα για αμφότερα τα μίσθια είχε ήδη προσδιοριστεί μετά από προφορική συμφωνία της τελευταίας με την εναγομένη λόγω αλλαγών στις κυκλοφοριακές ρυθμίσεις στην περιοχής που δυσκόλευαν την πρόσβαση στα μίσθια και ελαττωμάτων που ανεφάνησαν σ' αυτά, στο ποσόν των 8.000 ευρώ πλέον του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου, το οποίο και κατέθεταν μηνιαίως στον υποδειχθέντα τραπεζικό λογαριασμό, δεν υπήρξε καμία αντίδραση εκ μέρους τους. Ούτε, άλλωστε, και όταν στη συνέχεια επιδόθηκαν στις 24-9-2008 οι από 14-9-2007 συμβάσεις εκχώρησης και η εναγομένη κατέστησε και πάλι σαφές με την επιδοθείσα στην ενάγουσα και στην εταιρεία "... Α.Ε.", δήλωσή της ότι το μηνιαίο μίσθωμα ανερχόταν για αμφότερα τα μίσθια στο ποσόν των 9.047 ευρώ, το οποίο ήδη καταβαλλόταν από 6-2-2008, μετά την αναπροσαρμογή του μέχρι τότε καταβαλλόμενου ποσού των 8.543 ευρώ, υπήρξε κάποια αντίδραση. Αυτό συνέβη για πρώτη φορά τρία και πλέον χρόνια αργότερα με την επιδοθείσα την 1-11-2011 διαμαρτυρία της ενάγουσας ότι δεν καταβάλλονται τα οφειλόμενα μισθώματα χωρίς να προσδιορίζεται το ύψος αυτών και ενώ είχε μεσολαβήσει η από 20-4-2010 επιστολή της εναγομένης, με την οποία πρότεινε στην εταιρεία "... Α.Ε." την περαιτέρω μείωση του μισθώματος στο ποσόν των 6.413 ευρώ, το οποίο και άρχισε να καταβάλει από 10-5-2010 έως και το Μάρτιο του έτους 2012, οπότε προέβη στην καταγγελία της μίσθωσης. Λαμβανομένου δε υπόψη ότι η υπεκμισθώτρια δεν είχε διαμαρτυρηθεί ποτέ ενώ η ενάγουσα διαμαρτυρήθηκε για πρώτη φορά την 1-11-2011, η επί σχεδόν έξι έτη και συγκεκριμένα από 1-1-2006, λήψη μειωμένου του ποσού του καταβαλλόμενου μισθώματος, οδήγησε σε σιωπηρή τροποποίηση του συμβατικού όρου περί καθορισμού του ύψους του μισθώματος για αμφότερα τα μίσθια στα ποσά των 8.144, 8.543 και 9.047 ευρώ, η οποία παραδεκτώς έγινε άτυπα ... όπως βάσιμα ισχυρίζεται η εναγομένη με τον τρίτο λόγο της έφεσής της, ώστε η απαίτηση της ενάγουσας στην απόληψη μεγαλύτερου ποσού των παραπάνω κατά τα αντίστοιχα προαναφερόμενα χρονικά διαστήματα να καθίσταται καταχρηστική. Η δε ενάγουσα ενώ άσκησε τελικά την κρινόμενη αγωγή στις 5-2-2013 και μολονότι η εναγομένη με την επιδοθείσα σ' αυτήν αγωγή στις 17-11-2011 ενέμεινε στην από μέρους της καταβολή των κατ' αυτήν οφειλομένων και συμφωνημένων με την εταιρεία "... Α.Ε." μισθωμάτων, συμφώνησε στη ματαίωση της συζήτησης αυτής, την οποία επανέφερε προς συζήτηση τρία και πλέον έτη αργότερα. Ενόψει των παραπάνω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών η επιδίωξη με την κρινόμενη αγωγή της επιδίκασης διαφορών μισθωμάτων και μισθωμάτων πέραν του μισθώματος ποσού των 9.047 ευρώ για αμφότερα τα μίσθια είναι παράνομη και καταχρηστική και υπερβαίνει τα όρια της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, δεδομένου ότι η επί μακρόν χρονικό διάστημα αποδοχή από την ενάγουσα ως οφειλομένου μισθώματος εκείνου που κατέβαλε μηνιαίως η εναγομένη, στις επαναλαμβανόμενες δηλώσεις της οποίας για το ύψος του συμφωνηθέντος μισθώματος δεν έφερε καμία αντίρρηση αλλά αντιθέτως αποδεχόταν την καταβολή του, δημιούργησε ευλόγως την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει δικαίωμα της ενάγουσας και ότι δεν θα ασκηθεί πλέον με αποτέλεσμα η ανατροπή της διαμορφωμένης αυτής κατάστασης, που παρέμεινε σε εκκρεμότητα επί έξι έτη μετά την αποχώρηση της εναγομένης από το μίσθιο λόγω της ματαίωσης της συζήτησης της αγωγής, να επιφέρει δυσβάστακτες συνέπειες στην επιβίωση της εναγομένης λόγω και της επιβάρυνσης με τόκους του διανυθέντος χρονικού διαστήματος. Έσφαλε, επομένως, η εκκαλουμένη που απέρριψε στο σύνολο της την προβληθείσα ένσταση καταχρηστικής άσκησης της ένδικης αγωγής και ακολούθως έκανε δεκτή την αγωγή, και