ΑΡΙΘΜΟΣ 1292/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Τακτικού Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Δημάδη, σύμφωνα με την υπ'αριθμ. 66/2013 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου),- Βιολέττα Κυτέα, Δήμητρα Μπουρνάκα,-Εισηγήτρια, Μαρία Βασιλάκη (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Νικόλαου Κωνσταντόπουλου) και Χρυσούλα Παρασκευά, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαΐου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Παντιώρα (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Ν. Κ. συζ. Κ., κατοίκου ... η οποία παρέστη με τον δικηγόρο Θεόδωρο Βούβαλη, ο οποίος ορίστηκε δικηγόρος αυτής με την υπ'αριθμ. 35/2013 πράξη της προέδρου του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της αποφάσεως 38401/2012 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα -κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Σεπτεμβρίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1006/12. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, που αντικατέστησε την παρ. 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όπως είχε τροπ. με το άρθρο 23 του Ν. 2523/1997 και του οποίου η ισχύς άρχισε από 1-1-2004, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (ΔΟΥ) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της ΔΟΥ κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων η προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα μετά οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α' , υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του ως άνω εγκλήματος, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, όπως επιβάλλεται από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, είναι: 1) η Αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος του χρέους, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος καταβολής του, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσεως όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει αναγκαία με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ως χρόνο βεβαιώσεως των χρεών ο νόμος εννοεί εκείνον κατά τον οποίο γίνεται η βεβαίωση από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου καθώς και του είδους και του ποσού της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη πληρωμή τριών συνεχών δόσεων του σε δόσεις χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των τεσσάρων μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Ειδικότερα, με την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού 34 του Ν. 3220/2004: 1) Το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών (βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς τον χρόνο διαπράξεως του, ανεξαρτήτως του ποσού καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις, όπως οι τόκοι και οι προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής ανεξαρτήτως του είδους χρέους (παρακρατούμενοι ή επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λπ.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνεται υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, το δε ως άνω προβλεπόμενο αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεως του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών, σε δόσεις ή εφάπαξ. Εξάλλου, η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως υπάρχει όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με βάση τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα απ' αυτά χωριστά. Ειδικότερα, δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας της αποφάσεως και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που έχει δεχθεί ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 38401/2012 απόφασή του, δέχθηκε με βάση τα αναφερόμενα κατ'είδος αποδεικτικά μέσα, τα εξής: " η κατηγορουμένη τέλεσε την πράξη που της αποδίδεται με το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχη αυτής καθόσον αποδείχθηκαν, τα κατά τόπο και χρόνο πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο διατακτικό της παρούσας. Τέλος, δεν πρέπει να της αναγνωριστεί το ελαφρυντικό του άρθρου 848β ΠΚ αφού δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχει κάποια από τις προϋποθέσεις του ως άνω άρθρου, η δε τωρινή οικονομική της δυσχέρεια θα ληφθεί υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής". Ακολούθως, στο διατακτικό της αποφάσεώς του, το άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κήρυξε την κατηγορουμένη ένοχη του ότι " Στην …κατά το χρονικό διάστημα από 1-8-2004 έως 30-1-2007 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, όντας οφειλέτης του Δημοσίου και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του Ν.322/2004, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή χρεών προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει τα 120.000 ευρώ. Συγκεκριμένα ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος της εταιρείας με την επωνυμία "ΡΟΛΑΝΔ ΕΠΕ" με έδρα τη …, στην οποία τυγχάνει διαχειριστής, στην Δ.Ο.Υ. ΝΕΑΣ ΣΜΥΡΝΗΣ, διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου, όπως ακριβώς αναφέρονται στον συνημμένο πίνακα χρεών της παραπάνω Δ.Ο.Υ. (αρ. ειδ.βιβλίου 30/2007) και συνοδεύει ως αναπόσταστο μέρος αυτής την από 20-3/2007 μηνυτήρια αναφορά του προϊσταμένου της πιο πάνω Δ.Ο.Υ., ηθελημένα δεν κατέβαλε ποσό ευρώ 6.895.744,00 που αφορά βεβαιωμένα χρέη αυτής. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, το σκεπτικό της οποίας συμπληρώνεται από το διατακτικό, με το οποίο αποτελεί ένα ενιαίο σύνολο, την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς το κατ'εξακολούθηση έγκλημα της καθυστερήσεως καταβολής βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο, αφού εκτίθεται σ'αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο συνολικού ποσού, υπερβαίνοντος τα 120.000 ευρώ, για τα οποία κηρύχθηκε ένοχη η αναιρεσείουσα, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1, 27, 98 ΠΚ, 25 ν.1882/1990 όπως αντικ. με το άρθρο 23 παρ.1 ν.2523/1997 και ήδη με το άρθρο 34 παρ.1, 2 ν.3220/2004, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα, αναφέρεται στην απόφαση, στο διατακτικό της οποίας έχει ενσωματωθεί ο πίνακας χρεών της Δ.