πρέπει κατά παραδοχή του δευτέρου λόγου της κρινόμενης έφεσης, αφού εξαφανιστεί η εκκαλουμένη, να απορριφθεί η αγωγή ως προς το αίτημα επιδίκασης μισθωμάτων και διαφορών μισθωμάτων για μεν το υπό στοιχείο 11 μίσθιο έως τον Μάϊο 2010 για δε το υπό στοιχείο 12 μίσθιο κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2007 έως τον Μάϊο 2010. Κατόπιν τούτου παρέλκει η εξέταση της ένστασης παραγραφής των μισθωμάτων των ετών 2006 και 2007, που προβάλλεται με τον τέταρτο λόγο της κρινόμενης έφεσης. Δεν αποδείχθηκε όμως, ότι η πρόταση της εναγομένης προς την υπεκμισθώτρια για νέα περαιτέρω μείωση του μισθώματος στο ποσόν των 6.413 ευρώ για αμφότερα τα μίσθια έγινε δεκτή. Αντιθέτως προέκυψε ότι λίγους μήνες μετά την καταβολή στις 10-5- 2010 του εν λόγω ποσού ως μισθώματος, η εναγομένη με το επιδοθέν στην εναγομένη την 1-11-2011 έγγραφο διαμαρτυρήθηκε για πρώτη φορά για την μη καταβολή των οφειλομένων μισθωμάτων. Επομένως, η εναγομένη, η οποία από 10-5-2010 και έως την αποχώρησή της από το μίσθιο κατέβαλε ως μίσθωμα το ποσόν των 6.413 ευρώ ενώ έπρεπε να καταβάλει το ποσόν των 9.047 ευρώ, στο οποίο, κατά τα προαναφερόμενα, είχε διαμορφωθεί το μίσθωμα, οφείλει τις διαφορές μισθωμάτων για το παραπάνω χρονικό διάστημα. ....πέραν των ως άνω πραγματικών περιστατικών, που είχαν προταθεί και πρωτόδικα για την στήριξη της καταχρηστικής ένστασης, και επαναφέρονται με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης έφεσης, απαραδέκτως προβάλλονται το πρώτον κατά την προκειμένη δευτεροβάθμια δίκη από την εναγομένη με τον ίδιο λόγο της έφεσης και με τον πρώτο από τους πρόσθετους λόγους νέα πραγματικά περιστατικά, αφού δεν εμπίπτουν σε κάποια από τις περιπτώσεις που, κατ' άρθρ.527 ΚΠολΔ, δικαιολογείται η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν είχαν προταθεί πρωτοδίκως. Σε κάθε περίπτωση, άλλωστε, οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να απορριφθούν. Ειδικότερα ο πρώτος από αυτούς ότι δηλαδή έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη η εκ του άρθρου 388 του Α.Κ. ένσταση, είναι απορριπτέος, δεδομένου ότι το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση του διαδίκου (άρθρο 106 ΚΠολΔ). Επίσης απορριπτέος είναι ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι απεκρύβησαν από αυτήν οι όροι του .../20-7-2007 συμβολαίου πώλησης των μισθίων στην ενάγουσα και χρηματοδοτικής μίσθωσης αυτών στην εταιρεία "... Α.Ε.", μολονότι αφορούσαν και την ίδια, καθόσον στην επιδοθείσα σ' αυτήν από 14-9-2007 σύμβαση εκχώρησης λόγω ενεχύρου γίνεται ρητή αναφορά σ' αυτό. Με βάση τις ανωτέρω σκέψεις η εναγομένη, η οποία από 10-5-2010 έως και 16-1-2012 κατέβαλε αντί του οφειλομένου μηνιαίου μισθώματος , ποσού 9.047 ευρώ, το ποσόν των 6.413 ευρώ, στα οποία συμπεριλαμβάνεται το τέλος χαρτοσήμου, οφείλει για κάθε μήνα από τους είκοσι ένα του παραπάνω χρονικού διαστήματος τη διαφορά, ποσού 2.634 (=9.047- 6.413) ευρώ, ενώ στη συνέχεια μολονότι έκανε ανενόχλητη χρήση του μισθίου έως και 2-5-2012 κατέβαλε μόνο το ποσόν των 2.326 ευρώ, στις 29-3-2012, οπότε οφείλει για τον μήνα Μάρτιο 2012 το ποσόν των 6.721 (=9.047-2.326) και για καθένα από τους υπόλοιπους τρεις μήνες του χρονικού διαστήματος από 1-2-2012 έως 2-5-2012 το ποσόν των 9.047 ευρώ. Συνολικά δε οφείλεται για διαφορές μισθωμάτων το ποσόν των 89.176 [55.314 (= 21 μήνες Χ 2.634) + 27.141 (= 3μήνες Χ 9.047) + 6.721]. Σημειώνεται ότι η εναγομένη ασκώντας το εκ του άρθρου 422 εδ.α του ΑΚ δικαίωμα μονομερούς προσδιορισμού του χρέους που εξοφλείτο, όριζε με κάθε κατάθεση που έκανε στον υποδειχθέντα σε αυτήν τραπεζικό λογαριασμό το μηναίο μίσθωμα που εξοφλούσε, και συνεπώς με βάση αυτόν τον προσδιορισμό υπολογίζεται το ύψος της εκάστοτε οφειλόμενης διαφοράς μισθώματος του επίμαχου χρονικού διαστήματος. Επομένως τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η ενάγουσα με το μοναδικό λόγο της αντέφεσής της πρέπει να απορριφθούν. Κάθε επί μέρους μίσθωμα οφείλεται με το νόμιμο τόκο από τότε που κατέστη απαιτητό, δηλαδή από την έκτη ημέρα κάθε μήνα. Τέλος η εναγόμενη οφείλει κατ' άρθρο 43 του π.δ. 34/1995 ένα μίσθωμα, στο οποίο δεν συμπεριλαμβάνεται το τέλος χαρτοσήμου ποσοστού 1,8% ανερχόμενο στο ποσόν των 8.887 ευρώ ως αποζημίωση για την καταγγελία της μίσθωσης από την εναγομένη με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Ενόψει όλων των ανωτέρω το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή πλημμελώς εκτίμησε τις αποδείξεις και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί η αντέφεση και ακολούθως κατά παραδοχή του δεύτερου, τρίτου λόγου της έφεσης και του δεύτερου από τους πρόσθετους λόγους ως βάσιμων κατ' ουσίαν, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση ως προς την αναγνωριστική της διάταξη, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η ένδικη αγωγή,...". Με τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο, αφού διακράτησε την υπόθεση και δίκασε αυτήν κατ' ουσίαν (άρθρο 535 παρ.1 ΚΠολΔ), στη συνέχεια έκανε εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη την κρινόμενη αγωγή και αναγνώρισε ότι η εναγόμενη υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 89.176 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την ημέρα που κάθε επιμέρους μίσθωμα κατέστη απαιτητό, καθώς και το ποσόν των 8.887 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής". Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσής της η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλομένη για την εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι απέρριψε με αντιφατικές αιτιολογίες την ένσταση της καταχρηστικής εκ μέρους της αναιρεσίβλητης άσκησης του δικαιώματος της προς είσπραξη των αιτουμένων με την αγωγή μισθωμάτων για το χρονικό διάστημα από τον Μάιο του 2010 μέχρι την αποχώρησή της από το μίσθιο, ενώ είχε δεχθεί το γεγονός ότι η ματαίωση της συζήτησης της αγωγής για χρονικό διάστημα τριών ετών είχε λάβει χώρα κατόπιν συνεννοήσεώς τους και, ως εκ τούτου, δημιουργήθηκε σ' αυτήν η εύλογη πεποίθηση ότι δεν υπάρχει δικαίωμα της αναιρεσίβλητης και ότι η ανατροπή αυτής της κατάστασης έξι έτη μετά την αποχώρησή της από το μίσθιο θα επέφερε δυσβάστακτες συνέπειες στην επιβίωση της εταιρίας. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον αφορά την εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, η οποία είναι ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο. Ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση του περιεχομένου αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 342 επ. του ΚΠολΔ, εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει, ως προς το έγγραφο, σε σφάλμα ανάγνωσής του, όταν δηλαδή αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από αυτό που πράγματι έχει, δηλαδή, ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει και, στη συνέχεια, εξαιτίας της παραμόρφωσης αυτής, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα, ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, στηρίζοντας την κρίση του αποκλειστικά ή κυρίως στο έγγραφο που κατά τον τρόπο αυτό παραμορφώθηκε. Επομένως, δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος, όταν το δικαστήριο της ουσίας, ενώ αναγιγνώσκει ορθώς, όπως αυτό έχει, το περιεχόμενο του εγγράφου, εκτιμά ακολούθως αυτό κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό, αφού η εκτίμησή του αυτή είναι, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη, αλλ' ούτε και όταν το Δικαστήριο της ουσίας, ακόμη και αν παραμόρφωσε το έγγραφο, περιορίσθηκε να το συνεκτιμήσει με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να προσδώσει ιδιαίτερη βαρύτητα σε αυτό για το σχηματισμό της κρίσης του, χωρίς, δηλαδή, να στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο σε αυτό (ΑΠ 856/2019, ΑΠ 1915/2016, ΑΠ 472/2016). Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά, πάντως και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 922/2018). Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, για να είναι ορισμένος, θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζεται μεταξύ άλλων, α) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, κατά λέξη παρατιθεμένου, β) το περιεχόμενο που προσέδωσε σ αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα της, γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξ αιτίας της παραμόρφωσής του εγγράφου (ΑΠ 194/2005). Παράλληλα, ο αναιρεσείων έχει την υποχρέωση να προσκομίσει το έγγραφο, που φέρεται κατά τους ισχυρισμούς του ότι έχει παραμορφωθεί, προκειμένου εκτιμηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 561 § 2 του ΚΠολΔ, περιεχόμενο του, για τη διαπίστωση της βασιμότητας του ανωτέρω λόγου αναιρέσεως, αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος ως αναπόδεικτος. (ΑΠ 1167/2019, ΑΠ 1414/2010). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατ' ορθή εκτίμηση αυτού, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι, δηλαδή, το Εφετείο που την εξέδωσε, παραμόρφωσε το περιεχόμενο του αναφερόμενου σ' αυτόν αποδεικτικού εγγράφου, καθόσον από διαγνωστικό σφάλμα δέχθηκε πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 70/2022, ΑΠ 1182/2021, ΑΠ 1167/2019, ΑΠ 1348/2017). Ειδικότερα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 14-11-2011 εξώδικης απάντησης της αναιρεσείουσας, την οποία απέστειλε στην αναιρεσίβλητη και κοινοποίησε και στην υπεκμισθώτρια, με εσφαλμένη ανάγνωση, η οποία επέδρασε κατά τρόπο ουσιώδη στην απόρριψη του ισχυρισμού της περί καταρτίσεως προφορικής συμφωνίας με την υπεκμισθώτρια για τη μείωση του μισθώματος στο ποσό των 6.413 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου και του χαρτοσήμου από 1-5-2010. Εξαιτίας δε της μη ορθής ανάγνωσης της εν λόγω εξώδικης απάντησης δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε η κατάρτιση της ως άνω συμφωνίας. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς τον ως άνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας συνεκτιμώντας την εν λόγω εξώδικη απάντηση μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και κατά συνέπεια οι παραπάνω αιτιάσεις αφορούν παράπονα αναφερόμενα στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγουν από τον αναιρετικό έλεγχο (ΟλΑΠ 2/2008). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11 εδ. γ' του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου, για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/2008). Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει το λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση, ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης. (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 136/2022, ΑΠ 600/2021, ΑΠ 1205/2017). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς στην απόφαση να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εκτός εάν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο λόγος αναιρέσεως (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 136/2022, ΑΠ 34/2021, ΑΠ 50/2020). Για το ορισμένο της προβολής του λόγου της μη λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα που δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, να προσδιορίζεται το περιεχόμενο τους, ως και ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου αυτά προσκομίσθηκαν και η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 136/2022, ΑΠ 18/2021, ΑΠ 92/2020) και επιπλέον να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους κατά την συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθούν αυτεπαγγέλτως υπόψη (ΟλΑΠ 8/2016, ΑΠ 18/2021, ΑΠ 779/2019, ΑΠ 204/2017). Μεταξύ των ως άνω αποδεικτικών μέσων περιλαμβάνονται και τα έγγραφα. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ πλημμέλεια και δη ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα παρακάτω νομίμως επικληθέντα και προσκομισθέντα από αυτήν έγγραφα, που ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης: Ειδικότερα προσκόμισε τις κατατεθειμένες στην Εφορία δηλώσεις Ε3 των ετών 2007 έως 2012 από τις οποίες προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα δήλωσε ως δαπάνες της τα καταβληθέντα μισθώματα και για τα δύο μίσθια α) για το έτος 2006 το συνολικό ποσό των 96.391,95 ευρώ, β) για το χρονικό διάστημα από 1-1-2007 έως 30-6-2007 το συνολικό ποσό των 50.351,70 ευρώ, και για το χρονικό διάστημα από 1-7- 2007 έως 30-12-2008 το συνολικό ποσό των 156.500,98 ευρώ, γ) για το έτος 2009 το συνολικό ποσό των 106.644,36 ευρώ, δ) για το έτος 2010 το συνολικό ποσό των 85.944 ευρώ, ε) για το έτος 2011 το συνολικό ποσό 75.575 ευρώ, στ) για το χρονικό διάστημα από 1-1-2012 έως 31-3-2012 το συνολικό ποσό των 18.898,80 ευρώ. Ωστόσο, από τη βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφαση ότι στην περί πραγμάτων κρίση του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη και όλα τα νομίμως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, τις ένορκες βεβαιώσεις, τις οποίες ρητώς προσδιορίζει και ιδιαίτερα από τις παραδοχές της απόφασης που αφορούν τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας προς απόδειξη των οποίων αυτή επικαλέστηκε τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και όλα τα φερόμενα ως αγνοηθέντα, ως άνω, αποδεικτικά μέσα, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά και να καθορίσει τη βαρύτητά του ή την επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα, κατέληξε δε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό. Κατόπιν αυτού, ο ανωτέρω τέταρτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η ένδικη από 5-7-2021 αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ). Β. ΕΠΙ ΤΗΣ ΑΠΟ 21-4-2021 ΑΙΤΗΣΕΩΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΩΣ Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, "η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, εκτός των άλλων, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε από την άσκησή του και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μέχρι τότε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Τούτο συμβαίνει ιδίως, όταν από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο και μάλιστα ευλόγως η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Μόνη δε η αδράνεια του δικαιούχου για μακρό χρονικό διάστημα και πάντως μικρότερο απ' αυτόν της παραγραφής, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μετέπειτα άσκηση του δικαιώματος, ακόμη και όταν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπλέον ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από τη συμπεριφορά των μερών και ευρισκόμενες σε αιτιώδη συνάφεια μεταξύ τους, με βάση τις οποίες, καθώς και την αδράνεια του δικαιούχου, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, που τείνει στην ανατροπή της κατάστασης που έχει διαμορφωθεί υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και έχει διατηρηθεί για μακρό χρόνο, να