Ο.Υ. Νέας Σμύρνης, ο οποίος αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα αυτού, η αρμοδία Αρχή που προέβη στη βεβαίωση των χρεών της αναιρεσείουσας, το είδος και το ύψος του κάθε επί μέρους χρέους και το συνολικό ύψος αυτών, ο τρόπος πληρωμής τους και ο ακριβής χρόνος καταβολής τους δηλαδή ο χρόνος κατά τον οποίον αυτά, ανεξάρτητα από το χρόνο βεβαιώσεώς τους, έπρεπε να καταβληθούν από την υπόχρεη κατηγορουμένη υπό την ιδιότητά της ως διαχειρίστριας της εταιρείας με την επωνυμία "ΡΟΛΑΝΔ ΕΠΕ" και προσδιορίζεται ο χρόνος τελέσεως της κατ'εξακολούθηση ως άνω πράξεως, από 1-8-2004 έως 30-1-2007, αφού, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, ο χρόνος καταβολής για την πρώτη μερικότερη πράξη είναι η 31-3-2004 και για την τελευταία η 29-9-2006, οπότε ενόψει του τετραμήνου που θα έπρεπε κατά τον προεκτεθέντα νόμο 3220/2004 να παρέλθει από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ορθά προσδιορίζεται ο χρόνος τελέσεως του αδικήματος από 1-8-2004 (31-3-2004 + 4 μήνες) μέχρι 30-1-2007 (29-9-2006 + 4 μήνες). Η ειδικότερη αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι τα χρέη του πίνακα με αύξοντα αριθμό 2,13,14,15,16,17,19 και 32 δεν υπερβαίνουν το καθένα το ποσό των 10.0009 ευρώ, που θέτει ο νόμος ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου και ως εκ τούτου η μη καταβολή τους δεν συνιστά αξιόποινη πράξη είναι αβάσιμη και απορριπτέα, αφού σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, για τη συγκρότηση της αντικειμενικής υποστάσεως του προβλεπομένου από τη διάταξη του άρθρου 34 του Ν.3220/2004 εγκλήματος, υπό την ισχύ του οπίου τελέστηκε η ανωτέρω πράξη, για τη θεμελίωση του αξιοποίνου λαμβάνεται υπόψη το ποσό της συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος και την προέλευση του χρέους, το οποίο στην προκειμένη περίπτωση υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ ανερχόμενο στο ποσό των 6.895.744 ευρώ και όχι το ύψος του κάθε επιμέρους χρέους. Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ και Ε ΚΠοινΔ λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων, 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με την έννοια που προαναφέρθηκε πρέπει να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του αυτοτελείς ισχυρισμούς. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, ή απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ.2 του ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου κώδικα, ποινής. Προϋποτίθεται, όμως, η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών κατά τρόπο σαφή και ορισμένο καθώς και η προφορική τους ανάπτυξη, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και , σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του Δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει επί του ισχυρισμοί αυτού, συνεπώς δε ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, η αναιρεσείουσα δια της πληρεξουσίας της δικηγόρου ζήτησε την αναγνώριση του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ.2β ΠΚ "καθώς έχει μηδενικά εισοδήματα, ο σύζυγός της δεν τη βοηθάει, είναι άνεργη και έχει τρία παιδιά". Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός, όπως ανωτέρω προτάθηκε, ήταν αόριστος, αφού τα άνω περιστατικά που επικαλέσθηκε η συνήγορος της αναιρεσείουσας δεν θεμελιώνουν κατά νόμο το ελαφρυντικό της ως άνω ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, καθόσον αναφέρονται στην, κατά το χρόνο της εκδικάσεως της υποθέσεως και όχι σε εκείνη του χρόνου τελέσεως της πράξεως, οικονομική κατάσταση της αναιρεσείουσας. Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει την απορριπτική του κρίση. Παρά ταύτα, η προσβαλλόμενη απόφαση απάντησε με αιτιολογία, η οποία έχει, κατά λέξη, ως εξής: "Δεν πρέπει να της αναγνωριστεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2β ΠΚ, αφού δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχει κάποια από τις προϋποθέσεις του άνω άρθρου, η δε τωρινή οικονομική της δυσχέρεια θα ληφθεί υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής". Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ του ΚΠοινΔ σχετικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίον προβάλλεται η πλημμέλεια της απορρίψεως, χωρίς αιτιολογία, του αυτοτελούς αυτού ισχυρισμού, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 511 εδ.β ΚΠοινΔ, ο 'Αρειος Πάγος λαμβάνει υπόψη αυτεπαγγέλτως την παραγραφή που επήλθε μετά τη δημοσίευση της προσβαλλομένης αποφάσεως, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι ένας λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως θα κριθεί βάσιμος. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το αξιόποινο των μερικότερων πράξεων με αριθμούς 1 έως 7 του επισυναπτομένου πίνακα χρεών της Δ.Ο.Υ. Ν. Σμύρνης έχει παραγραφεί, αφού από το φερόμενο χρόνο τελέσεώς των (1-8-2004) μέχρι τη συζήτηση της ένδικης αιτήσεως παρήλθε χρονικό διάστημα πέραν της οκταετίας και, επομένως, πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη. Ο λόγος αυτός είναι, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη, απαράδεκτος και απορριπτέος, καθόσον δεν υπάρχει κανένας βάσιμος λόγος, για τον οποίον θα μπορούσε να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, η δε οκταετία δεν είχε συμπληρωθεί μέχρι την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως(27-7-2012). Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 7-9-2012 αίτηση της Ν. Κ. συζ. Κ. του Μ. Α., κατοίκου ... για αναίρεση της υπ'αριθμ. 38401/2012 αποφάσεως του Δ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στα διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Σεπτεμβρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 31 Οκτωβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