εξέρχεται των διαγραφομένων από την ανωτέρω διάταξη ορίων. Δεν είναι πάντως απαραίτητο η επιχειρούμενη από τον δικαιούχο ανατροπή της διαμορφωμένης αυτής κατάστασης να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες στον οφειλέτη, αλλά αρκεί να έχει απλώς δυσμενείς (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 10/2012, ΑΠ 1248/2018, ΑΠ 909/2017). Περαιτέρω, μεταξύ των προϋποθέσεων για τη θεμελίωση της από την ανωτέρω διάταξη ένστασης είναι και η επίκληση της ύπαρξης δικαιώματος, καθόσον μόνον υπαρκτού δικαιώματος μπορεί να νοηθεί καταχρηστική άσκηση. Εάν αυτός που προτείνει το σχετικό ισχυρισμό αρνείται τα περιστατικά που στηρίζουν το σχετικό δικαίωμα, δεν μπορεί να θεμελιωθεί η από το ως άνω άρθρο ένσταση, αφού μόνο υπαρκτό δικαίωμα είναι λογικώς δυνατό να ασκηθεί, ώστε να νοείται καταχρηστική άσκησή του (ΟλΑΠ 17/1995, ΑΠ 1593/2022, ΑΠ 999/2019). Η διακρίβωση των πράξεων, με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανέλεγκτα από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του όμως αυτή ότι ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει, και μάλιστα προφανώς, τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια είναι νομική και, επομένως, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο. Ο Άρειος Πάγος, δηλαδή, ελέγχει μόνο αν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας συνιστούν τη νομική έννοια του άρθρου 281 ΑΚ (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 88/1980, ΑΠ 1951/2017). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στον νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου και, εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η ελάσσων πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή, τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005, 28/1998, 32/1996, καθώς και ΟλΑΠ. 14/2010, όπου και παραπομπές στις αποφάσεις του ΕΔΔΑ). Δεν αρκεί, για το ορισμένο του λόγου αυτού, η ανάλυση της έννοιας που ο αναιρεσείων αποδίδει στη διάταξη που φέρεται ότι παραβιάστηκε, ούτε η παράθεση του συμπεράσματος του δικαστηρίου, διότι μόνο με βάση τις κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές μπορεί να ελεγχθεί αν η αποδιδόμενη νομική πλημμέλεια οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006). Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και τον νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΟλΑΠ 6/2006, ΑΠ 10/2021, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1075/2019, ΑΠ 708/2017). Με τον δεύτερο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια. Συγκεκριμένα, υποστηρίζει ότι το Εφετείο προέβη σε εσφαλμένη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 281 του ΑΚ και δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσία βάσιμο τον σχετικό λόγο της έφεσης της αναιρεσίβλητης, η οποία με τις κατατεθείσες προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου πρότεινε τον ισχυρισμό περί καταχρηστικής άσκησης της υπό κρίση αγωγής από την ενάγουσα, τον οποίο επανέφερε και ενώπιον του Εφετείου με λόγο έφεσης. Ειδικότερα το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του τις ακόλουθες παραδοχές: 1) ότι ήδη από την 19-7-2006, κατέστη σαφές τόσο στην ενάγουσα όσο και στην εταιρεία "... Α.Ε." (υπεκμισθώτρια) για αμφότερα τα μίσθια είχε ήδη προσδιοριστεί μετά από προφορική συμφωνία της τελευταίας με την εναγομένη στο ποσό των 8.000 ευρώ πλέον του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου, 2) ότι δεν υπήρξε ως προς τούτο καμία αντίδραση εκ μέρους της υπεκμισθώτριας, αλλά και της αναιρεσείουσας- ενάγουσας 3) ότι επίσης δεν υπήρξε κάποια αντίδραση των προαναφερομένων όταν στη συνέχεια επιδόθηκαν στις 24-9-2008 οι από 14-9-2007 συμβάσεις εκχώρησης και η εναγομένη κατέστησε και πάλι σαφές με την επιδοθείσα στην ενάγουσα και στην εταιρεία "... Α.Ε", δήλωσή της ότι το μηνιαίο μίσθωμα ανερχόταν για αμφότερα τα μίσθια στο ποσόν των 9.047 ευρώ, το οποίο ήδη καταβαλλόταν από 6-2- 2008, μετά την αναπροσαρμογή του μέχρι τότε καταβαλλόμενου ποσού των 8.543 ευρώ, 4) τρία και πλέον χρόνια αργότερα η ενάγουσα για πρώτη φορά ισχυρίσθηκε με την επιδοθείσα την 1-11-2011 διαμαρτυρία της ότι δεν καταβάλλονται τα οφειλόμενα μισθώματα χωρίς να προσδιορίζεται το ύψος αυτών, ενώ επί σχεδόν έξι έτη και συγκεκριμένα από 1-1-2006, καταβάλλονταν μειωμένο το ποσό του μισθώματος, 5) ότι η μη εναντίωση αυτής στο καταβαλλόμενο μειωμένο μίσθωμα είχε ως συνέπεια τη σιωπηρή τροποποίηση του συμβατικού όρου περί καθορισμού του ύψους του μισθώματος για αμφότερα τα μίσθια στα ποσά των 8.144, 8.543 και 9.047 ευρώ. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα του ύψους του μισθώματος που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της προδιαληφθείσας διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ. Ειδικότερα η προσβαλλομένη δέχθηκε αφενός μεν ότι εξαιτίας της αδράνειας της αναιρεσείουσας αλλά και της υπεκμισθώτριας (από 19-7-2006 έως την 1-11-2011) να αξιώσουν την καταβολή των μισθωμάτων, κατά το ποσό που είχε συμφωνηθεί με τις δύο μισθωτικές συμβάσεις, η άσκηση του δικαιώματος της μετά από την πάροδο έξι ετών καθίσταται καταχρηστική εκλαμβάνοντας ότι εξακολουθούσε να υφίσταται το δικαίωμα της αναιρεσείουσας να αξιώσει την καταβολή των μισθωμάτων, σύμφωνα με το σχετικό συμβατικό όρο (δικαίωμα που άσκησε καταχρηστικά), αφετέρου δε δέχθηκε ότι υπήρξε σιωπηρή τροποποίηση του σχετικού συμβατικού όρου όσον αφορά το ποσό του καταβλητέου μισθώματος για αμφότερα τα μίσθια κάνοντας αποδεκτό ότι με τη σχετική τροποποίηση το μίσθωμα είχε διαμορφωθεί στα ποσά των 8.144, 8.543 και 9.047 ευρώ (λόγω μη εναντίωσης της αναιρεσείουσας-ενάγουσας για το χρονικό διάστημα από 19-7-2006 έως τη 1-11-2011), και συνακόλουθα δεν υφίστατο το δικαίωμα αυτής να αξιώσει με την αγωγή της την καταβολή των με αυτήν αιτουμένων ποσών. Κατόπιν των ανωτέρω εκτιθεμένων ο λόγος αυτός αναίρεσης εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμος Κατ' ακολουθίαν τούτων, κατά παραδοχή του γενομένου δεκτού ως βάσιμου του ως άνω αναιρετικού λόγου, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καλύπτει τον από τον αρ. 1 λόγο αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλον δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), εκτός εκείνου που δίκασε, να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα (αρθ.495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ τη συνεκδίκαση των αναφερόμενων στο σκεπτικό αιτήσεων αναιρέσεως. Α)ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 5-7-2021 αίτηση και τους πρόσθετους λόγους της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." για αναίρεση της υπ' αριθ. 180/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της ανωτέρω αίτησης παραβόλου. ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Β)ΔΕΧΕΤΑΙ την από 21-4-2021 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "...". ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 180/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από δικαστή άλλον από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την απόδοση στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος από αυτήν παραβόλου. Και ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στην αναιρεσίβλητη τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Μαΐου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Σεπτεμβρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